Ο Εραστής της Ζωής

Μικρό παραμύθι…

Δημοσιεύθηκε στο Mind's tales..., Personal tales... by γιώργος στο Ιούνιος 5th, 2008

Μια φορά και ένα καιρό, ένας αετός πέταγε ψηλά στον καθάριο ουρανό. Αν και του άρεσε η αίσθηση της ελευθερίας που του έδινε το πέταγμά του, κουράστηκε από τις πολλές ώρες που βρισκόταν στον αέρα και είπε να ξεκουραστεί στην κορυφή ενός κακοτράχαλου βουνού. Έκανε λοιπόν μία έτσι με τα φτερά του και προσγειώθηκε επάνω στο ψηλότερο σημείο.
Αγναντεύοντας τον κόσμο από ψηλά, ένοιωσε ιδιαίτερος, μοναδικός. Κοίταξε γύρω. Το μάτι του έπεσε σε ένα μικρό σκουλήκι που ασθμαίνοντας προσπαθούσε να ανέβει και αυτό στην κορυφή του βουνού.
Κάπου το λυπήθηκε και είπε να το βοηθήσει. Όμως, η αποκρουστική του εμφάνιση τον έκανε να σκεφτεί δεύτερη φορά το εγχείρημα.
Κάποια στιγμή, το σκουλήκι κατάφερε να φτάσει στην κορυφή. Ο αετός εντυπωσιάστηκε από την επιμονή του σκουληκιού. Δεν άντεξε και του μίλησε.
- Τα κατάφερες τελικά σκουλήκι. Σε παρακολουθούσα όση ώρα ξαπόσταινα εδώ στην κορυφή.
- Ναι αετέ μου. Εσύ, μπορείς και πετάς και πας οπουδήποτε. Εγώ, μόνο γλύφοντας, έρποντας και με τα κέρατά μου μπορώ να φτάσω εκεί που εσύ βρίσκεσαι.
- Και δεν σε κουράζει αυτό;
- Έχω μάθει πια αετέ μου.
- Ξέρεις, θα μπορούσα να σε κάνω μία χαψιά χωρίς να το πάρεις είδηση.
- Δεν αντιλέγω. Θα μπορούσες. Όμως, τι να με κάνεις εμένα. Ένα γλοιώδες σκουλήκι είμαι. Τίποτα παραπάνω. Το πολύ-πολύ να ένοιωθες αηδία με την γεύση μου. Εσύ, είσαι συνηθισμένος σε άλλα γεύματα.
- Δίκιο έχεις.
- Και βέβαια έχω. Ξέρεις πόσους αετούς έχω συναντήσει και όμως βρίσκομαι τώρα εδώ μαζί σου και μιλάμε;;;

(Για όλους τους αετούς και τα σκουλήκια της ζωής μας)

(‘The Tree of Life’ by Gustav Klimt)

Έκτρωση…

Δημοσιεύθηκε στο Mind's tales... by γιώργος στο Ιούνιος 2nd, 2008

Το σώμα της γυμνό επάνω στο χειρουργικό κρεβάτι. Κρύωνε. Δεν μπορούσε να αντεπεξέλθει στην άνιση μάχη με το άψυχο και παγωμένο μέταλλο του κρεβατιού. Ο χώρος γύρω, ένας διάδρομος με πόρτες δεξιά και αριστερά. Μυρωδιά αντισηπτικού και βάμματος ιωδίου να πλανάται στην ατμόσφαιρα. Μόνη. Που και που καμιά νοσοκόμα να βγαίνει από μία πόρτα και να μπαίνει σε άλλη, χωρίς να δίνει σημασία για το χειρουργικό κρεβάτι της. Από κάποιο κλειστό χώρο, φωνές και γέλια. Από κάποιον άλλο, εντολές γιατρών και κλαγγές εργαλείων. Πάγωνε.

