Μητέρα μου…


Μητέρα μου,

Γράφω ένα γράμμα σε σένα, χωρίς να ξέρω αν θα το διαβάσεις ποτέ. Όμως, θέλω πολύ να το γράψω. Έτσι, για να υπάρχει σαν παρακαταθήκη μου. Σαν ένα μελλοντικό σημείο αναφοράς μου σε σένα…

Με γέννησες πριν από 37 χρόνια. Με ανάθρεψες με τις αρχές και τις αξίες που πίστευες και πρέσβευες. Καλές ή κακές για τον υπόλοιπο κόσμο, ήταν δικές σου. Δεν είχαν κανένα ψεγάδι στην συνείδησή σου. Και γι’ αυτό ήταν αληθινές…

Μου έμαθες πάνω απ’ όλα την αλήθεια. Την αλήθεια στις πράξεις, την αλήθεια στους λόγους. Την αλήθεια στα συναισθήματά μου. Να παλεύω και να ζω όμορφα, τίμια και ντόμπρα. Όπως εσύ. Ντόμπρα και αληθινά…

Άργησα να το καταλάβω. Άργησα πολύ. Σε στεναχώρησα με την στάση μου. Με τις ενέργειές μου. Σε έβγαλα έξω από τη ζωή μου, για να βάλω μέσα το ψέμα μου. Όμως, δεν άντεξα. Το πέταξα. Χωρίς να καταλάβω τότε το λόγο. Τον κατάλαβα καλά αργότερα. Όταν ηρέμησα. Βλέπεις, η αλήθεια σου ήταν δυνατότερη από το ψέμα μου…

Τώρα, γιατί στα λέω αυτά; Τα λέω σε σένα να τα ακούω εγώ. Εγώ, που ποτέ δεν άκουγα, ούτε εμένα καλά-καλά…

Έμαθα κι’ αυτό βέβαια. Να ακούω. Εμένα, εσένα, τους γύρω μου. Και να καταλαβαίνω. Πως και γιατί. Αυτό, που πάντα μου έλεγες, αλλά δεν μπορούσα να συνειδητοποιήσω. Και ήρθε το πλήρωμα του χρόνου και ήρθα στα λόγια σου…

Τελικά, είσαι τόσο δυνατή όσο πίστευα. Αλλιώς, θα είχες σπάσει. Οριστικά και ολοκληρωτικά…

Μητέρα μου, δεν ξέρω αν πιο πολύ σ’ αγαπώ ή σε σέβομαι. Κάποια εποχή σε φοβόμουν. Όταν άφηνα το ψέμα να είναι ανάμεσά μας. Όμως, δεν σε φοβάμαι πια. Και νοιώθω καλά γι’ αυτό…

Κλείνοντας, θα ήθελα να σου πω κάτι: Είμαι τυχερός που είμαι γιος δικός σου…

Σ’ ευχαριστώ πολύ για όλα…

Ο γιος σου

Ο Γιώργος σου

(‘Rembrandts Mother as Biblical Prophetess Hannah’ by Rembrandt van Rijn)

Βροχή…


Κλαίει ο ουρανός έξω…
‘Κάτι θα ξέρει παραπάνω’ σκέφτομαι…
Το κλάμα του περνάει μέσα μου…
Η διάθεση αντίστοιχη, ανέφικτη όμως η πραγματοποίησή της σήμερα…
Σήμερα, θα ήθελα να έμενα σπίτι…
Να σηκωνόμουν με την ησυχία μου…
Να έφτιαχνα καφέ…
Να έβαζα ‘ΜΕΛΩΔΙΑ’ και να άκουγα τραγούδια που να μου μιλάνε…
Να καθόμουν μπροστά στο μεγάλο παράθυρο και να βλέπω την βροχή να πέφτει…
Να καθόμουν μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή και να ετοίμαζα ταξίδια…
Και, πάνω απ’ όλα, να είχα χρόνο να σε σκέφτομαι ήρεμα…
Ήρεμα γύρω, ανήμερα μέσα μου…
Να ζούσα την αναστάτωσή μου στη σκέψη σου, ήρεμα και μοναχικά…
Χωρίς παρεμβάσεις…
Χωρίς διακοπές…
Το είναι μου στη φαντασίωσή σου…
Δύο και ένα μαζί…
Όπως εμείς…
Δύο και ένα μαζί…
Καλημέρα αστεράκι μου…
Ο ουρανός συνεχίζει να κλαίει…
Τώρα, κλαίει και η ζωή μου…

