Παίζοντας με τη φωτιά…


Κάθομαι μπροστά στο τζάκι και παρατηρώ τη φωτιά που καίει…
Προσθέτω ξύλα, αναμοχλεύω, σκορπίζω, ενώνω…
Ήχοι έρχονται στ’ αυτιά μου από το κάψιμο των ξύλων…
Τρίζουν, διαμαρτύρονται…
Παραλληλίζω τη φωτιά με τη ζωή μου…
Ενώνω δύο κομμάτια ξύλο, πυρώνει η φωτιά…
Σαν τη φωτιά που δυο κορμιά καίει…
Σπίθες πετάνε, η φλόγα μεγαλώνει, θερμότητα εκλύεται…
Καίγεται το πρόσωπό μου…
Δεν μπορώ να κάτσω κοντά…
Απομακρύνομαι…
Όσο απομακρύνομαι, τόσο κρυώνω…
Επιστρέφω σιγά – σιγά…
Με μέτρο…
Πιο κοντά…
Ξαναζεσταίνομαι…
Αραιώνω λίγο τα ξύλα…
Πιο ευχάριστη η ατμόσφαιρα…
Δίκιο έχουν όταν λένε: ‘Το πολύ μαζί σκοτώνει’…
Μάλλον καίει…
Σκέφτομαι να βάλω ένα λεμόνι να κάψει, για να βγάλει άρωμα…
Έντονο το άρωμά του…
Ιδιαίτερο…
Σκέφτομαι να ψήσω καφέ με τις στάχτες που έχουν σχηματιστεί…
Να φτιάξω καφέ και να κλάψω τα απομεινάρια της φωτιάς…
Δεν θέλω να κλάψω τίποτα και κανέναν…
Ότι κάηκε, κάηκε…
Παίζω με τη φωτιά…
Καλή παρέα…
Καλός σύντροφος…
Αν ξέρεις να την ελέγξεις, σε προσέχει και εκείνη…
Είναι μία σχέση αλληλεπίδρασης…
Βάζω ένα ποτήρι κόκκινο κρασί…
Για να ολοκληρώσω τις φωτιές μου…
Και έξω και μέσα…
Το σκηνικό συμπληρώνει η σκέψη μου σε σένα…
Σε καλώ κοντά μου, νοερά…
Κάθεσαι δίπλα μου, πίνουμε κρασί, παίζουμε με τα ξύλα, παίζουμε με τις φωτιές μας…
Ζαλιζόμαστε…
Αναπνέουμε την καυτή ανάσα του καμένου ξύλου…
Φιλιόμαστε…

(‘Fire’ by Thomas Ferrin)

Advertisements

Ο δρόμος…


Εκείνος:
Όλη μου η ζωή, ένας δρόμος στρωμένος με πέτρες…
Πέτρες παντού…
Κάτω, πάνω, γύρω…
Και στο τέλος, αδιέξοδο…

Εκείνη:
Όλη μου η ζωή, ένας δρόμος χαραγμένος από σένα…
Με πέτρες παντού…
Κάτω μου, πάνω μου, γύρω μου…
Και στο τέλος του, εσύ…

Εκείνος:
Και όμως με ακολούθησες…

Εκείνη:
Και όμως τον χάραξες…

(‘Radgeway Road II’ by Gael Cantlin)

Ήταν Άντρας…


Η ζωή του, ήταν πάντα μία βόλτα πάνω σε τεντωμένο σκοινί…
Ζούσε, ηθελημένα και ενσυνείδητα, στην κόψη…
Ήθελε να νοιώθει την ευτυχία και την δυστυχία την ίδια στιγμή…
Ήθελε να νοιώθει το πάθος και την απόρριψη την ίδια στιγμή…
Ήθελε να νοιώθει αετός και πρόβατο την ίδια στιγμή…
Δεν τον ένοιαζε τι θα λένε οι άλλοι…
Αρκεί αυτός να ήταν καλά…
Να πετούσε και να έπεφτε με την ίδια ευκολία…
Είτε στην πραγματικότητα, είτε στο όνειρο…
Πόνεσε εαυτόν και αλλήλους στην ερωτική του ζωή…
Θέριεψε πάθη, κατέστρεψε πόθους…
Και το αντίστροφο…
Ζούσε, λες και δεν είχε φραγμούς…
Ή μάλλον, λες και δεν δεχόταν όρια από άλλους…
Οι φραγμοί του ήταν αυτός και ο εαυτός του…
Πιστός και άπιστος μαζί…
Είτε στο Θεό, είτε στην Ζωή…
Ένας άλλος Καζαντζακικός Ζορμπάς…
Ένας άλλος Άκης Πάνου…
Ένας Ελεύθερος-Πολιορκημένος της καθημερινότητάς του…
Αντιφατικός και προβλέψιμος…
Ανώριμος και σοφός…
Προστάτης και απροστάτευτος…
Θύτης και θύμα…
Είτε για τον ίδιο, είτε για τους άλλους…
Δεν ήξερες αν ήταν όνειρο ή πραγματικότητα…
Μπορεί και τα δύο…
Μπορεί και κανένα από τα δύο…
Μοναδικός…
Ήταν όλα και τίποτα…
Ήταν Άντρας…

(‘Adonis I’ by Joani)

Βραδινή έξοδος…


Δίπλωνε τα ρούχα που είχε σιδερώσει…
Και δικά της και δικά του…
Έκλεγε…
Αναρωτιόταν…
Συνέχεια…
Από εκείνη την στιγμή που είχαν κλείσει το τηλέφωνο…
Του είχε τηλεφωνήσει αυτή…
– Γιατί;
– Τι γιατί;
– Γιατί έφυγες;
– Δεν έφυγα.
– Δεν είσαι και εδώ όμως.
– Ναι. Δεν είμαι εκεί.
– Το ξέρω.
– Πρέπει να το αντιμετωπίσεις.
– Αυτό κάνω.
– Με το να με ρωτάς γιατί;
– Ναι.

Έβαλε τα σιδερωμένα ρούχα στο συρτάρι…
Δεν ήξερε αν θα έρθει να πάρει τα δικά του…
– Ήθελα να μείνω μόνος.
– Έτσι ξαφνικά;
– Ήταν αυθόρμητη κίνηση. Δεν την είχα προγραμματίσει.
– Τι πάει να πει αυτό; Δεν είναι ξαφνικά αν δεν είναι προγραμματισμένο;
– Είναι.
– Γι’ αυτό δεν με ενημέρωσες;
– Γι’ αυτό.
– Και τι θα κάνεις από εδώ και πέρα;
– Δεν ξέρω.
– Εγώ, τι θέλεις να κάνω;
– Συνέχισε να ζεις.
– Χωρίς εσένα;
– Χωρίς εμένα.

Αποφάσισε να βάλει κι’ άλλο πλυντήριο…
Στο καλάθι με τα άπλυτα είχε και δικά του ρούχα…
Πήρε μία μπλούζα του και την μύρισε…
Μύριζε εκείνον…
– Μη μου το κάνεις αυτό.
– Δεν μπορώ να κάνω κάτι άλλο.
– Έκανα κάτι και έφυγες έτσι;
– Δεν έχω απάντηση.
– Ακούς τι λες;
– Ακούω.
– Και το βρίσκεις λογικό;
– Λειτούργησα βάσει συναισθήματος και όχι λογικής.
– Άρα, δεν σε ικανοποιώ συναισθηματικά.
– Δεν είναι αυτό.
– Και τι είναι;
– Απλά, ήθελα να φύγω και έφυγα.
– Έτσι απλά;
– Έτσι απλά.

