Η συνάντηση…


Περπατούσε στην προκυμαία του λιμανιού. Νοέμβρης μήνας, στην αρχή του χειμώνα. Ο αέρας της θάλασσας, δρόσιζε το πρόσωπό της. Ενώ της άρεσε η καθαρότητα αυτού του ανέμου, την εκνεύριζε η υγρασία που έφερνε. Κολλούσε επάνω στο δέρμα της. ‘Όταν θα γυρίσω σπίτι, θα βάλω ενυδατική.’, σκέφτηκε. Κοίταξε το ρολόι της. Η ενυδατική θα περίμενε να χρησιμοποιηθεί για άλλες δύο ώρες. Τότε μόνο θα επέστρεφε σπίτι.

Τα φώτα του δρόμου φώτιζαν ικανοποιητικά. Μπορούσε να διακρίνει τα πάντα σε μεγάλη απόσταση. Κοίταξε γύρω της. Άνθρωποι σκυθρωποί, γελαστοί, αμίλητοι, με ένα κινητό στο χέρι περπάταγαν κοντά της. Εκφράσεις απογοήτευσης, χαράς, λύπης, ενθουσιασμού ζωγραφίζονταν στα πρόσωπά τους.

Κάπου μέσα της λυπόταν για το θέαμα. Θυμόταν τα παιδικά της χρόνια, τότε που οι άνθρωποι ήταν πιο ανέμελοι. Τότε, που περπάταγε στους δρόμους της πόλης της, στην ίδια αυτή προκυμαία και έβλεπε γνωστά πρόσωπα. Πόσο καιρό είχε να συναντήσει γνωστά πρόσωπα. Να ανταλλάξει μαζί τους ένα χαμόγελο, μία καλημέρα, καλησπέρα, καληνύχτα.

Ένοιωσε κούραση από το τρέξιμο όλης της ημέρας στο γραφείο και το τωρινό περπάτημα. Ξανακοίταξε το ρολόι της. Είχε λίγη ώρα μέχρι το randez-vous της. Αποφάσισε να καθίσει σε ένα παγκάκι. Κοίταξε γύρω και βρήκε το στασίδι της. Άφησε την τσάντα της στο πλάι. Έκλεισε ερμητικά το παλτό της ως επάνω για να μην κρυώσει.

Ο κόσμος, συνέχιζε να περνάει γύρω της στον ίδιο ρυθμό. Έκλεισε τα μάτια της και αφουγκράστηκε την κίνηση γύρω της. Ένοιωσε τους παλμούς της καρδιάς αυτών των ανθρώπων. Ένοιωσε τις συναισθηματικές δονήσεις των ψυχών αυτών των ανθρώπων. Της φάνηκε σα να ήταν σε ένα κλειστό συναυλιακό χώρο, όπου μία παράξενη ορχήστρα έδινε κονσέρτο. Φαντάστηκε τον εαυτό της διευθυντή αυτής της ορχήστρας.

Της άρεσε να διαλέγει για τον εαυτό της ρόλους. Πίστευε, ότι διαλέγουμε ένα ρόλο για τον εαυτό μας, όταν στη ζωή μας δεν έχουμε ξεκαθαρίσει τι πραγματικά επιζητούμε να είμαστε. Έτσι, προτιμούσε να διαλέγει αυτή τους ρόλους της ζωής της, όποτε το μπορούσε.

Προσπάθησε να απομονωθεί για λίγο από αυτή τη φασαρία. Ήθελε να σκεφτεί λίγο τον εαυτό της. Ήθελε να σκεφτεί λίγο την ίδια. Ήθελε να σκεφτεί, για μία ακόμη φορά, την σημερινή της επίσκεψη. Γενικά, είχε παραμελήσει πολύ τον εαυτό της τελευταία. Το μόνο που την ενδιέφερε, ήταν οτιδήποτε άλλο, εκτός από αυτήν. Είχε φτάσει σε σημείο να της το θυμίζουν και οι δικοί της άνθρωποι. Θυμήθηκε την συζήτηση με την μητέρα της το μεσημέρι.

‘Που θα πάει αυτή η κατάσταση;’ της έλεγε. ‘Έτσι θα είσαι από εδώ και πέρα; Πάρε μία απόφαση. Θα παντρευτείς τον Παύλο, ναι ή όχι; Να μπορέσει κι’ αυτός να δει τι θα κάνει. Δεν μπορεί να σε περιμένει αιωνίως. Αν δεν θέλεις να κάνεις οικογένεια μαζί του, να του το πεις. Δεν πρέπει να παίζεις με αυτά τα πράγματα’ δήλωσε με στόμφο.

‘Α, ρε μάνα’ σκέφτηκε από μέσα της. ‘Τόσα χρόνια παιδί σου, κι’ ακόμη να με καταλάβεις’.

Βέβαια, η μητέρα της είχε δίκιο. Όντως το είχε αναβάλλει πολύ και ο Παύλος δεν της έφταιγε σε τίποτα. Εξάλλου, τον αγαπούσε και δεν ήθελε να τον ταλαιπωρεί. Η απάντηση ήταν ήδη ειλημμένη και μετά το αποψινό της randez-vous, δεν θα είχε κανένα λόγο να αναβάλλει την ανακοίνωσή της κι’ άλλο.

Βγήκε από τις σκέψεις της και άνοιξε τα μάτια της. Ο κόσμος, εξακολουθούσε να περπατάει γύρω της, στους ίδιους ρυθμούς. Ο κόσμος συνέχιζε να γυρίζει γύρω της, ακόμη και την στιγμή που είχε κλείσει τα μάτια και είχε κλειστεί στον εαυτό της. Αυτό, για ένα περίεργο λόγο, της έδωσε θάρρος και ελπίδα. Πίστεψε ότι το ρεύμα αυτό της κίνησης, θα της δώσει τη δύναμη να πολεμήσει την αναβλητικότητά της.

Κοίταξε το ρολόι της. Είδε ότι πέρασε η ώρα. Σηκώθηκε, πήρε την τσάντα της και προχώρησε προς τον προορισμό της. Πέρασε στην απέναντι πλευρά του δρόμου. Έφτασε μπροστά σε μία νεόδμητη πολυκατοικία. Δεν είχαν κατοικηθεί ακόμη όλα τα διαμερίσματά της. Έψαξε τα κουδούνια στον πίνακα, όπως έκανε κάθε φορά.

‘Ιατρείο Μαιευτήρα – Γυναικολόγου, Ιωάννη Δελήμπαση, 5ος όροφος’ έγραφε το κουδούνι. Το χτύπησε. Ακούστηκε ο ηλεκτρικός ήχος που ειδοποιούσε για το άνοιγμα της εξώπορτας. Άνοιξε, μπήκε μέσα, προχώρησε προς τον ανελκυστήρα, μπήκε μέσα και πάτησε το κουμπί του 5ου.