(‘After the Rain’ by Harold Silverman)

Πρωινές προτάσεις…


Πέρασε το χέρι του πάνω από το στήθος του…
Η ουλή από την εγχείρηση ήταν εκεί…
Αν και είχαν περάσει χρόνια, ο πόνος που ένοιωθε κάθε που άλλαζε ο καιρός, του θύμιζε την επέμβαση…
Η αλλαγή του καιρού κι’ εκείνη…
Εκείνη, που κοιμόταν ήρεμα δίπλα του…
Είχαν περάσει ένα από εκείνα τα άσχημα βράδια…
Ένα ακόμη βράδυ πόνου…
Πόνος δυνατός και οξύς, στο μέρος της καρδιάς, που τον έκανε να μην μπορεί να αναπνεύσει και να μην μπορεί να κουνήσει από τη θέση του…
Έφτανε στο σημείο να παρακαλάει να φύγει από τη ζωή, όταν τον έπιανε αυτός ο πόνος…
Να φύγει από τη ζωή για να μην ταλαιπωρείται αυτός και, ιδιαιτέρως, εκείνη…
Εκείνη…
Είχε σταθεί δίπλα του από την πρώτη στιγμή…
Αν, και δεν είχε καμία υποχρέωση…
Είχαν, απλά μία σχέση…
Τίποτε παραπάνω…
‘Σχέση ετών 15’ φώναξε και εκείνη άλλαξε πλευρό…
Άσχετα, αν της είχε τάξει γάμο, δεν είχε καμία υποχρέωση να είναι δίπλα του…
‘Πρέπει κάποια στιγμή να περάσουμε τα στέφανα’ μονολόγησε…
‘Είμαι μαζί σου επειδή σε γουστάρω, αγόρι μου’ όπως συνήθιζε να λέει εκείνη…
Είχε μαλώσει με όλο τον κόσμο για εκείνον…
Γονείς, φίλους, συγγενείς…
Τον γούσταρε και του το αποδείκνυε κάθε φορά…
Ομηρικοί καυγάδες ανάμεσα σε εκείνη και στους δικούς της…
Καυγάδες με κεντρικό πρόσωπο εκείνον, παρόντα απόντα στην ουσία…
‘Χωρίς κανένα αντάλλαγμα’ ψιθύρισε…
Στην σχέση τους, τελικά, αυτός έπαιρνε και εκείνη έδινε, σκέφτηκε…
Άδικο…
‘Θα της το ανταποδώσω όμως. Όταν ξυπνήσει, θα της πω να ξεκινήσουμε τις διαδικασίες για να παντρευτούμε’ είπε αποφασιστικά στον εαυτό του και κινήθηκε προς το μέρος της για να την ξυπνήσει…
‘Είμαι πολύ τυχερός άνθρωπος που σε έχω δίπλα μου’ της είπε ψιθυρίζοντας κοντά στο αυτί της…
‘Μμμμμ…’ του απάντησε και ένα γέλιο χαράχτηκε στο πρόσωπό της…
‘Εγώ είμαι τυχερή’ του αποκρίθηκε…
‘Σ’ αγαπάω’ της είπε…
‘Είναι μετρημένες στα δάκτυλα οι φορές που μου το έχεις πει’ του απάντησε…
‘Είναι μετρημένες στα δάκτυλα οι φορές που άφησα τον εαυτό μου να εκτεθεί’ της είπε…
‘Να τον αφήνεις συχνότερα’…
‘Δεν είναι στην φύση μου’…
‘Δεν είναι θέμα φύσης. Είναι θέμα ανικανότητας’…
‘Ανικανότητας ή ικανότητας;’ την ρώτησε…
‘Ανικανότητας να εκφράζεσαι, ικανότητας να το κρύβεις. Διάλεξε και πάρε. Και στις δύο περιπτώσεις, χαμένος είσαι’…
‘Θέλω να παντρευτούμε’ της ομολόγησε κοιτώντας την στα μάτια…
‘Όχι. Εγώ δεν θέλω. Δεν είμαι μαζί σου για το στεφάνι. Είμαι μαζί σου γιατί γουστάρω. Δεν θέλω δεσμεύσεις. Δεν είμαι κανενός. Ορίζω και ορίζομαι μόνη μου’ απάντησε αφήνοντάς τον άφωνο…
‘Μα, δεν μπορούμε μια ζωή να είμαστε έτσι’ της είπε…
‘Θέλεις να σε αποκαταστήσω; Αν ναι, πες το μου να το ξέρω’ συνέχισε ακάθεκτη…
‘Δεν είναι θέμα δικής μου αποκατάστασης’ απάντησε έκπληκτος…
‘Και ποιανού είναι; Δικής μου; Αν ήθελα, θα ήμασταν ήδη παντρεμένοι, οπότε μη μου λες διάφορα. Ξέρω ποια είμαι και τι θέλω. Αυτός που δεν ξέρει είσαι εσύ. Ηρέμησε, άφησε τις όποιες ενοχές σου στην άκρη και έλα να πιούμε ένα καφέ, ν’ ανοίξει το μάτι μας’…