Δεν είχε απαντήσεις…
Ούτε αυτή, ούτε αυτός…
Θα έβαζε πλύση και μετά θα ντυνόταν να πάει βόλτα…
Δεν άντεχε άλλο μέσα…
Ήθελε αέρα…
Αν ήθελε να την βρει, θα την έπαιρνε στο κινητό…
– Θα μου τηλεφωνείς;
– Μπορεί;
– Θα επιστρέψεις;
– Μπορεί.
– Θα περιμένω.
– Θα υπομένω.
– Τι;
– Εμένα.
– Εγώ μπορώ να υπομένω εσένα.
– Δεν κουράστηκες;
– Όχι.
– Θα σου αφήσω τα κλειδιά στο γραφείο σου.

Ντύθηκε απλά…
Φόρμα και φούτερ, αθλητικά παπούτσια…
Δεν χτενίστηκε…
Ήθελε να δείχνει αυτό που ήταν…
Χαμένη και εγκαταλελειμμένη…
Βγήκε στο δρόμο…
Ήταν μία υπέροχη βραδιά Σεπτέμβρη…
Την επομένη, είχε τα γενέθλιά της…
Χρόνια πολλά μικρό μου…
Πάλι πρέπει να σκοτώσεις μέσα σου ότι σε έκανε να νοιώθεις καλά…

(‘Si accorse di Lui’ by Roberto Fantini)

Η εκδίκηση τρώγεται ζεστή…


Επέστρεφε την συνηθισμένη ώρα από το γραφείο…
Έβγαλε τα κλειδιά της και άνοιξε την εξώπορτα της πολυκατοικίας…
Ανέβηκε τις σκάλες και πλησίασε το γραμματοκιβώτιο…
Μία επιστολή βρισκόταν στη θυρίδα της…
‘Προς: Δις Δραγώνα Κωνσταντίνα’ έγραφε ο φάκελος…
Όνομα αποστολέα πουθενά…
Απόρησε με το μέγεθος…
Ανοίγοντάς τον, είδε ότι επρόκειτο για ένα προσκλητήριο γάμου…
Διάβασε:

Σας προσκαλούμε στο γάμο των παιδιών μας
Άννας & Σπύρου
ο οποίος θα τελεστεί το Σάββατο 25 Σεπτεμβρίου τρέχοντος έτους
στις 21.30
στην εκκλησία του Αγ. Γερασίμου στα Πατήσια
Οι οικογένειες:
Χατζησταύρου & Θεοτοκά

Πάγωσε…
Ένα πικρό χαμόγελο εμφανίστηκε στα χείλη της…
Δεν περίμενε ποτέ ότι αυτός θα πραγματοποιήσει την ‘απειλή’ του…
Της το είχε πει ότι θα την καλέσει στο γάμο του με την Άννα, όταν είχαν μιλήσει πριν από έξι μήνες…
Έτσι, για να την πικάρει, για να την εκδικηθεί για κείνο το σημείωμα μέσα στο σημειωματάριο που του είχε επιστρέψει όταν χώρισαν…
‘Όσο άσπρες είναι αυτές οι σελίδες,
τόσο λευκή να είναι η ερωτική σου ζωή,
από εδώ και πέρα…’
Ήξερε ότι αυτό θα τον πλήγωνε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο…
Και γι’ αυτό το έκανε…
Έτσι, και τον εγωισμό της θα ικανοποιούσε και ένα γερό χτύπημα κάτω από την μέση θα του κατάφερνε…
Μόνο αυτός δηλαδή, θα την πλήγωνε με την απόφασή του να χωρίσουν;;;
Και να τώρα που έπαιρνε την εκδίκησή του…
Φυσικά, επειδή αυτός περίμενε ότι εκείνη δεν θα δεχτεί την πρόσκληση-πρόκληση, αποφάσισε να τον αιφνιδιάσει…
Έτσι, αποφάσισε να πάει στο γάμο…
Σιγά, μην άφηνε να πάει χαμένη τέτοια ευκαιρία…
Θα έδινε τα πάντα για να δει την έκφρασή του την ώρα που θα του ευχόταν να ζήσουν, μετά το πέρας της τελετής…
Αποφάσισε και τι δώρο θα του κάνει…
Με άδεια χέρια θα πήγαινε;;;
Τηλεφώνησε στην κολλητή της και της είπε να μην κανονίσει τίποτε για το επόμενο Σάββατο…
Στην απορία της φίλης της απάντησε ότι είχαν να πάνε στο γάμο του Σπύρου…
Παραλίγο να πέσει το τηλέφωνο από τα χέρια της Άντας, αλλά το άντεξε…
Η Ντίνα, έβαλε σε λειτουργία το σχέδιό της…
Έκλεισε randez-vous για κομμωτήριο και βάψιμο…
Ήθελε να κάνει εντυπωσιακή εμφάνιση…
Αγόρασε και φόρεμα, ένα με βαθύ ντεκολτέ, από εκείνα που άρεσαν στον Σπύρο γιατί ανεδείκνυαν το πλούσιο στήθος της…
Και το Σάββατο το βράδυ ήταν έτοιμη…
Όλα τα βλέμματα των αντρών στην εκκλησία, ήταν στραμμένα επάνω της…
Αυτή το ήξερε και το έδειχνε…
Οι κινήσεις της, λες και χόρευε, προσέδιδαν στο κορμί της ένα αέρα υπεροχής…
Τελείωσε το μυστήριο και πλησίασε να χαιρετήσει, παρέα με την Άντα…
Μέχρι εκείνη την ώρα, ο Σπύρος δεν την είχε δει και από μέσα του πίστευε ότι δεν θα εμφανιστεί…
Στη θέα της, ταράχτηκε…
Όταν η Ντίνα τους πλησίασε, αρκέστηκε να της δώσει ένα τρεμάμενο φιλί και να πει με κόκκινα μάγουλα στην Άννα ότι είναι μία παλιά φίλη του από την πρώην γειτονιά του…
Το βράδυ των νεόνυμφων πέρασε ήρεμα…
Γλέντησαν, χόρεψαν, έκαναν έρωτα την πρώτη νύχτα του γάμου τους…
Την επομένη, αποφάσισαν να ανοίξουν τα δώρα…
Φτάνοντας, σε ένα μικρό κουτί, δεν βρήκαν κάρτα, παρά ένα όνομα απ’ έξω: Δραγώνα Κωνσταντίνα…
Ο Σπύρος το άνοιξε με ανησυχία…
Ήταν ένας μικρός κύλινδρος σε σχήμα αντρικού οργάνου…
Υπήρχε και μία κάρτα μέσα…
Απευθυνόταν στην Άννα:
‘Εγώ, πάντα το χρησιμοποιούσα
όταν τα είχα με τον άντρα σου.
Να ζήσετε.
Με αγάπη,
Ντίνα.’

