Καλή Χρονιά & Χρόνια Καλά…


Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά
ψηλή μου δεντρολιβανιά…

Το καλαμάρι έγραφε
τη μοίρα μου την έγραφε…

Θα ακουστεί και πάλι αύριο…
Αύριο, σαν κάθε παραμονή Πρωτοχρονιάς…
Τότε, τώρα και πάντα…

Οι ευχές είναι βασικό συστατικό των εορτών…
Και ιδιαίτερα, όσες από αυτές είναι από καρδιάς…

Εύχομαι το 2007 να είναι ένα έτος που θα σηματοδοτήσει την απαρχή προσωπικών ευκαιριών για τον καθένα μας…
Μεγάλων ή μικρών δεν έχει σημασία, μα πάνω απ’ όλα ευκαιριών…
Να μας δώσει τη δυνατότητα να ζήσουμε τις προσωπικές μας οπτασίες…
Να ζήσουμε τους προσωπικούς μας μύθους…
Να ζήσουμε…
Λίγες ώρες μας χωρίζουν από την αλλαγή του χρόνου…
Εύχομαι όλα να σας πάνε καλά…
Όλα και όλοι…

Χρόνια μας Καλά…
Γεμάτα Υγεία και Ευτυχία…
Γεμάτα Έρωτα και Πάθος…
Γεμάτα από Εσάς, Εμάς και όσους Αγαπάτε και Αγαπάμε…

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ & ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ…

Γιώργος Μ.

Μήνυμα στο κινητό…


Το μήνυμα στο κινητό έγραφε:

Ποτέ μην προσπαθήσεις να αλλάξεις τον κόσμο.
Όσοι προσπάθησαν, έγιναν αγάλματα για κατάθεση στεφάνων…

Ποτέ μην προσπαθήσεις να αλλάξεις τον άλλο…
Όσοι προσπάθησαν, έμειναν μόνοι να κλαίνε πάνω από γκρεμίσματα…

Ποτέ μην προσπαθήσεις να αλλάξεις εσένα…
Όσοι προσπάθησαν, έχασαν ότι ήταν πραγματικά δικό τους: τους ίδιους…

Το διάβασε, γέλασε και το έσβησε…
Μπορεί να έπεφτε σε λάθος χέρια και να αφύπνιζε συνειδήσεις…

(‘Don Quixote’ by Pablo Picasso)

Φοβίες…


Εκείνος:
Σ’ αγαπώ ως τον ουρανό…

Εκείνη:
Χαμήλωσαν τ’ αστέρια ή πετάξαμε πολύ ψηλά;;;

Εκείνος:
Έχει σημασία;;;

Εκείνη:
Φοβάμαι ότι έχω κλειστοφοβία και φοβία στα ύψη…

(‘Up & Down’ by Maurits Cornelis Escher)

‘Κι ο κόσμος για να πεθάνεις’…


00.00 πμ.
Το μυαλό του γύρναγε σε παλιές στιγμές μαζί της…
Ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι και η οροφή του δωματίου έμοιαζε με θέατρο σκιών που έπαιζε το έργο της ζωής του μαζί της…
Ένα έργο με δύο πρωταγωνιστές και κανένα θεατή…
Πρωταγωνιστούσαν ο ένας για τον άλλο…
Για κανέναν άλλο…
Το τσιγάρο έκαιγε στα χείλη του…
Με τον καπνό που εξέπνεε, δημιουργούσε σχήματα για να εμπλουτίσει το σκηνικό…
Σαν σήματα καπνού σε ένα φανταστικό προορισμό…
Σήματα καπνού για προειδοποίηση ενός επερχόμενου κινδύνου, μιας επερχόμενης καταστροφής…

01.00 πμ.
Θυμήθηκε την πρώτη φορά που έκαναν έρωτα…
Σε εκείνο το δωμάτιο του χλιδάτου ξενοδοχείου…
Ήθελε να την εντυπωσιάσει με τους τρόπους και την ‘γνώση’ ζωής που είχε…
Τα είχε καταφέρει…
Και ένοιωθε πολύ υπερήφανος…
Τα μπουρνούζια και τα είδη προσωπικής περιποίησης που υπήρχαν μέσα στο μπάνιο του δωματίου, λειτούργησαν άψογα…
Του είχε δοθεί χωρίς αναστολές…
Της είχε δοθεί με επιφυλάξεις…

02.00 πμ.
Η βροχή συνέχιζε να μουρμουράει στο τζάμι της κρεβατοκάμαρας…
Το ‘έργο’ αποκτούσε ηχητική υπόκρουση…
Ντυνόταν με μουσική μονότονη και συνεχόμενη…
Σε ρυθμούς μείζονες και ελάσσονες…
Με ηχοχρώματα άχρωμα, διάφανα…

03.00 πμ.
‘Πήγε τρεις’ σκέφτηκε…
Τι να κάνει τώρα;;;
Που να είναι;;;
Με ποιον να είναι;;;
Έγειρε στο πλάι…
Δεν ήθελε το δάκρυ να του κάψει σε μεγάλη έκταση το πρόσωπο…

04.00 πμ.
Διάβαζε πολύ…
Του είχε προκαλέσει μεγάλη έκπληξη αυτό το γεγονός…
Δεν είχε την όψη γυναίκας που εντρυφούσε στο διάβασμα…
Της άρεσε η ποίηση…
Του απήγγειλε εκτεταμένα αποσπάσματα από Έλληνες ποιητής…
Μεγάλες της αγάπες ο Ελύτης και ο Λειβαδίτης…
Είχε κάνει κτήμα της και έννοια ζωής τους στίχους του Τάσου Λειβαδίτη:
‘Ένα σπίτι για να γεννηθείς
Ένα δέντρο για να ανασάνεις
Ένας στίχος για να κρυφτείς
Κι ο κόσμος για να πεθάνεις’

Δεν ήθελε πολλά στη ζωή της…
Συνειδητοποίησε ότι δεν της είχε δώσει ούτε αυτά τα λίγα…

05.00 πμ.
Του είχε διηγηθεί κάποτε, την σκηνή της συζήτησης ανάμεσα στην Ανέττα και στην Τζούλια από το ‘Μαγεμένη ψυχή’ του Romain Rolland…
Η διαπίστωση – θέση του Rolland ότι ‘οποιαδήποτε γυναίκα, ό,τι κι’ αν έχει περάσει, όταν συμβεί να ερωτευτεί αληθινά, ξαναγίνεται παρθένα’, τον είχε στιγματίσει…
Η γυναίκα που είχε στα χέρια του, το είχε κάνει πράξη…
Του το είπε έμμεσα…
‘Κι ο κόσμος για να πεθάνεις’…

06.00 πμ.
Το φως της ημέρας τον λύτρωσε με την λάμψη του…
Η οροφή του δωματίου έπαψε να φωτίζει ετερόφωτα την σκοτεινιά της ψυχής του με τη δική της έλλειψη φωτός…
Κοιμήθηκε εξαντλημένος…

(‘L’ Homme au Chapeau Melon’ by Rene Magritte)

Τα κάλαντα…


Παραμονή Χριστουγέννων…
Ξύπνησε με την αίσθηση του κορμιού της δίπλα του…
Της χάιδεψε την πλάτη…
Ήξερε ότι αυτή η κίνηση της άρεσε πολύ…
Την άκουσε να γουργουρίζει, σαν μικρή γατούλα που της τρίβεις την ράχη…
Πλησίασε το αυτί της…
Άρχισε να της τραγουδάει:

Καλήν εσπέρα άρχοντες κι αν είναι ορισμός σας,
Χριστού τη θεία Γέννηση να πω στ΄ αρχοντικό σας.

Ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη της…
Ξύπνησε…
Συνέχισαν τα κάλαντα παρέα…

Χριστός γεννάται σήμερον εν Βηθλεέμ τη πόλη,
οι ουρανοί αγάλλονται, χαίρει η φύσις όλη.
Εν τω σπηλαίω τίκτεται, εν φάτνη των αλόγων,
ο Βασιλεύς των Ουρανών και ποιητής των όλων.
Πλήθος αγγέλων ψάλλουσι το Δόξα εν Υψίστοις
και τούτο άξιον εστί, η των ποιμένων πίστις.
Εκ της Περσίας έρχονται τρεις μάγοι με τα δώρα.
Άστρο λαμπρό τους οδηγεί, χωρίς να λείψει ώρα.

Γύρισε και τον φίλησε…
‘Χρόνια μας πολλά αγάπη μου’…
‘Χρόνια μας πολλά ζωή μου’…
‘Εύχομαι και του χρόνου να μας βρει αυτή η μέρα μαζί’…
‘Ναι αγάπη μου. Μαζί’…

Χρόνια Πολλά σε όλους σας…
Να είσαστε πάντα καλά…
Κάθε επιθυμία σας, ευχή μου…
Και του χρόνου γεροί…

(‘Τα κάλαντα’ του Νικηφόρου Λύτρα)

Αγαπάς;;;


– Αγαπάς;;;
– Αγαπάω…
– Και γιατί αγαπάς;;;
– Γιατί με κάνει καλύτερο άνθρωπο..
– Καλύτερο ή ευκολότερο…
– Ευκολότερο;;;
– Ναι. Ευκολότερο…
– Τι εννοείς;;;
– Εννοώ ότι η αγάπη σε μαλακώνει, κάνεις υποχωρήσεις που δεν θα έκανες αν δεν αγαπούσες, είσαι πιο γλυκός, πιο ευαίσθητος. Οπότε, είσαι ευκολότερος στο να δέχεσαι πράγματα και καταστάσεις…
– Και αυτό δεν σημαίνει ‘καλύτερος άνθρωπος’;;;
– Έχοντας αλλάξει εσένα;;;
– Γιατί λες ότι άλλαξα εμένα; Αφού ο ίδιος είμαι. Δεν άλλαξα. Θέλω και τα κάνω. Δεν μου τα επιβάλλει κανένας…
– Δεν είπα το αντίθετο…
– Τότε τι λες;;;
– Ότι γίνεσαι ευκολότερος. Δεν γίνεσαι καλύτερος. Αλλάζεις…
– Αλλάζω, αλλά προς το καλύτερο…
– Αλλάζεις έτσι ώστε να γίνεσαι πιο αρεστός. Αλλάζεις έτσι ώστε να αντέχεις το έτερον ήμισυ. Αλλάζεις έτσι ώστε να σε αντέχει το έτερον ήμισυ…
– Μα, αυτό είναι το καλύτερο. Μαθαίνω να ζω με κάποιον άλλο. Μαθαίνω να συμβιώνω και να βιώνω. Μαθαίνω να μην είμαι ‘εγώ’ και να είμαστε ‘εμείς’…
– Σωστά τα περί ‘εγώ’ και ‘εμείς’, αρκεί να ξεκινάς από το ‘εγώ’ και να δημιουργείς το ‘εμείς’. Γιατί τότε, δεν γίνεσαι καλύτερος άνθρωπος. Χάνεσαι από οντότητα και αφομοιώνεσαι στα γούστα και στις ορέξεις του άλλου. Γίνεσαι ‘ένα’ με τον άλλο και μετά για να βρεις το ‘εγώ’ πρέπει να γκρεμίσεις τα πάντα μέσα σου και να ξαναφτιαχτείς. Και ξέρεις ποιο είναι το ωραίο;;;
– Ποιο;;;
– Όταν θελήσεις να ξαναγίνεις ‘εσύ’, κανένας δεν πιστεύει ότι ήσουν μόνο ‘εμείς’…

(‘Blue Horizon’ by Peter Wileman)

Το κορίτσι της διπλανής πόρτας…


Την ξύπνησε ο ήχος που έβγαζε όταν έφτανε στην κορύφωση της ηδονής του. Στην αρχή φοβήθηκε, αλλά μετά ηρέμησε. Δεν ήταν η πρώτη φορά που την ξυπνούσε ο Μάκης. Το αγόρι της διπλανής πόρτας.

Πάντα εκδήλωνε την ηδονή του με ένα βογκητό, με ένα μουγκρητό. Ένα μουγκρητό, σαν να άκουγες ένα άγριο ζώο που του μπήγεις ένα καρφί στο πόδι. Τον φανταζόταν επάνω στην εκάστοτε ερωμένη του, σε στάση εξουσιαστή, να επιδεικνύει τις αρετές του και να αποδεικνύει την σεξουαλική υπεροχή του. Μία υπεροχή που τον ακολουθούσε σαν αύρα στο κατόπι του. Μπορούσε να κολάσει την οποιαδήποτε γυναίκα. Ίσως και τον οποιοδήποτε άντρα, αλλά δεν τον είχε δει ποτέ να ασχολείται με ομόφυλους του.

Ψηλός, μαυρομάλλης, με πράσινα μάτια, μεγάλα χέρια και καλοσχηματισμένο κορμί. Άδωνης και βάλε δηλαδή. Όποτε συναντιόντουσαν στην είσοδο ή στον διάδρομο, έχανε τα λόγια της. Όσο κι’ αν προσπαθούσε να επιβληθεί στον εαυτό της και να μην ξαναπέσει στο ίδιο λάθος, δεν το κατάφερνε. Τι ασκήσεις μπροστά στον καθρέπτη έκανε, τι μαθήματα αναπνοής και οξυγόνωσης του εγκεφάλου της έκανε, τίποτα δεν απέδιδε. Όποτε βρισκόντουσαν, έχανε τα λόγια της και το μόνο που σκεφτόταν ήταν τα βογγητά του. Είχαν συνδεθεί τόσο πολύ με τις δικές της λευκές νύχτες, που τις δημιούργησαν κόμπλεξ.

