Άνοιξη 1980
Η τελευταία εξεταστική του έτους πλησίαζε. Η άνοιξη είχε εισβάλλει με δύναμη στην ατμόσφαιρα και στα μυαλά των φοιτητών. Το μυαλό έφευγε από τις εξετάσεις και το διάβασμα και τριγυρνούσε στον έρωτα, το πάθος, τις βόλτες και τα ξενύχτια, στο τάβλι με τον κολλητό πίνοντας καφέ και στο ποτό στο μπαρ με την δυνατή μουσική.
Η Ελένη είχε ακόμη τρία μαθήματα για να τελειώσει την Σχολή της. Οι πιέσεις από την οικογένεια της εντονότερες παρά ποτέ. Ήθελαν να την δουν Δικηγόρο το συντομότερο δυνατό. Για να μπορέσει να πάρει τον δρόμο της. Το δρόμο της επιτυχημένης επαγγελματίας και της στοργικής μητέρας. Τον γαμπρό τον είχαν βρει ήδη. Για να ακριβολογούμε, εκείνη τον είχε βρει, οι υπόλοιποι τον είχαν αποδεχτεί. Δεν μπορούσαν να κάνουν κι’ αλλιώς βέβαια. Βέτο είχε προβάλλει η Ελένη και μάλιστα έντονο. Οι παραινέσεις των δικών της για μεγαλύτερη προσπάθεια αυτή την εξεταστική, περισσότερο σαν διαταγές ακούγονταν παρά σαν καλοπροαίρετες συμβουλές και υποδείξεις. Τους καταλάβαινε. Ήδη είχαν περάσει έξι χρόνια από τότε που είχε φύγει από κοντά τους για να σπουδάσει. Τα έξοδα έτρεχαν ιλιγγιωδώς με θετικό πρόσημο και δεν υπήρχε ακόμη απόσβεση από μέρους της.
Η Άννα είχε πολύ περισσότερα μαθήματα για να πάρει το πτυχίο της ως Αρχιτέκτονας. Φύσει ονειροπόλα και καλλιτεχνική ψυχή, ένοιωθε να πιέζεται μέσα στη διαδικασία επίτευξης του στόχου. Οι γονείς της εύποροι έμποροι στην Βόρειο Ελλάδα, δεν την ενοχλούσαν ιδιαίτερα με την πραγμάτωση των σπουδών της. Μποέμ τύπος η Άννα. Οι συναναστροφές της ήταν με παρέες αντίστοιχης κουλτούρας. Φιλοσοφικοί περίπατοι υπό το φως των αστεριών με φόντο την φωτισμένη Ακρόπολη, μεταμεσονύχτιες προβολές κινηματογραφικών σινεφίλ ταινιών σε κινηματογράφους του Κέντρου, κρασί και μεζέ στο ‘Σχολαρχείο’ στην Πλάκα. Μόνη, χωρίς σύντροφο μόνιμο, πιο πολύ με περιστασιακές σχέσεις. Έπεφτε με τα μούτρα, τα χτύπαγε με φόρα και μετά δεινοπαθούσε μέχρι να τα συνεφέρει.
Τα δύο κορίτσια είχαν συναντηθεί τυχαία, μέσω κοινών γνωστών. Ξεκίνησαν να κάνουν παρέα, συνδυάζοντας και συμπληρώνοντας η μία την προσωπικότητα και την ιδιοσυγκρασία της με της άλλης. Γέλαγαν πολύ με τα καμώματα των συμφοιτητών τους. Στήριζε η μία την άλλη στις επιλογές της. Η Ελένη την Άννα στους πρόσκαιρους έρωτες, η Άννα την Ελένη στον ένα και μοναδικό έρωτα. Συζητήσεις μέχρι το πρώτο χάραμα, ύπνος στο ίδιο κρεβάτι, φαΐ από το ίδιο πιάτο. Επικοινωνία με έναν ιδιαίτερο τρόπο.
