Δρόμος μακριά σου…

silent-traveler-by-ptturk.jpegΑφέθηκα να ακολουθήσω το δρόμο που οδηγούσε μακριά σου…
Τον περπάτησα για μεγάλο μήκος…
Βρήκα νέους τόπους και αντάμωσα καινούργιους ανθρώπους…
Δεν βρήκα πουθενά να σου μοιάζουν…
Πίστεψα ότι σε ξεπέρασα…
Ώσπου, αντάμωσα την αντανάκλασή του προσώπου μου σε λιμνάζοντα νερά, στην άκρη του δρόμου…
Καθρέφτισα το πρόσωπό μου και είδα εσένα…
Φοβήθηκα…
Κοίταξα πίσω…
Είχα περπατήσει πολύ…
Και θα περπατούσα ακόμη περισσότερο για να γυρίσω να σε βρω…
Για να σου ζητήσω πίσω το πρόσωπό μου…
Για να σου δώσω πίσω την αντανάκλαση του δικού σου…

(‘Silent Traveler’ by P.t.Turk)

Advertisements

Θέατρο σκιών…

black-and-white-theater-masks-by-howard-sokol.jpegΞάπλωσε στο κρεβάτι του να κοιμηθεί…
Διαδικασία επίπονη και χρονοβόρα τον τελευταίο καιρό…
Λες και το σώμα του αρνιόταν να ξεκουραστεί από τον κάματο της ημέρας…
Κάπου είχε ακούσει ότι ο ύπνος είναι ένα ‘ξεγέλασμα του θανάτου’…
Το μυαλό του, μάλλον, αρνιόταν να παίξει το ρόλο του ψεύτη…
Κοίταξε τον τοίχο απέναντι από το κρεβάτι του…
Φωτιζόταν με τέτοιο τρόπο, που έμοιαζε σαν μπερντές του καραγκιόζη…
Σαν θέατρο σκιών…

Σκέψεις άναρχες και διάσπαρτες πότισαν το νου του…

‘Η ζωή μου ανεβασμένη στη σκηνή του προσωπικού θεάτρου σκιών μου. Έργο χιλιοπαιγμένο και χιλιοειπωμένο. Τι σου κάνει το μυαλό τελικά. Ο μεγαλύτερος παραμυθάς της ζωής σου είσαι εσύ και κανένας άλλος’…

Ξεκίνησε από τα παιδικά του χρόνια στο χωριό, τις παρέες και τα παιχνίδια…

‘Ωραία χρόνια. Τότε που βάζαμε στοίχημα με τους παλιόφιλους ποιος θα κλέψει τα περισσότερα κεράσια από την κερασιά της χήρας. Και παράλληλα, ποιος θα δει την χήρα να μπάζει κρυφά τον Ανέστη στο σπίτι της. Και οι φωνές της χήρας και του Ανέστη να αντηχούν τα βράδια στην παιδική μας κάμαρα, κάτω από τα σεντόνια, μέσα από τα εσώρουχά μας’…

Προσπέρασε με ζήλο θαυμαστό τα χρόνια της εφηβείας του…

‘Αν δεν ήταν εκείνη η επίσκεψη στον οίκο ανοχής της πόλης, ακόμη θα διερωτόμουν πότε πέρασε η εφηβεία μου. Ποια εφηβεία δηλαδή; Εμείς δεν ξέραμε από τέτοια. Περνάγαμε σε μία στιγμή το κατώφλι του ‘άντρα’. Λες και ο κόσμος πλάστηκε μόνο για παιδιά και για άντρες’…

Στάθηκε λίγο περισσότερο στον πρώτο έρωτα της ζωής του…

‘Η Ελπίδα, ωραία κοπέλα, με πλούσια χαρίσματα και πρόσωπο κόκκινο από την δροσιά της νιότης της. Θα μπορούσαμε να ήμασταν μαζί, αν εκείνος ο κτηνοτρόφος δεν πήγαινε στον πατέρα της. Από τότε κατάλαβα τη δύναμη των χρημάτων. Από τότε κατάλαβα ότι ο ρομαντισμός είναι μία έννοια μόνο για τα παραμύθια και τις ιστορίες αγάπης των ερωτικών διηγημάτων’…

Πήρε το πακέτο με τα τσιγάρα του από το κομοδίνο…
Άναψε ένα και ρούφηξε τον καπνό μέσα του…
Κοίταξε το κινητό του…
Απόλυτη ηρεμία…

Ξαναγύρισε στη θέτρο που έπαιζε το έργο της ζωής του…
Πανελλήνιες και Πολυτεχνείο…