Και η σημερινή νύχτα, ήταν μία από αυτές τις λευκές νύχτες. Αυτή μόνη στο διπλό της κρεβάτι και ο Μάκης στο διπλανό διαμέρισμα, να οργώνει ένα ακόμη γυναικείο κορμί. Πόσο θα ήθελε να ήταν το δικό της κορμί. Πόσο θα ήθελε να είχε το Μάκη από πάνω της. Να της κάνει έρωτα και να παθιάζεται. Να φτάνει στην κορύφωση και να βγάζει το πληγωμένο και επικίνδυνο αγρίμι από μέσα του. Και εκείνη να είναι εκεί και να τον βλέπει. Να βλέπει την έκφρασή του και να ακούει την κραυγή του εξ’ επαφής.

Σηκώθηκε να πάει να πιεί νερό. Ξαναγύρισε στο κρεβάτι και ξάπλωσε. Πάλι μόνη. Αφουγκράστηκε τους ήχους από το διπλανό διαμέρισμα. Υπήρχε μία έντονη κινητικότητα. Πρέπει να είχαν τελειώσει και η κοπέλα να ετοιμαζόταν να φύγει. Άκουσε βήματα να κατευθύνονται προς την εξώπορτα του διαμερίσματος του Μάκη. Η πόρτα άνοιξε, για λίγο σιωπή και ένα καληνύχτα. Η πόρτα έκλεισε. Άκουσε ήχο νερού να τρέχει. Υπέθεσε ότι ο Μάκης ξέπλενε το άρωμα του νωπά οργωμένου κορμιού της κοπέλας από το κορμί του. Σκέφτηκε ότι ο Μάκης δεν θα μπορούσε να κοιμηθεί με τα ίχνη της ερωτικής του απόλαυσης διάσπαρτα στο κορμί του. Αρκετά, προφανώς, θα μύριζαν τα σεντόνια του έρωτα. Δεν θα ήθελε να μυρίζει κι’ αυτός.

Ο Μάκης, άνοιξε το νερό στο ντους και μπήκε από κάτω. Του άρεσε η αίσθηση του νερού στο σώμα του, μετά την ερωτική πράξη. Πίστευε ότι ήταν το φυσικό επακόλουθο της ολοκλήρωσής της. Γι’ αυτόν, η πράξη ξεκινούσε από το μυαλό, πέρναγε στο σώμα και εξαγνιζόταν στο ντους. Συνειρμικά, του ήρθε στο μυαλό η γειτόνισσά του, η Ρούλα. Το κορίτσι της διπλανής πόρτας. Τι θα έχει τραβήξει κι’ αυτή η καημένη με την πάρτη του. Από την μία να νοιώθει άβολα όποτε συναντιούνται και από την άλλη να την ξυπνάει κάθε φορά με τα βογγητά ολοκλήρωσης που ακολουθούσαν την ερωτική του προσπάθεια. Καταλάβαινε ότι την ξύπναγε, από τους ήχους που ακουγόντουσαν από το διαμέρισμά της. Χωρίς να το καταλάβει, ένοιωσε το μόριό του να ερεθίζεται. Έκλεισε το νερό, βγήκε, σκουπίστηκε και γυμνός κατευθύνθηκε στο κρεβάτι του. Έκλεισε το φως και ξάπλωσε.

Το κρεβάτι δεν την χώραγε. Προσπαθούσε, μάταια, να αναγκάσει τον εαυτό της να κοιμηθεί. Προσπαθούσε, μάταια, να τον ηρεμήσει. Αλλά, η έξαψη που ένοιωθε, δεν μπορούσε να ξεπεραστεί εύκολα. Σηκώθηκε από το κρεβάτι, γδύθηκε και κατευθύνθηκε στο μπάνιο. Άνοιξε το ντους και μπήκε από κάτω. Το ζεστό νερό λειτούργησε αντίστροφα απ’ ότι περίμενε. Την ερέθισε περισσότερο από το να την καλμάρει. Έκλεισε το νερό, βγήκε από την μπανιέρα, σκουπίστηκε και γυμνή ξάπλωσε στο κρεβάτι της.

Άκουσε το νερό να τρέχει στο μπάνιο της Ρούλας. Γέλασε. ‘Κι’ άλλος που δεν μπορεί να κοιμηθεί’ σκέφτηκε. Την φαντάστηκε γυμνή, με το νερό να τρέχει επάνω στο άσπρο της δέρμα. Δεν μπορούσες να την χαρακτηρίσεις όμορφη, μάλλον συμπαθητική με χαρακτηριστικό τύπο και υπέροχα μάτια. Και το σώμα της βέβαια, καλό, με λίγα πιασίματα. Όπως ακριβώς του άρεσε. Ένοιωσε το μόριό του να διεγείρεται πάλι. Έριξε μία μπλούζα επάνω του και αποφάσισε να κάνει το μεγάλο βήμα. Πήρε κλειδιά, βγήκε από την πόρτα του διαμερίσματος και χτύπησε την πόρτα της Ρούλας.

Δεν είχε πέσει ούτε ένα λεπτό στο κρεβάτι, όταν άκουσε τον Μάκη να σηκώνεται από το κρεβάτι του, να περπατάει στο διάδρομο, να ανοίγει την πόρτα του, να την κλείνει και να χτυπάει την δική της. Η καρδιά της χτύπησε σαν τρελή. Προσπάθησε να σηκωθεί από το κρεβάτι, αλλά λες και δυο χέρια την κρατούσαν αιχμάλωτη και ακίνητη. Φαντασιώθηκε σκηνές παθιασμένων ερωτικών πράξεων. Μεταξύ εκείνης και του Μάκη. Κατάφερε να σηκωθεί. Γυμνή, κατευθύνθηκε στην πόρτα. Ξεκλείδωσε και άνοιξε. Δεν χρειάστηκε να ρωτήσει ποιος ήταν. Ήξερε ότι ήταν αυτός. Τον είχε ακούσει. Τον περίμενε πάντα. Τον είδε μπροστά της. Τον έπιασε από το χέρι και τον οδήγησε μέσα στο δωμάτιο.