Εκείνο το βράδυ, η Ελένη θα έμενε μέσα για να διαβάσει. Είχε να εξεταστεί σε 3 ημέρες και δεν είχε προετοιμαστεί όσο θα έπρεπε. Η Άννα της είχε τηλεφωνήσει για να βγουν, να γνωρίσει και το νέο amore της. Η Ελένη είχε αρνηθεί, παραθέτοντας την κατάστασή της. Η Άννα δεν δεχόταν καμία αντίρρηση. Με τα πολλά έκλεισαν το τηλέφωνο έχοντας συμφωνήσει να περάσει το βραδάκι η Άννα από το σπίτι της Ελένης να την ετοιμάσει για να βγούνε παρέα.
Το κουδούνι που ηχούσε έντονα την έκανε να σηκώσει το βλέμμα της από το βιβλίο που είχε μπροστά της και να δει το ρολόι. Είχε φτάσει 8 και 10 το βράδυ. Η Άννα είχε ήδη έρθει και εκείνη δεν ήταν ακόμη έτοιμη. Της άνοιξε. Η Άννα έλαμπε μέσα στο λευκό πουκάμισο που φορούσε. Ήταν πολύ όμορφα βαμμένη. ‘Ακόμη δεν ετοιμάστηκες’ ήταν η πρώτη ατάκα της Άννας όταν την αντίκρισε. Η Ελένη δικαιολογήθηκε και υποσχέθηκε να ετοιμαστεί γρήγορα. Πέρασαν στο υπνοδωμάτιο της, η Άννα κάθισε στο κρεβάτι και η Ελένη ξεκίνησε να γδύνεται. Πρώτη φορά μπροστά στην Άννα. Κάπου ντράπηκε. Κάπου ερεθίστηκε. Το παρατήρησε η Άννα. Και αυτή αντίστοιχα έβλεπε πρώτη φορά την Ελένη γυμνή. ‘Παράξενο συναίσθημα’ σκέφτηκε η Άννα και άφησε το μυαλό της να φύγει από το κορμί της Ελένης.
Άνοιξε το νερό και μπήκε στην μπανιέρα. Δεν άργησε να λουστεί, να πλυθεί και να αρωματιστεί. Κατά ένα παράξενο τρόπο, ένοιωθε πολύ ερεθισμένη. Άγγιξε τις ρώγες της και ήταν σκληρές. Άγγιξε και την ήβη της και ήταν υγρή. Έριξε παγωμένο νερό επάνω της. Δεν ήταν πράγματα αυτά. Να νοιώθει έτσι για την φίλη της ήταν ανεπίτρεπτο. Ο ερεθισμός επέμενε. Βγήκε από την μπανιέρα και σκουπίστηκε. Τύλιξε την πετσέτα γύρω από το σώμα της και κατευθύνθηκε έτσι στην κρεβατοκάμαρα.
Η Άννα κοιταζόταν στον καθρέπτη και διόρθωνε κάποιες ατέλειες στο makeup της. Την είδε με την άκρη του ματιού της να μπαίνει στο δωμάτιο, τυλιγμένη στην πετσέτα. Γλυκιά μυρωδιά αφρόλουτρου γιασεμιού πλημμύρισε τον χώρο. Έκλεισε τα μάτια της και μύρισε με το νου της την ατμόσφαιρα. Της άρεσε πολύ. Την είδε να στέκεται μπροστά στην ντουλάπα της, να πετάει κάτω την πετσέτα και να διαλέγει εσώρουχα. Το θέαμα, πρωτόγνωρο, της δημιούργησε επιθυμία ερωτική. Είδε την Ελένη να την κοιτάζει μέσα από τον καθρέπτη. Να στέκεται γυμνή, με τα στήθη στητά και τις ρώγες ερεθισμένες και να την κοιτάει με λάγνο βλέμμα μέσα από τον καθρέπτη. Γύρισε. Κατευθύνθηκε κοντά της. Έσκυψε και πήρε τις ρώγες της στο στόμα της. Η Ελένη της σήκωσε το κεφάλι από το στήθος της. Την φίλησε με πάθος στα χείλη. Την έγδυσε και εκείνη και έπεσαν στο κρεβάτι. Σηκώθηκαν μετά από μία ώρα. Η Άννα ντύθηκε και έφυγε μόνη της. Η Ελένη έμεινε επάνω στο κρεβάτι να μυρίζει το άρωμα της Άννας επάνω στα υγρά από τον ιδρώτα σεντόνια.