‘Φυσική, Χημεία, Μαθηματικά, Έκθεση. Και μετά Στατική, Λιμενικά, Οδοποιία, Υδραυλικά. Μάθημα σε Αμφιθέατρα, εξετάσεις και αντιγραφές. Γλέντια με τους συμφοιτητές στα ρεμπετάδικα γύρω από το Πολυτεχνείο και στα Εξάρχεια και ξενύχτια πάνω από ένα βιβλίο για να μπορέσεις να περάσεις την ‘Αντοχή Υλικών’. Ματιές στους διαδρόμους και πίστη στο ότι εμείς μπορούμε να αλλάξουμε τον κόσμο. Χαμένα όνειρα’…

Οι σκέψεις του απλώθηκαν στα χρόνια του στρατού…

‘Ιδιαίτερες φιλίες δεν έκανα. Καλά παιδιά οι συνάδελφοι. Καλά πέρασα. Ευτυχώς, δεν μου έμεινε κουσούρι. Δεν έμαθα τίποτε σπουδαίο βέβαια, πέρα από το: ‘ότι είναι ακίνητο το βάφουμε και ότι κινείται το χαιρετάμε’. Ωραίες στιγμές οι ασκήσεις και τα ξενύχτια στη σκοπιά. Ζηλεύω την ηρεμία που είχε το μυαλό μου τότε’…

Αυτό το μυαλό του…
Πάντα το πρόσεχε…
Πάντα φοβόταν την αντίδρασή του…
Απόλυση από το στρατό, εύρεση εργασίας, απόδειξη ικανοτήτων…

‘Να έχεις τον κάθε μαλάκα προϊστάμενο, με το κοντό του και το μακρύ του, και ‘συ να προσπαθείς να αποδείξεις ότι ο γάιδαρος δεν πετάει. Πίκρα. Αλλά έτσι είναι. Υπομένεις για να μείνεις. Και φτάνεις σε μία ηλικία που αναλογίζεσαι που βρίσκεσαι και τι κάνεις και η καλύτερη λύση είναι να πάρεις φόρα και να χτυπάς το κεφάλι σου στον τοίχο. Από την άλλη βέβαια, πάλι καλά που έχουμε δουλειά και δεν είμαστε στο ψάξιμο στην ηλικία που είμαστε’…

Γάμος, οικογένεια, διαζύγιο, μοναξιά…

‘Ήρθε και έφυγε χωρίς να ακουμπήσει πουθενά τη ζωή μου. Την αγάπησα, δεν λέω. Αλλά, πουθενά δεν στάθηκε κοντά μου. Που ήμουν και που ήταν. Τόποι μακρινοί, απόμακροι. Προσπάθησα, προσπάθησε. Και; Ποιο το αποτέλεσμα; Οι τόποι έμειναν στις θέσεις τους και ‘μείς απλά κουραστήκαμε να προσπαθούμε να τους φέρουμε κοντά. Ας είναι καλά εκεί που είναι’…

Το κινητό κουδούνισε…
Μία, δύο, τρεις φορές…
Κοίταξε τον αριθμό…
Τέσσερις, πέντε, έξι φορές…
Έκλεισε…
Πήρε κι’ άλλο τσιγάρο…
Οι σκέψεις στο τώρα…

‘Πάλι καλά που έχω και σένα. Κι’ ας είμαστε όπως είμαστε. Εσύ στη βολή του σπιτιού σου και ‘γω μόνος μου εδώ. Δύσκολες καταστάσεις, εύκολων ανθρώπων. Ανθρώπων που δεν ζήτησαν τον ουρανό με τ’ άστρα. Ανθρώπων που ζήτησαν ένα δικό τους ουρανό, που να είναι εκεί να τους φωτίζει. Πολλά ζητήσαμε;’…

Το κινητό ξαναχτύπησε…
Χωρίς να κοιτάξει τον αριθμό, απάντησε…
Προσποιήθηκε ότι κοιμόταν…
Την άκουσε κλαμένη…
Της έλειπε και τον ήθελε κοντά της…
Της είπε ότι και αυτός δεν ήταν καλά…
Του είπε ότι τον αγαπούσε…
Της είπε ότι την αγαπούσε…
Καληνύχτισαν ο ένας τον άλλο…
Το θέατρο σκιών τον κούρασε…
Αποφώνηση…

‘Δεν βγαίνει κάτι. Όλα τα ίδια. Έπαθα, έζησα, μεγάλωσα. Και; Τι κατάλαβα; Τουλάχιστον, μπορώ να αναλογίζομαι και να συλλογίζομαι. Καληνύχτα’…

(‘Black and White Theater Masks’ by Howard Sokol)