ℵℵℵ

Κοίταζε συνέχεια το ρολόι του. Πόση ώρα την είχαν πάρει μέσα άραγε; Μισή ώρα και κάτι, τρία τέταρτα περίπου. ‘Νωρίς είναι ακόμη’ σκέφτηκε. Ο γιατρός τον είχε προετοιμάσει για δίωρη αναμονή, τουλάχιστον. Συμπαθητική φυσιογνωμία ο γιατρός. Θα μπορούσε να ήταν πατέρας του κάλλιστα. Ήταν ο γυναικολόγος της μητέρας της και τώρα γυναικολόγος δικός της. Έτσι του είχε πει. Αυτά τα γυναικεία ζητήματα δεν τα συζήταγαν. Ήταν καθαρά προσωπικά της θέματα. Και αυτός, ένας άντρας τι να ήξερε από αυτά; ‘Όσο και να το κοιτάς, δεν πρόκειται να κυλήσει γρηγορότερα’ ομολόγησε στον εαυτό του, κοιτώντας για μία ακόμη φορά το ρολόι του. Άλλα πέντε λεπτά πέρασαν μέσα στις σκέψεις του αυτές.

ℵℵℵ

- Είμαι έγκυος.
- Τι;
- Τι με κοιτάς σα χαζός. Αυτό που άκουσες. Είμαι έγκυος.
- Μα, καλά, πως; Προσέχαμε, δεν προσέχαμε;
- Προσέχαμε. Αλλά, δεν ξέρω.
- Δεν το πιστεύω αυτό που μας συμβαίνει. Πως έγινε, μπορείς να μου πεις;
- Έγινε. Τι θέλεις τώρα; Δεν μέτρησα καλά τις μέρες μου, ήμασταν απρόσεχτοι. Δεν ξέρω. Και ούτε το ψάχνω περαιτέρω.
- Τι θα κάνουμε;
- Τι λες να κάνουμε. Τι άλλο υπάρχει να κάνουμε. Θα κάνω έκτρωση. Δεν υπάρχει άλλη λύση. Και η απόφαση είναι δική μου. Εσύ δεν έχεις καμία δουλειά.
- Τι λες τώρα, μπορείς να μου πεις;
- Αυτό που ακούς. Εσύ δεν έχεις καμία δουλειά.
- Μπα; Έτσι σου είπαν να λες;
- Έτσι είναι.
- Είναι και δικό μου ξέρεις.
- Και τι με αυτό;
- Έχω και ‘γώ ευθύνη.
- Δεν αντιλέγω. Όμως, ο πρώτος και ο τελευταίος λόγος είναι δικός μου. Εγώ το κουβαλάω, όχι εσύ.
- Ωραία. Ότι κι’ αν αποφασίσεις εγώ θα είμαι πλάι σου.
- Ευχαριστώ, αλλά δεν ξέρω.
- Ακούς τι σου λέω;
- Ακούω. Άσε με τώρα. Έχω πολλά να σκεφτώ. Μη με φορτώνεις και με περισσότερα.
- Αν κάνεις έκτρωση, εγώ θα έρθω μαζί σου. Θα βάλω εγώ τα χρήματα. Θα πληρώσω εγώ.
- Σου είπα κάτι. Μη με πρήζεις. Άσε με να το σκεφτώ.
- Όπως θέλεις.

ℵℵℵ

Μία νοσοκόμα την πλησίασε. Της είπε ότι θα την πάρουν σε λίγο μέσα στο χειρουργείο. Την ρώτησε αν κρύωνε. Στην καταφατική απάντησή της, της είπε να κάνει υπομονή και όλα θα περάσουν γρήγορα. Της είπε να μην κλαίει. Η επέμβαση δεν είναι τίποτα. Τόσες και τόσες την έχουν κάνει. Η επέμβαση δεν είναι τίποτα. Τόσες και τόσες άφησαν ένα κομμάτι τους εδώ μέσα. Η επέμβαση δεν είναι τίποτα. Θα συνέλθεις γρήγορα και μετά από λίγο καιρό δεν θα το θυμάσαι. Η επέμβαση δεν είναι τίποτα. Και μια φίλη μου η Γεωργία την έκανε και τώρα χαίρεται ανέμελη την ζωή της. Η επέμβαση δεν είναι τίποτα.