(Galatea of the Spheres by Salvador Dali)

Εαυτέ μου…


Σήμερα,
Μου βγαίνει ένα ‘κουράστηκα’…

Σήμερα,
Μου βγαίνει ένα ‘βαρέθηκα’…

Σήμερα,
Μου βγαίνει ένα ‘παράταμε’…

Τ’ ακούς εαυτέ μου;;;
Άκουσε τα για να μην έχουμε άσχημα ξεμπερδέματα…
Άντε…
Πολύ με κούρασες…
Με κούρασες να μαζεύω την κουταμάρα σου…
Με κούρασες να σκοτώνεις τη ζωή μου…
Παράταμε και κοίτα να συμμορφωθείς…
Δεν πάει άλλο…

(‘Lost into the Eye’ by Rabi Khan)

Σήμερα θα ξημερώσει για μένα…


Κοίταξε τον γυμνό εαυτό της στον καθρέπτη…
Αν και είχε περάσει κατά πολλού τα πρώτα –άντα, δεν είχε αλλάξει καθόλου…
Είχε αυτό το νεανικό κορμί που διαμόρφωσε στα είκοσί της…
Είχε μία επιδερμίδα λευκή, εύθραυστη…
Εκείνος πάντα της επεσήμαινε την εύθραυστή της επιδερμίδα…
‘Ναι, γι’ αυτό την τσάκισες τόσο εύκολα. Γιατί είναι εύθραυστη’ σκέφτηκε…
Είχε μόλις τελειώσει με το μπάνιο της, την ‘Τελετουργία της Καθαρότητας’ όπως συνήθιζε να λέει, και ήταν έτοιμη να ντυθεί…
Είχε να πάει σε ένα γάμο…
Παντρευόταν ένας συνάδελφος από τη δουλειά της…
‘Πάει κι’ αυτός. Σειρά σου τώρα’ της έλεγε η μάνα της…
Η μάνα της…
Της είχε προσδώσει ικανότητες του ‘ισχυρού φίλου’, δίκαια ή άδικα δεν το εξέταζε, με αποκορύφωμα τον τρόπο που την προσφωνούσε (την φώναζε με την αντρική εκφορά του ονόματός της), γιατί ήθελε να νοιώθει σιγουριά δίπλα στον πιο κοντινό της άνθρωπο…
‘Ναι, σειρά μου τώρα. Να δω πότε θα έρθει η σειρά μου με τόσους μαλάκες που μπλέκω’ φώναξε για να την ακούσει ο εαυτός της…
Είχε ήδη φορέσει τα εσώρουχά της, μαύρα με δαντέλα, όταν ξεκίνησε να βάζει το καλσόν της…
Της άρεσε η δαντέλα…
Είχε κάτι το ερωτικό και αθώο συνάμα…
Θα φόραγε ένα μαύρο φόρεμα, που είχε αγοράσει το περασμένο φθινόπωρο για μία αντίστοιχη περίσταση…
Το περασμένο φθινόπωρο…
Όταν ήταν ακόμη μαζί του…
Τι να έκανε τώρα;;;
Που να ήταν;;;
Πέρα από ένα mail που της είχε στείλει, δεν είχε εμφανιστεί πουθενά…
‘Φοβήθηκε ο δειλός’ φώναξε πάλι…
Της άρεσε να ακούει τις σκέψεις της…
Πολλές φορές έκανε ολόκληρους διαλόγους μόνη της…
‘Φοβήθηκε να σταθεί μπροστά μου σαν άντρας και να με αντιμετωπίσει. Εμ βέβαια. Ο κύριος. Πάντα ήθελε όλα να τα κάνω εγώ. Αυτός να κάθεται και να απολαμβάνει. Εγώ να τραβάω τα ζόρια. Τις αποφάσεις για όλα. Εγώ. Λες και είμαι Θεός. Λες και μπορώ. Λες και έχω αντοχές’ μουρμούρισε και ένα δάκρυ πήγε να κυλήσει στο πρόσωπό της…
‘Όχι, δεν θα κλάψω και σήμερα. Όχι κύριε. Δεν θα κλάψω για χάρη σου. Αρκετά. Σήμερα θα είμαι για μένα. Από αύριο πάλι. Σήμερα θέλω να βρω εμένα. Τ’ ακούς; Εμένα. Κι’ αν σου αρέσει’ είπε αποφασιστικά κοιτώντας τον εαυτό της στον καθρέπτη, πριν ξεκινήσει να βάφεται…
Σήμερα ήταν αποφασισμένη να μην είναι ένας ακόμη άνθρωπος που ‘στη ζωή του μόνο θα βραδιάζει’, όπως είχε διαβάσει σε ένα βιβλίο της Αλκυόνης Παπαδάκη…
Βάφτηκε, έκανε ένα τελευταίο έλεγχο, πήρε την τσάντα της, το κινητό της και έβαλε πλώρη για την εξώπορτα…
‘Σήμερα, αυτό το βράδυ, θα ξημερώσει για μένα’ φώναξε αποφασιστικά…
Έκλεισε την πόρτα δυνατά πίσω της και μπήκε στο ασανσέρ…