Η πόρτα του Ιατρείου ήταν ήδη ανοιχτή. Στον προθάλαμο του διαμερίσματος και στο σαλόνι αναμονής δεν ήταν κανένας. Έκλεισε την πόρτα πίσω της. Προχώρησε προς το γραφείο του γιατρού. Μπήκε μέσα. Ο γιατρός την περίμενε πίσω από το γραφείο του. Χαιρετήθηκαν και της πρότεινε να κάτσει. Κάθισε στην πολυθρόνα απέναντί του.

‘Λοιπόν γιατρέ, πως πάμε;’ ρώτησε όλο αγωνία.
‘Δεν έχω καλά νέα. Οι εξετάσεις δεν ήταν και τόσο καλές. Έδειξαν όγκο στην μήτρα. Θα πρέπει να αφαιρεθεί το συντομότερο δυνατό.’ απάντησε ο γιατρός.
‘Και μετά, θα μπορώ να κάνω παιδιά;’ τον ξαναρώτησε με μεγαλύτερη αγωνία.
‘Δεν είναι σίγουρο. Υπάρχουν πιθανότητες, αλλά πολύ μικρές.’ αποκρίθηκε ο γιατρός.

Έπεσε πίσω στην πολυθρόνα. Ένοιωσε τη γη να ανοίγει κάτω από τα πόδια της. Έτσι ξαφνικά, σε τόσο μικρή ηλικία, της κοβόταν κάθε πιθανότητα να κάνει οικογένεια. Οι ελπίδες ήταν τόσο λίγες. Μπορεί μέχρι τώρα να μην ήθελε να κάνει οικογένεια, αλλά ήταν δική της επιλογή και όχι μονόδρομος. Σκέφτηκε τον Παύλο και τα όνειρα που έκανε και τα συζήταγαν μαζί. Πως θα του το έλεγε; Πως θα του έκοβε τα φτερά; Θα έμενε μαζί της μετά από αυτό το νέο; Η ειρωνία είναι, ό,τι είχε πάρει απόφαση να πει το ‘ναι’ στην πρότασή του. Τώρα;

Συμφώνησε με το γιατρό να κάνει κάποιες πρόσθετες εξετάσεις σε λίγες ημέρες και έφυγε. Βγήκε στο δρόμο και ο αέρας την χτύπησε στο πρόσωπο. Ένοιωθε χαμένη. Έπεσε επάνω σε ένα περαστικό. Δεν τον κατάλαβε ότι ήταν μπροστά της. Του ζήτησε συγνώμη και έβγαλε το κινητό της να τηλεφωνήσει στον Παύλο. Έπρεπε να του μιλήσει. Δεν μπορούσε άλλο να το κρατάει μέσα της.

(‘Natural Woman’ by Asereht Orecul)

Αγάπη & Μίσος…


Οι άνθρωποι, είναι παράξενα όντα…
Αγαπάνε και μισούν με το ίδιο πάθος, με την ίδια ένταση, με τον ίδιο τρόπο…
Και κάθε στιγμή είναι σε θέση να δώσουν και τη ζωή τους γι’ αυτό το πάθος τους…
Είναι σε θέση να πληρώσουν τίμημα βαρύ, για να πουν ότι ‘αγάπησαν’ ή ‘μίσησαν’…
Με δεδομένο ότι για το μίσος μπορείς να εγκληματήσεις, για την αγάπη μπορείς να κάνεις το ίδιο…
Πόσα εγκλήματα έχουν διαπραχθεί στο όνομά της;;;
Πόσες ζωές έχουν καταστραφεί για την απόδειξή της;;;
Κι’ όμως, πιστεύουμε ότι η ‘αγάπη’ είναι ευγενές συναίσθημα, ενώ το μίσος είναι πρωτόγονο…
Στην μάχη της επιβίωσης, δεν υπάρχουν πρωτόγονα και ευγενή συναισθήματα…
Υπάρχει μόνο ζωή ή θάνατος…
Μέλλον ή παρελθόν…
Τίποτε άλλο…
Η αγάπη και το μίσος δίνουν ακριβώς τα ίδια αποτελέσματα στην αρένα της επιβίωσης…
Ζωή ή θάνατος…
Μέλλον ή παρελθόν…
Διαλέγεις και παίρνεις…
Απλά, σαν άνθρωποι μπορούμε να δεχτούμε πιο εύκολα το συναίσθημα της ‘αγάπης’…
Ίσως, γιατί στην αρχή του δεν μας πονάει τόσο πολύ…
Ίσως, γιατί δεν καταλαβαίνουμε πότε μας πονάει…
Ίσως, γιατί εμείς μεγαλώσαμε για να ‘αγαπάμε’…
Ενώ με το μίσος ξεκινάμε αντίστροφα…
Ο πόνος μας έρχεται αμέσως…
Με το χρόνο απαλύνει και χάνεται…
Όμως, πάντα θυμόμαστε αυτή την πρώτη επαφή μας μαζί του…
Πάντα θυμόμαστε τον πόνο που μας προκάλεσε…
Και το αποκηρύττουμε…
Και το διώχνουμε…
Όσο μπορούμε βέβαια…
Αγαπημένο τους χρώμα, το κόκκινο…
Το κόκκινο της φωτιάς…
Σαν τη φωτιά που καίει από τη δύναμη του συναισθήματος…

Αγαπάμε ή μισούμε περισσότερο;;;

(‘An Emotion’ by Cristi Benavides)