Μετά από καιρό, η Ντίνα έμαθε ότι ο Σπύρος χώρισε την Άννα…
Θυμήθηκε την μητέρα της…
Πάντα της έλεγε, ότι η εκδίκηση είναι ένα πιάτο που τρώγεται ζεστό για να μπορείς να καταλαβαίνεις τη γεύση του…

Σκέψεις υπό βροχή…


Ήταν ένα βροχερό απόγευμα του Νοεμβρίου…
Στους δρόμους, τα αυτοκίνητα συνωστίζονταν…
Κορναρίσματα, φωνές, νερά, ομπρέλες, πλατσουρίσματα, φώτα…
Ένα παράξενο happening μουσικής και κίνησης…
Αυτή, τα παρατηρούσε όλα αυτά από το παράθυρο του γραφείου της…
Ότι είχε τελειώσει τη σύσκεψη για την επέκταση των προϊόντων της Εταιρείας, στις νέες αγορές της Ανατολικής Ευρώπης…
Χτύπησε η πόρτα…
Ήταν η Κάλια, η γραμματέας της…
‘Κα Τάνια, αν δεν με θέλετε κάτι να φύγω. Με περιμένει ο γιος μου στο σπίτι να διαβάσουμε μαζί.’ της είπε…
‘Όχι. Δεν σε χρειάζομαι κάτι. Και ‘γω δεν θα κάτσω πολύ. Νοιώθω κουρασμένη και θα φύγω. Καλό βράδυ. Φιλιά στον μικρό.’ αποκρίθηκε με ένα χαμόγελο κούρασης στα χείλη της…
‘Θα του τα δώσω. Καληνύχτα. Καλή ξεκούραση.’ είπε χαμογελώντας αντίστοιχα η Κάλια και έκλεισε την πόρτα…
Έμεινε, πάλι, μόνη με τις σκέψεις της και το βλέμμα της να κοιτάει τους πλημμυρισμένους από αυτοκίνητα, κόσμο και νερά δρόμους…
Οι σκέψεις της έμοιαζαν κι’ αυτές πλημμυρισμένες…
Από την μία, η δουλειά…
Αυξημένες υποχρεώσεις, αυξημένες αρμοδιότητες…
Και από πουθενά να στηριχτείς…
Όλοι της την είχαν στημένη στη γωνία…
Δεν μπορούσαν να δεχτούν ότι μία γυναίκα θα μπορούσε να κάνει τη δουλειά ενός άντρα τόσο καλά όσο αυτός…
Ίσως και καλύτερα βέβαια, μιας και η πεποίθησή της ήταν ότι αυτή διέθετε διαίσθηση που κανένας άντρας δεν είχε…
Και τώρα, με την επέκταση της Εταιρείας, ήταν το κρίσιμο τεστ γι’ αυτήν…
Από την άλλη, ήταν ο Κώστας…
Η σχέση της τα τελευταία 5 χρόνια…
Σχέση…
Αν μπορούσε να λεχθεί έτσι…
Γι’ αυτήν, ήταν όλη της η ζωή…
Για ‘κείνον, ήταν η μισή ζωή του…
Η άλλη μισή ήταν στα παιδιά και στη γυναίκα του…
Όχι ότι δεν την αγαπούσε ή δεν ήθελε να είναι μαζί της και εύρισκε πρόφαση στην ήδη τακτοποιημένη ζωή του…
Απλά, τα παιδιά ήταν σε μία κρίσιμη ηλικία και δεν έπρεπε να διαταραχθεί ο ψυχικός τους κόσμος…
Με τη γυναίκα του, είχε ξεκαθαρίσει τα πράγματα…
Από χρόνια η σχέση τους δεν πήγαινε καλά…
Και της είχε εξηγήσει ότι δεν θέλει να την κοροϊδεύει και ότι δεν μπορεί να προσποιείται για κάτι που δεν νοιώθει…
Και είχαν χωρίσει τις ερωτικές τους ζωές, κρατώντας μία στάση σιωπής και αλληλοκατανόησης μεταξύ τους…
Για χάρη μόνο των παιδιών έμεναν μαζί, κάτω από την ίδια στέγη…
Ευτυχώς, αυτό θα τελείωνε το πολύ σε 3 χρόνια και μετά θα χαιρόντουσαν ελεύθεροι την κοινή ζωή τους…
Όλα καλά και τακτοποιημένα μέχρι σήμερα…
Από καιρό αισθανόταν κάποιες μικροζαλάδες, είχε εμετούς…
Το μυαλό της δεν είχε πάει σ’ αυτό που σήμερα το πρωί έδειξαν οι εξετάσεις…
Ήταν έγκυος…
Πάντα έπαιρναν προφυλάξεις με τον Κώστα…
Πως έγινε;;;
Αυτό, της ανέτρεπε όλα τα δεδομένα…
Και στη δουλειά και στην σχέση της με τον Κώστα…
Για την δουλειά, είχε παλέψει με νύχια και με δόντια για να την διεκδικήσει και να την πάρει…
Θα την παράταγε για τουλάχιστον 12 μήνες;;;
Και μετά, πως θα μπορούσε να συνδυάσει παιδί και δουλειά μαζί;;;
Με τον Κώστα, είχαν πάρει την απόφαση να μην είναι το παιδί πρωταρχική τους βλέψη, λόγω της κατάστασης μεταξύ τους, που ήταν ακόμη ρευστή…
Να του πει κάτι τέτοιο τώρα;;;
Θα τον έκανε να πιστεύει ότι προσπαθεί να επισπεύσει τις εξελίξεις ανάμεσά τους…
Να το αποβάλλει;;;
Και μόνο στην σκέψη, απεχθανόταν τον εαυτό της…
Τι να έκανε;;;
Ποτέ δεν της είχε περάσει αυτό το ενδεχόμενο από το μυαλό…
Λανθασμένος τόπος και χρόνος…
Χοντρό μπέρδεμα και πουθενά διέξοδος…
Η σκέψη αυτή την βασάνιζε από το πρωί…
Στη δουλειά ξεχάστηκε…
Τώρα όμως που ηρέμησε, φούντωσε ξανά στο μυαλό της…
Στον Κώστα δεν είχε μιλήσει ακόμη…
Ήθελε να τον βλέπει στα μάτια και να του το πει…
Αποφάσισε να πάει κάπου και να πιεί…
Μόνη…
Ιδιαίτερη αντίδραση από μέρους της…
Δεν το είχε ξανακάνει…
Αλλά τώρα το είχε ανάγκη…
Έβαλε το αδιάβροχό της, πήρε την επαγγελματική της τσάντα και βγήκε από το γραφείο…
Σκέφτηκε πόσο θα της έλειπε αυτή η σκηνή, αν έκανε παιδί…
Σκέφτηκε αντίστοιχα την σκηνή που θα μπαίνει στο σπίτι της και θα βλέπει το παιδί της να την περιμένει να διαβάσουν παρέα…
Τελικά κατάλαβε ότι το ποτό δεν το ήθελε για να ξεκαθαρίσει τι θα έκανε…
Το ποτό το ήθελε για να μπορέσει να μιλήσει στον Κώστα…
Του τηλεφώνησε να βρεθούν σε 1 ώρα στο γνωστό μπαράκι που σύχναζαν…
Βγήκε στο δρόμο και ανακατεύθηκε με το βρεγμένο πλήθος στους βρεγμένους δρόμους…
Περνώντας από ένα κατάστημα με παιδικά ρούχα κοντοστάθηκε…
Κοίταξε ένα μικρό ροζ φορεματάκι και ένα μπλε γαλάζιο παντελονάκι…
Ένοιωσε ένα κλάμα να κυλάει στο πρόσωπό της…
Έστρεψε το βλέμμα και κατευθύνθηκε προς το μπαράκι που είχε να συναντήσει τον Κώστα…
Η βροχή ξεκίνησε να πέφτει ξανά…
‘Ευτυχώς’ σκέφτηκε…
‘Έτσι, θα έχω μία δικαιολογία για το βρεγμένο μου πρόσωπο’…