ℵℵℵ

Κοιτούσε γύρω του. Δεν παρατηρούσε κάτι συγκεκριμένα. Απλά κοιτούσε. Το μυαλό του κατέγραφε εικόνες για να μην αφήνει τις σκέψεις να καταλαμβάνουν χώρο επεξεργασίας μέσα του. Είχε πάρει και μια αθλητική εφημερίδα για να περάσει πιο γρήγορα η ώρα όσο θα περίμενε. Δεν την είχε ανοίξει. Μόνο τους τίτλους της είχε διαβάσει. Η ομάδα του είχε στεφθεί πρωταθλήτρια, για μία ακόμη φορά. Αλήθεια, τι να κάνει εκεί μέσα; Θα την είχαν πάρει; Θα είχε τελειώσει; Πείναγε, αλλά δεν σηκώθηκε από την θέση του. Κι’ αν έβγαινε ο γιατρός και τον έψαχνε για να του πει τα καθέκαστα; Μα, το κυλικείο ήταν κοντά. Θα τον έπαιρνε χαμπάρι. Εξάλλου, συνηθισμένη επέμβαση η έκτρωση, τι μπορεί να πήγαινε στραβά; Και αυτός, ακόμη κι αν πήγαινε κάτι στραβά, τι θα μπορούσε να κάνει; ‘Ένα σάντουιτς με γαλοπούλα και κασέρι και ένα χυμό πορτοκάλι’ ζήτησε από τον υπεύθυνο του κυλικείου. 5 € του είπε. Πλήρωσε και επέστρεψε στην θέση του. Δεν βγήκε ακόμη ο γιατρός.

ℵℵℵ

- Το κανόνισα. Την Πέμπτη το πρωί θα πάω.
- Θα έρθω και ‘γώ μαζί.
- Κάνε ότι θέλεις. Είτε έρθεις, είτε όχι, εγώ θα πάω.
- Το ξέρω. Θα περάσω να σε πάρω με το αυτοκίνητο. Τι ώρα;
- Στις 7.
- Τι θα πεις στους δικούς σου;
- Κάτι θα βρω. Πήρα και από την δουλειά άδεια. Ευτυχώς δεν μου έφεραν αντιρρήσεις. Εσύ, τι θα πεις στο γραφείο σου;
- Κάτι θα βρω. Μη στεναχωριέσαι.
- Αν δημιουργηθεί πρόβλημα μην έρθεις.
- Δεν το συζητώ άλλο. Τελείωσε.
- Όπως θέλεις.
- Όπως πρέπει.
- Περάσαμε τα ‘θέλω’ και μπήκαμε στα ‘πρέπει’;
- Μάλλον.

ℵℵℵ

Κοιμήθηκε αμέσως. Μέτρησε ανάποδα και κοιμήθηκε αμέσως. Ξύπνησε με πόνους. Λες και της είχαν οργώσει την μήτρα. Ένοιωσε άδεια. Χωρίς τίποτα να της ζεσταίνει την ψυχή. Ένα κομμάτι της ήταν παρατημένο μέσα σε αίματα βγαλμένα από τα σωθικά της. Ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλο και την ζέστανε. Έτσι λες να έπρεπε να είναι; Ένα ζεστό δάκρυ στην θέση ενός ζεστού παιδικού χεριού στο πρόσωπο; Τα δάκρυα περισσότερα. Ο πόνος ευδιάκριτος. Η καρδιά της χτυπάει δυνατά. ‘Μετεγχειρητικό shock’ η διάγνωση. ‘Λάθος timing’ η ουσία…

(‘Woman I’ by Lynne Highmore Blaikie)

Συμφωνία ζωής…

Δημοσιεύθηκε στο Personal tales... by γιώργος στο Μάιος 29th, 2008

Hangover…

Δημοσιεύθηκε στο Mind's tales... by γιώργος στο Μάιος 22nd, 2008

Γύρισε πλευρό στο διπλό της κρεβάτι. Το χέρι της κατευθύνθηκε στο χώρο που εκτείνεται από την μέση του κρεβατιού προς την άλλη άκρη του. Συνηθισμένη από την ερημιά που επικρατούσε τα πρωινά της σε εκείνη την πλευρά, παραξενεύτηκε όταν έπιασε την σάρκα ενός ξένου σώματος δίπλα της. Το χθεσινοβραδινό ξενύχτι και η κατανάλωση λίτρων ποτού δεν της είχαν αφήσει τα περιθώρια εκείνα που θα της επέτρεπαν να είχε νηφάλιο μυαλό το πρωί για να θυμάται το ανδρικό κορμί που πλάγιαζε δίπλα της.

