Δρόμος μακριά σου…

Αφέθηκα να ακολουθήσω το δρόμο που οδηγούσε μακριά σου… Τον περπάτησα για μεγάλο μήκος… Βρήκα νέους τόπους και αντάμωσα καινούργιους ανθρώπους… Δεν βρήκα πουθενά να σου μοιάζουν… Πίστεψα ότι σε ξεπέρασα… Ώσπου, αντάμωσα την αντανάκλασή του προσώπου μου σε λιμνάζοντα νερά, στην άκρη του δρόμου… Καθρέφτισα το πρόσωπό μου και είδα εσένα… Φοβήθηκα… Κοίταξα πίσω……

Θέατρο σκιών…

Ξάπλωσε στο κρεβάτι του να κοιμηθεί… Διαδικασία επίπονη και χρονοβόρα τον τελευταίο καιρό… Λες και το σώμα του αρνιόταν να ξεκουραστεί από τον κάματο της ημέρας… Κάπου είχε ακούσει ότι ο ύπνος είναι ένα ‘ξεγέλασμα του θανάτου’… Το μυαλό του, μάλλον, αρνιόταν να παίξει το ρόλο του ψεύτη… Κοίταξε τον τοίχο απέναντι από το κρεβάτι…

Αμαξοστοιχία 56, Θέση 17…

Το εισιτήριο έγραφε: Αμαξοστοιχία 56, βαγόνι 3, θέση 17, ώρα αναχώρησης 19:29… Ο κόσμος συνωστίζονταν στην αποβάθρα περιμένοντας την άφιξη του συρμού για επιβίβαση… Κάποιοι φαντάροι σε μίαν άκρη, σαν απόκληροι της κοινωνίας, περίμεναν και αυτοί το ίδιο τρένο να τους πάρει και να τους οδηγήσει στη μονάδα τους… Κινητά στα χέρια και στ’ αυτιά,…

Δειλινό…

Το δειλινό έδειχνε το κοκκινωπό του χρώμα στον ορίζοντα… Από το διαμέρισμά του στην Άνω Ηλιούπολη, μπορούσε να διαβάσει αυτό το χρώμα πολύ εύκολα… Εξάλλου, το διάβασμα του δειλινού ήταν και η κύρια αιτία αγοράς αυτού του σπιτιού… Ακούμπησε τα χέρια του στα κάγκελα του μπαλκονιού και έγειρε το σώμα του μπροστά… Του άρεσε να…

Ζωές ευθέως αναλώσιμες (fin)…

Δεν κοιμήθηκε… Απλά περίμενε εκείνος να κοιμηθεί… Κοίταξε το ρολόι… Ήταν ήδη 5.30 τα χαράματα… Δεν είχε αρκετό χρόνο μπροστά της γι’ αυτό που είχε αποφασίσει ότι θα κάνει, από την ώρα που είχε σηκωθεί από το κρεβάτι της και ήρθε στο δωμάτιο του Αντρέα… Σηκώθηκε όσο πιο ήρεμα μπορούσε, έριξε μια τελευταία ματιά στον…

Ζωές ευθέως αναλώσιμες (ΙΙΙ)…

Ο Αντρέας πάρκαρε το αυτοκίνητο μπροστά στην πολυκατοικία… Μακάριζε την τύχη του, μιας και η ώρα ήταν ήδη περασμένη, 3 τα ξημερώματα και γενικώς είναι δύσκολο το parking στην περιοχή… Στη διαδρομή από το bar μέχρι το σπίτι, σκεφτόταν την Λίνα… Τον έλκυαν αυτού του είδους οι γυναίκες… Και αυτής της ηλικίας… ‘Οιδιπόδειο’ ή όχι,…

Ζωές ευθέως αναλώσιμες (ΙΙ)…

Το βράδυ κύλησε σε χαλαρούς ρυθμούς… Έφαγαν και οι τρεις μαζί, ήπιαν λίγο κρασί και μετά έπεσαν για ύπνο νωρίς, μιας και η επόμενη μέρα θα ήταν δύσκολη για την Λίνα, αφού έπρεπε να τρέξει να τακτοποιήσει τα διαδικαστικά της κηδείας του πατέρα της… Η μέρα της, πραγματικά, ήταν δύσκολη… Ευτυχώς, μπόρεσε να ολοκληρώσει όλες…

Ζωές ευθέως αναλώσιμες…

Τα αεροδρόμια πάντα την φόβιζαν… Τα αεροπορικά ταξίδια πάντα την φόβιζαν… Ο θάνατος του μόνου άντρα που αγάπησε σε αεροπορικό δυστύχημα την είχε στιγματίσει βαθιά… Όμως, έπρεπε να ταξιδέψει, έπρεπε να κάνει αυτό το ταξίδι… Ο θάνατος ενός άλλου αγαπημένου προσώπου της, του πατέρα της, ήταν η αιτία και η αφορμή αυτού του εγχειρήματος… Είχε…