(‘Rain dance “The Red Umbrella”’ by Debra Hurd)

Τηλεοπτικές συζητήσεις…


Μπήκε στο σπίτι, έβαλε τα κλειδιά στην τσέπη του, πέταξε το μπουφάν του στον καναπέ και κατευθύνθηκε στο ψυγείο…
Ήταν νηστικός όλη την ημέρα και ήθελε να φάει κάτι να τονωθεί…
Άνοιξε το ψυγείο και κάθισε να το ατενίζει με μεγαλοπρέπεια…
Η κατάσταση που επικρατούσε εκεί μέσα, ήταν ίδια και απαράλλακτη με την σχέση του με την Αμαλία…
Το ψυγείο ήταν γεμάτο από προϊόντα light, πιάτα με φαγητό τουλάχιστον 3 ημερών και κεσεδάκια από delivery…
Έτσι και η σχέση τους…
Light λόγω δίαιτας, παρατημένη λόγω υποχρεώσεων και ετοιματζίδικη λόγω καταστάσεων…
‘Α, ρε μάνα. Που είσαι;’ αναφώνησε, σκύβοντας να πάρει μία μπύρα…
Μπορεί να μην έτρωγε, αλλά τουλάχιστον κάτι θα έπινε…
‘Θα παραγγείλω κάτι να φάω. Έτσι κι’ αλλιώς, η Αμαλία θα γυρίσει απόγευμα, μιας και θα πάει και γυμναστήριο μετά τη δουλειά.’…
Βρήκε το τηλέφωνο του αγαπημένου του ψητοπωλείου και παρήγγειλε 3 πίτες γύρο χωρίς τζατζίκι και κρεμμύδι…
Δεν ήθελε να μυρίζει άσχημα στην Αμαλία…
Άνοιξε την τηλεόραση και ξάπλωσε στον καναπέ να παρακολουθήσει…
Πέτυχε μία εκπομπή που πραγματευόταν το ρόλο της σύγχρονης γυναίκας στην κοινωνία…
Γέλασε…
Διάφοροι αναλυτές και αναλύτριες, παντρεμένες, χωρισμένες, καριερίστες και άλλες κατηγορίες γυναικών, ήταν στο studio και έλεγαν, η καθεμιά τους, την άποψή της…
Γέλασε δυνατότερα τώρα…
Αποφάσισε να τηλεφωνήσει και να πάρει μέρος στη συζήτηση…
Το θέμα τον εξίταρε…
Κάλεσε τον αριθμό που γραφόταν στο κάτω μέρος της οθόνης…
Μία ευγενική κοπέλα, του ζήτησε να της αφήσει τηλέφωνο και όνομα για να τον καλέσουν πίσω…
Δεν άργησαν…
Η παρουσιάστρια μάλιστα, χάρηκε που ένας άντρας ενδιαφέρθηκε για το θέμα τους και μάλιστα, εύρισκε πολύ παρήγορο το γεγονός ότι τα θέματα της εκπομπής της άγγιζαν ευρύ πεδίο τηλεθεατών…
Το τηλέφωνό του χτύπησε πίσω…
Η παρουσιάστρια ανήγγειλε την συνομιλία μαζί του…
‘Καλησπέρα.’
‘Καλησπέρα σας.’
‘Είστε ο κύριος Αντώνης;’
‘Ναι.’
‘Πείτε μας, Κε Αντώνη, τι γνώμη έχετε για το θέμα που συζητάμε σήμερα εδώ.’
‘Ακούστε με.’
‘Σας ακούμε.’
‘Πιστεύω ότι όλη η συζήτησή σας είναι σε λάθος δρόμο.’
‘Δηλαδή;’
‘Πιστεύω ότι οι γυναίκες στη σύγχρονη κοινωνία, έχουν πέσει θύματα μιας καλοστημένης παγίδας των αντρών;’
‘Δηλαδή; Τι εννοείτε;’
‘Αυτό που εννοώ έχει να κάνει με το ότι εσείς οι γυναίκες έχετε πέσει θύματα της ίδιας σας της ματαιοδοξίας. Εμείς οι άντρες, είχαμε καταλάβει πόσο πολύ θέλετε να βγείτε από το σπίτι, να πρωταγωνιστήσετε στην κοινωνία, που σας το δώσαμε απλόχερα, χωρίς όμως να σας αφαιρέσουμε ούτε ένα μέρος των υποχρεώσεων που είχατε ως μέλη της οικογενείας σας.’
‘Δηλαδή;’
‘Θα είμαι πιο ακριβής.’
‘Σας ακούμε.’
‘Μπήκατε στην παραγωγική διαδικασία, συνεισφέρετε σ’ αυτήν όσο ένας άντρας, αλλά στο κλειστό κύκλο μιας οικογένειας, συνεχίζετε να προσφέρετε τα ίδια που προσφέρατε και πριν. Εσείς γεννάτε, εσείς μεγαλώνετε τα παιδιά, εσείς τακτοποιείτε το σπίτι, εσείς τα πάντα. Εσείς στο ρόλο της μητέρας, της συζύγου, της εργαζόμενης. Εμείς, παραμένουμε, τις περισσότερες φορές, παρατηρητές των τεκταινομένων.’
‘Δεν έχετε και άδικο.’
‘Το ξέρω. Πέσατε μόνες σας στην παγίδα μας. Δώσαμε, ως άντρες τόσα λίγα και πήραμε τόσα πολλά. Και από την άλλη, μπορέσαμε να έχουμε και προγαμιαίες σχέσεις χωρίς να φοβόμαστε την εξέλιξή τους σε γάμο. Μιας και ο γάμος δεν είναι πια το πρωταρχικό ζήτημα που απασχολεί εσάς τις γυναίκες. Τουλάχιστον, έτσι λέτε εσείς οι γυναίκες.’
Ευτυχώς που η παρουσιάστρια φορούσε make-up…
Έτσι, δεν φάνηκε ο πανικός που την είχε πιάσει από τα λεγόμενα του Αντώνη…
Σκέφτηκε να τελειώσει τη συζήτηση με συνοπτικές διαδικασίες…
Δεν ήταν σε θέση να δεχτεί ‘γκολ’ μέσα στην έδρα της από έναν άντρα…
Τι θα έλεγαν οι τηλεθεάτριές της…
Έτσι και έκανε…
‘Σας ευχαριστούμε πολύ για την παρέμβασή σας.’
Το τηλέφωνο έκλεισε και η παρουσιάστρια, με ύφος θλιμμένο, έδωσε συνέχεια με διαφημίσεις…
Το κουδούνι χτύπησε…
Ήταν από το ψητοπωλείο…
Σκέφτηκε ότι έκανε άσχημα, τελικά, που δεν παρήγγειλε τις πίτες με τζατζίκι και κρεμμύδι…