Έμεινε για λίγο να το παρατηρεί, μήπως και θυμηθεί τις στιγμές μαζί του. Το άγνωστο κορμί παρέμενε ακίνητο δίπλα της, παρατημένο μέσα στον κόσμο του ονείρου που έβλεπε στον ύπνο του ο κάτοχός του. Το μυαλό της ξυπνούσε σιγά-σιγά από την προσωρινή αμνησία που χάριζε ο βραδινός ύπνος. Δημήτρη ονόμαζαν τον κάτοχο του αντρικού κορμιού. Έτσι της είχε συστηθεί τουλάχιστον. Η σκηνή της γνωριμίας τους πέρασε κινηματογραφικά από μπροστά της και θυμήθηκε τα δυο γαλάζια του μάτια να τρυπάν τα δικά της καστανά και να κυλάνε στο μυαλό της σαν ιός σε ηλεκτρονικό υπολογιστή και να της μπλοκάρουν κάθε επεξεργασία αντίστασης απέναντί τους.

Το βλέμμα της ακολούθησε την κορυφογραμμή του τριχωτού στέρνου και της καλοσχηματισμένης κοιλιάς, για να φτάσει στο σημείο εκείνο που την ενθουσίαζε περισσότερο σε έναν άντρα: το πέος του. Το είδε ημι-ερεθισμένο να κείται επάνω στο αριστερό του μπούτι. Το μέγεθός του ικανοποιητικό για τις απαιτήσεις της. ‘Καλά πρέπει να πέρασα χθες το βράδυ, αν κρίνουμε από τα δεδόμενα’ μειδίασε προς τον εαυτό της. Το χέρι της τεντώθηκε προς το μέρος του. Πρώτα ο δείκτης του χεριού της ακούμπησε απαλά την ευαίσθητη περιοχή. Το υπόλοιπο σώμα του Δημήτρη κινήθηκε, χωρίς όμως να αλλάξει στάση και κατάσταση.

‘Τώρα θα δεις αν ξυπνάς ή όχι’ ψιθύρισε και η παλάμη της άνοιξε για να δεχθεί το ανδρικό μόριο στην αγκαλιά της. Το χούφτωσε γερά. Με σταδιακά αυξανόμενες παλμικές κινήσεις το έκανε να περάσει από την ημι-διέγερση στην πλήρη διέγερση. Ο Δημήτρης άνοιξε τα βλέφαρά του και την κοίταξε κατάματα.

- Έτσι ξυπνάτε τον άντρα στα μέρη σας;
- Συνήθως. Αν είναι πιο δικός μας άνθρωπος, σκύβουμε και παίρνουμε το πέος του στο στόμα μας.
- Και γιατί δεν το κάνεις και σε μένα;
- Μα, δεν σε γνωρίζω.
- Μα, εχθές το βράδυ …γνωριστήκαμε, έτσι δεν είναι;
- Σαρκικά κούκλε μου. Το κορμί σου γνώρισα. Όχι εσένα.
- Και επιθυμείς να συνεχίσεις την γνωριμία απ’ ότι αισθάνομαι.
- Μέσα είσαι.

Το στόμα αντικατέστησε την παλάμη της. Το ερεθισμένο πέος του Δημήτρη ανεβοκατέβαινε ρυθμικά στην στοματική της κοιλότητα. Τα χείλη της λείαιναν το δέρμα και η γλώσσα ύγραινε την βάλανό του. Μικρές δαγκωματιές στην περιφέρεια του πέους, ανέβαζαν κατακόρυφα την ηδονή και των δυο τους.