Αμαξοστοιχία 56, Θέση 17…

nice-coni-by-cassard.jpegΤο εισιτήριο έγραφε: Αμαξοστοιχία 56, βαγόνι 3, θέση 17, ώρα αναχώρησης 19:29…
Ο κόσμος συνωστίζονταν στην αποβάθρα περιμένοντας την άφιξη του συρμού για επιβίβαση…
Κάποιοι φαντάροι σε μίαν άκρη, σαν απόκληροι της κοινωνίας, περίμεναν και αυτοί το ίδιο τρένο να τους πάρει και να τους οδηγήσει στη μονάδα τους…
Κινητά στα χέρια και στ’ αυτιά, χαμογελαστά και σκυθρωπά πρόσωπα…
Τσιγάρα και ανυπομονησία…
Από τα μεγάφωνα του σταθμού αναγγέλθηκε η άφιξη της αμαξοστοιχίας…
Τελευταία ρουφηξιά στο τσιγάρο, τελευταίο φιλί στο μάγουλο, τελευταία ‘να προσέχεις και να μου τηλεφωνήσεις όταν φτάσεις’, ‘θα έρθω ξανά γρήγορα’ και ‘θα μου λείψεις’…
Ανέβηκε στο βαγόνι κρατώντας το κόκκινο σακ-βουαγιάζ στο χέρι…
Ήταν ελαφρύ, δεν είχε ιδιαίτερα ρούχα μέσα…
Πιο πολύ βάραιναν τα βιβλία παρά τα ρούχα…
Τώρα τελευταία, τον ενδιέφερε να ντύνει την ψυχή του παρά το σώμα του…
Έψαξε με τα μάτια του τη θέση, έβαλε το σακ-βουαγιάζ στο ράφι πάνω από τη θέση και κάθισε…
Κράτησε δύο βιβλία μαζί του, μικρά σε μέγεθος και όγκο…
‘Συμπυκνωμένες σκέψεις’ του άρεσε να τα λέει…
Ο κόσμος γύρω του σε αναμπουμπούλα μέχρι να τακτοποιηθεί στις θέσεις του…
Δίπλα του, κάθισε ένα παλικάρι, φοιτητής μάλλον, που πήγαινε στην πόλη του, στους δικούς του…
Ήξερε, εκ των προτέρων, ότι δεν θα ανταλλάξουν και ιδιαίτερες κουβέντες…
Ότι καλύτερο για να μείνει αναπόσπαστος στο διάβασμά του…
Άνοιξε το πρώτο βιβλίο…
Κάποια ευθυμογραφήματα, κάποια μικρά οδοιπορικά σε παλιές εποχές…
Του άρεσε το γράψιμο του συγκεκριμένου συγγραφέα και απορροφήθηκε…
Ο ελεγκτής πέρασε μετά από λίγο, έδωσε το εισιτήριό του και επέστρεψε στο διάβασμα…
Πιάστηκε ο λαιμός του και σήκωσε το κεφάλι του…
Εκείνη καθόταν απέναντί του και τον κοίταζε…

Θα ταξίδευε με την πεθερά της…
Θα έκανε την ανάγκη φιλοτιμία και θα ταξίδευε με την πεθερά της…
‘Αγάπη μου’ της είπε ο σύζυγος της ‘ξέρω ότι δεν είναι και το καλύτερό σου, αλλά πρέπει να πας εσύ με την μαμά. Εγώ θα έρθω αύριο. Σήμερα δεν μπορώ να φύγω από τη δουλειά. Και το ‘κρεβάτι’ της ξαδέρφης μου είναι σήμερα. Πρέπει, τουλάχιστον, ένας από τους δυό μας να είναι εκεί’…
Ξανθιά με μακριά μαλλιά, κρατούσε ακόμη τη σιλουέτα της πρώτης της νιότης…
Το ήξερε και το τόνιζε, διακριτικά βέβαια…
Από το ξεκίνημα της είχε κάνει εντύπωση αυτός ο άντρας που καθόταν δύο θέσεις παραπέρα…
Σαν να ήταν στον κόσμο του, παρέα με τα βιβλία του…
Τι να διαβάζει άραγε;;;
Πόσο καιρό είχε η ίδια να διαβάσει οτιδήποτε λογοτεχνικό…
Μόνο καμιά κυριακάτικη εφημερίδα και κάνα κουτσομπολίστικο περιοδικό, από αυτά που οι φίλες της και η πεθερά της αγόραζαν…
‘Κοιτάμε τους άλλους για να ξεχάσουμε τους εαυτούς μας’ είπε μεγαλόφωνα κάνοντας την πεθερά της να απορήσει…
‘Τι είπες;’ την ρώτησε…
‘Τίποτε μητέρα’ απάντησε εκείνη…
‘Κάτι άκουσα’…
‘Είπα φωναχτά μια σκέψη μου’ συνέχισε ‘μη δίνεται σημασία. Θέλετε να πιείτε κάτι ή να φάτε;’…
‘Όχι. Δεν θέλω τίποτε τώρα. Αργότερα ίσως’ ανταπάντησε η πεθερά και επέστρεψε στο περιοδικό της…
Κοίταξε έξω από το παράθυρο…
Η νύχτα έπαιρνε να πέφτει…
Ξαναγύρισε το βλέμμα της στον νεαρό…
Τι να διαβάζει άραγε;;;