(‘Times gone by’ by James Davidson)

Στο παγκάκι της παιδικής χαράς…


Έκλεισε με δύναμη την πόρτα πίσω της…
Ακούστηκε ένα μεγάλο ‘μπαμ’ και τρίξανε τα παράθυρα του κλιμακοστασίου…
Ήξερε ότι τον εκνεύριζε αυτό…
Απεχθανόταν κάθε είδους θόρυβο…
‘Τι περιμένεις από ένα νερόβραστο άνθρωπο.’ έλεγε στον εαυτό της…
Η σκέψη αυτή σχημάτιζε ένα χαμόγελο στα χείλη της…
Όποιος το κοίταζε, δεν ήξερε αν γέλαγε ή αν πονούσε…
Ούτε η ίδια το ήξερε καλά – καλά…
Δεν στάθηκε να περιμένει τον ανελκυστήρα…
Κατέβηκε με τα πόδια στην είσοδο…
Βγαίνοντας από την εξώπορτα, την χτύπησε ένα κύμα ψυχρού αέρα στο πρόσωπο…
Τύλιξε το κασκόλ της γύρω από το λαιμό της, και πήρε το δρόμο για την παλιά της γειτονιά…
Εκεί κατέφευγε κάθε φορά που μαλώνανε…
Αρχικά στην μητέρα της, μετέπειτα στους χώρους που ζούσε και έπαιζε μικρή…
Σίγουρα ήταν μία ενδόμυχη παρόρμηση, που πήγαζε από τα παιδικά και μαθητικά της χρόνια…
Η αγκαλιά της μητέρας της ήταν πάντα ένα καταφύγιο γι’ αυτή…
Τώρα βέβαια που μεγάλωσε, το καταφύγιο είχε εκλείψει…
Και έμειναν μόνο τα ίδια μέρη που έπαιζε μικρή, για να την ζεσταίνουν…
Καμία αντρική αγκαλιά δεν μπόρεσε ποτέ να της δώσει αυτή τη ζεστασιά…
Οι αντρικές αγκαλιές που βρήκε, ήθελαν μόνο να την ζεστάνουν ερωτικά…
Ή ήθελαν εκείνη να τους αναπληρώσει την αγκαλιά της μάνας τους που τους έλειπε…
Όπως και να έχει το ζήτημα, το αποτέλεσμα γι’ αυτήν ήταν ένα: να γυρίζει στα παλιά για να μπορεί να κλείνει τις πληγές της…
Έφτασε στη γειτονιά της μετά από περπάτημα μισής ώρας…
Κατευθύνθηκε προς την παιδική χαρά της περιοχής…
Κάθισε στο παγκάκι που είχε πρώτο-φιληθεί από τον Δημήτρη, τον πρώτο εφηβικό της έρωτα…
Λες και ήταν χθες, ένοιωσε τα χέρια του να την αγκαλιάζουν τρέμοντας και να της δίνει ένα φιλί στα χείλη…
Έκαιγε εκείνο το φιλί…
Έκλεισε τα μάτια και χάθηκε στη ζέστη και στην προσμονή του πρώτου εκείνου φιλιού…
Άναψε ένα τσιγάρο…
Το είχε ανάγκη…
Είχε ανάγκη κάτι να την κάψει μέσα της…
Πάντα το έκανε αυτό…
Αυτοκαιγόταν…
Για να μπορεί να ελέγξει το κάψιμο…
Τα μάτια της περιπλανήθηκαν στο χώρο…
Δεν είχε αλλάξει και πολύ από τότε που έπαιζε εδώ…
Χάρηκε βλέποντας κάποια παιδάκια να παίζουν παραπέρα…
Η ιστορία συνεχιζόταν με άλλους πρωταγωνιστές στο ίδιο σκηνικό…
Ένα από τα παιδάκια κλώτσησε την μπάλα του κοντά της…
Ήταν ένα ξανθό παιδάκι με ροδοκόκκινα μαγουλάκια…
Κρατώντας την μπάλα στα χέρια της, ρώτησε τον μικρό αν θα της έδινε ένα φιλί στο μάγουλο για να του τη δώσει…
Είχε ανάγκη να νοιώσει λίγη αθωότητα επάνω της…
Ο μικρός την κοίταξε στα μάτια…
Του γέλασε…
Ο μικρός παρέμενε ανέκφραστος μπροστά της…
‘Μάλλον δεν θέλεις να με φιλήσεις’ του είπε και του έδωσε την μπάλα…
Ο μικρός, την πήρε και έφυγε…
Έμεινε να τον κοιτάει…
Ένα δάκρυ κύλησε στα μάτια της…
Ένοιωσε ξεκομμένη από τη ζωή που μεγάλωνε μπροστά της…
Άναψε κι’ άλλο τσιγάρο…
Ο αέρας δυνάμωσε…
Τυλίχτηκε καλύτερα με το κασκόλ της…
Τα παιδάκια έφυγαν, μαζί και ο μικρός ξανθός…
Έμεινε μόνη της…
Το κινητό της χτύπησε…
Ήταν εκείνος…
Ήθελε να την ρωτήσει τι ώρα θα γυρίσει για να κανονίσει αν θα της παραγγείλει φαγητό…
‘Δεν πεινάω. Κάνε ότι θέλεις. Εξάλλου, αυτό κάνεις πάντα.’ ήταν η απάντησή της…
Την έπιασε πανικός από την αντίδρασή του στον καυγά τους…
Όχι κάτι καινούργιο βέβαια, αλλά τόσο ίδιο που την αποσυντόνιζε…
Κάθε φορά, ένοιωθε ότι είχε δίπλα της ένα παιδί, ότι μεγάλωνε παρέα με ένα υπερφυσικό μπεμπέ στο σπίτι της…
Μπορεί να της έδινε σιγουριά και προστασία, αλλά μόνο αυτό…
Τίποτε άλλο…
Έμοιαζε να ζει μέσα στη ζωή μιας άλλης…
Ερήμην της και, παράλληλα, παρουσία της…
Τίποτε από αυτά που ήθελε στη ζωή της δεν το είχε καταφέρει…
Έπιασε να ψιχαλίζει…
Δεν σηκώθηκε από το παγκάκι…
Ένοιωσε τη βροχή λυτρωτική επάνω στο πρόσωπό της…
Από ένα ανοιχτό παράθυρο, ακούστηκε το ‘Βρέχει φωτιά στη στράτα μου’…
Και τα δάκρυά της έγιναν ένα με την βροχή που έπεφτε…

(‘Lady in Black on a Park Bench’ by Bernhard Gutmann)