Ο Δημήτρης είχε ερεθιστεί για τα καλά και έφτανε η ώρα να τελειώσει. Δεν ήθελε όμως τόσο σύντομα. Της τράβηξε το κεφάλι από το πέος του και την φίλησε στο στόμα. Ένοιωσε την γεύση του στη γλώσσα της. Την ξάπλωσε και της άνοιξε τα μπούτια. Έσκυψε, έβγαλε την γλώσσα, την σκλήρυνε και την κατεύθυνε προς την κλειτορίδα της. Έπαιξε για λίγο μαζί της, κάνοντάς την σκληρή και υγρή. Τη δάγκωσε ελαφρά. Συνέχισε την πορεία της γλώσσας προς τον κόλπο της. Μέρος υγρό και ζουμερό. Μύριζε πολύ όμορφα, αν σκεφτεί κανείς τις συνθήκες που επικρατούσαν. Ρούφηξε τα υγρά της και έσπρωξε την γλώσσα του με δύναμη μέσα στην σχισμή της.

Ένα κύμα ανείπωτης ηδονής ανέβηκε στο λαιμό της και την έπνιξε την ώρα που ο Δημήτρης έχωνε μέσα της την γλώσσα του. ‘Χαρισματικός νέος’ σκέφτηκε και ένα γέλιο ξέφυγε από το λαρύγγι της, παρέα με έναν βογγητό πάθους. Έσφιγγε τα σεντόνια με τα δάχτυλά της και τέντωνε το κορμί της σε κάθε εισχώρηση της γλώσσας του Δημήτρη. Την έγλυφε συνεχώς, μέσα-έξω και γύρω από τον κόλπο της. Δεν άντεχε άλλο. Τον ήθελε μέσα της. ‘Μπες μέσα άντρα μου και σκίσε με’ του φώναξε πιάνοντάς του το κεφάλι και πιέζοντάς το επάνω της.

Και αυτός το ήθελε. Πήρε το μόριό του στα χέρια του, το πέρασε γύρω από την υγρή περιοχή, το χτύπησε κάνα-δυό φορές επάνω στα χείλη του κόλπου και το έχωσε με δύναμη μέσα της. Μέσα – έξω. Με παλμό. Μέσα δυνατά και γρήγορα, έξω αργά και απαλά. Και κάθε φορά κοιτώντας την στα μάτια. Έπεσε επάνω της και πήρε τις ρώγες της στο στόμα του εναλλάξ. Ένα ρούφηγμα στην δεξιά, ένα δάγκωμα στην αριστερή. Την ένοιωθε παραδομένη στην ηδονή που της χάριζε. Κι’ αυτός βέβαια δεν πήγαινε πίσω. Της είπε να γυρίσει, να πέσει στα τέσσερα. Υποταγμένη γύρισε. Χωρίς κουβέντα, χωρίς διαμαρτυρία. ‘Όχι από πίσω’ του φώναξε ξεψυχισμένα. ‘Μη φοβάσαι’ της απάντησε και ξαναμπήκε μέσα στον κόλπο της. Ένοιωθε τα υγρά του να πιέζουν την άκρη του πέους του, να θέλουν να βγουν, να εκραγούν. Με το αριστερό χέρι της έπιασε τα μαλλιά και τα τράβηξε με δύναμη πίσω. Με το δεξί, έπιασε το πέος του, το έβγαλε από τον κόλπο της και τελείωσε επάνω στον κώλο της. ‘Χύνω μωρό μου’ φώναξε ο Δημήτρης, ‘Και ‘γώ χύνω αγόρι μου’ του φώναξε και εκείνη.

