Λόγια, δεν ξέρω να λέω πολλά. Ίσως γιατί, ποτέ δεν χρειάστηκε. Τα μάτια μου έλεγαν πάντα, περισσότερα απ’ ότι έπρεπε. Μιλούσαν κατευθείαν από την καρδιά μου. Και ήσουν εκεί, με μάτια ορθάνοιχτα και λαμπερά, ‘σαν δυό σταγόνες αίμα’, να διαβάζεις κάθε λέξη που έβλεπες. Δεν θα μπορούσαν ποτέ, τα δικά σου μάτια να διαβάσουν λάθος. Δεν θα μπορούσε ποτέ το δικό σου μυαλό, να καταλάβει λάθος. Εσύ, τα καταλαβαίνεις όλα. Εσύ μπορείς να καταλάβεις εμένα. Εξάλλου, δεν χρειάστηκε ποτέ να σου πω πολλά. Το μόνο που χρειάστηκε να σου πω, είναι να με κοιτάς στα μάτια.
Και πως αλήθεια να μάθω να λέω, να λέω πολλά, να μάθω να μιλάω; Πως θα μπορούσα να μιλήσω εκείνες τις ώρες; Τις ώρες εκείνες, που τα σώματα έρχονταν κοντά. Όταν οι ανάσες, αντικριστά η μία στην άλλη, λέγανε τόσα πολλά λόγια αγάπης και πάθους, που έκαναν κάθε ήχο ν’ ακούγεται βοή. Τα χέρια μου χάιδευαν με θάρρος και πάθος το κορμί σου. Το έκαναν να ριγεί. Να σπαρταράει σαν το νεογνό που γεννιέται από την κοιλιά της μάνας του και ψάχνει να πάρει την πρώτη ανάσα. Κι’ όταν την παίρνει, να καίγεται από το οξυγόνο που μπαίνει στα στήθη του.
Λόγια, δεν ξέρω να λέω πολλά. Η ανάγκη χάνεται, όταν κλείνω τα μάτια και σε σκέφτομαι. Όταν τ’ ανοίγω και αντικρίζω το πρόσωπό σου. Όταν μυρίζω την ευωδιά σου και πλημμυρίζει η ψυχή μου με τα αρώματά σου. Αχ, πως μυρίζεις καλή μου! Σαν κανέλλα, γλυκιά και εξωτική. Σαν βανίλια, ερωτική και επιθυμητή. Η όσφρησή μου, αναγνωρίζει τις αποχρώσεις των αρωμάτων σου. Δίνει σε καθεμιά τους και ένα όνομα. Τις ονομάζει: παρουσία, έρωτα, επιθυμία, απόφαση, παράδοση.
Λόγια, δεν ξέρω να λέω πολλά. Αλλά, ακόμη κι’ αν ήξερα να πω, ποτέ δεν θα ήθελα ο ήχος τους να παραμορφώσει την μορφή σου. Μια μορφή λατρεμένη, αγαπημένη, μέσα στα βαθύτερα σημεία του ‘είναι’ μου. Εκεί, που φυλάω τα πιο βαθειά μου μυστικά και τους πιο κρυφούς μου στοχασμούς. Εκεί που φυλάω τους θησαυρούς μου, αυτούς που θα πάρω μαζί μου στο μεγάλο μου ταξίδι.