Στιγμές ύπνου…


Είσαι στο κρεβάτι…
Φοράς τη νυχτικιά που αγοράσαμε μαζί…
Αυτή, με το μικρό αρκουδάκι μπροστά…
Στο γκρι της…
Το μάκρος της, λίγο παραπάνω από το γόνατο…
Αγκαλιάζει πολύ γλυκά το σώμα σου…
Έχεις γύρει στο πλάι και τα ξανθά σου μαλλιά πέφτουν με χάρη στο πρόσωπό σου…
‘Ηλιοκουρτίνα’ όπως λες συχνά…
Έχεις σκεπαστεί με το πάπλωμα που σου αρέσει…
Μέχρι το λαιμό…
Προσπαθείς να κοιμηθείς…
Νυστάζεις…
Μάλλον από το ξενύχτι μας…
Μάλλον από τις έντονες στιγμές μας…
Σε παρατηρώ συνεχώς…
Που και που ξυπνάς, ρίχνεις μια ματιά γύρω, βλέπεις ότι είμαι εκεί, χαμογελάς και ξανακλείνεις τα μάτια…
Το προσωπάκι σου ήρεμο…
Σαν μικρού παιδιού…
Μ’ αρέσει αυτή η ηρεμία…
Μου την μεταδίδεις…
Έρχομαι κοντά σου…
Ακούω την αναπνοή σου…
Μυρίζω το άρωμα του κορμιού σου…
Σε σκεπάζω στα μέρη που είσαι ξεσκέπαστη…
Ξυπνάς και με ρωτάς τι συμβαίνει…
‘Τίποτα μικρή μου. Απλά, σε σκεπάζω’ σου λέω γλυκά…
Σου χαϊδεύω τα μαλλιά και ξανακοιμάσαι…
Σου τρίβω την πλάτη…
Γουργουρίζεις σαν μικρό γατάκι…
Σ’ αρέσει πολύ…
Ηρεμείς…
Κοιμάσαι….
Περνάει η ώρα…
Εγώ εκεί, εκεί που με άφησες…
Στην άκρη του κρεβατιού να σε παρατηρώ…
Να νοιώθω την κάθε σου ανάσα…
Την κάθε κίνηση του κορμιού σου…
Να σε μαθαίνω από τον ύπνο σου…
Να σε προσέχω…
Να σου ψιθυρίζω ‘σ’ αγαπώ’, κι’ ας μην το ακούς…
Ή τουλάχιστον, έτσι νομίζω…
Γυρίζεις στο πλάι…
Η ανάσα σου γίνεται κοφτή…
Δεν ανοίγεις τα μάτια σου…
Η έκφραση του προσώπου σου αλλάζει…
Προφανώς, βλέπεις όνειρο…
Μουγκρητά ηδονής βγαίνουν από το λαιμό σου…
Μέσα στον ύπνο σου, ψιθυρίζεις τ’ όνομά μου…
Μου ζητάς να σου κάνω έρωτα…
Ξυπνάς απότομα…
Σηκώνεσαι…
Με βλέπεις δίπλα σου…
Με αγκαλιάζεις και με φιλάς παθιασμένα…
Νοιώθω το κορμί σου να πάλλεται από πόθο…
Και το δικό μου ακολουθεί…
Θέλεις να συνεχίσουμε το όνειρό σου από εκεί που το άφησες…
Δεν σου χαλάω χατίρι…

(‘Flaming June’ by Frederick Leighton)

Στην υγειά σου…


Καθόταν στο τραπέζι της δεξιάς γωνίας, απέναντι από την πόρτα…
Από την θέση αυτή είχε τον πλήρη έλεγχο του χώρου…
Του άρεσε να ελέγχει κάθε κίνηση που πραγματοποιούταν γύρω του…
Έτσι, πίστευε ότι είναι προετοιμασμένος για οτιδήποτε μπορούσε να του συμβεί…
Ο χώρος βέβαια, δεν χρειαζόταν ιδιαίτερη φροντίδα για να τον εποπτεύεις…
Ένα μικρό καπηλειό, στην περιοχή των Εξαρχείων…
Οι θαμώνες του, φοιτητές στην πλειοψηφία τους…
Παρέες γελαστές και ζωηρές, το αντίθετο εντελώς από αυτόν…
Στα αριστερά του, βρισκόταν ένα υποτυπώδες πάλκο, με μία μικρή ορχήστρα…
Μία κιθάρα, ένα μπουζούκι και ένα ακορντεόν…
Τραγουδιστής, ο κύριος με το μπουζούκι…
Φωνή τραχιά, λαϊκή, ανθρώπινη…
Το ‘πρόγραμμα’ αντίστοιχο με λαϊκά, ρεμπέτικα, έντεχνα…
Οι παρέες τραγούδαγαν μαζί τους…
Το κέφι και η διάθεση για χορό δεδομένη, ιδιαίτερα μετά το πρώτο καραφάκι κρασί…
Κόκκινο, μπρούσκο…
Ότι πρέπει για να φτιάξεις κεφάλι…
Και αυτός ήδη είχε αρχίσει να ζαλίζεται…
Ένοιωθε την μουσική να κυλάει μέσα του, με γεωμετρική πρόοδο σε σχέση με την κατανάλωση του κρασιού…
Σιγοψιθύριζε κι’ αυτός μαζί με τις παρέες τα τραγούδια που ανέκαθεν κυλούσαν στο αίμα του, τα τραγούδια που είχαν γίνει ένα με τα γονίδιά του…
Σιγά – σιγά, οι παρέες σηκωνόντουσαν από τις καρέκλες τους και γέμιζαν το χώρο ανάμεσα στα τραπέζια…
Κάθε διάδρομος, γινόταν μία αυτοσχέδια πίστα…
Μία πίστα εκτόνωσης του κεφιού και της χαράς των παιδιών αυτών…
Μία πίστα εκτόνωσης του πόνου και της λύπης των παιδιών αυτών…
Ένοιωθε τα πόδια του να χορεύουν αυτόβουλα…
Λες και πρόσταζαν το υπόλοιπο σώμα να κινηθεί στους ρυθμούς των τραγουδιών…
Να κινηθεί στους ρυθμούς των σφυγμών του που ανέβαιναν σε κάθε πενιά του μπουζουκιού, σε κάθε ταξίμι παιγμένο από το μπουζούκι, σε κάθε ‘αχ’ του τραγουδιστή…
Περνούσε η ώρα…
Κυλούσε σαν το κρασί στο αίμα του…
Το τραπέζι δίπλα του, που ήταν άδειο, γέμισε από μία παρέα, αποτελούμενη από τρεις άντρες και μία κοπελιά…
Κοίταξε επισταμένως την παρέα αυτή…
Κάτι του κίνησε την περιέργεια…
Σε λίγο κατάλαβε τι…
‘Παράξενο.’ σκέφτηκε…
‘Τι ζητάει αυτή η κοπέλα ανάμεσά τους;’…
Η κοπέλα, του έδινε την εντύπωση ότι ήταν μαζί τους και την ίδια στιγμή να μην είναι…
Ήταν μία εντυπωσιακή γυναίκα, ντυμένη προκλητικά…
Μία γυναίκα που ήξερε πώς να εγείρει πόθους, να τρελαίνει τους άντρες…
Προσπάθησε να καταλάβει ποιος ήταν ο ρόλος των συνοδών της…
‘Μάλλον προστασία παρέχουν και πληρώνουν γι’ αυτή. Τους λυπάμαι. Τους ‘παίζει’ κανονικότατα.’ σκέφτηκε…
Και δεν είχε λάθος…
Παρήγγειλαν κρασί και φρούτα…
Έβαλαν στα ποτήρια τους, ευχήθηκαν και ήπιαν…
Και ξανά, και ξανά…
Η μουσική συνέχιζε στους ίδιους ρυθμούς…
Το βλέμμα του παρέμενε καρφωμένο στην κοπελιά…
Αυτή, το είχε καταλάβει…
Έπινε από το ποτήρι του και την κοιτούσε…
Έπινε από το ποτήρι της και τον κοιτούσε…
Τα μάτια τους συναντιόντουσαν συνέχεια…
Μόνο στο κλείσιμο των βλεφάρων τους έχαναν ο ένας τον άλλο…
Ένοιωσε ένα πρόσθετο κάψιμο μέσα του…
Ο τραγουδιστής πήρε το μπαγλαμά του στα χέρια του…
Ένα τσιφτετέλι απλώθηκε στην ατμόσφαιρα…
Η κοπέλα, σηκώθηκε από το τραπέζι, λικνίζοντας το κορμί της…
Τα μάτια του γέμισαν από το κορμί της…
Και από την ομορφιά της…
Βγήκε στην αυτοσχέδια πίστα ανάμεσα στα δύο τραπέζια…
Το δικό του και το δικό τους…
Χόρευε μπροστά του…
Και τον κοιτούσε…
Την έβλεπε και τον έβλεπε…
Σηκώθηκε από την καρέκλα του…
Πήγε δίπλα της…
Έβαλε τα χέρια του στη μέση της…
Έγινε ένα με τον ρυθμό της…
Τον οδηγούσε στο λίκνισμά της και αυτός ακολουθούσε…
Έσκυψε επάνω της και τις ψιθύρισε στο αυτί…
‘Δεν με νοιάζει πόσο επικίνδυνη γυναίκα είσαι. Λάθος μου, ίσως. Θα το πληρώσω, ίσως. Το μόνο που με νοιάζει τώρα, είναι πόσο πολύ ήθελα να έρθω κοντά σου. Το μόνο που με νοιάζει τώρα, είναι πόσο πολύ ήθελα να σου πω ότι με έχεις τρελάνει. Και σ’ ευχαριστώ.’…
Η κοπέλα γέλασε…
Τώρα, έγειρε αυτή στο αυτί του και του ψιθύρισε…
‘Δεν με νοιάζει τι είδους άντρας είσαι. Δεν φοβάμαι εσένα. Εμένα φοβάμαι. Το μόνο που ήθελα, ήταν να δω τα μάτια σου να καίνε για μένα. Το μόνο που ήθελα ήταν να δω το κορμί σου να σύρεται από εμένα. Σ’ ευχαριστώ.’…
Το τραγούδι τελείωσε…
Η αταίριαστη παρέα ετοιμάστηκε να φύγει…
Για τελευταία φορά, οι ματιές τους συναντήθηκαν την ώρα που η κοπέλα βγήκε από την πόρτα του μαγαζιού…
Παρήγγειλε ένα ακόμη καραφάκι κρασί…
‘Στην υγεία σου κοπελιά μου.’ είπε από μέσα του…
‘Στην υγειά σου’…