Ο Δημήτρης έπεσε επάνω της, από πίσω. Δεν είχαν δύναμη ούτε να αλλάξουν θέση. Ανέπνεαν αργά, βαθιά, αποκαμωμένα. Τους πήρε ο ύπνος με την πεποίθηση και των δύο ότι το επόμενο ξύπνημα θα τους βρει να είναι πια γνωστοί μεταξύ τους…

(‘Yearning’ by Alain Dumas)

Μια Κυριακή…

Δημοσιεύθηκε στο Mind's tales... by γιώργος στο Μάιος 17th, 2008

Σε βλέπω να γυρνάς μέσα στο σπίτι σαν χαμένη. Καμουφλάρεις την απόγνωσή σου με την πραγματοποίηση καθημερινών ανούσιων οικιακών εργασιών. ‘Πρέπει να καθαρίσουμε για να μην μας καταπιεί η σκόνη’ η μόνιμη επωδός σε κάθε σου κίνηση. ‘Πρέπει να κινούμαστε για να μην σκεφτόμαστε’ συμπεραίνω και σε κοιτάω να περιστρέφεσαι στον χώρο σαν χορεύτρια επάνω στους πάγους. Με κινήσεις πλαστικές, με κινήσεις γρήγορες και ακριβείς.

Υπόκρουση μόνο ξένη μουσική. Φοβάσαι να ακούσεις στίχους που τους καταλαβαίνεις αμέσως και μπορεί να σου φέρουν στο μυαλό θύμισες παλιές και πονεμένες. Που και που ο ρυθμός των τραγουδιών σε συνεπαίρνει και το στροβίλισμά σου γίνεται πιο γρήγορο και ρυθμικό. Δεν με αφήνεις να αλλάξω σταθμό ραδιοφώνου. Ξαναγυρνώ στο διάβασμα των κυριακάτικων εφημερίδων.

Κάθεσαι στον υπολογιστή. Ανοίγεις σελίδες γνωστές. Ψάχνεις στα ‘Αγαπημένα’ σου. Αναρωτιέμαι αν βρίσκομαι εκεί μέσα. Δεν σε ρωτάω φυσικά. Προτιμώ να κρατήσω την απατηλή ελπίδα της ύπαρξής μου εκεί μέσα από την τυχόν αρνητική απάντηση, η οποία όμως εμπεριέχει την βεβαιότητα που αναζητώ σε όλη μου την ζωή.

Που και που, με την άκρη του ματιού μου σε βλέπω να ταξιδεύεις το βλέμμα σου μέσα στον χώρο. Προσπαθείς να τον αποκωδικοποιήσεις. Προσπαθείς να τον ανιχνεύσεις. Να του δώσεις στίγμα και προσωπικότητα. Το δικό σου στίγμα, την δική σου προσωπικότητα. Στην πορεία του βλέμματός σου, εμπόδιο και καταφύγιο μαζί, υπάρχει η δική μου φιγούρα. Γνώριμη και ξένη συνάμα, σαν εκείνες τις φωτογραφίες των παιδικών μας αναγνωστικών που αποτυπώθηκαν ανεξίτηλα στο DNA μας αλλά ποτέ δεν τις ζήσαμε.

Μου γελάς. Ξαναφεύγεις γρήγορα, προτού προλάβω να σηκώσω τα μάτια μου από το φύλλο της εφημερίδας που έχω μπροστά μου, κοιτάξω τα δικά σου και σου ομολογήσω ότι ‘σ’ αγαπώ’. Ένα ακόμη βλέμμα μου χτυπάει την πλάτη σου και ένα ακόμη ‘σ’ αγαπώ’ μου χαϊδεύει την πίσω κοιλότητα των αυτιών σου και αντί ο ήχος του να κατευθυνθεί στο μυαλό σου, διαχέεται στο δωμάτιο.

Πληκτρολογείς γρήγορα. Η σκέψη σου προσηλωμένη στην ακολουθία των γραμμάτων, των στίξεων των λέξεων και των αντιστίξεων των συνειρμών. Διαβάζεις κείμενα, σχολιάζεις σε διάλογο με τον εαυτό σου, δίνεις συγχαρητήρια σιωπηρά στον γράφοντα τα κείμενα. Σε συνεπαίρνει η διαδικασία. Ξεχνιέσαι. Αφήνεσαι ανάμεσα σε λέξεις και νοήματα.