Δεν είπαν κουβέντα. Ούτε μιλιά. Τίποτε. Του έβγαλε την μπλούζα. Έπεσαν στο κρεβάτι. Τα σεντόνια της ήταν καθαρά. Το άρωμα του έρωτα δεν τα είχε ποτίσει ακόμη. Το κορμί της ήταν πρόσφορο έδαφος για τις ορμές του Μάκη. Τον άκουσε μόνο να μουγκρίζει την ώρα που τελείωνε. Τον είδε να σφίγγει τα μάτια του και να συσπάται το πρόσωπό του. Το όνειρό της πραγματοποιήθηκε.

Κοιμήθηκαν αγκαλιά. Το πρωί, σηκώθηκαν, φιλήθηκαν και χωρίς να πουν καλημέρα, χώρισαν…

(‘The Embrace’ by Gustav Klimt)

Ταραχή…


Δούλευε στον υπολογιστή…
Απορροφημένη και αποκομμένη από το περιβάλλον…
Ο καφές που είχε φτιάξει, παρέμενε ατελείωτος και παγωμένος δίπλα της…
Επεξεργαζόταν το τελευταίο κείμενό της…
Έπρεπε να το παραδώσει την επόμενη μέρα και ο χρόνος την πίεζε…
Ένοιωθε άβολα…
Το κείμενο που είχε γράψει δεν την ικανοποιούσε…
Πίστευε ότι διάβαζε ένα κείμενο ξένο προς την ίδια, άνευρο και χωρίς έμπνευση…
Και αυτό έκανε περισσότερο δύσκολη την πραγμάτωση του έργου που είχε μπροστά της…
Από τότε που ξεκίνησε να γράφει κατά παραγγελία, είχε χάσει κάθε ίχνος δημιουργικής έμπνευσης…
Νόμιζε ότι χρησιμοποιούσε τις ίδιες φόρμες και τους ίδιους τρόπους ανάπτυξης και περάτωσης της πλοκής του πονήματος…
Χωρίς ίχνος φρεσκάδας και νέων ιδεών…
Ένοιωθε ότι περπατούσε πάνω σε έλος και ότι από ώρα σε ώρα θα έπεφτε μέσα και δεν θα μπορούσε να σωθεί…
Το παράξενο ήταν, ότι όλοι οι υπόλοιποι έβλεπαν ένα κείμενο πολύ καλό, καλά δομημένο και σωστά διαμορφωμένο, που σε κρατούσε σε εγρήγορση και κυλούσε γρήγορα στο διάβασμά του…
Στις αντιρρήσεις της ότι ένοιωθε να επαναλαμβάνεται, η απάντηση που λάμβανε ήταν ότι έτσι είναι το προσωπικό της στυλ οπότε και έπρεπε να αποδεχτεί το γεγονός ότι είχε δημιουργήσει ένα προσωπικό στυλ…
Φαύλος κύκλος δηλαδή…

Χτύπησε το τηλέφωνο…
Δεν το σήκωσε…
Ξαναχτύπησε, ξανά και ξανά…
Δεν άντεξε άλλο…
Το σήκωσε…

Η φωνή γνώριμη που ξυπνούσε παλιές αναμνήσεις…
Ταράχθηκε…
Δεν ήθελε να ακούσει αυτή τη φωνή, όχι τώρα…
Μα καλά, γιατί τώρα, γιατί σήμερα;;;
Οι ερωτήσεις απανωτές, παράλληλες με τη συνομιλία στο τηλέφωνο…
Ανέβασε παλμούς στην καρδιά της…
Τι έπαθε και έγινε έτσι;;;
Πρέπει να ηρεμήσει…
Έπρεπε να ηρεμήσει…

Το τηλεφώνημα ολοκληρώθηκε…
Μία καληνύχτα και μία ευχή για καλή επιτυχία το όριό του…
Τοποθέτησε το ακουστικό πίσω στη συσκευή…
Η καρδιά της χόρευε σε ρυθμούς έντονους…
Σηκώθηκε και κατευθύνθηκε στην κουζίνα…
Ήθελε να πιεί νερό…
Παγωμένο, για να μειώσει τους παλμούς της…
Άνοιξε το ψυγείο, πήρε το μπουκάλι με το νερό, άνοιξε το πώμα, το έφερε στο στόμα της, ήπιε…
Μία, δύο, τρεις γουλιές…
Ξανάκλεισε το μπουκάλι, το έβαλε πίσω στο ψυγείο…
Έκοψε ένα κομμάτι από μία ξεχασμένη σοκολάτα υγείας αμυγδάλου που βρήκε σε ένα ράφι του ψυγείου…
Το έφαγε…
Ηρέμησε…
Ένας ήχος ανακούφισης βγήκε από τα σπλάχνα της…
Διερωτήθηκε τι πήγε να πάθει…
Ευτυχώς, γλύτωσε…

Ξανακάθισε στο γραφείο της, αφοσιώθηκε στο γραπτό της, κοιτάζοντας επίμονα την οθόνη του υπολογιστή…
Το μυαλό της έφευγε…
Παρέμενε στο τηλεφώνημα…
Ρωτούσε στον εαυτό της τον σκοπό αυτού του τηλεφωνήματος…
Πιθανές απαντήσεις πολλές, πειστική καμία…
Πάντα έτσι ήταν…
Οι απαντήσεις της δεν την ικανοποιούσαν…
Όσο πραγματιστικές κι’ αν ακουγόντουσαν, όσο σωστές κι’ αν αποδεικνύονταν στο τέλος…
Δεν μπορούσε να δουλέψει άλλο…
Η προσοχή της ήταν στραμμένη αλλού…
Στο τηλεφώνημα…

Σήκωσε το ακουστικό…
Ανταπέδωσε την κλήση…
Ρώτησε το λόγο της επαφής…
Η απάντηση ακούστηκε λιγότερο κολακευτική από αυτή που ήθελε, ίσως, να ακούσει…
Λιγότερο πραγματιστική όμως, από αυτή που είχε σκεφτεί η ίδια…
Η εκδοχή ‘σε είδα στον ύπνο μου και απλά πήρα να δω τι κάνεις’ ακουγόταν καλύτερη από το ‘ήμουν μόνος στο σπίτι, δεν είχα τι να κάνω και πήρα να μιλήσουμε λίγο’…
Τοποθέτησε το ακουστικό στην βάση του…
Η κίνησή της, πιο σίγουρη και πιο σταθερή από την προηγούμενη φορά…
Είχε ηρεμήσει…
Ένα ντους, θα της επανέφερε την ηρεμία να επιστρέψει στη δουλειά της…
Ίσως, και να της έδινε την δυνατότητα να αλλάξει τα δεδομένα του γραπτού της…
Η καρδιά της είχε λειτουργήσει…
Είχε ξανανιώσει το αίμα της να κυλάει στις φλέβες της…
Ναι…
Το έλος, δεν την φόβιζε τόσο πολύ πια…
Μπορούσε να δει τα στέρεα εδάφη ανάμεσα στα βαλτωμένα νερά…
Ήξερε να δημιουργήσει νέο μονοπάτι, νέα περπατησιά…