‘Όμορφη γυναίκα. Μητέρα της είναι αυτή δίπλα της; Δεν της μοιάζει καθόλου. Μάλλον πεθερά, αν κρίνω από την έκφραση του προσώπου της. Και η βέρα, σημάδι κατατεθέν’…
Ξαναγύρισε στο βιβλίο του…
Δεν διάβασε πολύ…
Ξανασήκωσε τα μάτια του και κοίταξε προς το μέρος της…
Την είδε να κοιτάει έξω από το παράθυρο και το πρόσωπό της να μελαγχολεί…
Επέστρεψε στο βιβλίο του…
Τα μάτια στο βιβλίο, το μυαλό στα μάτια της…
Διέταξε τα μάτια του να οργώσουν τις σειρές του βιβλίου και την απόσταση ανάμεσα στα καθίσματα μέχρι τα μάτια της…
Ολόκληρο διάδρομο έφτιαξαν…
Όποτε τον κοιτούσε, τα κατέβαζε βίαια στο βιβλίο…
Τα ξανανέβαζε για να δει ότι τα δικά της ήταν εκεί…
Και ξανά πίσω…

‘Με κοιτάζει’ σκέφτηκε και κοκκίνισε…
‘Ωχ, θα με δει και τι θα κάνω;’…

‘Κοκκίνισε. Δεν το πιστεύω. Υπάρχουν γυναίκες που κοκκινίζουν ακόμη;’…

Πήρε το περιοδικό από την πεθερά της, που στο μεταξύ είχε κοιμηθεί…
Προσποιήθηκε πως διάβαζε…
Κλεφτές οι ματιές της, τρελός ρυθμός στην καρδιά της…
Έπιασε την βέρα με τις άκρες των δακτύλων της και την γύρισε γύρω-γύρω στο δάχτυλο που την φορούσε για να την νοιώσει…
‘Που με έστειλες, μου λες;’ απεύθυνε νοητά την ερώτηση στον άντρα της…
‘Που είσαι τώρα, μου λες;’ δεύτερη ερώτηση…

‘Φαντάσου, τι άγχος έχει για να παίζει με την βέρα της έτσι. Ξέρουμε κοπέλα μου ότι είσαι παντρεμένη. Δεν χρειάζεται να μας το θυμίζεις κάθε λίγο και λιγάκι’…

‘Ακόμη κοιτάει. Ακόμη. Είμαι καλή;’ σκέφτηκε και έβγαλε το καθρεφτάκι της από την τσάντα της…
Η πεθερά της κοιμόταν τον ύπνο του δικαίου…
Μακάριοι οι εν αγνοία…
Έφτιαξε το κραγιόν της, χτένισε με τα χέρια της τα μαλλιά της…
Έκλεισε το καθρεφτάκι και στύλωσε τα μάτια της επάνω του…
Τα δικά του ήταν εκεί…
Έφυγαν άραγε καθόλου;;;

‘Φτιάχνεται κιόλας’ σκέφτηκε…
‘Τι να κάνω; Ο χώρος και ο χρόνος περιορισμένος. Τι να κάνω;’…

‘Γιατί δεν κάνει κάτι;’ σκέφτηκε και αμέσως ‘Τι λέω η τρελή Θεέ μου, παντρεμένη γυναίκα’…
Γύρισε στο περιοδικό με κόκκινα μάγουλα…

‘Πρέπει να έχει 40 πυρετό έτσι όπως είναι κόκκινα τα μάγουλά της’…
‘Δεν πρέπει να την ταλαιπωρώ άλλο’…
Σηκώθηκε, άφησε τα βιβλία του στο κάθισμα, πήρε το κινητό του και κατευθύνθηκε προς την θέση της…
Φτάνοντας κοντά, κοντοστάθηκε και της ένευσε να τον ακολουθήσει…

Τον είδε να σηκώνεται…
Την πλησίαζε…
‘Τι κάνει ο παλαβός;’ σκέφτηκε και έμεινε ακίνητη περιμένοντας την εξέλιξη…

Στο νεύμα του δεν απάντησε…
Αυτός, συνέχισε για το κυλικείο του τρένου…
Την περίμενε εκεί μέχρι το τέλος της διαδρομής…
Δεν φάνηκε…
Επέστρεψε να πάρει τα πράγματά του…
Δεν την είδε πουθενά…