Εικόνες και video αποτυπώνονται στην οθόνη. Γρήγορα. Ανακατεμένα. Προλαβαίνεις να μαζέψεις μόνο εκείνες που σου αφήνουν ένα άλλο αισθητικό αποτέλεσμα. Διαμαρτύρεσαι για εκείνες που διαταράσσουν την αισθητική σου.

Έτσι περνάει η ώρα. Έτσι περνάει η μέρα. Όσο το δυνατόν πιο ανέγγιχτα. Όσο το δυνατόν πιο επιδερμικά.

Και ‘γώ σε παρακολουθώ. Από απόσταση, αν και τόσο κοντά. Σε περιμένω. Στο λέω συνέχεια. Περιμένω την παρουσία σου. Να την τοποθετήσω δίπλα στην δική μου. Να την κάνω σύνολο. Να την κάνω ένα…

(‘On their Way’ by Denis Jully)

ID-ογράφως…

Δημοσιεύθηκε στο Playing around... by γιώργος στο Μάιος 15th, 2008

Έγραψα κείμενο ‘κλεμμένο’ από τον Γιώργο Σκούρτη από την συλλογή με σκέψεις του με τίτλο ‘Νύχταθλο – όσα γράφτηκαν στις μπάρες’. Συγγραφέας αγαπημένος και ιδιαίτερος.
Το scan-άρησα και το post-αρα, όπως προστάζει το εγχείρημα.
Στην διαδικασία με έβαλε η κοπελιά από εδώ. Την ευχαριστώ πολύ.
Προσκαλώ όλους εσάς που δεν έχετε αποτυπώσει την ιδιαίτερη προσωπική σας ‘υπογραφή’ να συμμετάσχετε στην εν λόγω προσπάθεια. Πρόσκληση – πρόκληση για κάθε έναν από εσάς τολμηρό…

Το αρχείο με τις ‘προσωπικές’ υπογραφές του καθενός συμμετάσχοντα βρίσκεται εδώ: http://autographcollectors.blogspot.com.
Α! Και μην ξεχάσετε να τους ειδοποιήσετε. Εντάξει;;;

Χρόνια πολλά μητέρα…

Δημοσιεύθηκε στο Mind's tales..., Personal tales... by γιώργος στο Μάιος 11th, 2008

Πέρυσι, τέτοια μέρα, έγραψα ένα κείμενο με τίτλο «’Εν δυνάμει’ μητέρα». Είχα σκοπό να γράψω και φέτος ένα κείμενο για την γιορτή της μητέρας. Διαβάζοντάς το όμως σήμερα το πρωί, αποφάσισα ότι τα φετινά μου λόγια δεν μπορεί να είναι καλύτερα από εκείνα που πέρυσι αποτύπωσα στο χαρτί. Γι’ αυτό λοιπόν σας το παραδίδω ξανά. Εκείνο το κείμενο. Εκείνες τις εικόνες. Εκείνα τα αισθήματα. Δικό σας.