(‘Light shower’ by Christian Simonian)

Άρωμα μοναδικό σου…


Θέλω να με αφήσεις να σου φτιάξω ένα άρωμα…
Δεν θα βάλω μέσα ούτε σφένδαμο, ούτε βανίλια, ούτε γιασεμί, ούτε κανέλα…
Θα βάλω μέσα εσένα και εμένα, εμάς…
Τους πόθους και τα πάθη μας…
Τον έρωτα και την αμαρτία μας…
Τα λάθη και τα σωστά μας…
Τα θέλω και τα δίνω μας…
Θα αφήσω εκτός,
τα πρέπει και τα παίρνω μας…
Τις υποχωρήσεις και τις κακίες μας…

Θα σου φτιάξω ένα άρωμα, προσαρμοσμένο στο κορμί σου…
Οικείο και ζωντανό…
Να ταιριάζει με τον ιδρώτα σου…
Να ευωδιάζει στη χαρά σου…
Να γλυκαίνει τον πόνο σου…
Να βοηθάει το βλέμμα σου να ορίζει το μέλλον σου…

Θα σου φτιάξω ένα άρωμα, να το φοράς τα πρωινά…
Όταν ξυπνάς από τον ύπνο σου…
Όταν κοιτάς στο πλάι σου και βλέπεις εμένα…
Όταν λες την πρώτη καλημέρα της ημέρας στ’ αυτιά μου…

Θα σου φτιάξω ένα άρωμα, να το φοράς τη νύχτα…
Πριν πέσεις στην αγκαλιά μου…
Πριν αφήσεις τα χάδια μου να συνταράξουν το κορμί σου…
Πριν τα σώματά μας γίνουν ένα και αναταράξουν τον κόσμο μας…
Πριν το χάραμα μας βρει, αγκαλιασμένους και αποκαμωμένους από τον έρωτά μας…

Θα το ονομάσω με το γλυκό σου όνομα…
Το μοναδικά ειπωμένο και τραγουδισμένο από τα χείλη σου…
Όπως το είπες εκείνη την πρώτη φορά που σε γνώρισα…
Όπως το κατέγραψε το μυαλό μου και το μιλάει η ψυχή μου…

Θέλω να με αφήσεις να σου φτιάξω ένα άρωμα…
Για να είναι μοναδικό σου…
Όπως εσύ…

(‘Reclining Nude’ by Amedeo Modigliani)

Εφιάλτης…


Νύχτες ερημιάς βασάνιζαν το μυαλό του…
Το ρολόι του τοίχου, μοναδικός φίλος του…
Δυσκολία στον ύπνο…
Δυσκολία και στα όνειρα…
Όχι όνειρα…
Εφιάλτες…
Ή νύχτες λευκές, κενές…
Άχρωμος ύπνος…
Άνευρες διαδρομές με κλεισμένα μάτια…
Κι’ όταν κατάφερνε να κοιμηθεί, ιδρώτας πότιζε το ταλαιπωρημένο κορμί του…
Λες και πάλευε με την συνείδησή του…
Λες και όργωνε την ψυχή του και κουραζόταν…
Το ξημέρωμα, τον έβρισκε αποτελειωμένο…
Χωρίς ικμάδα ζωής στα μάτια, χωρίς διάθεση αναπνοής στα ρουθούνια…
Πίστεψε ότι ήταν καταραμένος…
Πίστεψε ότι ήταν ξεχασμένος…
Έστρεφε το βλέμμα στον ουρανό, να βρει ένα πάτημα να συνεχίσει…
Το μόνο που έβλεπε, ήταν ένα μουντό γκρι…
Σαν τη στάχτη…
Έτσι όπως πίστευε τη ζωή του…
Να της έχουν μείνει μόνο στάχτες…
Σκέφτηκε ένα χρώμα…
Σκέφτηκε εκείνη…
Πίστεψε ότι ήταν φοίνικας…
Πίστεψε ότι θα μπορούσε να ξαναγεννηθεί…
Πήρε τα μάτια από τον ουρανό και κοίταξε μπροστά…
Είδε ανθρώπους, είδε ζωές…
Αποφάσισε να ξαναγεννηθεί…
Αποφάσισε να προχωρήσει…
Μπροστά ή πίσω…
Προς κάποια κατεύθυνση…
Προς οποιαδήποτε κατεύθυνση…
Τα πόδια δεν τον βοηθούσαν…
Η έλλειψη ύπνου, του τα καθήλωνε στη γη…
Ακίνητος…
Να περιμένει άσκοπα βοήθεια από τον εαυτό του…
Άπλωσε τα χέρια, να πιαστεί από κάπου…
Να βρει αντίσταση…
Πουθενά στέρεο αντικείμενο…
Πουθενά διάθεση για βοήθεια…
Σήκωσε τα μάτια στον ουρανό…
Το μουντό γκρι ξεθώριαζε…
Φως περνούσε και τον έλουζε…
Ένοιωσε ζέστη, το αίμα κύλησε στις φλέβες του, τα πόδια ξεμούδιασαν…
Ξύπνησε, σηκώθηκε, περπάτησε…
Το βλέμμα το έστρεψε μπροστά…

(‘The Nightmare’ by Henry Fuseli)