Το βράδυ, έπεσε να κοιμηθεί…
Συνήθιζε να διαβάζει πριν κοιμηθεί…
Άνοιξε το βιβλίο που διάβαζε μέσα στο τρένο…
Στη σελίδα που είχε βάλει τον σελιδοδείκτη, βρήκε γραμμένο:
‘Σ’ ευχαριστώ που για λίγο με έκανες και ένοιωσα ξανά γυναίκα’…
Κοιμήθηκε…

(‘Nice – Coni’ by Cassard)

Δειλινό…

sunset-by-lisa-ridgers.jpegΤο δειλινό έδειχνε το κοκκινωπό του χρώμα στον ορίζοντα…
Από το διαμέρισμά του στην Άνω Ηλιούπολη, μπορούσε να διαβάσει αυτό το χρώμα πολύ εύκολα…
Εξάλλου, το διάβασμα του δειλινού ήταν και η κύρια αιτία αγοράς αυτού του σπιτιού…
Ακούμπησε τα χέρια του στα κάγκελα του μπαλκονιού και έγειρε το σώμα του μπροστά…
Του άρεσε να κάθεται έτσι…
Τα μάτια του ατένισαν τις ταράτσες των σπιτιών που απλωνόντουσαν μπροστά του, ξεπερνώντας γρήγορα τα απλωμένα ρούχα και τις δορυφορικές κεραίες, φτάνοντας μέχρι τη θάλασσα και τα πλοία που την ταξίδευαν…
Εκεί έμεινε το βλέμμα του και χάθηκε για κάμποση ώρα…
Κοίταξε το ρολόι του…
Σε, περίπου, μισή ώρα, θα ερχόταν να τον δει…
Είχαν περάσει 2 χρόνια από την τελευταία φορά που είχαν βρεθεί σε αυτό το σπίτι…
Τακτοποίησε τα μαξιλάρια στον τριθέσιο καναπέ από μπαμπού που είχε στην μία άκρη του μπαλκονιού και έριξε το ριχτάρι επάνω…
Δεν καθόταν πια τόσο συχνά εκεί…
Μάλλον, απέφευγε να κάτσει μόνος του επάνω στον καναπέ…
Πότισε την μπουκαμβίλια που είχε στο πλάι του καναπέ…
Σκέφτηκε, ότι πρέπει να της αλλάξει γλάστρα γιατί είχε μεγαλώσει ιδιαίτερα και δεν έπαιρνε άλλο ανάπτυξη στην υπάρχουσα γλάστρα…
Θα το έκανε και αυτό κάποια στιγμή, όταν θα είχε διάθεση…
Ξανακοίταξε το ρολόι του…
Μπήκε στο σπίτι, πήρε το αποσμητικό χώρου σε σπρέι και αρωμάτισε τον χώρο…
Κατευθύνθηκε στην κρεβατοκάμαρα του, φόρεσε παντελόνι, πουκάμισο και έβαλε κολόνια…
Την κολόνια που του είχε πάρει εκείνη…
Την είχε ακόμη και την φόραγε ξανά τώρα που θα ερχόταν να τον δει…
Ήταν, κατά γενική ομολογία, ένα ταιριαστό ζευγάρι…
Αγαπήθηκαν πολύ σε σύντομο χρονικό διάστημα, χώρισαν αφήνοντας ο ένας πληγές στον άλλο, βίαια και άδοξα…
Στα δύο χρόνια που είχαν μεσολαβήσει, είχε κάνει κι’ άλλες δυο-τρεις σχέσεις, χωρίς όμως να στεριώσει πουθενά…
Ένοιωθε μέσα του την παρουσία της, ήξερε ότι ήταν ότι δυνατότερο και πληρέστερο είχε μέχρι τότε και προσπαθούσε να το αναγεννήσει από τις στάχτες του, με διαφορετική κοπέλα κάθε φορά…
Η πλήρης αποτυχία δηλαδή…
Και γι’ αυτόν και για τις κοπέλες…
Και να τώρα, εμφανίστηκε από μόνη της στο προσκήνιο…
Δεν του είχε κάνει ιδιαίτερη εντύπωση η επανεμφάνιση…
Πάντα την περίμενε, πάντα προσδοκούσε γι’ αυτή…
Λες και θα έκλεινε ένας κύκλος απουσίας…
Την διάμετρο του δεν ήξερε…
Η συγκεκριμένη διάμετρος κράτησε δύο χρόνια…
Πάλι καλά…
Ξανακοίταξε το ρολόι του…
Η ώρα πλησίαζε επικίνδυνα…
Ξαναβγήκε στο μπαλκόνι…
Κοίταξε τον δρόμο…
Περίμενε…
Ένα taxi φάνηκε στη στροφή του δρόμου…
Σταμάτησε από κάτω…
Μία κοπέλα βγήκε από την πίσω δεξιά πόρτα του…
Εκείνη…
Φορούσε ένα μπλε πουά φόρεμα…
Της ταίριαζε το μπλε…
Μπήκε μέσα και περίμενε το χτύπημα στο κουδούνι…
Δεν άργησε να έρθει…
Πήγε να ανοίξει, χωρίς να ρωτήσει ποιος είναι…
Άνοιξε την εξώπορτα του διαμερίσματος και στάθηκε στο άνοιγμά της…
Ο ανελκυστήρας ανέβηκε στον όροφό του…
Εμφανίστηκε μπροστά του…
Ένα, μάλλον, αμήχανο χαμόγελο διαγράφηκε στο πρόσωπό της…
– Καλησπέρα Κώστα
– Καλησπέρα Ειρήνη