(‘Portrait of a Man drinking’ by Annibale Carracci)

Στο Χάραμα…


Η Κα Λίτσα Διαμάντη θα τραγουδάει:
‘Νύχτα στάσου,
Νύχτα στάσου μια στιγμή…’

Η Κα Πίτσα Παπαδοπούλου θα τραγουδάει:
‘Που πάει η αγάπη όταν φεύγει,
Γίνεται σύννεφο ή πεθαίνει…’

Η Κα Λένα Αλκαίου θα τραγουδάει:
‘Εκεί που όλα είχαν χαθεί,
Είσαι για μένα η στροφή…’

Και ‘συ θα γέρνεις στον ώμο μου και θα τα ψιθυρίζεις στο αυτί μου…
Και εκεί, θα μας βρει το Χάραμα

(‘Jazz City II’ by Unknown Artist)

Ο χρόνος μου…


Η ζωή μου καταδυναστεύεται από τον χρόνο…
Από το έτος, τον μήνα, την ημέρα, την ώρα, το λεπτό, το δευτερόλεπτο…
Οτιδήποτε κάνω, έχει αρχή και τέλος την πλήρωση του χρόνου…
Του χρόνου μου…
Της κλεψύδρας μου…
Όλα μέσα σε προθεσμίες…
Όλα για τις προθεσμίες…
Τα πάντα γίνονται για να μπορέσω να εξασφαλίσω την ‘κατάλληλη στιγμή’…
Να συντονιστώ χρονικά με το γεγονός…
Να είμαι στο κατάλληλο μέρος την κατάλληλη στιγμή…
Αλληλουχία χρονικών στιγμών, τέλεια συντονισμένων στο προσωπικό μου πεπρωμένο…
Και μετά το πέρας του χρόνου μου, δεν υπάρχω…
Ή, κατά μία άλλη ευνοϊκότερη έννοια, περνάω στην αιωνιότητα…
Δηλαδή, ακόμη και ο θάνατός μου, ορίζεται από τον χρόνο…
Έστω κι’ αν η αιωνιότητα περιέχει άπειρη ποσότητα από αυτόν…
Ακόμη κι’ όταν τεμπελιάζω, ο χρόνος ορίζει την ψυχολογία μου γιατί ‘δεν περνάει και βαριέμαι’…
Δεν υπάρχει λυτρωμός…
Δεν υπάρχει διέξοδος…
Και μάλιστα, πρέπει να τελειώσω αυτό το κείμενο, γιατί αύριο έχω να παραδώσω εργασία και ο χρόνος μου είναι λίγος…

(‘The Persistence of Memory’ by Salvador Dali)

Ερωτικές ανησυχίες…


Ξεντύθηκε…
Έμεινε μόνο με το εσώρουχό της…
Έβαλε μία κοντομάνικη μπλούζα που βρήκε στο συρτάρι…
Πήρε τα τσιγάρα της…
Έβαλε ένα ουίσκι…
Ξάπλωσε στον καναπέ της…
Άναψε ένα τσιγάρο, ήπιε μια γουλιά ποτό και αφουγκράστηκε τους ήχους που ερχόντουσαν απ’ έξω…
Έκλεισε τα μάτια και ρούφηξε ακόμη μία τζούρα…
Από το πρωί είχε μία παράξενη διάθεση για ‘παιχνίδια’…
Ιδιαίτερα παιχνίδια…
Είχαν περάσει ήδη 3 μήνες που δεν είχε βρεθεί ερωτικά με κάποιον άντρα…
Η ιδέα ενός αντρικού κορμιού επάνω της την ερέθισε περισσότερο…
Η ρουφηξιά στο τσιγάρο έγινε μεγαλύτερη…
Φύσηξε τον καπνό σηκώνοντας το κεφάλι…
Αμέσως τον ρούφηξε πίσω, πριν διαλυθεί στην ατμόσφαιρα…
Πήρε το ποτήρι και ήπιε…
Το ξανάφησε στο τραπέζι…
Ένοιωθε μια τρομερή επιθυμία να οδηγήσει το χέρι της ανάμεσα στα πόδια της…
Αντιστάθηκε…
Δεν το είχε κάνει ποτέ μέχρι τώρα…
Τώρα θα το έκανε;;;
Ποτέ δεν είχε βρεθεί σε αντίστοιχη θέση…
Θέλεις γιατί ποτέ δεν είχε μείνει τόσο καιρό χωρίς σχέση, θέλεις γιατί το sex δεν ήταν ποτέ πρωταρχικός της σκοπός;;;
Δεν ήξερε να απαντήσει…
Τώρα όμως, ένοιωθε το κάψιμο ανάμεσα στα πόδια της, περισσότερο από κάθε άλλη φορά…
Άναψε κι’ άλλο τσιγάρο…
Ο καπνός μέσα της την ηρέμησε λίγο…
Αυτός όμως, μόνο όσο διαρκούσε η εισπνοή…
Μετά την εκπνοή, το ίδιο μαρτύριο…
Ήπιε μια γουλιά ουίσκι…
Γέμισε το στόμα της με το υγρό ποτό…
Συνειρμικά οδηγήθηκε σε άλλες μεθόδους πλήρωσης της στοματικής της κοιλότητας…
Ήπιε κι’ άλλο…
Ένωσε τα πόδια της…
Έσφιξε το κορμί της…
Τεντώθηκε…
Το κορμί σε πλήρη έκταση…
Πέταξε το τσιγάρο στο πάτωμα…
Ήθελε τα χέρια της ελεύθερα…
Συνέχισε να σφίγγει το κορμί της περισσότερο…
Ήθελε να βάλει το χέρι της ανάμεσα στα πόδια της…
Και μόνο η σκέψη της κίνησης την ερέθιζε…
Όλο και πιο πολύ…
Την ερέθιζε…
Όλο και πιο πολύ…
Ένοιωθε το στήθος της να φουσκώνει…
Της πίεζε την μπλούζα…
Τόλμησε να περάσει τα δάχτυλά της από επάνω του…
Δύο εξογκώματα την έκαναν να ριγήσει από ηδονή όταν τα ακούμπησε…
Μικρές κραυγές ηδονής ξεχύθηκαν από τον λαιμό της, όταν κατέβαζε αργά το χέρι της στην κοιλιά της…
Πίεσε το σώμα της κι’ άλλο…
Ήθελε να πλημμυρίσει από ηδονή κάθε σπιθαμή του κορμιού της…
Το κατάφερε…
Φώναξε…
Όπως δεν είχε ξαναφωνάξει ποτέ…
Ένοιωσε όπως δεν είχε ξανανιώσει ποτέ…
Έμεινε όπως ήταν…
Την πήρε ο ύπνος εξαντλημένη από την προσπάθεια…
Ξύπνησε το επόμενο πρωινό…
Σηκώθηκε, έκανε ένα μπάνιο, ντύθηκε και έφυγε για το γραφείο…
Στο δρόμο ένοιωθε τα βλέμματα των αντρών επάνω της…
Δεν της φάνηκε παράξενο…
Και η ίδια ένοιωθε διαφορετικά…
Ένοιωθε το πάθος της να ζωγραφίζεται στο πρόσωπό της…