Δεν ξέρει ο πόνος καλό κολύμπι…


Μπήκε στο bar…
Το φως υποτονικό, δημιουργούσε ατμόσφαιρα κατάνυξης…
‘Επίτηδες, για να μπορεί ο barman να εξομολογεί ευκολότερα.’ σκέφτηκε…
Οι θαμώνες λίγοι, κυρίως άντρες…
Αταίριαστο πλήθος, αταίριαστες ιστορίες…
Κάθισε στην μπάρα…
Ο barman κατευθύνθηκε κοντά του για να πάρει παραγγελία…
‘Τι θα πάρετε;’ τον ρώτησε με επαγγελματικό ύφος barman…
‘Ένα gin με tonic θα ήθελα.’ του απάντησε με επαγγελματικό ύφος πελάτη…
Δεν άργησε να του το φέρει…
Συνοδευόμενο από ξηρούς καρπούς…
Κοίταξε μια ματιά γύρω του…
Δεν βρήκε τίποτε το ενδιαφέρον για να εστιάσει το βλέμμα του και να ‘παίξει’ το μάτι του…
Το ήθελε αυτό…
Ήθελε να νοιώσει την ένταση του φλερτ, αλλά στάθηκε άτυχος…
‘Μπορεί αργότερα να κάτσει κάτι καλύτερο.’ μουρμούρισε στον εαυτό του…
Σήκωσε το ποτήρι του να πιεί την πρώτη γουλιά…
Η γεύση του ποτού, πικρή και ξινή συνάμα…
Την έβρισκε ελκυστική και ενδιαφέρουσα…
Από την πρώτη φορά που το γεύτηκε, αυτός ο συνδυασμός των γεύσεων είχε εντυπωθεί στα γευστικά κύτταρα του μυαλού του…
Ίσως βέβαια, να είχε συνδυάσει την απόλαυση που του δίνει το συγκεκριμένο ποτό με εκείνη…
Εκείνη του το είχε προτείνει και με εκείνη το είχε πρωτοπιεί…
Η δεύτερη γουλιά κατευθύνθηκε στον οισοφάγο του…
Ασυναίσθητα, του ήρθε στο νου το άσμα ‘Σε βλέπω στο ποτήρι μου’
Γέλασε…
‘Αν ήταν να την βλέπω μόνο στο ποτήρι μου, θα έκοβα το ποτό. Εδώ το ξεκινήσαμε για να μην την βλέπουμε. Απορώ ποιος, και κάτω από ποιες συνθήκες, έγραψε ένα τέτοιο τραγούδι’ είπε…
‘Είπατε κάτι;’ τον ρώτησε ο barman, που τον είχε ακούσει…
‘Όχι. Απλά διερωτήθηκα για ένα τραγούδι’ του απάντησε…
‘Σεκλέτια;’ ρώτησε ο barman με ύφος επαγγελματία εξομολόγου…
‘Για να είμαι εδώ και να πίνω μόνος, μάλλον’…
‘Πιστεύετε ότι το αξίζει αυτό που κάνετε, αυτή για την οποία το κάνετε;’ ξαναρώτησε ο barman με μεγαλύτερη οικειότητα…
‘Το ψάχνω. Αυτό ψάχνω. Αν άξιζε.’ του απάντησε κοιτώντας το ποτήρι λες και έψαχνε την απάντηση εκεί μέσα…
‘Η απάντηση δεν βρίσκεται στο ποτήρι. Εκεί βρίσκεται μόνο ο πόνος. Τίποτε άλλο. Ο πόνος και το πνίξιμό του.’ αποκρίθηκε ο barman λες και διάβασε τη σκέψη του…
‘Και ο οποίος ξέρει καλό κολύμπι, παρεμπιπτόντως.’ του είπε με ένα μειδίαμα να σχηματίζεται στα χείλη του…
‘Δεν ξέρει ο πόνος καλό κολύμπι. Εμείς δεν είμαστε ‘καλή θάλασσα’. Δεν ξέρουμε να ανταριάζουμε αρκετά για να μπορούμε να πνίγουμε αισθήματα και πόνους. Είμαστε ‘γαλήνια θάλασσα’, ακόμη και στον πόνο μας. Γι’ αυτό και προβληματιζόμαστε, γι’ αυτό και πονάμε.’ αποκρίθηκε ο barman με ύφος ανθρώπου που η ζωή τον έμαθε και τον δίδαξε…
‘Αγαπητέ κύριε’ συνέχισε ο barman, ‘ο καθένας μας κουβαλάει τους πόνους και τις λύπες που δεν μπόρεσε να πνίξει. Είναι πάντα εκεί, λες και δεν έχουν βάρος για να πνιγούν. Λες και λειτουργεί η άνωση. Λες και η άνωσή τους στη συνείδησή μας, αυξάνει με τον όγκο των ποτών που πίνουμε.’…
Τα λόγια του τον προβλημάτισαν…
Διερωτήθηκε, τι καταλάβαινε που έκλαιγε και έπινε τον πόνο του έτσι…
Σκέφτηκε, ότι ήταν τόσο ανούσιο όλο αυτό…
Το ποτό δεν θα την έφερνε πίσω, ούτε θα τον έκανε να νοιώσει καλύτερα…
Αποφάσισε να εναντιωθεί στον τρόπο που αντιμετώπιζε τα πράγματα…
Ήπιε την τελευταία γουλιά από το ποτό του, πλήρωσε, ευχαρίστησε τον barman και σηκώθηκε να φύγει…
Στην είσοδο του bar κοντοστάθηκε, σκέφτηκε κάτι και γύρισε πίσω…
Κατευθύνθηκε προς την μπάρα…
Έσκυψε και είπε στον barman: ‘Σ’ ευχαριστώ, αλλά έτσι χάνεις πελάτες’…
‘Μη στεναχωριέστε. Εγώ απλά, συμβουλές και την πείρα μου από την ζωή λέω. Η απόφαση είναι δική σας. Την ‘θάλασσά’ σας, εσείς την ορίζεται. Το ποτό είναι ένα καλό καταφύγιο. Δεν το αποχωρίζεται πολύς κόσμος.’ απάντησε ο barman με ύφος ανθρώπου…

(‘Bitter Campari’ by Leonetto Cappiello)