Ανναρίνα…

Μία από αυτές τις νύχτες που σκοτώνουν τις προκαταλήψεις και εξαλείφουν τις ενοχές… Περπάτησε προς το γνωστό μπαρ… Ήθελε να πιεί… Πως αλλιώς θα κυλούσε αυτή η νύχτα… Μπήκε μέσα, αφού πρώτα χαιρέτησε τον πορτιέρη… Λίγος κόσμος, πυκνός ο καπνός από τα τσιγάρα, ημίφως… ‘Καλύτερα’ σκέφτηκε… ‘Το τέλειο σκηνικό ενός προμελετημένου σχεδίου εξόντωσης της αλήθειας’…

Ο χρόνος μαζί σου…

Με ρώτησες πως ορίζω το χρόνο μαζί σου… Μπήκα στη διαδικασία να σκεφτώ, τι σημαίνει ‘χρόνος’… Τι σημαίνει ‘χρόνος μαζί σου’… Ο χρόνος, ο χρόνος μου, ο χρόνος μας… Έννοιες σχετικές και ακατάσχετες… Έννοιες όμοιες και ξένες… Λειτουργούν αντίστροφα και παράλληλα… Αυτόνομα και συμπληρωματικά… Παρασύρουν στιγμές και ζωές… Δημιουργούν διαδραστικές μνήμες και στιγμιαίως αμετάβλητα αποτελέσματα……

Αυγερινός & Αποσπερίτης…

Είχαν επιστρέψει μαζί από τις δουλειές τους εδώ και 2 ώρες… Δεν είχαν φάει ακόμη… Δεν είχαν ετοιμάσει καν φαγητό… Το μόνο που έκαναν, ήταν να πέσουν ο ένας στη αγκαλιά του άλλου και να κάνουν παρανάλωμα του έρωτα τα κορμιά τους… Ενός έρωτα πρωτόγνωρου και για τους δύο… Αντισυμβατικού και ολοκληρωτικού… Απορούσαν με τη…

Η καταστροφή της δεν έπρεπε να περιμένει…

Πλησίασε στο παράθυρο και κοίταξε έξω… Το βλέμμα της περπάτησε τον κήπο, βγήκε στο δρόμο, κατέβηκε στην αμμουδερή παραλία και κατέληξε στη φουρτουνιασμένη θάλασσα… Και στυλώθηκε εκεί… Αγνάντεψε το πέλαγο βαθιά… Κάθε μέρα, της παρουσιαζόταν διαφορετικό… Άλλοτε άγριο και ορμητικό, άλλοτε ήρεμο και φιλικό… Ποτέ το ίδιο, ποτέ προβλέψιμο… Από τότε που είχε έρθει στο…

Ξενοδοχείο ‘Αρζεντίνα’, δωμάτιο 212 (συνέχεια)…

Βγήκε από την ίδια πόρτα του ξενοδοχείου, που πριν από κάποιες ώρες είχε περάσει και έτρεχε κοντά του… Έβρεχε… Δεν την ένοιαζε ιδιαίτερα… Είχε άλλα να σκεφτεί, πιο έντονα και πιο ουσιώδη… Στο μυαλό της γυρνούσε η τελευταία τους κουβέντα, πριν φύγει… ‘Σ’ αγαπώ’ του είχε πει… ‘Και ‘γώ σ’ αγαπώ και θα σ’ αγαπώ…

Για μένα…

Δεν έχω μάθει να κλαίω τους αποχωρισμούς μου… Δεν έχω μάθει να πονάω σε κοινή θέα… Δεν έχω μάθει να θρηνώ τις προσωπικές μου λύπες… Τη ζωή μου πάντα, την ζούσα στον ρυθμό του αγαπημένου μου χορού, στα 9/8… ‘Πάντα γελαστός και γελασμένος’, όπως τραγουδάει και ο μεγάλος Δημήτρης… Χόρεψα και χορεύω τη ζωή μου…

Ξενοδοχείο ‘Αρζεντίνα’, δωμάτιο 212…

Περπατούσε στο σκοτεινό δρομάκι, στο πλάι του ξενοδοχείου… Πήγαινε να τον βρει… Έτρεχε να τον βρει… Ήθελε να συμπυκνώσει τον χρόνο… Να συμπυκνώσει τις στιγμές μαζί του… Ζωή συμπυκνωμένη χωρίς κανένα μέσο αραίωσης… Ο καιρός έμοιαζε να πηγαίνει για βροχή… Κάθε φορά που οδηγιόταν κοντά του, ο καιρός πήγαινε για βροχή… Και πάντα ο καιρός…