Καλή Χρονιά & Χρόνια Καλά…

Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά ψηλή μου δεντρολιβανιά… … Το καλαμάρι έγραφε τη μοίρα μου την έγραφε… Θα ακουστεί και πάλι αύριο… Αύριο, σαν κάθε παραμονή Πρωτοχρονιάς… Τότε, τώρα και πάντα… Οι ευχές είναι βασικό συστατικό των εορτών… Και ιδιαίτερα, όσες από αυτές είναι από καρδιάς… Εύχομαι το 2007 να είναι ένα έτος που θα σηματοδοτήσει την…

Μήνυμα στο κινητό…

Το μήνυμα στο κινητό έγραφε: Ποτέ μην προσπαθήσεις να αλλάξεις τον κόσμο. Όσοι προσπάθησαν, έγιναν αγάλματα για κατάθεση στεφάνων… Ποτέ μην προσπαθήσεις να αλλάξεις τον άλλο… Όσοι προσπάθησαν, έμειναν μόνοι να κλαίνε πάνω από γκρεμίσματα… Ποτέ μην προσπαθήσεις να αλλάξεις εσένα… Όσοι προσπάθησαν, έχασαν ότι ήταν πραγματικά δικό τους: τους ίδιους… Το διάβασε, γέλασε και…

Φοβίες…

Εκείνος: Σ’ αγαπώ ως τον ουρανό… Εκείνη: Χαμήλωσαν τ’ αστέρια ή πετάξαμε πολύ ψηλά;;; Εκείνος: Έχει σημασία;;; Εκείνη: Φοβάμαι ότι έχω κλειστοφοβία και φοβία στα ύψη… (‘Up & Down’ by Maurits Cornelis Escher)

‘Κι ο κόσμος για να πεθάνεις’…

00.00 πμ. Το μυαλό του γύρναγε σε παλιές στιγμές μαζί της… Ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι και η οροφή του δωματίου έμοιαζε με θέατρο σκιών που έπαιζε το έργο της ζωής του μαζί της… Ένα έργο με δύο πρωταγωνιστές και κανένα θεατή… Πρωταγωνιστούσαν ο ένας για τον άλλο… Για κανέναν άλλο… Το τσιγάρο έκαιγε στα χείλη…

Τα κάλαντα…

Παραμονή Χριστουγέννων… Ξύπνησε με την αίσθηση του κορμιού της δίπλα του… Της χάιδεψε την πλάτη… Ήξερε ότι αυτή η κίνηση της άρεσε πολύ… Την άκουσε να γουργουρίζει, σαν μικρή γατούλα που της τρίβεις την ράχη… Πλησίασε το αυτί της… Άρχισε να της τραγουδάει: Καλήν εσπέρα άρχοντες κι αν είναι ορισμός σας, Χριστού τη θεία Γέννηση…

Αγαπάς;;;

– Αγαπάς;;; – Αγαπάω… – Και γιατί αγαπάς;;; – Γιατί με κάνει καλύτερο άνθρωπο.. – Καλύτερο ή ευκολότερο… – Ευκολότερο;;; – Ναι. Ευκολότερο… – Τι εννοείς;;; – Εννοώ ότι η αγάπη σε μαλακώνει, κάνεις υποχωρήσεις που δεν θα έκανες αν δεν αγαπούσες, είσαι πιο γλυκός, πιο ευαίσθητος. Οπότε, είσαι ευκολότερος στο να δέχεσαι πράγματα και…

Το κορίτσι της διπλανής πόρτας…

Την ξύπνησε ο ήχος που έβγαζε όταν έφτανε στην κορύφωση της ηδονής του. Στην αρχή φοβήθηκε, αλλά μετά ηρέμησε. Δεν ήταν η πρώτη φορά που την ξυπνούσε ο Μάκης. Το αγόρι της διπλανής πόρτας. Πάντα εκδήλωνε την ηδονή του με ένα βογκητό, με ένα μουγκρητό. Ένα μουγκρητό, σαν να άκουγες ένα άγριο ζώο που του…

Ταραχή…

Δούλευε στον υπολογιστή… Απορροφημένη και αποκομμένη από το περιβάλλον… Ο καφές που είχε φτιάξει, παρέμενε ατελείωτος και παγωμένος δίπλα της… Επεξεργαζόταν το τελευταίο κείμενό της… Έπρεπε να το παραδώσει την επόμενη μέρα και ο χρόνος την πίεζε… Ένοιωθε άβολα… Το κείμενο που είχε γράψει δεν την ικανοποιούσε… Πίστευε ότι διάβαζε ένα κείμενο ξένο προς την…