Αντάλλαξαν καλησπέρες, χαμόγελα και φιλιά στο μάγουλο…
Την παρατήρησε από πάνω μέχρι κάτω, σαν να την εξέταζε…
Δεν είχε αλλάξει ιδιαίτερα…
Ίσως κάνα δυο κιλά παραπάνω, που μάλλον τις ταίριαζαν, και άλλο χρώμα στα μαλλιά, πιο σκούρο…
Προσπάθησε να καταλάβει τι ένοιωθε…
Απόλυτη συμπάθεια, αλλά όχι έρωτας…
Σαν να γκρεμίστηκε μέσα του το οικοδόμημα αισθημάτων που ένοιωθε δύο χρόνια τώρα…
Τι ήταν λοιπόν;
Εγωισμός;
Μπορεί…
Οδηγήθηκαν στην βεράντα…
Το δειλινό εκεί να χαρίζει το ίδιο χρώμα…
Ίδιο σκηνικό, διαφορετικές καταστάσεις…
Ερωτο-απαντήσεις τυπικής διαδικασίας για προσφορά καφέ, χυμού και παγωτού…
Του ζήτησε λίγο χυμό και τίποτε άλλο, γιατί έπρεπε να προσέχει τη σιλουέτα της…
Η φιλοφρόνηση ότι δεν είχε ανάγκη, επιβεβλημένη…
Επιβεβλημένη και δίκαιη…
Ο χυμός προσφέρθηκε και η ώρα για κουβέντα ξεκίνησε…
Του είπε ότι του έλειψε…
Της απάντησε το ίδιο…
Του είπε ότι θα ήθελε να τον έβλεπε περισσότερο και ότι νοιάζεται για ‘κείνον…
Της είπε ότι τα αισθήματα είναι αμοιβαία, αλλά δεν πρέπει να ξαναγυρίσουν στις ίδιες καταστάσεις που τους πλήγωσαν…
Του είπε ότι θα ήθελε να ξαναπροσπαθήσουν, αν και αυτός το ήθελε…
Της είπε ότι όσο κι’ αν την σκέφτεται, δεν πρόκειται να ξανανιώσει έρωτα γι’ αυτή…
Έβαλε τα κλάματα…
Την πήρε αγκαλιά…
Στον μπαμπού καναπέ…
Το δειλινό άφηνε την τελευταία του πνοή στον θόλο του ουρανού…
Η έναστρη νύχτα έριχνε πια το φως της επάνω τους…
Σηκώθηκε να φύγει…
Τη συνόδεψε μέχρι την πόρτα και την αποχαιρέτησε με ένα φιλί…
Δεν ξαναήρθε σπίτι του…
Δεν ξαναέβαλε την κολόνια που του είχε αγοράσει…
Άλλαξε κάποια στιγμή γλάστρα στην μπουκαμβίλια…
Στο μπαλκόνι έκανε καιρό να ξανακάτσει…

(‘Sunset’ by Lisa Ridgers)

Ζωές ευθέως αναλώσιμες (fin)…

chariots-of-the-gods-by-asha-menghrajani.jpegΔεν κοιμήθηκε…
Απλά περίμενε εκείνος να κοιμηθεί…
Κοίταξε το ρολόι…
Ήταν ήδη 5.30 τα χαράματα…
Δεν είχε αρκετό χρόνο μπροστά της γι’ αυτό που είχε αποφασίσει ότι θα κάνει, από την ώρα που είχε σηκωθεί από το κρεβάτι της και ήρθε στο δωμάτιο του Αντρέα…
Σηκώθηκε όσο πιο ήρεμα μπορούσε, έριξε μια τελευταία ματιά στον Αντρέα, τον φίλησε στο μάγουλο και έφυγε από το δωμάτιο…