Και ένα έχω να σου πω, σαν άλλος Ερωτόκριτος:
‘Για σένα εγεννήθηκε, στον κόσμο το κορμί μου’…
Υ.γ. το παραπάνω κείμενο ‘γεννήθηκε’ μέσα στην καρδιά μου, ακούγοντας έναν μεγάλο Κρητίκαρο, να τραγουδάει το ‘Παραμύθι του Ερωτόκριτου’ από το ομώνυμο ποιητικό έργο ‘Ερωτόκριτος’ του Βιτσέντζου Κορνάρου. Ο μεγάλος αυτός Κρητίκαρος, ακούει στο όνομα Γιάννης Χαρούλης. Ακούστε τον και ‘σεις, εδώ δίπλα. Η ηχογράφηση αυτή, υπάρχει στο συνοδευτικό cd του τελευταίου τεύχους του περιοδικού ‘Δίφωνο’. Χάρισμά σας…
(‘Romeo and Juliet’ by Sir Dicksee)
Μουντός καιρός και βροχερός. Τέλος Μαΐου. Ανοίγει ο ουρανός και κατεβάζει ποτάμια νερό, σαν να θέλει να ξεπλύνει τις ψυχές των ανθρώπων για να δεχτούν ένα καλοκαίρι φωτεινό και υποσχόμενο. Πόσα χρόνια έχουν περάσει από τότε που κάποιο καλοκαίρι της υποσχέθηκε κάτι;
Τελικά, πρέπει να ρωτάς για να μαθαίνεις τον άλλο. Δεν είναι όμως αδιακρισία; Όχι. Αρκεί η πρόθεση να είναι ευγενής. Η καλή φίλη
Μπορεί και να μου έκανε καλό. Μπορεί να έπρεπε να γίνει έτσι. Ποια είμαι εγώ που θα το αμφισβητήσει αυτό; Σίγουρα, όχι κάποια τυχαία. Αυτό να λέγεται. Μπορεί να με αποκάλεσαν με διάφορα επίθετα, αλλά ποτέ δεν με αποκάλεσαν τυχαία. Πάντα έβλεπαν σε μένα κάτι. Πάντα υπήρχε κάτι που τους τραβούσε κοντά μου. Και όποτε έβλεπα κάποιον να έρχεται κοντά μου, έφευγα. Τι πράγμα κι’ αυτό ρε παιδί μου! Αυτό δεν μου είπαν ευθαρσώς και σε κείνη την μάζωξη που είχαμε κάνει για τα 20 χρόνια από την αποφοίτησή μας; ‘Αν μας είχες αφήσει λίγο περιθώριο, αν είχες αφήσει λίγο τον εαυτό σου, όλοι θα ήμασταν ερωτευμένοι μαζί σου’. Αηδίες. Σιγά τα ωά! Λες και ποτέ απέτρεψα κανέναν. Εδώ ήμουν. Και εγώ και το κορμί μου. Άσχετα αν έφευγα. Ποτέ κανένας σας δεν με κυνήγησε, γι’ αυτό το έκανα. Πάντα τρώγατε τα έτοιμα. Εγώ, ήθελα ψήσιμο όμως. Βέβαια, έμεινα άψητη όλα εκείνα τα χρόνια. Κι’ όταν βρήκα κάποιον διαθέσιμο για ψήστη, έπεσα με τα μούτρα. Και το πληρώνω τώρα. Και στη διάρκεια το πλήρωνα, αλλά έλεγα ότι έτσι είναι τα πράγματα. ‘Πρέπει να πληρώνεις για να έχεις’ μου έλεγε. Και τον πίστευα. Καλό ζώον ήμουν. Και είμαι δηλαδή, μη λέμε χαζά. Τι έχω περάσει και ‘γώ! Ακούω τις φίλες και τις γνωστές να λένε ‘πέρασα εκείνο’ ή ‘πέρασα αυτό’ και μου έρχεται να τους δώσω μία να πάνε από εκεί που ήρθαν! Καλές μου, ένα είναι το σίγουρο. Περνάμε αυτά που θέλουμε να περάσουμε. Περνάμε αυτά που ο οργανισμός μας αντέχει να περάσουμε. Περνάμε αυτά που αφήνουμε να μας περάσουνε. Ποιος είπε ότι είμαστε ‘εν δυνάμει’ θύματα; Κανένας. Γινόμαστε θύματα για να μπορέσουμε να αυτοθαυμαζόμαστε. Μεγαλόψυχες μέσα στην μικροψυχία μας. Άστα να πάν στο διάολο. Α, τώρα που είπα διάολο. Που στο καλό έβαλα εκείνο το φουλάρι για το λαιμό; Α, νάτο. Α, να μην ξεχάσω να κλείσω ραντεβού και για τα νύχια μου. Μπορεί να είμαι μόνη, αλλά δεν θα παραμελήσω και τον εαυτό μου. Α, όλα κι’ όλα. Την αγαπάω την Χριστίνα. Καλή-καλή η Χριστίνα, αλλά είναι να μην πάρει ανάποδες. Σαν τον άλλο, το