Εφιάλτης…


Νύχτες ερημιάς βασάνιζαν το μυαλό του…
Το ρολόι του τοίχου, μοναδικός φίλος του…
Δυσκολία στον ύπνο…
Δυσκολία και στα όνειρα…
Όχι όνειρα…
Εφιάλτες…
Ή νύχτες λευκές, κενές…
Άχρωμος ύπνος…
Άνευρες διαδρομές με κλεισμένα μάτια…
Κι’ όταν κατάφερνε να κοιμηθεί, ιδρώτας πότιζε το ταλαιπωρημένο κορμί του…
Λες και πάλευε με την συνείδησή του…
Λες και όργωνε την ψυχή του και κουραζόταν…
Το ξημέρωμα, τον έβρισκε αποτελειωμένο…
Χωρίς ικμάδα ζωής στα μάτια, χωρίς διάθεση αναπνοής στα ρουθούνια…
Πίστεψε ότι ήταν καταραμένος…
Πίστεψε ότι ήταν ξεχασμένος…
Έστρεφε το βλέμμα στον ουρανό, να βρει ένα πάτημα να συνεχίσει…
Το μόνο που έβλεπε, ήταν ένα μουντό γκρι…
Σαν τη στάχτη…
Έτσι όπως πίστευε τη ζωή του…
Να της έχουν μείνει μόνο στάχτες…
Σκέφτηκε ένα χρώμα…
Σκέφτηκε εκείνη…
Πίστεψε ότι ήταν φοίνικας…
Πίστεψε ότι θα μπορούσε να ξαναγεννηθεί…
Πήρε τα μάτια από τον ουρανό και κοίταξε μπροστά…
Είδε ανθρώπους, είδε ζωές…
Αποφάσισε να ξαναγεννηθεί…
Αποφάσισε να προχωρήσει…
Μπροστά ή πίσω…
Προς κάποια κατεύθυνση…
Προς οποιαδήποτε κατεύθυνση…
Τα πόδια δεν τον βοηθούσαν…
Η έλλειψη ύπνου, του τα καθήλωνε στη γη…
Ακίνητος…
Να περιμένει άσκοπα βοήθεια από τον εαυτό του…
Άπλωσε τα χέρια, να πιαστεί από κάπου…
Να βρει αντίσταση…
Πουθενά στέρεο αντικείμενο…
Πουθενά διάθεση για βοήθεια…
Σήκωσε τα μάτια στον ουρανό…
Το μουντό γκρι ξεθώριαζε…
Φως περνούσε και τον έλουζε…
Ένοιωσε ζέστη, το αίμα κύλησε στις φλέβες του, τα πόδια ξεμούδιασαν…
Ξύπνησε, σηκώθηκε, περπάτησε…
Το βλέμμα το έστρεψε μπροστά…

(‘The Nightmare’ by Henry Fuseli)