Χλιαρό…


Έπεσε στο πλάι, δίπλα της…
Είχε τελειώσει μέσα της…
Αυτή, δεν είχε τελειώσει, όπως συμβαίνει πολύ συχνά τώρα τελευταία…
Όποτε την ρωτάει γιατί δεν τελειώνει κι’ αυτή, συνηθίζει να του λέει ότι την πονάει το κεφάλι της και δεν μπορεί να συγκεντρωθεί…
Τον ενοχλεί βέβαια, αλλά τι να κάνει κι’ αυτός;;;
Άντρας είναι και πρέπει κάπως να εκτονώσει τις ορμές του…
Τι δηλαδή;;;
Να πάει με άλλη γυναίκα;;;
Αυτό, δεν θα το έκανε ποτέ στη γυναίκα του…
Όχι ότι δεν είχε τη δυνατότητα…
Ή δεν το έκανε κάποια στιγμή…
Αλλά, η παράλληλη σχέση, του είχε δημιουργήσει μεγαλύτερα προβλήματα από ότι ευχαρίστηση, και είπε να τη σταματήσει…
Δεν θα διέλυε και το σπίτι του κιόλας…
Την είδε να σηκώνεται αμέσως και να ντύνεται…
Τι παράξενο…
Αφού θα πήγαινε για μπάνιο…
Τι θέλει και ντύνεται;;;
Δεν την ρωτάει όμως…
Δεν έχει διάθεση για κουβέντες…
Είναι πολύ κουρασμένος από την προσπάθεια που είχε κάνει, να αποδείξει ότι είναι, παρά την ηλικία του, άντρας με αντοχές …
Έτσι κι’ αλλιώς, οι κουβέντες ανάμεσά τους κατά την διάρκεια του ‘ερωτικού σμιξίματος’ είναι λίγες και περισσότερο για να έχουν ν’ ακούνε τ’ αυτιά κάτι και όχι για να τις νοιώθουν οι ίδιοι…
Την παρατηρεί έτσι όπως είναι ξαπλωμένος…
Έχει ένα λυπημένο ύφος, αλλά θα την πονάει το κεφάλι της μάλλον…
Ακούει το νερό από το μπάνιο…
Ελπίζει να έχει νερό και γι’ αυτόν σκέφτεται…
Της φωνάζει να μην χαλάσει όλο το νερό…
Έχει να πλυθεί και να ετοιμαστεί, για να βγει με τους φίλους του…
Νοιώθει ότι κάτι δεν πάει καλά ανάμεσά τους, αλλά μάλλον είναι κάτι συνηθισμένο ανάμεσα σε ζευγάρια μετά από τόσο καιρό συμβίωσης…
Και οι φίλοι του, του το λένε…
Περνάνε τα ίδια…
Προσπάθησε ‘κανα δυο φορές να της μιλήσει, να την ρωτήσει τι έχει, αλλά η συζήτηση κατέληγε πάντα σε καυγά…
Ο οποίος είχε σαν επιστέγασμα προτάσεις του τύπου: ‘στα λέω αλλά δεν καταλαβαίνεις’, ‘δεν προσπαθείς να με καταλάβεις και μένα’ και άλλα συναφή….
Και δεν το ξαναέκανε…
Αυτός μέσα του ήξερε ότι προσπαθεί…
Το αποδεικνύει κάθε μέρα…
Δεν της χαλάει χατίρι ποτέ…
Έξοδο θέλει, βγαίνουν…
Εκδρομή θέλει, πάνε…
Στο σπίτι γίνεται ότι θέλει αυτή…
Δεν φτάνει που της έχει αφήσει τον πλήρη έλεγχο, του γκρινιάζει κι’ από πάνω…
Ότι και να κάνει, πέφτει στο κενό…
Μάλλον δεν τον καταλαβαίνει…
Την άκουσε να του φωνάζει ότι τελείωσε το μπάνιο της κι αν θέλει να πάει κι’ αυτός…
Πέρασε από δίπλα του, τυλιγμένη σε μία πετσέτα…
Μύριζε το κορμί της από το αφρόλουτρό της…
Παλιά, ήταν πολύ διεγερτικό το άρωμα αυτό…
Όχι όμως και τώρα…
Ζήτησε εσώρουχα και πήγε στο μπάνιο…
Πριν μπει στην μπανιέρα, κοιτάχτηκε στον καθρέφτη…
Είχε λίγα παχάκια…
Αποφάσισε να ξαναπάει γυμναστήριο…
Άνοιξε το νερό…
Το έβαλε στο ζεστό…
Κάηκε και το έκανε χλιαρό…
Σκέφτηκε, ότι θα πρέπει να βάλουν ηλιακό θερμοσίφωνα…
Περνάνε τα χρόνια, γερνάνε και θα θέλουν περισσότερο ζεστό νερό σε λίγο…
Και το ρεύμα για να ζεσταίνει το νερό, κοστίζει…
Τελικά, όλα αυτός πρέπει να τα σκέφτεται…
Αυτή, τον άκουσε να τραγουδάει καθώς λουζόταν…

(‘The Creation of Man’ by Marc Chagall)

‘Άστρο μου φεγγαρόλουστο’…


Άστρο μου φεγγαρόλουστο
Και φεγγαροντυμένο
Ανέβα στην καρδούλα μου
Να σ’ έχω στολισμένο…

Κι’ αν νοιώσεις μόνο κι έρημο
Και φοβηθεί η καρδιά σου
Στείλε μου μήνυμα ταχιά
Να πέψω εγώ κοντά σου…

Όσα ‘ναι τ’ άστρα τ’ ουρανού
Είναι και με η χαρά μου
Που σ’ έχω εγώ στην αγκαλιά
Και σπαρταράει η καρδιά μου…

Ο έρωντάς μου καρτερεί
Ένα γλυκό σου λόγο
Κι’ από τα βάθη τσι καρδιάς
Αναγεννάτε μόνο…

Μίλα μου με τα μάτια σου
Πες μου τον κάθε πόνο
Και ‘γω γιατρός θε να γενώ
Να στον γιατρεύω μόνο…

γιατί απόψε το άστρο σου λάμπει στον ουρανό μου…

(‘Starry Night’ by Vincent Van Gogh)

