Αντιμέτωπος πάλι με ένα άσπρο χαρτί, με μόνο όπλο ένα στυλό και κάποιες ανέμελες και ακατάσχετες σκέψεις. ‘Μαθαίνω ξανά να περπατάω’ σκέφτομαι και ακουμπάω το στυλό επάνω στο χαρτί.
Στην αρχή ζωγραφίζω σχήματα. Άλλοτε κύκλους (‘ζωή είναι αυτή καρδιά μου’), άλλοτε παραλληλόγραμμα (‘μέσα σε τέσσερις τοίχους ζούμε’), άλλοτε γραμμές τεθλασμένες (‘σαν γράφημα της ζωής μας, μία πάνω μία κάτω, σε δουλειά να βρισκόμαστε’), ευθείες (‘δύσκολα να τις κρατήσεις’), καμπύλες (‘έτσι έχουμε μάθει να καμπυλώνουμε τις σκέψεις μας’). Κάπου-κάπου αφήνω μόνο τελείες (‘στίγματα επάνω στα κορμιά μας τα πάθη’).
Τα σχήματα αυτά δεν απεικονίζουν κάτι το συγκεκριμένο. Μόνο τον δαίδαλο που το μυαλό μου ορίζει. Σαν ένα κουβάρι μαλλί για πλέξιμο. Πριν το πάρει στα χέρια της η γριά-μοίρα και το ξεμπλέξει. Και το ορίσει. Και το γυρίσει στον τροχό της ζωής.
Πιάνω να γράψω κάποιες λέξεις. Περνάνε πολλές από το μυαλό μου. Δεν γράφω καμία. Δεν θέλω να αδικήσω καμία. Δεν βρίσκω εκείνη που θα την ορίσω αρχηγό. ‘Αρχηγός των λέξεων’. Καλός τίτλος για μία λέξη. Καλός τίτλος για λέξεις που ζητάνε αυτοεπιβεβαίωση. Τέτοιες πολλές όσοι και οι άνθρωποι που τις λένε, τις εκφέρουν.
Βρήκα μία. Την λένε ‘ζωή’. ‘Καλή φαίνεται’ σκέφτομαι και αρχίζω να πλέκω γύρω της μια ιστορία. Μικρή ζωή, καλή ζωή, αφόρητη ζωή, όμορφη ζωή, “ζωή που δεν μοιράζεται, είναι ζωή κλεμμένη”. Τόσοι πολλοί επιθετικοί προσδιορισμοί για ένα τόσο μικρό ουσιαστικό. Τόσοι πολλοί επιθετικοί προσδιορισμοί για ένα τόσο ιδιαίτερο δώρο. Αγωνιώ στην σκέψη που θα καταλήξει η ιστορία μου. Προσπαθώ να την φτιάξω έτσι ώστε να έχει καλό τέλος. Όμορφο. Να συνάδει με τα όνειρα που κάνει ο καθένας μας για την ζωή του. Θαλπωρή, ηρεμία, γαλήνη. Χωρίς άσκοπες ανατροπές και ηθελημένα τέλματα.
Ορίζω την αρχή. Χρόνια παιδικά, χρόνια εφηβικά. Συνειδητοποίηση. Κάπου στην μέση φτάνω στο τώρα. Το παρατηρώ από άλλη οπτική γωνία. Την γωνία αυτού που αποτυπώνει και όχι την γωνία αυτού που βιώνει. Σίγουρα εκ του ασφαλούς. Λες και η ασφάλεια είναι για αυτούς που θέλουν να βιώσουν στο μεδούλι τους την ζωή. Με αφήνω να γράψω απερίσπαστος από τις βολεμένες σκέψεις μου. Μου βγαίνει ένας θυμός, μία άρνηση, μία πίκρα. Μου βγαίνει όμως και μια καλοσύνη, ένα χαμόγελο, μια γλυκύτητα. Σκέφτομαι εσένα προφανώς, δεν χρειάζεται να ψάξεις το γιατί.
Κοιτάω μπροστά. Προσπαθώ να προβλέψω τα μελλούμενα. Ποτέ δεν ήμουν καλός σε αυτό. Δεν έχω το κληρονομικό χάρισμα, που θα έλεγες χαριτολογώντας. Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να βασίσω τις προβλέψεις μου στα δεδομένα του τώρα. Έχοντας γνώση του τώρα, μπορώ να έχω γνώμη για το αύριο. Δικές σου κουβέντες είναι. Το ξέρεις. Έτσι πράττω. Και βλέπω το τέλος που ήθελα να έχω στην ιστορία μου. Αποτυπώνω την θαλπωρή, την ηρεμία, την γαλήνη. Αποτυπώνω εμάς. Χωρίς πολλά λόγια…
(“Two cut sunflowers” by Vincent Van Gogh)

- Είμαι εδώ;
Το χιόνι καίει τον καρπό
Ένα κουδούνισμα του τηλεφώνου.