Εγώ, απλά γράφω…


Πάντα πρέπει να είχα μέσα μου, την ανάγκη να γράψω…
Πάντα πρέπει να είχα μέσα μου, την πολυτέλεια να σκέφτομαι ιστορίες ανθρώπων και να τις πλάθω στα μέτρα και στα σταθμά τα δικά μου…
Θέλεις γιατί κινηματογραφόφιλος από παιδί κατέγραφα στο υποσυνείδητό μου κάθε σκηνή και χαρακτήρα που έβλεπα…
Θέλεις γιατί κυλούσε στο αίμα μου το ελληνικό τραγούδι και οι ιστορίες που αυτό εξιστορούσε…
Θέλεις γιατί παρατηρούσα τα πάντα γύρω μου με μία διάθεση περιέργειας και σχολιασμού…
Θέλεις γιατί είχα ένα τόνο σνομπισμού και υπεροψίας για όλους τους γύρω μου…
Δεν ξέρω…
Αυτό που ξέρω είναι ότι κατάφερα στα 37 μου χρόνια να μπορώ να περάσω ‘στο χαρτί’ τις σκέψεις και τις εμμονές μου…
Και δεν έχω λίγες…
Υπήρχαν εκεί…
Μου τριβέλιζαν το μυαλό και έψαχναν την κατάλληλη στιγμή να βγουν…
Να απλωθούν και να γεμίσουν την σκέψη και το χαρτί μου…
Ίσως να έψαχναν την κατάλληλη συναισθηματική φόρτιση…
Ίσως να περίμενα το αστεράκι μου
Μπορεί…
Πρέπει να της αποδώσω τα εύσημα, γιατί με βοήθησε να καταλάβω τον εαυτό μου, με βοήθησε να καταλάβω γιατί η γη γυρίζει γύρω μου, έτσι όπως γυρίζει, γιατί αγαπάω τόσο πολύ τις γυναίκες…
Πρέπει να της αποδώσω τα εύσημα, γιατί με ανέχεται ώρες ατελείωτες στις συνομιλίες μας, στους καυγάδες μας, στα ‘δύσκολά’ μας…
Πάνω απ’ όλα, πρέπει να της δώσω τα εύσημα γιατί πίστεψε σε μένα…
Και δεν είμαι εύκολος άνθρωπος…
Μάλλον το αντίθετο…
Αλλά αυτό, δεν το λέμε πιο έξω…
Κατά καιρούς, ασχολήθηκα με τον εαυτό μου…
Είπα τα στραβά του και τα καλά του…
Ανοίχτηκα και εκτέθηκα…
Ίσως να με ενοχλούσε τότε…
Όμως, δεν με ενοχλεί τώρα…
Δεν έχω να φοβηθώ τίποτα…
Είμαι ένας άνθρωπος με πάθη και πόθους…
Προσωπικά μου στοιχεία και δεδομένα περνάνε μέσα από τις ιστορίες μου…
Βασικά, είμαι ένας καθημερινός άνθρωπος μέσα σε τόσους άλλους…
Είμαι ένας Γιώργος, μεταξύ πολλών συνονόματων…
Αντ’ εμού, θα αφήσω να μιλήσουν οι λέξεις, οι προτάσεις, οι παράγραφοι…
Αυτές, μπορούν να τα πουν καλύτερα…
Αυτές, ξέρουν καλύτερα…
Εγώ δεν είμαι τίποτα μπροστά τους…
Εγώ, απλά γράφω…

(Ταλαντεύτηκα πως θα ονομάτιζα το συγκεκριμένο post. Ήμουν ανάμεσα σε δύο τίτλους. Ο ένας, είναι αυτός που τελικά καθορίζει το συγκεκριμένο κείμενο. Ο άλλος, είναι αυτός που ίσως καθορίσει μία άλλη μου περιπλάνηση. Ο άλλος τίτλος είναι: ‘Αντί προλόγου’)

(‘Portrait of A Man’ by Tamara de Lempicka)

‘Αγγελος…


Μην προσπαθείς να μου βάλεις ψεύτικα φτερά…
Δεν θα μάθω ποτέ να πετάω…
Μην προσπαθείς να με βοηθήσεις στο πέταγμα…
Δεν θα μάθω ποτέ να φοβάμαι…
Μην προσπαθείς να με ανεβάσεις ψηλά…
Δεν θα μάθω ποτέ να μαθαίνω να πέφτω…
Δείχνε μου μόνο τα μάτια σου…
Για να μπορώ να διακρίνω την προσδοκία σου…
Δείχνε μου μόνο τα μάτια σου…
Για να μπορώ να διακρίνω την εμπιστοσύνη σου…
Δείχνε μου μόνο τα μάτια σου…
Για να μπορώ να διακρίνω την λύτρωσή μου…