(‘Autoritratto’ by Tamara de Lempicka)

Για να την νοιώθει…


Το απόγευμα, ο ουρανός έπεφτε βαρύς επάνω στις στέγες των σπιτιών…
Είχε βρέξει πολύ…
Έμπαινε ο χειμώνας με όλη τη βία που μπορεί μία εποχή να εισχωρεί μέσα στην άλλη…
Μόλις είχε ξυπνήσει από τον μεσημεριανό του ύπνο…
Έριξε λίγο νερό στο πρόσωπό του…
Έφτιαξε ένα καφέ και κάθισε στον υπολογιστή να δει αν του είχε έρθει mail από εκείνη…
Περίμενε εδώ και μέρες απάντηση σε δικό του…
Πίστευε, ότι μόνο έτσι θα μπορούσαν να επικοινωνούν πια…
Πόσο θα ήθελε να γυρνούσε το χρόνο πίσω…
Να μπορούσε να σταμάταγε το χρόνο τότε…
Τι στιγμή εκείνη…
‘Τελικά, ζούμε για τις στιγμές μας’ σκέφτηκε πίνοντας μια γουλιά από τον καφέ του, που ακόμη άχνιζε…
Του έκαψε τη γλώσσα…
Έτσι του έκαιγε και ‘κείνη τη γλώσσα… Σαν ζεστός καφές… Γλυκός, δυνατός και καυτός…
Συνειρμικά του ήρθε στο μυαλό η γεύση του κορμιού της…
Το άρωμά της… Το άρωμα του κορμιού της μετά από κάθε φορά που έκαναν έρωτα…
Του έκανε πάντα εντύπωση, πως ενώ ίδρωναν τα κορμιά τους λόγω της λάβας που τα έκαιγε, το κορμί της ανέδυε ένα άρωμα μωρού…
‘Το άρωμα της αθωότητας και της αγνότητας της ψυχής της’ σκέφτηκε…
Γύρισε το βλέμμα του στον χώρο…
Καθετί που κοίταζε του θύμιζε εκείνη…
Το κρεβάτι, με τις ατελείωτες και αλησμόνητες ώρες ερωτικού πάθους που έζησαν επάνω του…
Την καρέκλα δίπλα του, που καθόντουσαν παρέα και έψαχναν ξενοδοχεία για τις καλοκαιρινές τους αποδράσεις…
Ήπιε άλλη μία γουλιά…
Συνέχιζε να του καίει τη γλώσσα, αλλά τώρα δεν τον ένοιαζε…
Εφ’ όσον του θύμιζε εκείνη, δεν τον ένοιαζε…
Περιπλανήθηκε στο internet…
Έψαχνε να βρει ένα ίχνος της…
Μέσα στα forums που έμπαινε για συζητήσεις επί παντός επιστητού, μέσα στα blogs που έμπαινε και άφηνε σχόλια με το όνομα ‘rodanthi’…
Το είχαν βρει μαζί το nickname αυτό…
Είχε μία γεύση και άρωμα από λουλούδι…
Κάτι που την τρέλαινε πάντα…
Τα λουλούδια…
Και ήταν ένα από τα πράγματα που πάντα της χάριζε…
Και πάντα του χάριζε εκείνο το χαμόγελο που τον έλιωνε…
Αλλά, τίποτε…
Πουθενά…
Άφαντη…
Χαμένη…
Της έγραψε άλλο ένα mail…
‘Θα το στείλω αύριο’ σκέφτηκε…
‘Αύριο. Θα περιμένω και σήμερα. Δεν μπορεί να με φτύνει τόσο. Δεν μπορεί’…
Ήπιε άλλη μια γουλιά καφέ…
Δεν έκαιγε πια…
Πήγε να φτιάξει άλλον…
Καυτό…
Να τον νοιώθει…
Για να την νοιώθει…