Επιθυμία και φαντασίωση…


Από το πρωί, ένοιωθε την έλλειψή του…
Έντονα και βίαια…
Όπως του άρεσε να της κάνει έρωτα…
Της φάνηκε παράξενο…
Δεν της συνέβαινε συχνά…
Σχεδόν ποτέ…
Ένοιωθε τα χείλη της σαν δυο κόκκινες φωτιές…
Φωτιές και στην υφή και στην γεύση…
Γεύση φωτιάς…
Σαν το φιλί του…
Τέτοια γεύση πρέπει να έχει η αμαρτία…
Τα μάτια της υγρά έλαμπαν από πόθο…
Συνειδητοποίησε ότι θα την παρεξηγούσαν στο γραφείο οι συνάδελφοί της…
Φοβήθηκε…
Δεν ήταν από τους ανθρώπους που άφηνε το συναίσθημα να φανεί στο πρόσωπο…
Η εικόνα είχε μεγάλη σημασία γι’ αυτή…
Δεν μπορούσε να ξεφύγει από τις σκέψεις της όμως…
Τον σκέφτηκε δίπλα της να την καίει…
Μεταφορικά και κυριολεκτικά…
Το κορμί του στους χίλιους βαθμούς…
Και το δικό της μαζί του, σαν σε φούρνο, να ψήνεται μαζί του…
Της έλεγε ότι του αρέσει να είναι δίπλα της και να την κάνει ότι θέλει…
Αυτό του άρεσε…
Και αυτό της έκανε…
Η ανάσα του βαριά και ερωτική…
Τα χέρια του στο κορμί της και τα μάτια του μέσα της…
Κατευθείαν στην ψυχή της…
Να διαβάζουν τις μύχιες σκέψεις της και να τις υλοποιούν…
Της μιλούσε και αυτή έλιωνε…
Ένιωθε δίπλα της τον ανδρισμό του, την μυρωδιά του αρσενικού και αυτό την τρέλαινε…
Την έκανε να βογκάει από πόθο και πάθος…
Την χάιδευε με κάθε μέσο που μπορούσε να χρησιμοποιήσει…
Τα χέρια του, την ανάσα του, την γλώσσα του…
Και αυτή, σαν υπάκουο κορίτσι, άνοιγε τα πόδια της μόνο με μια του λέξη…
Έφτανε μόνο μία του λέξη και ήταν έτοιμη να γίνει δική του…
Πάντα υγρή και πάντα έτοιμη να τον δεχτεί μέσα της…
Όπως την ήθελε και όπως του άρεσε…
Ένοιωσε το κορμί της να καίγεται περισσότερο…
Τον ήθελε απεγνωσμένα μέσα της, να την πάρει και να την ταξιδέψει στο όνειρο του…
Στο όνειρο του για εκείνη…
Στην μοναδική του σκέψη…
Θυμήθηκε πως τον έβλεπε να τρέμει δίπλα της…
Και αυτή έτρεμε…
Η ηδονή παντού γύρω τους, τους αγκάλιαζε…
Και αυτός με την σειρά του, την αγκάλιαζε όλο και πιο παθιασμένα.
Και αυτή δεν καθόταν αμέτοχη…
Τον έσφιγγε μέσα της…
Τεντώνονταν για να τον διευκολύνει…
Για να την πάρει πιο γρήγορα και πιο δυνατά…
Τον έσφιγγε πάνω της…
Το βάρος του, δεν την ενοχλούσε…
Αντίθετα, την ικανοποιούσε και της άρεσε….
Όταν έμπαινε μέσα της, η καρδιά της έφευγε…
Πήγαινε σε αυτόν…
Τον λάτρευε…
Λάτρευε τον τρόπο που την έκανε δική του…
Και από την μεριά της, ήξερε ότι είναι δικός της…
Το έβλεπε στα μάτια του και το ένιωθε στο άγγιγμά του…
Το μύριζε στον ιδρώτα του…
Το αισθανόταν όταν έμπαινε σκληρός μέσα της…
Ήταν ο απόλυτος έρωτας, η απόλυτη ηδονή, το απόλυτο πάθος…
Και ήταν δικό τους…
Κάθε φορά καλύτερο…
Κάθε φορά δυνατότερο…
Δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτα άλλο…
Μόνο αυτόν…
Αυτόν…
Σήκωσε το τηλέφωνο και σχημάτισε τον αριθμό του…
Ήθελε να τον ακούσει, να του πει πόσο υγρή ήταν…
Ήθελε να τον ακούει να της λέει πόσο πολύ την σκεφτόταν και πως δεν έβλεπε την ώρα να βρεθούν να κάνουν έρωτα…

(‘Expectation’ by Joani)

Πρόσημα ζωής…


Πρωί…
Ο καιρός έξω από το παράθυρο της κρεβατοκάμαρας, έδειχνε βροχερός, μουντός…
Λογικό, αν σκεφτεί κανείς ότι ήταν Δεκέμβρης μήνας, στα μέσα του…
Απέναντι, είχαν ήδη αρχίσει και αναβόσβηναν τα λαμπάκια στα μπαλκόνια των σπιτιών…
Όλη τη νύχτα, το ίδιο σκηνικό…
Δεν έσβηναν ποτέ…
Λες και ήταν φάροι που έδειχναν στους περαστικούς το ‘Λιμάνι της Ευτυχισμένης Οικογένειας’, όπως συνήθιζε να λέει…
Έδειχναν με τον τρόπο τους, ότι στο συγκεκριμένο σπίτι, υπάρχει περίσσευμα χαράς και ευτυχίας…
Λες και σου έλεγαν: ‘Εμείς είμαστε ευτυχισμένοι και ‘σεις, όλοι οι υπόλοιποι, να βράσετε στο ζουμί σας’…
‘Πάλι με ευχάριστες σκέψεις ξύπνησα’ σκέφτηκε και ένα πικρό χαμόγελο εμφανίστηκε στα χείλη της…
Σηκώθηκε από το κρεβάτι…
Μία αίσθηση παγωνιάς την χτύπησε στα γυμνά πόδια της…
Κρύωνε…
‘Πάλι ο διαχειριστής ξέχασε να ανάψει το καλοριφέρ’ μουρμούρισε…
Φόρεσε το παντελόνι της φόρμας της και πήγε στην τουαλέτα…
Έριξε νερό στο πρόσωπό της και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη…
‘Πάλι στις ομορφιές σου είσαι σήμερα, να μη σε βασκάνω. Φτου σου κοπέλα μου. Σαν τα κρύα τα νερά, βρε. Αλλά τα πολύ κρύα. Άνθρωπος δεν μπορεί να σε ακουμπήσει από το κρύο’ αποκρίθηκε στον εαυτό της με περισσή ειρωνεία, όπως έκανε πάντα…
Όπως έκανε πάντα, όχι μόνο για τον εαυτό της…
Είδος άμυνάς της, την χρησιμοποιούσε από πολύ μικρή…
Και το είχε εξασκήσει με την πάροδο των χρόνων…
Είχε γίνει δεύτερη φύση της…
Πήγε στην κουζίνα, περνώντας από το καθιστικό, ανοίγοντας το κλιματιστικό στο διάβα της…
Έφτιαξε ένα καφέ και κάθισε να τον πιεί στον καναπέ απέναντι από το κλιματιστικό…
Το σπίτι είχε μία παράξενη ηρεμία…
Το κοίταξε με μία ματιά…
Πλησίαζαν Χριστούγεννα και δεν είχε καμία διάθεση να κάνει οτιδήποτε…
Ούτε στολισμό, ούτε γλυκά, ούτε φαγητά, ούτε επισκέψεις, ούτε να βρεθεί με συγγενείς και φίλους, ούτε να γελάσει, ούτε να κλάψει…
Τίποτα…
Ήθελε το απόλυτο τίποτα φέτος…
Ήθελε το απόλυτο ψύχος των αισθημάτων της…
‘Παγόβουνο και μέσα και έξω. Θα ταιριάζω καλύτερα και με το τοπίο’ είπε στον εαυτό της και γέλασε…
Τώρα τελευταία γέλαγε μόνο με τα δικά της ανέκδοτα, με τον δικό της αυτοσαρκασμό…
Λες και είχε χαθεί το χιούμορ από κοντά της και μόνο αυτή μπορούσε να το ενεργοποιήσει στον εαυτό της…
Άνοιξε το ραδιόφωνο…
Παντού, σε όποιο σταθμό κι’ αν το συντόνιζε, άκουγε διαφημίσεις από χριστουγεννιάτικα …
Το έκλεισε βίαια, βρίζοντας…
Προσπάθησε να σκεφτεί ένα πρόγραμμα για την ημέρα που ξεκινούσε μπροστά της…
Δεν είχε δουλειά και κάπως έπρεπε να γεμίσει την ημέρα της…
Πρώτη σκέψη, να κατέβει για ψώνια και καφέ στο κέντρο της πόλης…
Αμέσως, απομάκρυνε την ιδέα από το μυαλό της…
Μόνο και μόνο ότι θα αντίκριζε τα ίδια και τα ίδια χαρούμενα και, συνάμα, αγανακτισμένα πρόσωπα των μαμάδων, πλαισιωμένα από παιδάκια που τραβάνε στο κατόπι τους, της έφερνε αναγούλα…
Δεν ήθελε θορύβους…
Δεν ήθελε παιδάκια…
Σκέφτηκε να μείνει σπίτι και να το συγυρίσει…
Μπορεί η πραγματοποίηση της ιδέας να την κούραζε περισσότερο από το να πάει για ψώνια, τουλάχιστον της άφηνε τα περιθώρια να είναι μόνη της και να κάνει ότι ήθελε την ώρα που η ίδια το ήθελε…
Εξάλλου, γι’ αυτό πάλευε στη ζωή της…
Για να κάνει ότι ήθελε, την ώρα που το ήθελε…
Ακριβό το τίμημα μεν, δίκαιη η καταβολή του δε…
Ήξερε μέσα της, λες και είχε γεννηθεί με αυτή την πεποίθηση, ότι για να φοράς στραβά το καπελάκι σου και να είσαι κυρίαρχος του εαυτού σου, το αντίτιμο έπρεπε να πληρωθεί…
Το που, βέβαια, κανείς δεν της το είχε πει…
Ούτε το ποσό…
Και τα δύο τα έμαθε στην πορεία…
Το ταμείο λεγόταν ‘ζωή’ και το ποσό ‘μοναξιά’…
‘Δεν βαριέσαι. Και αυτοί που δεν είναι μόνοι τους, τι καταλαβαίνουν; Καλύτεροι από μένα είναι;’ έλεγε με ύφος, απευθυνόμενη στον εαυτό της…
Ασυναίσθητα, συνέκρινε το πώς ήταν η ίδια, όταν βρισκόταν μέσα σε σχέση και πως ήταν τώρα, τέτοιες ημέρες…
Σκέφτηκε, ότι όταν είχε σχέση, τέτοιες ημέρες προσπαθούσε με τον ‘καλό της’ να συνεννοηθεί πως θα περάσουν της γιορτινές μέρες, τι δώρα θα κάνουν, που θα πάνε, ποιους θα δουν…
Και πάντα κατέληγαν να μαλώνουν, να είναι στις μαύρες τους τέτοιες ημέρες και να μην περνάν καλά…
Ενώ τώρα, που είναι μόνη της, η ζωή της είναι πιο εύκολη μιας και δεν έχει τέτοιες έννοιες…
Είναι μόνη και θα περάσει μοναχικά τις γιορτές…
Μπορεί το στρώμα της να είναι διπλό, να μην έχει κανέναν πλάι της, αλλά έννοιες δεν έχει…
Ή έχει;;;
Θυμήθηκε κάτι που είχε διαβάσει κάποτε: ‘Όταν δεν μπορείς να καταλάβεις το παρόν, κοίτα το παρελθόν και μέτρα τα λάθη και τα σωστά σου. Αναλόγως του προσήμου που θα προκύψει από την αφαίρεση, θα καταλάβεις τι παιχνίδι παίζεις στη ζωή σου.’…
Συνειδητοποίησε ότι οι δικές της αφαιρέσεις έδιναν αρνητικό πρόσημο…
Αίσθηση παγωνιάς κύλησε στο αίμα της…
Άσχετα, αν ο διαχειριστής είχε ήδη ανάψει το καλοριφέρ και ο χώρος είχε ζεσταθεί…