Η εξεταστική τελείωσε. Η Ελένη πέρασε όλα τα μαθήματα που είχε. Η Άννα δεν πήγε να εξεταστεί σε κανένα. Πέρναγε καλά με το νέο amore της. Δεν ξανασυναντήθηκαν οι δύο φίλες σε κλειστό χώρο, μόνες τους. Αποχαιρετίσθηκαν όταν η Ελένη έφυγε για την πόλη της. Θα πήγαινε σε ένα γνωστό δικηγορικό γραφείο της περιοχής για Πρακτική Εξάσκηση και παράλληλα θα έβαζε μπροστά τις ετοιμασίες του γάμου της. Συμφώνησαν να επικοινωνούν που και που. Στο τέλος χάθηκαν.
Ώσπου έφτασε η Άνοιξη του 2007.
(συνεχίζεται…)
(‘Two Women’ by Thai Thai)
Τελικά, δεν άντεξα να περιμένω μιάμιση ώρα. Έφυγα πολύ νωρίτερα. Μάλλον βαριόμουν αφόρητα. Μπορεί βέβαια και να σερνόμουν πίσω από την Ελένη με μεγαλύτερη ευκολία απ’ ότι περίμενα ή περίμενε. Θα δείξει. Χωρίς πολλά-πολλά, ξεκίνησα κατά τις 12.15. Δεν ήθελα πάνω από ένα τέταρτο για να βρεθώ στο σπίτι της. Και δεν έπεσα έξω. Στις 12.27 ήμουν εκεί. Της έκανα ένα τηλέφωνο από το κινητό. Δεν δυσκολεύτηκε να μου πει να ανέβω επάνω, μιας και δεν είχε ετοιμαστεί ακόμη. Μου είπε ότι ήταν μόνη. Ενδιαφέρον.
Σηκώθηκα με ένα φούσκωμα στο στομάχι. Ο απόηχος της χθεσινής συνομιλίας με την Ελένη σε συνδυασμό με τα τέσσερα κομμάτια πίτσα special που καταβρόχθισα με περισσή, οφείλω να πω, λαιμαργία, δημιούργησαν έναν φονικό εχθρό για το ταλαιπωρημένο στομάχι μου. Το σίγουρο ήταν ότι έπρεπε να κόψω μαχαίρι τις οποιεσδήποτε συνομιλίες με την Ελένη από τούδε και στο εξής. Και φυσικά, είχα μία άνευ προηγουμένου ευκαιρία να το κάνω αυτό το μεσημέρι στην κηδεία του άντρα της και καλού μου φίλου, Κώστα.
