Οι τρεις τους…


Ξημέρωσε Σάββατο…
Σηκώθηκε πρωί, πλύθηκε, έβαλε τα πρόχειρα ρούχα που είχε για δουλειές, έφτιαξε ένα καφέ στα γρήγορα, έκανε ένα τσιγάρο, επίσης στα γρήγορα, και ξεκίνησε να κάνει δουλειές…
Έβαλε και ραδιόφωνο…
Δουλειές μετά μουσικής…
Το καλύτερό της…
Το είχε αποφασίσει από καιρό, αλλά το ανέβαλε, επίσης, από πολύ καιρό…
Τώρα τελευταία, εύρισκε εύκολα δικαιολογίες να αναβάλλει δουλειές, συζητήσεις…
Δεν έπαιρνε άλλο όμως…
Το σπίτι έμοιαζε βομβαρδισμένο και δεν μπορούσε να ζει άλλο εκεί μέσα, στην κατάσταση που ήταν…
Ήθελε ο χώρος της να ήταν καθαρός και συμμαζεμένος…
Τουλάχιστον αυτός…
Ξεκίνησε με τα μπαλκόνια, αέρισε τα σκεπάσματά της, ξεσκόνισε, σκούπισε, σφουγγάρισε…
Κάπου-κάπου, έκανε και ένα διάλλειμα για τσιγάρο και για μια γουλιά καφέ…
Η ώρα περνούσε…
Έπιασε να φτιάχνει τις στοίβες με τα περιοδικά, τις εφημερίδες και τους λογαριασμούς…
Βρήκε μία τσάντα χωμένη ανάμεσα σε περιοδικά…
Μία τσάντα με φωτογραφίες…
Διερωτήθηκε από πότε τις έχει εκεί μέσα…
Τις πήρε, κάθισε στο τραπέζι, πήρε τον καφέ και τα τσιγάρα της…
Ευκαιρία να κάνει ένα ακόμη διάλλειμα…
Ξεκίνησε να κοιτάει τις φωτογραφίες, αφού πρώτα είχε ανάψει το τσιγάρο της…
Ήταν από εκείνη την εκδρομή που είχαν πάει, όλη η παρέα, στην Αράχοβα…
Φωτογραφίες ανεμελιάς και ξενοιασιάς…
Είδε εκείνη που ήταν με την Αφροδίτη και πετούσε η μία στην άλλη χιονόμπαλες…
Και εκείνη που ήταν ο Δημήτρης, το αγόρι της, που έφτιαχνε ένα χιονάνθρωπο, μέσα στο κακό του το χάλι…
Κι’ άλλες, κι’ άλλες…
Και εκείνη…
Που ήταν αυτή, ο Δημήτρης και ο Ορέστης…
Το τρίο…
Και στη φωτογραφία και στη ζωή…
Διερωτήθηκε που ήταν ο Ορέστης και δεν της είχε τηλεφωνήσει από το πρωί…
Είχε ξεχαστεί με τις δουλειές και δεν κατάλαβε πως πέρασε η ώρα…
Ξανακοίταξε την φωτογραφία…
Οι τρεις τους…
Από εδώ ο ‘άντρας μου’, από εκεί το ‘αίσθημά μου’…
Αυτή στη μέση, οι άντρες της δεξιά και αριστερά…
Αγκαλιασμένοι…
Ένα παράξενο δέσιμο…
Ο παραλογισμός σε όλο του το μεγαλείο…
Ο Δημήτρης της…
Ήταν αισθηματίας, γλυκός, τρυφερός…
Τις φερόταν καλά, την αγαπούσε…
Την προστάτευε, την έκανε να νοιώθει σιγουριά…
Ο Δημήτρης της πρόσφερε μέλλον…
Της πρόσφερε σπίτι, οικογένεια…
Της τα πρόσφερε ως δεδομένο…
Ήταν και είναι το δεδομένο της…
Από την άλλη ο Ορέστης…
Της;;;
Δεν ήξερε…
Κανένας και καμιά δεν ήξερε αν ποτέ ο Ορέστης θα είχε κάποια να τον προσφωνεί με κτητική αντωνυμία ή αν ποτέ ο Ορέστης δεχόταν να γίνει κτήμα κάποιας…
Ελεύθερος σκοπευτής…
Αυτό ήταν…
Αυτό τραβούσε τις γυναίκες γύρω του σαν μαγνήτης…
Αυτό τράβηξε και εκείνη κοντά του…
Ήξερε για την σχέση της με τον Δημήτρη…
Ήξερε ότι ποτέ δεν θα άφηνε αυτή τον Δημήτρη για τον Ορέστη…
Όροι δεδομένοι και απαράβατοι…
Όμως, ο Ορέστης την έκανε να νοιώθει γυναίκα, την έκανε να νοιώθει θηλυκό…
Και αυτό ζητούσε από εκείνον…
Τίποτε άλλο…
Ζητούσε να γευτεί την γλύκα της φύσης της…
Αυτή που ποτέ δεν είχε γευτεί…
Της έκαιγε το κορμί το χάδι του…
Όταν τις χάιδευε το λαιμό, το στήθος, την κοιλιά…
Όταν έμπαινε μέσα της και την έκανε δική του…
Δική του μόνο στο κορμί…
Όχι στο μυαλό…
Όχι στην ψυχή…
Το είχε ξεκαθαρίσει μέσα της…
Ο Ορέστης είχε μόνο το κορμί της…
Και τίποτε άλλο…
Ψυχρά και σκληρά…
Τίποτε άλλο…
Ο Ορέστης αντιπροσώπευε την παρένθεση…
Η πρόταση και το κείμενο ήταν ο Δημήτρης…
Έτσι τα είχε στο μυαλό της…
Έτσι τα είχε στη ζωή της…
Έτσι ήταν και στη φωτογραφία…
Όλοι μαζί και ο καθένας να ορίζει τη ζωή του και τις σχέσεις του με τον άλλο…
Δεν είχε μέλλον με τον Ορέστη…
Είχε μόνο παρόν…
Μόνο…
Ήπιε μια γουλιά καφέ…
Άναψε κι’ άλλο τσιγάρο…
Σήκωσε το τηλέφωνο και σχημάτισε τον αριθμό του Δημήτρη…
Ήταν μαζί με τον Ορέστη…
Κανόνιζαν για το βράδυ…
Ο Ορέστης θα έφερνε και μία καινούργια κοπέλα μαζί του…
Χαιρετήθηκαν και συμφώνησαν να τα πούνε αργότερα…
Έφτασε μήνυμα στο κινητό της…
Ήταν από τον Ορέστη…
Της έλεγε ότι θα περάσει σε καμιά ώρα από εκεί…
Άναψε θερμοσίφωνα για να κάνει μπάνιο…

(‘Lady with Fan’ by Gustav Klimt)