(‘Kreuze und Saulen’ by Paul Klee)

Το άγαλμα της πλατείας…


Το άγαλμα της πλατείας μας…
Έστεκε πάντα εκεί…
Χειμώνες, καλοκαίρια, με κρύα και ζέστες, μέρα και βράδυ…
Εκεί…
Να περιμένει τα παιδιά της γειτονιάς να παίξουν στα πόδια του…
Τα ερωτευμένα ζευγαράκια να φιληθούν στο πλάι του…
Τους ηλικιωμένους να αφηγούνται ιστορίες περασμένων χρόνων στο παγκάκι απέναντί του…
Και ποτέ δεν χάλαγε χατίρι…
Σημείο αναφοράς και διαχρονικότητας…
Πέρναγα καθημερινά και το έβλεπα…
Η πρώτη καλημέρα της ημέρας…
Είχαμε μία ιδιαίτερη σχέση οι δύο μας…
Άσχετα, αν η επαφή μας γινόταν μόνο με τη σκέψη και όχι με τα λόγια…
Του έλεγα τους πόνους μου…
Τις απογοητεύσεις μου και τα λάθη μου…
Τις χαρές και τις λύπες μου…
Θυμάμαι, το πρώτο ερωτικό μου σκίρτημα…
Εκεί, σε κείνο, πήγα και το είπα…
Λες και ήταν ο εξομολογητής της καρδιάς μου…
Λες και ήταν ο καλύτερός μου φίλος…
Υπήρχε στην καρδιά μου και στη ζωή μου…
Από τον καιρό που θυμάμαι τον εαυτό μου…
Ώσπου, αποφάσισε ο δήμος να αναπλάσει την πλατεία μας…
Να την εκμοντερνίσει…
Και το άγαλμα δεν είχε πια θέση εκεί…
Ήταν παρείσακτο…
Ξένο στοιχείο…
Μας ξερίζωσαν την ψυχή…
Μας ξερίζωσαν την παιδική αφέλεια…
Όλο τον κόσμο μας…
Θυμάμαι, την ώρα που το έπαιρναν…
Λένε, ότι τα αγάλματα δεν νοιώθουν και δεν λυγάνε…
Μεγάλο λάθος…
Και αυτά νοιώθουν…
Και αυτά λυγάνε…
Όπως και ‘μεις…

(‘Adonis’ Dream’ by Richard Franklin)

Η γιαγιά μου έλεγε…


Η γιαγιά μου έλεγε πάντα:

Οι άντρες είναι σαν τους βατράχους.
Τρελαίνονται να ‘πηδάνε’ από εδώ κι’ από εκεί,
‘βγάζουν’ γλώσσα μόνο για να φάνε
και όταν τους ρωτήσεις κάτι,
γουρλώνουν τα μάτια, κοιτάνε αλλού και κάνουν ένα ‘κουαξ’…