(La Scapigliata by Leonardo da Vinci)

Κυριακάτικη συζήτηση…


Κυριακή πρωί. Γύρω από το τραπέζι του πρωινού καφέ.
Εκείνος, διαβάζει την κυριακάτικη εφημερίδα του.
Εκείνη, ετοιμάζει μία φρυγανιά με μαρμελάδα και βούτυρο για να την φάει. Του αποκρίνεται:
– Να σου κάνω μία ερώτηση;
– Για λέγε.
– Τι ζητάς από εμένα;
– Χμ. Ωραία ερώτηση.
– Απάντησέ την λοιπόν.
– Λες να είναι τόσο εύκολο;
– Αν ήταν εύκολο, δεν θα σε ρωτούσα. Θα το είχα καταλάβει από μόνη μου. Μπορεί να είμαι ξανθιά, αλλά όχι τόσο.
– Ποτέ δεν αμφισβήτησα την εξυπνάδα και την διορατικότητά σου.
– Το ξέρω μάτια μου.
– Το θέμα μας όμως είναι άλλο. Μου έκανες μία ερώτηση. Ας την απαντήσουμε λοιπόν.
– Ακούω.
– Κοίτα να δεις. Τα δεδομένα στα ζητούμενά μου από εσένα, πέρασαν από διάφορα στάδια.
– Δηλαδή;
– Άλλα πράγματα ζητούσα στην αρχή της σχέσης μας, άλλα στην διάρκεια, άλλα όταν σου ζήτησα να με παντρευτείς, άλλα τώρα που είμαστε παντρεμένοι.
– Λογικό ακούγεται. Τώρα όμως τι ζητάς.
– Τίποτε παραπάνω από αυτό που κάνεις. Να είσαι δίπλα μου. Να είσαι ο σύντροφός μου. Μέχρι το τέλος. Να είμαστε μαζί. Να χαρούμε μαζί τα γηρατειά μας.
– Και σου αρκεί αυτό;
– Ναι. Μου αρκεί; Εσένα;
– Εγώ ρωτάω.
– Καλά. Ναι. Μου αρκεί.
– Δηλαδή, σαν άνθρωπος έχεις ‘κλείσει’;
– Ναι. Μπορείς και να το πεις έτσι.
– Και σε ικανοποιεί;
– Ναι.
– Εμένα όμως όχι.
– Δηλαδή;
– Δεν μπορώ να δεχτώ ότι ο άνθρωπος που παντρεύτηκα έχει ‘παραιτηθεί’.
– Μα, δεν παραιτούμαι. Απλά, δεν ζητάω.
– Και αυτό δεν είναι παραίτηση; Και μάλιστα, παραίτηση από τις δικές μου δυνατότητες.
– Τι εννοείς;
– Πιστεύω, ότι από τη στιγμή που δεν ζητάς κάτι παραπάνω, πάει να πει ότι στο μυαλό σου, εγώ έχω ‘εξαντληθεί’. Δεν έχω να δώσω κάτι άλλο, άρα δεν μου ζητάς για να μην με πληγώσεις.
– Όχι. Δεν είναι έτσι.
– Τότε; Τι είναι;
– Σου είπα. Απλά δεν ζητάω.
– Αυτό είναι κατάντια. Η παραίτηση είναι κατάντια. Παραίτηση από τη ζωή. Παραίτηση από την αγάπη. Παραίτηση από εμάς. Και δεν το μπορώ. Δεν το αντέχω.
– Και τι θέλεις να κάνουμε;
– Εγώ θα σου πω;
– Ναι.
– Εσύ παραιτήθηκες, εγώ θα σου πω;
– Δεν ξέρω.
– Ούτε εγώ.
– Και τι κάνουμε τότε;
– Δεν ξέρω.
– Θα μου φτιάξεις μία φρυγανιά;
– Δεν μας παρατάς λέω εγώ;
– Εγώ φταίω που ζητάω…

(‘At breakfast’ by Lauritz Ring)

Τ’ αγάλματα μόνο δε λυγάνε…


“Μπορεί να γονατίζεις, να σέρνεσαι, να ματώνεις.
Ωραία! Δε χάλασε ο κόσμος.
Έτσι συμβαίνει με τους ανθρώπους.
Έχεις πάντα το καιρό να σηκωθείς.
Τ’ αγάλματα μόνο δε λυγάνε.”