Ζεστό – Κρύο…


Σηκώθηκε από το κρεβάτι και έριξε αμέσως κάτι επάνω της, για να κρύψει τη γύμνια της…
Είχε πάψει, εδώ και καιρό, να νοιώθει άνετα με τη γύμνια της…
Ακόμη κι’ όταν έκαναν έρωτα, ήθελε τα φώτα κλειστά…
Σήμερα όμως, ήταν ακόμη μέρα έξω, και το φως από το παράθυρο της κρεβατοκάμαρας έλουζε το δωμάτιο…
Σήμερα, η ώρα της συνεύρεσής τους ήταν μία παρεκτροπή από το πρόγραμμά τους…
Ευχάριστη ή δυσάρεστη, δεν ήταν σε θέση να το ξεκαθαρίσει μέσα της…
Συνήθως έκαναν έρωτα το βράδυ…
Τα πρωινά δεν τους ταίριαζαν…
Πήγε στο μπάνιο να πλυθεί…
Δεν ήταν τόσο το ότι ήθελε να πλυθεί…
Ήθελε να φύγει από κοντά του…
Ο ήχος του νερού θα έκανε περισσότερο θόρυβο απ’ ότι η σιωπή τους…
Αυτή η σιωπή την σκότωνε, την φοβόταν…
Αλάνθαστο όπλο στα χέρια κάποιου που ξέρει να το χρησιμοποιεί…
Δεν μπορούσε να την ακούει πια…
Είχε μπει ανάμεσά τους χρόνια τώρα…
Δεν μπόρεσε να αναγνωρίσει τα σημάδια της έναρξης λειτουργίας της…
Στην αρχή το έβλεπε σαν ένα ξαπόσταμα από τις σκοτούρες της ημέρας και το αποζητούσε κιόλας…
Στη συνέχεια κατάλαβε ότι τα λόγια αγάπης και πόθου είχαν στερέψει ανάμεσά τους…
Κατά συνθήκη εραστές, αμίλητοι στην πορεία της πράξης, προσποιούμενοι στο κορύφωμά της, οδυνηρά ξένοι στο τελείωμα…
Η σχέση τους είχε εκφυλιστεί σε βαθμό που δεν μπορούσε να επανέλθει…
Το ήξερε αυτή…
Δεν μπορούσε να ξέρει αν το καταλάβαινε κι’ εκείνος…
Δεν μίλαγε εύκολα, δεν της ανοιγόταν εύκολα…
Είχε ένα δικό του τρόπο διεργασίας και τοποθέτησης των καταστάσεων στο μυαλό του…
Άνοιξε το νερό στο ντους και μπήκε από κάτω…
Έκλεισε τα μάτια και ένοιωσε το νερό επάνω της…
Το χέρι της, ακούμπησε τον αναμικτήρα του νερού…
Τον γύρναγε μία δεξιά, μία αριστερά…
Ζεστό – Κρύο…
Σαν την ζωή της…
Μόνο που οι εναλλαγές της ζωής της, δεν ήταν τόσο σύντομες ώστε να υπάρχει ισοζύγιο στην εσωτερική της θερμοκρασία…
Ξεκίνησε ζεστό και συνέχισε φθίνοντας σε κρύο, το οποίο διαρκούσε περισσότερο…
Είχε πάψει να νοιώθει γυναίκα…
Πιο πολύ ένα σκεύος εκπλήρωσης ανδρικών ορμών και εκτόνωσης έβλεπε τον εαυτό της…
Και αυτό για την κατάψυξη, ούτε καν για την ψύξη…
Ζεστό – Κρύο…
Βγήκε και έριξε επάνω της κάτι…
Αμέσως…
Δεν άντεχε τη γύμνια της…
Τα σκεύη είναι πάντα προστατευμένα, σκέφτηκε…
Και ιδιαίτερα αυτά της κατάψυξης, έχουν πάντα πάγο πάνω τους…

(‘Woman putting on her stocking’ by Henri Toulouse-Lautrec)

Ταξίδι στην Ευτυχία…


Τον έλεγαν Αντώνη…
Σαν τον πατέρα της…
Γύρω στα 42 όταν γνωρίστηκαν…
Ιατρός παθολόγος στο επάγγελμα…
Παντρεμένος, πατέρας δύο αγοριών…

Την έλεγαν Ελένη…
Σαν την αδερφή του…
Γύρω στα 39 όταν γνωρίστηκαν…
Οικοκυρά στο επάγγελμα…
Παντρεμένη, μητέρα δύο τέκνων, μίας κόρης και ενός γιου…

Η ζωή του Αντώνη, ήσυχη, ήρεμη, οικογενειακή…
Με το χιούμορ και την επιστημονική κατάρτιση που διακρίνει έναν ιατρό…

Η ζωή της Ελένης, ήσυχη, ήρεμη, οικογενειακή…
Με τις καθημερινές ασχολίες που διακρίνουν μία νοικοκυρά…

Τακτοποιημένοι και οι δύο στις ζωές τους…
Χαιρόντουσαν τις οικογένειές τους…

Που και που, τους έπιαναν να κοιτάνε στο άπειρο και να χάνονται…
Που και που, τους έβλεπαν να τρέχει ένα δάκρυ από τα μάτια τους…
Που και που, πρόφεραν λάθος τα ονόματα των συζύγων τους…
Που και που, τα κινητά τους χτυπάγανε τις ώρες που ήταν σπίτι, αλλά ήταν λάθος αριθμός…
Που και που, τα κινητά τους έδειχναν απενεργοποιημένα όταν τους τηλεφωνούσαν…

Ώσπου μια μέρα, έστειλαν το ίδιο τηλεγράφημα στα σπίτια τους:

Μην ψάξεις να με βρεις. STOP.
Είμαι καλά. STOP.
Να προσέχεις τα παιδιά. STOP.
Δεν ξέρω αν βρήκα την ευτυχία. STOP.
Ξέρω ότι βρήκα εμένα. STOP.
Δεν μπορώ πλέον να είμαι εκεί. STOP.

Η επιγραφή στη ταβέρνα στην άκρη της παραλίας έγραφε:
‘Ταξίδι στην Ευτυχία’

Ο κυρ-Αντώνης, ο ψαράς, και η κυρά Λένα, η αρχόντισσα, υποδεχόντουσαν τους πελάτες τους με ένα χαμόγελο και μια καλή κουβέντα…
Μόνοι τους περιποιόντουσαν τους πελάτες τους…
Όπως έκαναν κάποτε στα παιδιά τους…
Όπως έκαναν τώρα ο ένας στον άλλο…

Καθημερινά, τους έβλεπαν να κοιτάνε το ηλιοβασίλεμα αγκαλιασμένοι…
Καθημερινά, τους έβλεπαν να κυλάει ένα δάκρυ από τα μάτια τους…

(‘Fatata Te Miti’ by Paul Gauguin)