Το ξυπνητήρι στο κινητό του Αντρέα, κουδούνισε στις 7.00…
Το έκλεισε και γύρισε να δει την Λίνα…
Το κρεβάτι ήταν άδειο…
Σηκώθηκε και πήγε να δει αν ήταν στο δωμάτιό της…
Άνοιξε την πόρτα του δωματίου της και κοίταξε μέσα…
Το κρεβάτι της ήταν στρωμένο και το δωμάτιο τακτοποιημένο…
Παραξενεύτηκε…
Πήγε στην κουζίνα…
Εκεί, βρήκε την μητέρα του να πίνει καφέ σκεφτική…
‘Καλημέρα μάνα’ της είπε…
‘Θα δείξει, αν και δεν έχει ξεκινήσει με τους καλύτερους οιωνούς’ του απάντησε εκείνη…
‘Γιατί; Τι συμβαίνει;’ την ρώτησε εκείνος με προσποιητό ύφος αδιαφορίας…
‘Η Λίνα έφυγε. Και πήρε και τα πράγματά της. Το μόνο που άφησε πίσω είναι αυτό το σημείωμα’ απάντησε η μητέρα του, δίνοντάς του παράλληλα ένα κομμάτι χαρτί…
Ο Αντρέας, πήρε το χαρτί, το ξεδίπλωσε και διάβασε:

Αγαπημένη μου Άννα,
Θέλω να με συγχωρήσεις για την απρόσμενη και απροσδόκητη φυγή μου.
Ελπίζω, κάποτε να μπορέσω να σου δώσω τις εξηγήσεις που τώρα δεν μπορώ.
Σ’ ευχαριστώ για όλα.
Είναι τιμή μου που σε έχω φίλη μου.
Να μου φιλήσεις τον Αντρέα.
Σας αγαπώ και τους δύο.