Διάβαζα εχθές το βράδυ αυτά τα λόγια…
Και συνειδητοποίησα πόση δύναμη μπορεί να κρύβει μέσα του ένας άνθρωπος…
Πόση δύναμη μπορεί να έχουμε ο καθένας μας μέσα του, για να μπορούμε να ξεπερνάμε τα προβλήματα και τις δυσκολίες που μας παρουσιάζονται…
Πόση δύναμη έχουμε, ακόμη και στην περίπτωση που λυγάμε, να βρίσκουμε το δρόμο της επανόρθωσης…
Σίγουρα, ως μοναδικές οντότητες που είμαστε, έχουμε και διαφορετικά όρια αντοχών, που όμως, τα ξεπερνάμε κάθε φορά, όλο και περισσότερο…
Αντλούμε δύναμη από τις προσωπικές μας δυσκολίες, σε σημείο να λειτουργούμε αντιστρόφως ανάλογα με το μέγεθος της δυσκολίας…
Όσο μεγαλύτερη η δυσκολία, τόσο πιο δυνατοί εμείς…
Και μένουμε εκεί να παλεύουμε, είτε για μας είτε γι’ αυτούς που είναι γύρω μας…
Κι’ αν κάποια στιγμή φυγοπονούμε, δεν έχει να κάνει με το ότι παρατάμε τον αγώνα…
Μάλλον μεγαλύτερη δύναμη χρειάζεται να φύγεις από κάπου που ξέρεις, παρά να μείνεις…
Το άγνωστο φοβίζει και θέλει κότσια για να το αντιμετωπίσεις…
Και όπως έμαθα χθες το βράδυ: “μόνο τ’ αγάλματα δε λυγάνε”…

(“Το χρώμα του φεγγαριού” – Αλκυόνη Παπαδάκη)
(‘Path of light’ by Christina Hope)

Χρώματα…


Σήμερα, σκεφτόμουν τα χρώματα…
Τα χρώματα της ζωής μου…
Το μπλε, το κόκκινο, το μαύρο, το άσπρο…
Έντονα ή απαλά…
Ανάλογα με την διάθεση…
Ανάλογα με την περίπτωση…
Σκεφτόμουν, τι χρώμα να δώσω στις στιγμές μου…
Σε στιγμές είτε με εσένα, είτε χωρίς εσένα…
Σκεφτόμουν, τι χρώμα να δώσω στα όνειρά μου…
Όνειρα γλυκά, όνειρα αγωνιώδη, όνειρα εφιάλτες…
Σκεφτόμουν, τι χρώμα να δώσω στις προσδοκίες μου…
Προσδοκίες για κοινή ζωή, προσδοκίες για ζωή…
Χρωμάτισα τα μάτια μου, το βλέμμα μου…
Και ξέρεις…
Μέσα σε όλα αυτά τα χρώματα, βρέθηκε ένας συνδυασμός από αυτά που έδενε με τα μάτια μου και έδινε ουσία στις σκέψεις μου…
Ήταν τα χρώματά σου…
Ήταν τα χρώματα που έχω στολίσει την όψη σου…
Ήταν τα χρώματα της ζωής μας…
Και μου άρεσαν…
Και τα δέχτηκα…
Και τα αποδέχτηκα…
Κάπου διάβασα, ότι η ζωή δεν βγαίνει με συνταγές…
Δίκιο…
Όμως, κανένας δεν μίλησε ότι δεν βγαίνει με χρώματα…
Έτσι λοιπόν και ‘γω, την χρωματίζω…
Για να μπορώ να φωτιστώ από τα χρώματά της…
Για να μπορώ να την σκουρύνω ή να την ανοίξω…
Όταν την έχεις χρωματίσει, μπορείς να πειραματιστείς με τις αποχρώσεις…
Όταν την έχεις ασπρόμαυρη, μόνο να αλλάζεις τους τόνους στο γκρι σου μπορείς…
Τίποτε άλλο…
Και αν ήταν το γκρι να ήταν το χρώμα που ταιριάζει στους ανθρώπους, σίγουρα ο κόσμος θα ήταν ασπρόμαυρος…