(‘Angel’ by Anatoli Melechko)

Κενό χθες…

Άνοιγε την καρδιά της και σπάραζε…
Μιλούσε και πονούσε…
Ένοιωθες την πίκρα της…
Ζούσες τον χαμό της…
Ζούσες την ζωή της και πονούσες και ‘συ…
Σίγουρα είχε ένα ιδιαίτερο τρόπο να στο μεταδίδει…
Έμφυτος ή επίκτητος;;;
Μάλλον επίκτητος…
Μετά από τόσο δράμα ζωής, μαθαίνεις να το περιγράφεις έτσι ακριβώς όπως το έζησες…
Σαν ένα δράμα που σε έχει στιγματίσει…
Σαν ένα δράμα που το έχεις βιώσει και δεν αντέχεις άλλο να το βιώνεις…
Σαν ένα παράλληλο εαυτό σου…
Κομμάτι δικό σου και της ζωής σου…
Για να μην πούμε η ίδια η ζωή σου…
Σε πνίγει και σε βυθίζει…
Τα χέρια στο λαιμό δικά σου…
Τα δικά σου χέρια…
Η θάλασσα που βυθίζεσαι δική σου…
Το μυαλό σου, η υπόστασή σου…
Αμφιβάλλεις για σένα και για το τι είσαι…
Και γι’ αυτό ο γλυτωμός δύσκολος…
Γλυτωμός…
Σου ακούγεται δύσκολη, ακατόρθωτη πράξη…
Σκέψεις ανάκατες, συμπληρωματικές, αυτούσιες…
Όλες μαζί και η κάθε μία χωριστά…
Πέρναγε από το ένα θέμα στο άλλο, χωρίς λογική συνέχεια για σένα που άκουγες…
Εξιστορούσε τα γεγονότα, βάσει των συναισθηματικών δεδομένων και ερεθισμάτων…
Μόρφαζε τις στιγμές του πόνου, γελούσε τις στιγμές της χαράς…
Σαν ένας πρωταγωνιστής σε θεατρική παράσταση…
Μία βιωματική παράσταση…
Μονόπρακτο…
Σκηνοθέτης και πρωταγωνιστής η ίδια…
Πρόσεχε την κάθε κουβέντα που έλεγε…
Όχι γιατί ήθελε να την διατυπώσει σωστά…
Ήθελε να δώσει το νόημα του πόνου σωστά…
Ήθελε να σε κάνει κοινωνό του δράματος σωστά…
Τίμια και συνειδητά…
Για να μην γυρίσεις να πεις ότι ‘παίζει’ με σένα…
Για να μην αισθανθείς, ούτε μία στιγμή, ότι αυτό που σου λέει δεν είναι αλήθεια…
Έκλαιγε και φώναζε…
Εκλιπαρούσε…
Όχι για λύπηση…
Για κατανόηση και επιβεβαίωση…
Των αισθημάτων και των στιγμών της…
Της ζωής της…
Ζητούσε κάθαρση…
Ζητούσε έναν ‘από μηχανής θεό’ να μπορέσει να σώσει ‘την παρτίδα’ της ζωής της…
Και ‘σκότωνε’ τον εαυτό της κάθε φορά για να το πετύχει…
Δεν κρατούσε τίποτα για την ίδια…
Όλα τα έδινε, όλα τα παραχωρούσε…
Για ένα καινούργιο ξεκίνημα…
Για ένα καινούργιο αύριο…
Για να μπορέσει να έχει ένα κενό χθες…

(‘The Woman’ by Rabi Khan)

Οι τρεις τους…


Ξημέρωσε Σάββατο…
Σηκώθηκε πρωί, πλύθηκε, έβαλε τα πρόχειρα ρούχα που είχε για δουλειές, έφτιαξε ένα καφέ στα γρήγορα, έκανε ένα τσιγάρο, επίσης στα γρήγορα, και ξεκίνησε να κάνει δουλειές…
Έβαλε και ραδιόφωνο…
Δουλειές μετά μουσικής…
Το καλύτερό της…
Το είχε αποφασίσει από καιρό, αλλά το ανέβαλε, επίσης, από πολύ καιρό…
Τώρα τελευταία, εύρισκε εύκολα δικαιολογίες να αναβάλλει δουλειές, συζητήσεις…
Δεν έπαιρνε άλλο όμως…
Το σπίτι έμοιαζε βομβαρδισμένο και δεν μπορούσε να ζει άλλο εκεί μέσα, στην κατάσταση που ήταν…
Ήθελε ο χώρος της να ήταν καθαρός και συμμαζεμένος…
Τουλάχιστον αυτός…
Ξεκίνησε με τα μπαλκόνια, αέρισε τα σκεπάσματά της, ξεσκόνισε, σκούπισε, σφουγγάρισε…
Κάπου-κάπου, έκανε και ένα διάλλειμα για τσιγάρο και για μια γουλιά καφέ…
Η ώρα περνούσε…
Έπιασε να φτιάχνει τις στοίβες με τα περιοδικά, τις εφημερίδες και τους λογαριασμούς…
Βρήκε μία τσάντα χωμένη ανάμεσα σε περιοδικά…
Μία τσάντα με φωτογραφίες…
Διερωτήθηκε από πότε τις έχει εκεί μέσα…
Τις πήρε, κάθισε στο τραπέζι, πήρε τον καφέ και τα τσιγάρα της…
Ευκαιρία να κάνει ένα ακόμη διάλλειμα…
Ξεκίνησε να κοιτάει τις φωτογραφίες, αφού πρώτα είχε ανάψει το τσιγάρο της…
Ήταν από εκείνη την εκδρομή που είχαν πάει, όλη η παρέα, στην Αράχοβα…
Φωτογραφίες ανεμελιάς και ξενοιασιάς…
Είδε εκείνη που ήταν με την Αφροδίτη και πετούσε η μία στην άλλη χιονόμπαλες…
Και εκείνη που ήταν ο Δημήτρης, το αγόρι της, που έφτιαχνε ένα χιονάνθρωπο, μέσα στο κακό του το χάλι…
Κι’ άλλες, κι’ άλλες…
Και εκείνη…
Που ήταν αυτή, ο Δημήτρης και ο Ορέστης…
Το τρίο…
Και στη φωτογραφία και στη ζωή…
Διερωτήθηκε που ήταν ο Ορέστης και δεν της είχε τηλεφωνήσει από το πρωί…
Είχε ξεχαστεί με τις δουλειές και δεν κατάλαβε πως πέρασε η ώρα…
Ξανακοίταξε την φωτογραφία…
Οι τρεις τους…
Από εδώ ο ‘άντρας μου’, από εκεί το ‘αίσθημά μου’…
Αυτή στη μέση, οι άντρες της δεξιά και αριστερά…
Αγκαλιασμένοι…
Ένα παράξενο δέσιμο…
Ο παραλογισμός σε όλο του το μεγαλείο…
Ο Δημήτρης της…
Ήταν αισθηματίας, γλυκός, τρυφερός…
Τις φερόταν καλά, την αγαπούσε…
Την προστάτευε, την έκανε να νοιώθει σιγουριά…
Ο Δημήτρης της πρόσφερε μέλλον…
Της πρόσφερε σπίτι, οικογένεια…
Της τα πρόσφερε ως δεδομένο…
Ήταν και είναι το δεδομένο της…
Από την άλλη ο Ορέστης…
Της;;;
Δεν ήξερε…
Κανένας και καμιά δεν ήξερε αν ποτέ ο Ορέστης θα είχε κάποια να τον προσφωνεί με κτητική αντωνυμία ή αν ποτέ ο Ορέστης δεχόταν να γίνει κτήμα κάποιας…
Ελεύθερος σκοπευτής…
Αυτό ήταν…
Αυτό τραβούσε τις γυναίκες γύρω του σαν μαγνήτης…
Αυτό τράβηξε και εκείνη κοντά του…
Ήξερε για την σχέση της με τον Δημήτρη…
Ήξερε ότι ποτέ δεν θα άφηνε αυτή τον Δημήτρη για τον Ορέστη…
Όροι δεδομένοι και απαράβατοι…
Όμως, ο Ορέστης την έκανε να νοιώθει γυναίκα, την έκανε να νοιώθει θηλυκό…
Και αυτό ζητούσε από εκείνον…
Τίποτε άλλο…
Ζητούσε να γευτεί την γλύκα της φύσης της…
Αυτή που ποτέ δεν είχε γευτεί…
Της έκαιγε το κορμί το χάδι του…
Όταν τις χάιδευε το λαιμό, το στήθος, την κοιλιά…
Όταν έμπαινε μέσα της και την έκανε δική του…
Δική του μόνο στο κορμί…
Όχι στο μυαλό…
Όχι στην ψυχή…
Το είχε ξεκαθαρίσει μέσα της…
Ο Ορέστης είχε μόνο το κορμί της…
Και τίποτε άλλο…
Ψυχρά και σκληρά…
Τίποτε άλλο…
Ο Ορέστης αντιπροσώπευε την παρένθεση…
Η πρόταση και το κείμενο ήταν ο Δημήτρης…
Έτσι τα είχε στο μυαλό της…
Έτσι τα είχε στη ζωή της…
Έτσι ήταν και στη φωτογραφία…
Όλοι μαζί και ο καθένας να ορίζει τη ζωή του και τις σχέσεις του με τον άλλο…
Δεν είχε μέλλον με τον Ορέστη…
Είχε μόνο παρόν…
Μόνο…
Ήπιε μια γουλιά καφέ…
Άναψε κι’ άλλο τσιγάρο…
Σήκωσε το τηλέφωνο και σχημάτισε τον αριθμό του Δημήτρη…
Ήταν μαζί με τον Ορέστη…
Κανόνιζαν για το βράδυ…
Ο Ορέστης θα έφερνε και μία καινούργια κοπέλα μαζί του…
Χαιρετήθηκαν και συμφώνησαν να τα πούνε αργότερα…
Έφτασε μήνυμα στο κινητό της…
Ήταν από τον Ορέστη…
Της έλεγε ότι θα περάσει σε καμιά ώρα από εκεί…
Άναψε θερμοσίφωνα για να κάνει μπάνιο…

