Το άγαλμα της πλατείας…


Το άγαλμα της πλατείας μας…
Έστεκε πάντα εκεί…
Χειμώνες, καλοκαίρια, με κρύα και ζέστες, μέρα και βράδυ…
Εκεί…
Να περιμένει τα παιδιά της γειτονιάς να παίξουν στα πόδια του…
Τα ερωτευμένα ζευγαράκια να φιληθούν στο πλάι του…
Τους ηλικιωμένους να αφηγούνται ιστορίες περασμένων χρόνων στο παγκάκι απέναντί του…
Και ποτέ δεν χάλαγε χατίρι…
Σημείο αναφοράς και διαχρονικότητας…
Πέρναγα καθημερινά και το έβλεπα…
Η πρώτη καλημέρα της ημέρας…
Είχαμε μία ιδιαίτερη σχέση οι δύο μας…
Άσχετα, αν η επαφή μας γινόταν μόνο με τη σκέψη και όχι με τα λόγια…
Του έλεγα τους πόνους μου…
Τις απογοητεύσεις μου και τα λάθη μου…
Τις χαρές και τις λύπες μου…
Θυμάμαι, το πρώτο ερωτικό μου σκίρτημα…
Εκεί, σε κείνο, πήγα και το είπα…
Λες και ήταν ο εξομολογητής της καρδιάς μου…
Λες και ήταν ο καλύτερός μου φίλος…
Υπήρχε στην καρδιά μου και στη ζωή μου…
Από τον καιρό που θυμάμαι τον εαυτό μου…
Ώσπου, αποφάσισε ο δήμος να αναπλάσει την πλατεία μας…
Να την εκμοντερνίσει…
Και το άγαλμα δεν είχε πια θέση εκεί…
Ήταν παρείσακτο…
Ξένο στοιχείο…
Μας ξερίζωσαν την ψυχή…
Μας ξερίζωσαν την παιδική αφέλεια…
Όλο τον κόσμο μας…
Θυμάμαι, την ώρα που το έπαιρναν…
Λένε, ότι τα αγάλματα δεν νοιώθουν και δεν λυγάνε…
Μεγάλο λάθος…
Και αυτά νοιώθουν…
Και αυτά λυγάνε…
Όπως και ‘μεις…

(‘Adonis’ Dream’ by Richard Franklin)