Ένα Κυριακάτικο πρωινό…


Άνοιξε τα μάτια της και κοίταξε το χώρο γύρω…
Ίδιος και απαράλλαχτος…
Δικός της μεν, ίδιος και απαράλλαχτος δε…
Πόσο καιρό είχε να ξυπνήσει σε ένα άλλο χώρο, εκτός του δικού της…
Κοίταξε δίπλα της στην άδεια θέση στο διπλό κρεβάτι της…
Παρέμενε άδεια…
Είχε καιρό αυτή η θέση να δεχτεί καταληψία…
Είχε καιρό να ξυπνήσει με το πρόσωπο κάποιου άλλου πλάι της…
Να μυρίσει την μυρωδιά ενός άλλου κορμιού δίπλα της…
Να κρατήσει την μυρωδιά ενός άντρα μέσα της, ένα ολόκληρο βράδυ…
Η κολλητή της, της είχε πάρει τ’ αυτιά…
Να βρει άντρα, να κάνει σχέση…
‘Τέτοια κουκλάρα, δεν έπρεπε να μένει μόνη’ της έλεγε…
Πόσο μάταια τα άκουγε όλα αυτά…
Πόσο μάταιες όλες αυτές οι παραινέσεις…
Και να ήταν μόνο η κολλητή της που την έπρηζε;;;
Κάτι η μάνα της, κάτι ο πατέρας της, κάτι ο αδερφός της…
Όλοι…
Και κανένας δεν την καταλάβαινε…
Κανένας δεν έμπαινε στη διαδικασία να την καταλάβει…
Αυτή δεν ήθελε;;;
Απλά, δεν μπορούσε αυτή τη χρονική στιγμή…
Δεν είχε ξεπεράσει την προηγούμενη σχέση της…
Δεν είχε ξεπεράσει το δυνατό στραπάτσο που είχε φάει…
Θα μου πεις, είχε περάσει κοντά ένας χρόνος…
Πόσο ακόμα θα μοιρολογάει;;;
Πόσο ακόμα θα κλαίει την χαμένη της ζωή;;;
Πόσο ακόμα θα πονάει για δύο;;;
Για δύο…
Αυτή πάλεψε για δύο…
Έτσι πίστευε…
Όμως ήταν η μόνη από τους δύο…
Ήταν η μόνη που το έκανε…
Αυτός, απλά αποφάσισε…
Όπως πάντα…
Χωρίς να δώσει εξήγηση…
Έτσι πίστευε…
Σηκώθηκε, πήγε στο μπάνιο, πλύθηκε…
Πήγε στην κουζίνα, έβαλε στον βραστήρα νερό…
Έφτιαξε καφέ και κουλουριάστηκε στην πολυθρόνα να τον πιεί…
Αποφάσισε να τον πιεί, χωρίς να σκεφτεί τίποτα…
Είχε κουραστεί να σκέφτεται…
Εξάλλου, περισσότερες σκέψεις, δεν είχαν νόημα…
Πόσο ακόμη…
Έβλεπε να χάνει την ουσία…
Να χάνει το στόχο της…
Έτσι κι’ αλλιώς, οι απαντήσεις που είχαν να δοθούν, είχαν δοθεί από καιρό…
Αναμασούσε τα δεδομένα…
Έμπαινε σε δαιδαλώδης δρόμους σκέψεων που δεν την οδηγούσαν πουθενά…
Αυτό που έπρεπε να κάνει, ήταν να ενεργοποιήσει τα ‘εγωιστικά αντανακλαστικά’ της…
Αυτά για τα οποία ενοχοποιούταν από εκείνον, τώρα να τα κάνει πράξη…
Βέβαια, αυτό το είχε πει πολλές φορές…
Ποτέ όμως δεν το είχε κάνει…
Πάλι πρόδωσε τον εαυτό της, συνειδητοποίησε…
Σκεφτόταν…
Πάλι την κατάσταση…
Πάλι αυτόν…
Τι να κάνει άραγε;;;
Τέτοια πρωινά, έπινε τον καφέ του διαβάζοντας εφημερίδα…
Θα κάνει το ίδιο και τώρα ή θα είναι κάπου με παρέα;;;
Αντρική ή γυναικεία;;;
Η σκέψη της γυναικείας παρέας την έκανε να νοιώθει άσχημα…
Πολύ άσχημα…
Έψαξε το κινητό της…
Θα του έκανε μία κλήση με απόκρυψη…
Τουλάχιστον θα τον άκουγε…
Και ίσως καταλάβαινε που ήταν…
Κάλεσε το νούμερο του σπιτιού του…
Χτύπησε μία, δύο τρεις, τέσσερις, πέντε φορές…
Χτύπησε πολλές…
Καμία απάντηση…
Έκλεισε…
Ξαναπήρε…
Μήπως ήταν στο μπάνιο και δεν απάντησε…
Πάλι το ίδιο σκηνικό…
Πάλι η ίδια ανακατωσούρα μέσα της…
Πάλι το ίδιο σκίσιμο των σωθικών της…
Έκλεισε το κινητό…
Κουλουριάστηκε περισσότερο στην πολυθρόνα…
Έβαλε τα κλάματα…
Έκλαψε πολύ…
Για την κατάντια της…
Για την απουσία του…
‘Που είσαι αγόρι μου;’ φώναξε και περισσότερα κλάματα εμφανίστηκαν στο πρόσωπο…
Καυτά και πονεμένα…
Όπως κάθε δάκρυ που αυλάκωνε το πρόσωπό της…
Καυτό και πονεμένο…

(‘Femme a Tete De Roses’ by Salvador Dali)