Ανέρωτο κρασί…


Στεκόταν στο παράθυρο της τραπεζαρίας που ‘κοιτούσε’ το δρόμο…
Στο στόμα της είχε το πέμπτο συνεχόμενο τσιγάρο…
‘Πόσα έχω άραγε καπνίσει από το πρωί’ σκέφτηκε…
Είχε χάσει το μέτρημα…
Τσιγάρο και καφές…
Αυτό ήταν το σημερινό της διαιτολόγιο…
Το τσιγάρο το αγαπούσε ανέκαθεν…
Και πιο πολύ από τη στιγμή που της είπε ότι καπνίζει όμορφα…
Δεν ήταν φειδωλός στα κομπλιμέντα του…
Πάντα είχε ένα καλό λόγο στο στόμα για οτιδήποτε έκανε εκείνη…
Κοίταξε για μία ακόμη φορά το δρόμο…
Πουθενά δεν φαινόταν…
Είχε πιάσει να βρέχει εδώ και μία ώρα…
Αν και είχε μπει ήδη ο Οκτώβριος, ήταν η πρώτη φθινοπωρινή βροχή του χρόνου…
Έριξε το βλέμμα της στις κουρτίνες…
Είχε ακόμη της καλοκαιρινές…
‘Πρέπει να της αλλάξω και να στρώσω σιγά-σιγά τα χαλιά’ μονολόγησε στον εαυτό της…
Πόσες αλλαγές στις κουρτίνες και στα στρωσίδια είχε κάνει όλα αυτά τα χρόνια…
Πόσες φορές είχε κάνει γενικό καθάρισμα στο διαμέρισμα…
Μετά από τόσα χρόνια, της φαινόταν παιχνιδάκι το γενικό καθάρισμα, που γινόταν, τουλάχιστον, δυο φορές το χρόνο…
Τώρα τελευταία, τις αλλαγές της εποχής, τις ένοιωθε μέσα της…
Στα κόκαλά της…
Πονούσε και έκλαιγε κάθε άνοιξη και φθινόπωρο…
Στο ραδιόφωνο, ακουγόταν το ‘Ποιά νύχτα σ’ έκλεψε’ με τη φωνή του Γιάννη Πουλόπουλου…
Ήταν κι’ αυτό ένα από τα ‘υπερήφανα’ τραγούδια της…
Συνήθιζε να ονοματίζει κάθε τραγούδι που της άρεσε ‘υπερήφανο’, γιατί μέσα από τους στίχους του έβλεπε τις καταστάσεις που ζούσε ή θα ήθελε να ζήσει…
Που και που, έριχνε και καμία βόλτα, όταν άκουγε ζεϊμπέκικο…
Χόρευε καλά…
Όλοι είχαν να το λένε…
Χόρευε συνήθως στα γλέντια που έστηνε στο σπιτικό της…
Που τώρα, είχαν αραιώσει κι’ αυτά πολύ…
Όπως και η ζωή της…
Μια ζωή νερωμένη, σαν το κρασί που αρεσκόταν να πίνει…
Δεν άντεχε το αλκοόλ…
Τη ζάλιζε…
Έχανε τον έλεγχο και την ενοχλούσε…
Σήμερα όμως αποφάσισε να βάλει να πιεί, όση ώρα θα τον περίμενε να έρθει…
Είχε ήδη αργήσει…
Άνοιξε ένα κόκκινο κρασί…
Έβαλε στο ποτήρι…
Ανέρωτο…
Ήπιε το πρώτο μονορούφι…
Μάλλον δίψαγε…
Έβαλε δεύτερο…
Θυμήθηκε τον πρωινό καυγά τους, πριν φύγει αυτός για την εταιρεία που δούλευε…
Μάλωσαν πολύ και έντονα…
Τους άκουσε όλη η πολυκατοικία…
Μέχρι και η Αγνή που έμενε από πάνω τους, μία γεροντοκόρη, την πήρε τηλέφωνο να την ρωτήσει τι συνέβη, γιατί ανησύχησε από τις δυνατές φωνές…
Ούτε να τον φιλήσει δεν την άφησε, όπως έκανε κάθε μέρα, όλα αυτά τα χρόνια…
Δεν της είχε τηλεφωνήσει όλη την ημέρα…
Ούτε απάντησε στις δικές της κλήσεις…
Κοίταξε από το παράθυρο…
Τον είδε να έρχεται…
Παράτησε το κρασί της και έτρεξε στο μπάνιο να ρίξει λίγο νερό στο πρόσωπό της και να χτενίζει τα μαλλιά της…
Έτρεξε στην πόρτα…
Άκουσε το ασανσέρ που έφτασε στον όροφο και το κλειδί που έμπαινε στην κλειδαριά…
Δεν άντεξε…
Άνοιξε την πόρτα…
Ήταν εκεί, μπροστά της…
Έπεσε με φόρα επάνω του…
Φιληθήκαν…
Την σήκωσε στα χέρια του, όπως τότε που την πρωτόβαλε στο σπίτι νύφη…
Κατευθύνθηκαν στο κρεβάτι…
Το ξημέρωμα τους βρήκε αγκαλιά…
Δεν είχαν κοιμηθεί όλη τη νύχτα…
Το μόνο που είπαν ο ένας στον άλλο ήταν ‘σ’ αγαπώ’…
Τον φίλησε στο στόμα δύο φορές, πριν φύγει για τη δουλειά…
Πήγε στο παράθυρο να τον δει…
Κοίταξε τις κουρτίνες…
Θα τις άλλαζε σήμερα…

(‘A Lady in an Interior’ by Carl Holsoe)

(ο όρος ‘υπερήφανα τραγούδια’ ανήκει στον μουσικό παραγωγό και στιχουργό Νίκο Μωραϊτη)

Εξομολογήσεις…


Δεν ξέρω…
Δεν ξέρω αν μπορώ να σε καταλάβω…
Κάνω μεγάλες προσπάθειες…
Μου είναι δύσκολο…
Δεν είναι μόνο η διαφορετικότητα του ανθρώπου με άνθρωπο…
Είναι και η διαφορετικότητα του φύλου…
Εσύ γυναίκα, εγώ άντρας…
Δύο εντελώς διαφορετικοί κόσμοι, δύο εντελώς διαφορετικές κοσμοθεωρίες…
Ο άντρας, εγώ, πιο απλός, πιο ξεκάθαρος, ως ‘κατασκευή’…
Η γυναίκα, εσύ, πιο πολυσύνθετη, αποτελούμενη από πιο πολλά κομμάτια…
Προσπαθώ να λύσω τον γρίφο σου…
Προσπαθώ να μάθω τον τρόπο λειτουργίας σου…
Να μπορώ να καταλαβαίνω, χωρίς πολλές σκέψεις, ενστικτωδώς θα έλεγα, τον τρόπο που γυρίζει ο κόσμος μέσα στο κεφάλι σου…
Δύσκολο το εγχείρημα…
Και το πιθανότερο είναι ότι δεν θα τα καταφέρω ποτέ…
Με πιάνει απελπισία…
Βέβαια, έχω να ομολογήσω, ότι η βοήθειά σου είναι μεγάλη…
Κάνεις τα πάντα, ερμηνεύεις, εξηγείς, αναλύεις την σκέψη σου, για να μπορέσω να σε καταλάβω…
Για να μπορέσω να σε ακολουθήσω…
Και φτάνω σε ένα σημείο που το προσεγγίζω το θέμα…
Πάντα όμως κάτι διαφεύγει…
Μια μικρή λεπτομέρεια…
Η οποία κάνει την διαφορά…
Την όποια διαφορά…
Ξέρεις, πιστεύω ότι ως άντρας είμαι πιο προβλέψιμος…
Πιο σταθερός, πιο συγκεκριμένος, πιο μέσα σε πλαίσια…
Εσύ από την μεριά σου, βασιζόμενη στην πολυπλοκότητα των αισθημάτων και των σκέψεών σου, οδηγείσαι σε μία αντίστοιχη πολυπλοκότητα συμπεριφοράς, ακατανόητη από εμένα…
Και αυτό μας φέρνει σε αντιπαράθεση…
Και σε αδιέξοδο, κάποιες φορές…
Με υπερθεματίσεις του τύπου ‘δεν με καταλαβαίνεις’, ‘εμένα, ποιος θα με καταλάβει;’, ‘μα, καλό μου, γιατί δεν μπαίνεις ποτέ στη θέση μου;’, οδηγούμαστε σε μία ρήξη μεταξύ μας, ευτυχώς πρόσκαιρη…
Από την άλλη, δεν τολμώ να μην παραδεχτώ, ότι και ‘συ κάνεις αντίστοιχες φιλότιμες προσπάθειες να αντιληφθείς τη δική μου θέση επάνω στη δική σου πολυπλοκότητα…
Και σ’ ευχαριστώ γι’ αυτό…
Θέλω να πιστεύω ότι ξέρεις ότι προσπαθώ…
Προσπαθώ καλή μου…
Και θέλω να το καταλάβεις…
Θέλω και προσπαθώ…
Για να σε καταλάβω…

(‘Balancement’ by Wassily Kandinsky)