Έχοντας ολοκληρώσει ένα γενναίο πιάτο μακαρόνια με κόκκινη σάλτσα τόνου, συνοδευόμενο από λευκό κρασί, αποφάσισα να φτιάξω τον απογευματινό μου καφέ και να κάτσω να τον απολαύσω καθισμένος κοντά στο μεγάλο παράθυρο του καθιστικού. Ο βροχερός καιρός προμηνυόταν να παραμείνει βροχερός για τουλάχιστον τις επόμενες τρεις ώρες, κάτι που ενθάρρυνε το εγχείρημά μου. Κρατώντας στο ένα χέρι τον αχνιστό καφέ και στο άλλο το τελευταίο βιβλίο του Αχιλλέα Κυριακίδη, περπάτησα από την κουζίνα ως το καθιστικό και αφού απέθεσα τα συμπαρομαρτούντα, καφέ και βιβλίο, στο τραπεζάκι δίπλα στην πολυθρόνα, απέθεσα τον εαυτό μου φαρδύ πλατύ επάνω της. Η αίσθηση του βουλιάγματος μέσα στα μαλακά μαξιλάρια της πλάτης και του καθίσματος έκαναν το σώμα μου να νοιώσει υπέροχα μετά από μια κουραστική μέρα στο άβολο κάθισμα του εργασιακού μου χώρου.
Η διάρκεια του χρόνου που περνάει, είναι αντιστρόφως ανάλογη της λαχτάρας που καρτεράς ένα γεγονός. Οι δύο μέρες της φάνηκαν μεγαλύτερης διάρκειας. Όμως πέρασαν. Ανεπιστρεπτί.
Ο μεσημεριανός ύπνος της ήταν ανήσυχος. Από την μία η μεσημεριανή ζέστη, από την άλλη η έγνοια της αναπόφευκτης συνάντησης, δεν την άφησαν σε ηρεμία να τον ευχαριστηθεί. Έφτιαξε ένα καφέ και κάθισε στο μπαλκόνι να τον πιει, ατενίζοντας την αγαπημένη της εικόνα, την θάλασσα. Πάντα την μάγευε η θάλασσα. Και αυτός ήταν ο κύριος λόγος που είχαν αγοράσει αυτό το εξοχικό. Η θάλασσα. Ατίθαση, γεμάτη αυθορμητισμό, ανένταχτη και δυνατή, όπως πίστευε ότι ήταν και εκείνη. Μία θάλασσα μέσα της η ψυχή της. Αυτές τις ιδιαίτερες πλευρές του χαρακτήρα της, τις είχε εντοπίσει ο Χάρης, ο πρώην άντρας της. Και αυτές τις πλευρές ήταν που δεν μπόρεσε να αντέξει, όπως της είχε πει. Έφυγε και, τρία χρόνια τώρα, δεν επανήλθε. Αλλά, αυτά ήταν παλιές ιστορίες που είχαν περάσει ανεπιστρεπτί. Τώρα, τα δεδομένα είχαν διαμορφωθεί διαφορετικά. Έπρεπε να ξανασυναντηθούν. Έπρεπε.
Ξύπνησε ιδρωμένη. Ασυνήθιστο φαινόμενο, μιας και ποτέ της δεν ίδρωνε. Οι υψηλές θερμοκρασίες που επικρατούσαν τις τελευταίες μέρες, την είχαν αποσυντονίσει. Και εξωτερικά και εσωτερικά. Πήγε στην μπαλκονόπορτα. Άνοιξε διάπλατα τα θυρόφυλλα και ανέπνευσε λαίμαργα το άρωμα της πρωινής αύρας, που ερχόταν από το περιβάλλον. Τα λουλούδια του κήπου που απλώνονταν μπροστά της, καθώς και το ιώδιο της θάλασσας που κείτονταν ήρεμη σε απόσταση μερικών μέτρων από το εξοχικό της, δημιουργούσαν μία ιδιαίτερη μυρωδιά που μόνο εκεί είχε την δυνατότητα να γεύεται.
Ξύπνησε απότομα από την σκέψη, ότι μπορεί να ζει τις τελευταίες του στιγμές. Η σκέψη αυτή τον φόβισε. Όχι γιατί θα πέθαινε. Δεν τον φόβιζε ο θάνατος. Ποτέ δεν τον φοβήθηκε. Τον φόβιζε η σκέψη ότι θα πήγαινε να τον συναντήσει κοιμισμένος και όχι ξύπνιος. Τουλάχιστον τον θάνατο, ήθελε να τον συναντήσει ξύπνιος. Όρθιος. Αγέρωχος. Ήθελε να τον συναντήσει όπως του άξιζε.