(‘Incidents of Colours and Plains’ by Romolo Romani)

Αγκαλιά κι αντάμα…


Ένα ακόμη από εκείνα τα πρωινά που η διάθεση έχει πιάσει πάτο…
Έχω ξυπνήσει από τις 7.30’…
Με κινήσεις νωχελικές και ίδιες όπως κάθε μέρα, έχω πλυθεί, ντυθεί και έχω κατέβει στο αυτοκίνητο για να πάω στο γραφείο…
Κάπου στο ενδιάμεσο, έχουμε μιλήσει…
Τυπικές κουβέντες, μιας και δεν μας βγαίνει τίποτε καλύτερο… Απόρροια του χθεσινοβραδινού μας καυγά…
Στο δρόμο ξεχύνονται αυτοκίνητα με οδηγούς μουτρωμένες φάτσες…
Μισοκοιμούνται, μισοβαριούνται, τσαντίζονται με την ύπαρξη του άλλου οδηγού…
Χτυπάει το τηλέφωνο… Είσαι εσύ… Θέλεις απλά να με ακούσεις… Και ’γω ήθελα να σε ακούσω, αλλά είμαι πιο εγωιστής από εσένα…
Φτάνω γραφείο… Παρκάρω στο υπόγειο parking της εταιρείας και παίρνω το ασανσέρ να ανέβω στον όροφό μου…
Στους ενδιάμεσους ορόφους, συνάδελφοι μπαίνουν… Τυπική η καλημέρα, πιο πολύ για τα μάτια του κόσμου και για την ανατροφή μας…
Μπαίνοντας στο γραφείο, αφήνω την τσάντα μου και παραγγέλνω καφέ… Επιμένω να τονίζω ότι τον θέλω με πολύ γάλα, υπερβολικά θα έλεγα, αλλά όπως πάντα, θα τον φτιάξουν όπως θέλουν αυτές…
Ανοίγω τον υπολογιστή και ξεκινάω…
Μία ακόμη εργασιακή ημέρα ξεκινάει…
Δεν μπορώ να δουλέψω…
Ψάχνω να σε βρω…
Να σε ακούσω…
Ο εγωισμός μου υποχωρεί για να χωρέσει εσένα…
Τα καταφέρνω…
Δημιουργούμε μία εύθυμη διάθεση για να ξανάρθουμε στα ίσια μας…
Δεν το προσπερνάμε…
Θα το συζητήσουμε κάποια άλλη στιγμή…
Θα το συζητήσουμε όμως…
Δεν αφήνουμε οτιδήποτε να πληγώνει την σχέση μας μακροπρόθεσμα…
Ότι μας πληγώνει, είναι στιγμιαίο…
Ευτυχώς, αυτό το έχουμε καταφέρει…
Κανονίζουμε έξοδο το βράδυ…
Στο γνωστό μεζεδοπωλείο, με τα ρεμπέτικα και το καλό κρασί…
Εκεί θα ξεσπάσουμε τον πόνο και την πίκρα μας…
Ψυχοθεραπεία ή αποθεραπεία;;;
Όπως θέλεις το λες…
Αρκεί που θα γίνει…
Και θα γίνει και από τους δυό μας…
Μαζί θα τραγουδήσουμε και θα τα πιούμε…
Το βράδυ λοιπόν κοριτσάκι μου…
Το βράδυ…
Στις καρέκλες του ρεμπετάδικου, αγκαλιά κι αντάμα…
Αγκαλιά κι αντάμα…

(“The Kiss” by Auguste Rodin)