(‘Lady with Fan’ by Gustav Klimt)

Χαρισμένο…

Ανεμολόγιο

Έβγαλε βρώμα η ιστορία ότι ξοφλήσαμε
είμαστε λέει το παρατράγουδο στα ωραία άσματα
και επιτέλους σκασμός οι ρήτορες πολύ μιλήσαμε
στο εξής θα παίζουμε σ’ αυτό το θίασο μόνο ως φαντάσματα

Κάτω οι σημαίες στις λεωφόρους που παρελάσαμε
άλλαξαν λέει τ’ ανεμολόγια και οι ορίζοντες
μας κάνουν χάρη που μας ανέχονται και που γελάσαμε
τώρα δημόσια θα έχουν μικρόφωνο μόνο οι γνωρίζοντες

Βγήκαν δελτία και επισήμως ανακοινώθηκε
είμαστε λάθος μες το κεφάλαιο του λάθος λήμματος
ο σάπιος κόσμος εκεί που σάπιζε ξανατονώθηκε
κι οι εξεγέρσεις μας είναι εν γένει εκτός του κλίματος

Δήλωσε η τσούλα η ιστορία ότι γεράσαμε
τις εμμονές μας περισυλλέγουνε τα σκουπιδιάρικα
όνειρα ξένα ράκη αλλότρια ζητωκραυγάσαμε
και τώρα εισπράττουμε απ’ την εξέδρα μας βροχή δεκάρικα

Ξέσκισε η πόρνη η ιστορία αρχαία οράματα
τώρα για σέρβις μας ξαποστέλνει και για χαμόμηλο
την παρθενιά της επανορθώσαμε σφιχτά με ράμματα
την κουβαλήσαμε και μας κουβάλησε στον ανεμόμυλο

Χαρισμένο στους ανθρώπους, που βίωσαν την ‘ιδεολογία’ και δεν την έκαναν καραμέλα στα χείλη, για να μπορούν να εντυπωσιάσουν ή να ‘ρίξουν’ γυναίκα…
Χαρισμένο στους ανθρώπους, που η ζωή τους έκανε μάρτυρες…
Χαρισμένο στους ανθρώπους, που πάλεψαν για ένα διαφορετικό μέλλον, πετυχαίνοντας ή όχι…
Χαρισμένο στους ανθρώπους, που πιστεύουν ότι η Ιστορία μπορεί να είναι τσούλα, αλλά πάλεψαν να γραφτούν στα κουρέλια της…
Χαρισμένο απλά…
Στους Ανθρώπους…

(στίχοι: Κώστας Τριπολίτης)

Συνείδηση…


– Εγώ δεν δαγκώνω, μόνο γαβγίζω…
– Και ποιος σου είπε ότι είναι καλύτερο;;;
– Είσαι κακός…
– Έμαθα να επιβιώνω…
– Και πως το κατάφερες αυτό;;;
– Αποφεύγω τις κακοτοπιές…
– Λακίζεις;;;
– Προσέχω…
– Δειλός;;;
– Αμάθητος…
– Και η συνείδησή σου τι λέει;;;
– Είναι ήρεμη και κοιμάται. Λες να την πειράζει;;;
– Όχι…
– Αυτό λέω και ‘γω…
– Εγώ δεν είμαι έτσι…
– Από τη στιγμή που δεν δαγκώνεις, και ‘συ έτσι είσαι. Μία ήρεμη και κοιμισμένη συνείδηση…

(‘Guardians of the Secret’ by Jackson Pollock)