Πνίγομαι κάθε τέτοια Κυριακή…
Τις ατελείωτες ώρες της μοναξιάς μου…
Ξυπνάω σε ένα σπίτι άδειο από εσένα…
Άδειο από την μυρωδιά σου, από τον όγκο σου, από την αίσθηση της ύπαρξής σου…
Σηκώνομαι νωχελικά…
Νωχελικά πηγαίνω να πλυθώ, νωχελικά φτιάχνω καφέ…
Τον φτιάχνω ελαφρύ, για να συνεχίσω να κοιμίζω τα αντανακλαστικά μου και να μην καταλαβαίνουν την απουσία σου…
Κάθομαι στο παράθυρο, όρθια…
Βλέπω τον δρόμο και περιμένω να σε δω…
Μάταια…
Μία ακόμη Κυριακή που δεν έχεις έρθεις…
Το ξέρω, το αντιλαμβάνομαι, δεν θέλω να το δεχτώ…
Κοιτάω έξω, κοιτάω μέσα…
Η ίδια άδεια αίσθηση, η ίδια άδεια πραγματικότητα…
Κάποτε ίσως μου πεις, ότι βιώνω τα πράγματα σε υπερθετικό βαθμό…
Δεν θα είχες άδικο…
Βίωνα και βιώνω έτσι τη ζωή μου…
Με αισθήματα υπέρμετρα, με αισθήσεις σε εγρήγορση…
Και γι’ αυτό δεν δέχομαι την μη παρουσία σου…
Και γι’ αυτό δεν αντέχω την μοναξιά μου…
Σε περιμένω καιρό τώρα…
Μου το είχες υποσχεθεί…
Το θυμάσαι;;;
Ότι θα έρθεις, ότι θα σε ζήσω, ότι θα σε αγκαλιάσω, ότι θα σε φιλήσω, ότι θα είσαι εδώ, δίπλα μου, κοντά μου…
Να ανασαίνω την ανάσα σου και να ακούω τον χτύπο της καρδιάς σου…
Πίστεψα στα λόγια σου…
Πίστεψα στις υποσχέσεις σου…
Δεν πιστεύω να δείλιασες;;;
Ποτέ δεν σου άφησα περιθώρια να δειλιάσεις…
Πάντα πρότασσα τα στήθη μου για να νοιώσεις καλά και να έρθεις…
Όμως φοβάσαι…
Σου έλεγα ‘εγώ είμαι εδώ’, όμως δεν θέλεις να το πιστέψεις…
Άκου με, σε παρακαλώ…
Θα στο ξαναπώ…
‘Εγώ είμαι εδώ’, τ’ ακούς;;;
Το βλέμμα μου, χτυπάει τον τοίχο και επιστρέφει πονεμένο…
Η ανάσα μου, ακουμπάει στο στήθος μου και δεν θέλει να βγει…
Και όλα αυτά, για σένα…
Εσύ το βλέμμα μου, εσύ και η ανάσα μου…
Ξέρεις, πήγα και σου ψώνισα…
Ναι, πάλι από εκείνο το μαγαζί που είναι κοντά στο σπίτι μου…
Οι κοπέλες που δουλεύουν εκεί, έχουν γίνει φίλες μου…
Τους κάνει εντύπωση που το μέγεθός σου δεν έχει αλλάξει τόσα χρόνια…
‘Παραξενιές της φύσης’ τους λέω και γελάμε…
Και κλαίω…
Πόσο κλαίω να ‘ξερες…
Κάθε βράδυ…
Και στον ύπνο μου…
Κλαίω τόσο, που έχω στερέψει από δάκρυα…
Πια, κλαίω βουβά…
Υπόκωφα…
Μισό κλάμα…
Μόνο ήχος, χωρίς θέαμα…
Αθέατο κλάμα…
Χμ…
Γελάω με την κατάντια μου, αλλά έτσι είναι…
Περνάει η ώρα και δεν έχεις φανεί…
Προφανώς, δεν θα έρθεις και σήμερα…
Εγώ όμως, θα σε περιμένω…
Να το ξέρεις…
Δεν θα πάψω να σε περιμένω…
Με την ίδια λαχτάρα…
Με τον ίδιο καημό…
Με την ίδια προσμονή…
Να σε πάρω στην αγκαλιά μου, να σε κρατήσω σφικτά…
Να σου χαϊδέψω το κεφάλι και να σου μυρίσω το στήθος…
Να σε ταΐσω από το γάλα μου και να σε κοιμίσω με την φωνή μου…
Θα σε περιμένω άγγελέ μου…
Όποτε κι’ αν έρθεις…
Εδώ θα είμαι…
Όσα χρόνια κι’ αν περάσουν…
Θα αντέξω…
Θα γίνω η καλύτερη μανούλα του κόσμου…
Για σένα αγγελούδι μου…
Για σένα σπλάχνο μου…

Χρόνια πολλά μητέρα μου. Χρόνια πολλά σε όλες τις μητέρες του κόσμου. Να είστε καλά. Να είστε γερές. Και να μας αγαπάτε με τον ίδιο τρόπο που κάνετε όλα αυτά τα χρόνια…

(‘Mother and Child’ by Laura Monahan)