‘Πλυντήριο’…


– Σ’ αγαπώ.
– Λες να φτάνει μόνο αυτό;
– Δεν ξέρω.
– Και τι ξέρεις;
– Ότι σ’ αγαπώ.
– Όμως είναι αδιέξοδο.
– Γιατί; Τόσο καιρό δεν ήταν.
– Τώρα όμως είναι.
– Τι άλλαξε; Έκανα κάτι.
– Μα, αυτό ακριβώς έγινε. Δεν έκανες τίποτα.
– Μα, σ’ αγαπώ. Αυτό είναι τίποτα;
– Όταν είναι απλά λόγια και όχι πράξεις, είναι τίποτα.
– Και τι πρέπει να κάνω για να δεις και έμπρακτα πως σ’ αγαπώ;
– Εγώ θα σου πω τι να κάνεις; Εσύ δεν ξέρεις;
– Μα επειδή ξέρω, κάνω αυτό που ξέρω ότι ζητάς.
– Τότε δεν με ξέρεις.
– Μα, αυτά που έκανα σ’ άρεσαν.
– Απλά, τα ανεχόμουν.
– Μα ήσουν καλά.
– Σωστός χρόνος. ‘Ήμουν’. Δεν είμαι.
– Βαρέθηκα να σε ακούω να αρνείσαι.
– Βαρέθηκα να σε ακούω να απαρνιέσαι.
– Να απαρνιέμαι τι;
– Εμένα.
– Εγώ; Εγώ δεν είμαι αυτός που σ’ αγαπώ; Πως σε απαρνιέμαι.
– Μένοντας άπραγος.
– Μα, σ’ αγαπώ. Δεν είναι η υπέρτατη πράξη;
– Μάλλον, η υπέρτατη αυταπάτη. Αυταπάτη ζωής. Το χαλί που κρύβουμε από κάτω του τις ασχήμιες της ζωής μας.
– Μα το ‘χαλί’ μας είναι πολύχρωμο.
– Ήταν πολύχρωμο. Στρώθηκε ως πολύχρωμο. Αλλά από τα ‘πατήματα’ κατάντησε μονόχρωμο και βρώμικο. Όχι στην επιφάνεια, αλλά από μέσα.
– Και δεν παίρνει πλύσιμο;
– Ότι ήταν να πλύνω, το έπλυνα. Όσο ‘απορρυπαντικό’ και να είχα, το χρησιμοποίησα. Δεν έμεινε τίποτα πια.
– Μα, έχω εγώ ‘απορρυπαντικό,. Διαφορετικό και σε ποσότητα μεγάλη. Δεν το θέλεις;
– Κάποτε, μπορεί να το ήθελα. Μπορεί να έφτανε για τις πλύσεις που απέμειναν μέχρι το τέλος. Τώρα είναι ανώφελο. Το ‘πλυντήριο’ έκλεισε. Χρεοκόπησε και έκλεισε. Δεν θέλει πια ‘απορρυπαντικά’.
– Δεν γίνεται τίποτα δηλαδή;
– Όχι.
– Μα, σ’ αγαπώ.
– Και ‘γω, αλλά βαρέθηκα το πλύσιμο…

(το παρών γράφηκε με αφορμή το post του συμμαθητή της κούκλας «Η Ιερή μας Αλητεία»)

Το βράδυ μας μόλις έχει ξεκινήσει…


Κεριά αναμμένα σε όλο το χώρο…
Η βραχνή, και συνάμα αισθαντική,
φωνή του Kenny Rogers μας οδηγεί
να λικνίσουμε τα κορμιά μας στους ήχους της…

Lady, I’m your knight in shining armour and I love you
You have made me what I am and I am yours
My love, there’s so many ways I want to say I love you
Let me hold you in my arms forever more

Φοράς ένα άσπρο διαφανές καφτάνι…
Το κορμί σου διαγράφεται μέσα από αυτό…
Και το φως των κεριών το κάνει πιο ποθητό από ποτέ…

You have gone and made me such a fool
I’m so lost in your love
And oh, we belong together
Won’t you believe in my song?

Κολλάω επάνω σου…
Δεν φέρνεις αντίσταση…
Μιλάς δυνατά με το σώμα σου…
Ακούω…
Και ακολουθώ τον δρόμο που μου δείχνεις…

Lady, for so many years I thought I’d never find you
You have come into my life and made me whole
Forever let me wake to see you each and every morning
Let me hear you whisper softly in my ear

Τα σώματά μας γίνονται ένα με τον ρυθμό….
Δεν πατάμε πια στη γη…

In my eyes I see no one else but you
There’s no other love like our love
And yes, oh yes, Ill always want you near me
I’ve waited for you for so long

Παράλληλα, σου ψιθυρίζω τους στίχους από το τραγούδι…
Το σίγουρο είναι ότι πια ακούς μόνο εμένα…
Το σίγουρο είναι ότι πια ακούω μόνο την καρδιά σου…

Lady, your loves the only love I need
And beside me is where I want you to be
cause, my love, there’s something I want you to know
You’re the love of my life, you’re my lady!

Είσαι η αγάπη της ζωής μου, είσαι η γυναίκα μου…

Δεν υπάρχει πια τίποτε άλλο…
Εσύ και εγώ…
Εμείς…

Η μουσική σταματάει…
Ο χορός συνεχίζεται…
Το βράδυ μας μόλις έχει ξεκινήσει…