Μύθοι ψυχής…


Κοίταξε το ρολόι της…
Είχε πάει ήδη 14.30…
Θα έφευγε σε μία ώρα…
Πάει και η σημερινή μέρα, σκέφτηκε…
Όπως και κάθε μέρα εργάσιμη…
Στην υπηρεσία της, τόσα χρόνια, η ίδια κατάσταση…
Ο χρόνος πέρναγε, ήρεμα κι απλά…
Τελικός στόχος η συνταξιοδότηση…
‘Εμείς γι’ αλλού κινήσαμε, αλλού η ζωή μας πάει’ σιγοτραγούδησε…
Σηκώθηκε από την καρέκλα της και κατευθύνθηκε στο παράθυρο που βρισκόταν πίσω της…
Ευτυχώς που υπήρχε και αυτό το παράθυρο και έβλεπε και λίγο έξω…
Έβλεπε φως φυσικό…
Τουλάχιστον…
Το παράθυρο έβλεπε τον ακάλυπτο…
Τον ίδιο ακάλυπτο που μοιραζόντουσαν άλλα δύο κτίρια…
Μία πολυκατοικία και ένα κτίριο γραφείων μιας πολυεθνικής εταιρείας…
Επικέντρωσε το βλέμμα της στο κτίριο γραφείων…
Αναμφίβολα, είχε μεγαλύτερο ενδιαφέρον απ’ ότι η πολυκατοικία…
Άνθρωποι, πήγαιναν και ερχόντουσαν στους διαδρόμους του…
Άνθρωποι που έδιναν ζωή σε κείνο το άψυχο κατασκεύασμα…
Άνθρωποι με αντίστοιχες ζωές με τη δική της…
Καθόταν, πολλές φορές, και προσπαθούσε να φανταστεί τις ιστορίες του καθενός…
Προσπαθούσε από την όψη τους, από το βλέμμα τους, από το βάδισμά τους να φανταστεί τις ζωές τους…
Να πλάσει ιστορίες και μύθους για τον καθένα…
Πολλές φορές, τις κατέγραφε αυτές τις ιστορίες, αυτές τις ζωές…
Προσπαθούσε να τις κάνει ενδιαφέρουσες…
Προσπαθούσε να τους δώσει στοιχεία που έλλειπαν από τη δική της ζωή, για να αποκτήσει ενδιαφέρον και η δική της ζωή…
Ζούσε μέσα από τις ζωές των άλλων…
Από τις ζωές που δημιουργούσε στην φαντασία της…
Έκλεβε ζωές για να μπορεί να έχει περίσσευμα από τη δική της…
Και να!!!
Απέναντι, είδε κάτι ενδιαφέρον…
Ήταν ένας κύριος, καλοντυμένος, κουστουμαρισμένος, με ένα κινητό στο χέρι…
Μιλούσε και κινιόταν…
Σαν να χόρευε…
Αμέσως, το μυαλό της βρήκε μία ‘πιπεράτη’ ιστορία για τη συγκεκριμένη σκηνή…
‘Σίγουρα’, σκέφτηκε, ‘μιλάει με την ερωμένη του’…
‘Φαίνεται από το βλέμμα του. Δεν μπορεί να είναι επαγγελματικό αυτό το τηλέφωνο. Έχει γλυκάνει όλη του η έκφραση. Ούτε από τη γυναίκα του. Αυτή θα την ξεπέταγε στα γρήγορα. Δεν ξέρω εγώ; Είναι σίγουρα ‘παράνομο’ τηλεφώνημα. Από την άλλη, κινείται χορευτικά. Χορεύει τον έρωτά του και το δείχνει. Χαίρεται.’ συνέχισε την σκέψη της…
Οι πιθανότητες να ήταν έτσι τα πράγματα, ήταν μισές – μισές…
Το ήξερε, αλλά δεν την ενοχλούσε…
Εξάλλου, σε κάθε ιστορία υπάρχει μία μυθοπλασία, ένα στοιχείο εντυπωσιασμού…
Κάθισε στον υπολογιστή της…
Θα το έκανε post στο προσωπικό της blog…
Κάθισε και ξεκίνησε να γράφει…
Της έβγαινε καλό το κείμενο…
Το εμπλούτισε με στοιχεία από τη δική της ζωή…
Το εμπλούτισε με στοιχεία από τον τρόπο που θα ήθελε να της κάνουν έρωτα…
Το εμπλούτισε με την ίδια…
Με την ίδια μιλούσε στην άλλη άκρη της γραμμής, εκείνος ο καλοντυμένος κύριος…
Με την ίδια μιλούσε, χόρευε και έκανε έρωτα αυτός ο κύριος…
Δεν του έδωσε όνομα…
Ήθελε ανωνυμία, ήθελε μυστήριο…
Ήθελε μύθο…
Χτύπησε το τηλέφωνο του γραφείου της…
Τραντάχτηκε…
Το έπιασε με λαχτάρα…
Ήταν ο άντρας της…
Θα αργούσε να σχολάσει και έπρεπε αυτή να περάσει να πάρει τα μικρά από την πεθερά της…
Του είπε ότι δεν θα αργούσε να φύγει…
Σε μισή ώρα…
Ξαναγύρισε στο μύθο της, έστω και για μισή ώρα…

(‘Soil & Soul’ by Rabi Khan)

Λανθάνον σκηνικό…


Είμαι μόνος…
Το σπίτι άδειο…
Εσύ πουθενά…
Φωνάζω το όνομά σου…
Η ηχώ της φωνής μου, χτυπάει στους τοίχους, στα τζάμια, στα έπιπλα…
Γυρίζει πίσω σε μένα…
Με χτυπάει με δύναμη…
Δεν ξέρω αν πονά περισσότερο το χτύπημα ή η απουσία σου…
Μου έλεγες ότι πρέπει να την συνηθίσω…
Μου έλεγες ότι δεν μπορεί να γίνει διαφορετικά…
Φωνάζω δυνατότερα το όνομά σου…
Για να πάρω μεγαλύτερο πόνο από το χτύπημα του αντίλαλου…
Πλημμυρίζουν τ’ αυτιά μου και το μυαλό μου από το όνομά σου…
Χαίρονται που πονάνε για σένα, έχοντας το όνομά σου εισβολέα μέσα τους…
Ερμηνεύω τις σκέψεις μου και σε όλες βρίσκεσαι εσύ…
Ψεκάζω το χώρο με το άρωμα που σου αρέσει…
Δημιουργώ τεχνητές αναπνοές από την μυρωδιά σου…
Η ακοή μου, έχει εσένα…
Η όσφρησή μου, έχει εσένα…
Κλείνω τα μάτια, για να κοροϊδέψω την όραση…
Σφίγγω τα χέρια, για να παραπλανήσω την αφή…
Την γεύση δεν μπορώ να την κοροϊδέψω, δυστυχώς…
Θέλει απτές αισθητήριες κενώσεις…
Το λανθάνον σκηνικό της παρουσίας σου, παραμένει λανθάνον…
Καλύτερα, σκέφτομαι…
Έτσι, μου λείπεις περισσότερο…
Έτσι, σε χρειάζομαι περισσότερο…

(‘Echo’ by T. C. Jackson)