Κρύωνε. Ένα κρύο ακαταμάχητο. Είχε ακούσει να μιλάνε για το βάρος της ψυχής, για εκείνα τα 21 γραμμάρια που βαραίνουν το σώμα των ανθρώπων. Δεν είχε ακούσει ποτέ για την θερμότητά της. Τώρα που την ένοιωθε να φεύγει από πάνω του, διαπίστωσε ότι η θερμότητα που σκορπάει η ψυχή στο σώμα, είναι δυσανάλογη του βάρους της. Χαμογέλασε μέσα του με την διαπίστωσή του. Χαμογέλασε μέσα του με την ανακρίβεια των νόμων της φυσικής που διέπουν το σύμπαν. Το σύμπαν μπορεί να διέπεται από νόμους, το ανθρώπινο σώμα ποτέ, σκέφτηκε. Προσπάθησε να μυρίσει τον αέρα του δωματίου για να καταλάβει την παρουσία άλλου ατόμου εκεί μέσα. Δεν αντιλήφθηκε κάτι. Μόνο τον ήχο της βροχής στο κλειστό τζάμι άκουγε. Πάντα ήθελε να πεθάνει μία βροχερή μέρα.
Είχε πάρει να βρέχει από το πρωί. Άκουγε υπόκωφα τις στάλες της βροχής να πέφτουν με μανία επάνω στο τζάμι του δωματίου. Δεν είχε κοιμηθεί καλά το βράδυ. Σκέψεις διάφορες περνούσαν από το μυαλό του. Δεν αντιδρούσε όμως. Δεν ήξερε αν ήταν ηθελημένη η απουσία αντίδρασης ή όντως δεν μπορούσε να αντιδράσει. Τουλάχιστον καταλάβαινε. Και αυτό του έφτανε. Τα φάρμακα που του έδιναν, τον βοηθούσαν να μην πονάει. Κάτι ήταν κι’ αυτό. Εδώ και λίγη ώρα, είχε μπει στο δωμάτιο η γυναίκα του. Την ένοιωσε να περιφέρεται μέσα στο δωμάτιο. Δεν μπορούσε να την δει. Μόνο να την ακούσει και να την αισθανθεί. Την ένοιωσε να κάθεται δίπλα του, σε μία καρέκλα. Αισθάνθηκε το χέρι της να πιάνει το δικό του. Ασυναίσθητα, προσπάθησε να της το σφίξει. Δεν μπορούσε. Λυπήθηκε.
Ο δρόμος προς το σπίτι του, δεν είχε καμία αλλαγή. Τα τελευταία 10 χρόνια, ίδια σπίτια, ίδια δένδρα, ίδια πεζοδρόμια. Απόλυτη έλλειψη του διαφορετικού. Οδηγούσε διαδικαστικά, εκτελεστικά. Που και που, άφηνε το αυτοκίνητο να ρολλάρει πάνω στην άχρωμη άσφαλτο, χωρίς δική του επέμβαση.
Ένοιωσε ένα χτύπημα στην πλάτη του. Παραξενεύτηκε. Ποιος μπορεί να τον ενοχλεί τέτοια στιγμή; Γύρισε το κεφάλι του προς την πηγή του χτυπήματος, χωρίς να αφήσει τα μάτια του από την σκηνή. Η ταξιθέτρια, χωρίς ίχνος χρονοτριβής, του παρέδωσε ένα σημείωμα. Το κράτησε στο χέρι του χωρίς να το ανοίξει…
Χειροκροτήματα ακολούθησαν την εμφάνισή της στην σκηνή…
Δεν κοιμήθηκε…
Ο Αντρέας πάρκαρε το αυτοκίνητο μπροστά στην πολυκατοικία…