Άρωμα μοναδικό σου…

Θέλω να με αφήσεις να σου φτιάξω ένα άρωμα… Δεν θα βάλω μέσα ούτε σφένδαμο, ούτε βανίλια, ούτε γιασεμί, ούτε κανέλα… Θα βάλω μέσα εσένα και εμένα, εμάς… Τους πόθους και τα πάθη μας… Τον έρωτα και την αμαρτία μας… Τα λάθη και τα σωστά μας… Τα θέλω και τα δίνω μας… Θα αφήσω εκτός,…

Εφιάλτης…

Νύχτες ερημιάς βασάνιζαν το μυαλό του… Το ρολόι του τοίχου, μοναδικός φίλος του… Δυσκολία στον ύπνο… Δυσκολία και στα όνειρα… Όχι όνειρα… Εφιάλτες… Ή νύχτες λευκές, κενές… Άχρωμος ύπνος… Άνευρες διαδρομές με κλεισμένα μάτια… Κι’ όταν κατάφερνε να κοιμηθεί, ιδρώτας πότιζε το ταλαιπωρημένο κορμί του… Λες και πάλευε με την συνείδησή του… Λες και όργωνε…

Δεν ξέρει ο πόνος καλό κολύμπι…

Μπήκε στο bar… Το φως υποτονικό, δημιουργούσε ατμόσφαιρα κατάνυξης… ‘Επίτηδες, για να μπορεί ο barman να εξομολογεί ευκολότερα.’ σκέφτηκε… Οι θαμώνες λίγοι, κυρίως άντρες… Αταίριαστο πλήθος, αταίριαστες ιστορίες… Κάθισε στην μπάρα… Ο barman κατευθύνθηκε κοντά του για να πάρει παραγγελία… ‘Τι θα πάρετε;’ τον ρώτησε με επαγγελματικό ύφος barman… ‘Ένα gin με tonic θα ήθελα.’…

Επιθυμία και φαντασίωση…

Από το πρωί, ένοιωθε την έλλειψή του… Έντονα και βίαια… Όπως του άρεσε να της κάνει έρωτα… Της φάνηκε παράξενο… Δεν της συνέβαινε συχνά… Σχεδόν ποτέ… Ένοιωθε τα χείλη της σαν δυο κόκκινες φωτιές… Φωτιές και στην υφή και στην γεύση… Γεύση φωτιάς… Σαν το φιλί του… Τέτοια γεύση πρέπει να έχει η αμαρτία… Τα…

Πρόσημα ζωής…

Πρωί… Ο καιρός έξω από το παράθυρο της κρεβατοκάμαρας, έδειχνε βροχερός, μουντός… Λογικό, αν σκεφτεί κανείς ότι ήταν Δεκέμβρης μήνας, στα μέσα του… Απέναντι, είχαν ήδη αρχίσει και αναβόσβηναν τα λαμπάκια στα μπαλκόνια των σπιτιών… Όλη τη νύχτα, το ίδιο σκηνικό… Δεν έσβηναν ποτέ… Λες και ήταν φάροι που έδειχναν στους περαστικούς το ‘Λιμάνι της…

Το άγαλμα της πλατείας…

Το άγαλμα της πλατείας μας… Έστεκε πάντα εκεί… Χειμώνες, καλοκαίρια, με κρύα και ζέστες, μέρα και βράδυ… Εκεί… Να περιμένει τα παιδιά της γειτονιάς να παίξουν στα πόδια του… Τα ερωτευμένα ζευγαράκια να φιληθούν στο πλάι του… Τους ηλικιωμένους να αφηγούνται ιστορίες περασμένων χρόνων στο παγκάκι απέναντί του… Και ποτέ δεν χάλαγε χατίρι… Σημείο αναφοράς…

Η γιαγιά μου έλεγε…

Η γιαγιά μου έλεγε πάντα: Οι άντρες είναι σαν τους βατράχους. Τρελαίνονται να ‘πηδάνε’ από εδώ κι’ από εκεί, ‘βγάζουν’ γλώσσα μόνο για να φάνε και όταν τους ρωτήσεις κάτι, γουρλώνουν τα μάτια, κοιτάνε αλλού και κάνουν ένα ‘κουαξ’…