Ετοιμάσου! Έρχομαι να σε κλέψω. Να σε πάω ταξίδι. Ναι. Ταξίδι οι δυο μας. Ναι. Σαν αυτά που ξέρουμε να πραγματοποιούμε τα δυο μας. Μη μου λες ότι δεν προλαβαίνεις να ετοιμαστείς. Δεν θέλω χαζά. Προλαβαίνεις και με το παραπάνω. Εξάλλου, εγώ θέλω εσένα και όχι τα ρούχα που θα φοράς.
Βράδυ Σαββάτου. Σε ένα internet – café μιας επαρχιακής πόλης. Τριγύρω παιδιά μαζεμένα. Φωνές και γέλια γεμίζουν την ατμόσφαιρα. Βρέχει έξω. Βλέπεις, τέλειο το περιβάλλον. Εσύ δίπλα μου. Χωρίς κουβέντες, μόνο ματιές και κρυφά γέλια. Μάλλον έρωτας μοιάζει. Όχι. Δεν βλέπω λάθος και το ξέρεις.
Κοίτα με. Θα γίνω μάγος. Από αυτούς τους μάγους με τα φράκα και τις καπελαδούρες τις μαύρες. Από αυτούς που βγάζουν, από τις ίδιες αυτές ψηλές καπελαδούρες, κουνέλια και περιστέρια λευκά σαν το χιόνι και αγνά σαν τις παιδικές ψυχές. Θα δώσω παράσταση για σένα. Μη γελάς. Δεν είναι για γέλια. Θα είσαι το μοναδικό ακροατήριό μου. Εσύ. Θα με κοιτάς με εκείνα τα μάτια τα μεγάλα, όλο απορία και αγάπη. Θα πάρω και μία μπαγκέτα. Σαν αυτές που κρατάν οι μαέστροι και διευθύνουν τις ορχήστρες. Να έτσι. Θα σκίζω τον αέρα και θα την χτυπάω απαλά επάνω στο καπέλο. Και ως εκ θαύματος, θα πετάγεται από μέσα ένα σύννεφο λευκό, κατάλευκο, και θα σε παίρνει στην πλάτη του και θα σε γυρνάει στον ουρανό και θα κοιτάς κάτω εκστασιασμένη και θα γελάς και θα ακούγεσαι και θα μαγεύεσαι και θα μαγεύεις και θα ξανάρχεσαι και θα σε παραδίδει στην αγκαλιά μου και θα γελάς περισσότερο και θα με φιλάς και θα σε φιλάω και θα είναι μία στιγμή δική μας και δεν θα είναι κλεμμένη θα είναι δική μας.
Σήμερα, έκλεψα ένα σου γέλιο. Συγχώρα με. Δεν ήταν στις προθέσεις μου, αλλά όταν το είδα να βγαίνει στα χείλη σου δεν άντεξα. Άπλωσα τα φύλλα της καρδιάς μου και του είπα να έρθει να κάτσει επάνω τους. Αμέσως, τα δίπλωσα και τα ξανάκρυψα. Μη φοβάσαι. Το γέλιο σου είναι σε καλά χέρια. Σε μέρος ζεστό, καθαρό και ήρεμο. Αν το νοιώθεις να κουνιέται και να ακούει συστηματικούς και επαναλαμβανόμενους θορύβους, εύχομαι να καταλάβεις ότι είναι οι χτύποι της καρδιάς μου που χτυπάνε για σένα.
Υπάρχω μαζί σου.
1. Να την κοιτάω στα μάτια…
Βράδυ καλοκαιριού, ζεστού και ασφυκτικού, σαν το φετινό. Όχι πολλά χρόνια πριν. Ίσως και κανένα. Δεν έχει σημασία. Εξάλλου, κάθε ιστορία πρέπει να είναι διαχρονική, να μην έχει περιορισμένα πλαίσια χρόνου και χώρου. Δυο κορμιά. Πάνω σε ένα σιδερένιο κρεβάτι. Γυμνά, ιδρωμένα, αναστατωμένα, με τη μυρωδιά του έρωτα διάχυτη επάνω τους. Εκείνος, με ακουμπισμένο το πρόσωπο επάνω στο στέρνο της. Εκείνη, να αφουγκράζεται την ανάσα του στην καρδιά της.