μεσημέρι. ‘Έλα μωρό μου. Είσαι καλά;’. ‘Καλά είμαι. Που χάθηκες όλη την ημέρα;’. ‘Να μωρέ, είχα meeting και δεν μπόρεσα να σου τηλεφωνήσω’. Παπαριές. Όταν ήταν να με ρίξεις στο κρεβάτι, δε μπα να ‘χες του κώλου τη δουλειά; Εσύ εκεί. Να μου τηλεφωνείς 50 φορές την ημέρα. Αλλά, έτσι είναι. Τώρα ξεκαύλωσες και μας έχεις γραμμένη. Αλλά, δεν στα είπανε καλά αγοράκι μου. Το Χριστινάκι σου, είναι καλό-καλό, αλλά μην του πατήσεις τον κάλο. Κάλο είπα; Να κλείσω ραντεβού και για τα πόδια μου. Κάτσε να δεις. Που έχω βάλει το τηλέφωνο της Ρίτσας. Α, νάτο. Θα την πάρω σε λιγάκι. Και που είχαμε μείνει; Α, ναι. Ακούς εκεί. Meeting και αηδίες. Πες το καθαρά αγοράκι μου: ‘δεν σε γουστάρω άλλο’. Τι πιο εύκολο. Αλλά, για να φτάσεις στο σημείο να το πεις, πρέπει να έχεις και τα ‘τέτοια’ για να το πεις. Αλλά, που να τα βρεις; Αυτό που σας έχουν μάθει απ’ το σπίτι σας, είναι ότι τα ‘τέτοια’ σας πρέπει να τα χρησιμοποιείτε μόνο για να πηδάτε. Μόνο εκεί σας χρησιμεύουν. Οπουδήποτε αλλού, κρύβεστε πίσω από την μεγάλη σας καριέρα και τον αυτοθαυμασμό σας. Πότε σκεφτήκατε όλες εμάς, που καθόμαστε και σας περιμένουμε; Πότε σκεφτήκατε όλες εμάς που πρέπει να είμαστε εκεί για να ικανοποιούμε το ‘εγώ’ σας; ‘Ποτέ’ είναι η απάντηση και μας την πετάτε στα μούτρα με τόσο θράσος, που κάνει εντύπωση και σε σας τους ίδιους. Τελικά, δεν ξέρω ποιος είναι περισσότερο κακόμοιρος απ’ τους δυο μας: εσείς ή εμείς; Εσείς που τα κάνετε ή εμείς που τα ανεχόμαστε; Δεν ξέρω. Και μετά, έχεις κι εμάς, να βαλαντώνουμε στο κλάμα. Λες, και θα μας λυπηθεί κανένας και θα κάνει ένα ‘τσαφ’ και θα αλλάξει τα πράγματα. Λες, και δεν έχουμε συνειδητοποιήσει ότι τα θαύματα έπαψαν από την εποχή του Ιησού. Εμείς, ζούμε σε ένα κόσμο δικό μας, ‘όμορφο κόσμο ηθικό, αγγελικά πλασμένο’. Μόνο, που αυτός ο κόσμος πλάσθηκε από άντρα και κατοικείται από γυναίκες. Που βλέπουμε την συμβατότητα ήθελα να ήξερα. Ας μου πει κάποιος. Τώρα που είπα συμβατότητα. Να πάω τον υπολογιστή στον Θανάση να του περάσει τα καινούργια Windows. Και εκείνο το Anti-virus που μου είπε. Που το έβαλα τώρα, γαμώτο! Α, νάτο. Το περσινό μου λευκό πουκάμισο. Για να δω; Μου χωράει. Τέλεια. Δεν πήρα κιλό από πέρυσι. Ωραία. Θα πάρω τη Γιάννα να της το πω. Θα σκάσει από τη ζήλια της. Χιχιχιχι…
Ξύπνησε μέσα σε μία θάλασσα από ιδρώτα, μετά τον μεσημεριανό του ύπνο…
Ένα ακόμη άκουσμα τραγουδιού. Μία ακόμη συγκινησιακή φόρτιση, που με οδήγησε να γράψω το κείμενο που ακολουθεί. Να μπλέξω εικόνες και ήχους. Στίχους και προσωπικές σκέψεις. Στην κρίση σας αφήνομαι…
Πνίγομαι κάθε τέτοια Κυριακή…
Κοίταξε το ρολόι της…
Ένοιωσε ένα χτύπημα στην πλάτη του. Παραξενεύτηκε. Ποιος μπορεί να τον ενοχλεί τέτοια στιγμή; Γύρισε το κεφάλι του προς την πηγή του χτυπήματος, χωρίς να αφήσει τα μάτια του από την σκηνή. Η ταξιθέτρια, χωρίς ίχνος χρονοτριβής, του παρέδωσε ένα σημείωμα. Το κράτησε στο χέρι του χωρίς να το ανοίξει…
Τη ζωή μου, την έχω άρρηκτα συνδεδεμένη με την μουσική…