Με ειλικρινή πόνο,
Λίνα

Έμεινε να κοιτάζει το χαρτί, λες και οι λέξεις θα του εξηγούσαν κάτι παραπάνω απ’ ότι διάβασε και μέσα του καταλάβαινε…
Είχε φύγει από τη ζωή του, έτσι ξαφνικά όπως μπήκε…
Μέσα σε μία νύχτα…
Κοίταξε σαστισμένος την μητέρα του…
‘Στεναχωρήθηκες, ε;’ τον ρώτησε εκείνη…
‘Ναι. Μου φαίνεται απίστευτο. Έφυγε έτσι, χωρίς ένα γεια, χωρίς μία εξήγηση. Δεν φαινόταν τέτοιος άνθρωπος’ είπε ο Αντρέας, ξαναδιαβάζοντας το σημείωμα…
‘Κάτι σοβαρό πρέπει να συμβαίνει. Δεν σου είπε εσένα τίποτα χθες το βράδυ; Κάποια στιγμή σας άκουσα να μιλάτε, αλλά ήμουν τόσο κουρασμένη που ξανακοιμήθηκα χωρίς να μπορέσω να σηκωθώ’…
Για μια στιγμή, ο Αντρέας ένοιωσε το αίμα του να παγώνει. Λες να είχε καταλάβει κάτι η μητέρα του;;;
Δεν θα ήταν και το καλύτερο πράγμα του κόσμου…
‘Όχι, δεν μου είπε τίποτε. Απλά, γυρίζοντας την άκουσα να παραμιλάει στον ύπνο της και της έδωσα λίγο νερό. Τίποτε παραπάνω’…
‘Καλά. Ελπίζω κάποτε να μάθουμε. Πρέπει να σεβαστούμε την επιθυμία της να φύγει έτσι απότομα, χωρίς εξήγηση. Εγώ, πρέπει να φύγω. Ήδη άργησα. Εσύ; Τι θα κάνεις;’ είπε η Άννα και σηκώθηκε από το τραπέζι…
‘Θα πάω από τη Σχολή. Και μετά για καφέ με τα παιδιά. Το μεσημέρι μην με περιμένεις για φαί. Θα φάω στην Μαίρη’ είπε ο Αντρέας, κοιτώντας, για μία ακόμη φορά, το γράμμα…
‘Καλή κοπέλα η Μαίρη. Να πας αγόρι μου, να πας’ είπε η Άννα καθώς έβγαινε από την εξώπορτα…
Έμεινε μόνος να κοιτάει έξω από το παράθυρο της κουζίνας…
Είχε βγάλει ένα υπέροχο ήλιο…
‘Ότι πρέπει για εκδρομή και ταξίδι’ σκέφτηκε…
Σηκώθηκε και πήγε να ετοιμαστεί για να φύγει…
Δεν μπορούσε να χωρέσει ο νους του την κίνηση της Λίνας…
Μπορούσε, εν μέρει, να καταλάβει το φόβο της μήπως η μητέρα του μάθει κάτι, αλλά αν δεν το έλεγε αυτός και αυτή από ποιον θα το μάθαινε;;;
‘Παράξενα πλάσματα οι γυναίκες τελικά. Πολύ παράξενα’ αναφώνησε καθώς φόραγε το παντελόνι του…
Έβαλε πουκάμισο, πήρε το μπουφάν του και πήγε να πάρει το κινητό του…
Έτοιμος, βγήκε από την εξώπορτα…
Ήταν έτοιμος να μπει στον ανελκυστήρα, όταν άκουσε μία φωνή πίσω του να τον φωνάζει…
Ήταν η Λίνα…
Έμεινε να την κοιτάζει…
‘Τελικά, πρέπει να σε εκπλήσσω συνέχεια’ του είπε και ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπό της…
‘Με αυτά που κάνεις και βέβαια με εκπλήσσεις’ της είπε…
‘Πάμε μέσα να τα πούμε; Εδώ, θα μας φάει η ορθοστασία’…
‘Βεβαίως’…
Άνοιξε την πόρτα και μπήκαν στο σπίτι…
Την ρώτησε αν ήθελε καφέ και εκείνη απάντησε αρνητικά…
Κάθισαν απέναντι ο ένας από τον άλλο…
‘Καταρχήν, θα ήθελα να σε ευχαριστήσω για όλα’ είπε η Λίνα παίρνοντας τον λόγο…
‘Δεν έκανα τίποτε για να με ευχαριστείς’ απάντησε ο Αντρέας…
‘Το τι έκανες ή όχι, είναι δικό μου θέμα να το ξέρω καλύτερα’…
‘Ότι πεις’…
‘Θέλω να καταλάβεις τους λόγους της φυγής μου. Θέλω να καταλάβεις γιατί φέρθηκα έτσι. Και γι’ αυτό επέστρεψα να σου δώσω εξηγήσεις και μετά να φύγω οριστικά’…
‘Είμαι όλος αυτιά. Θα το ήθελα πολύ να σε ακούσω’…
‘Άκου Αντρέα. Δεν ξέρω τι εντύπωση σου έκανα ως γυναίκα, αλλά θέλω να ξέρεις ότι είναι η πρώτη φορά που φέρθηκα έτσι. Είναι η πρώτη φορά που μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα ‘πήγα’ με άντρα και μάλιστα πολύ μικρότερο. Και μάλιστα γιο της καλύτερής μου φίλης. Δεν κάνω τέτοια πράγματα. Έχω τιμή και υπόληψη. Και δεν δίνω δικαιώματα σε κανένα να μου τα αμφισβητήσει αυτά. Αυτός είναι και ο λόγος που έμεινα στην ξενιτιά μετά το θάνατο του Κώστα. Του είχα δώσει την υπόσχεσή μου να συνεχίσω το όνειρό μας. Και αυτό έκανα. Δεν τα παράτησα’…
‘Το ξέρω και το καταλαβαίνω’ παρενέβη ο Αντρέας…
‘Χαίρομαι. Λοιπόν, συνεχίζω. Έρχεται κάποια στιγμή στη ζωή του κάθε ανθρώπου κάτι που του αλλάζει τα δεδομένα. Τον κάνει ευάλωτο. Τον κάνει να απαρνιέται τα πιστεύω του και τις πεποιθήσεις του. Και σε μένα έτυχε, αυτή η στιγμή να ήταν η γνωριμία μου μαζί σου.
Από την πρώτη στιγμή σε ένοιωσα πολύ κοντά μου. Και χάρηκα που και εσύ έδειχνες κάποιο ενδιαφέρον για μένα. Κατάλαβα από την πρώτη στιγμή το φλερτ σου, αλλά το προσπερνούσα μη θέλοντας να το πιστέψω.
Ώσπου, αφέθηκα και ‘πήρα’ αυτό που απλόχερα μου έδινες. Εσένα. Και δεν θα μετανιώσω ούτε μία στιγμή γι’ αυτό που έγινε μεταξύ μας. Και δεν θα αφήσω κανέναν να μου το ‘λερώσει’. Ούτε την ίδια σου την μητέρα. Ούτε την ανάμνηση του Κώστα. Κανέναν.
Αυτός, είναι και ο λόγος που με κάνει να φύγω έτσι. Δεν είναι ο φόβος της αντιπαράθεσης με την μητέρα σου. Είναι η διαφύλαξη των αισθημάτων που μου έβγαλες στην επιφάνεια. Αντρέα, με έκανες να νοιώσω ξανά γυναίκα, με έκανες να νοιώσω ποθητή ξανά. Το είχα ξεχάσει. Και αυτό δεν πρόκειται ποτέ και κανένας να μου το χαλάσει. Τ’ ακούς; Κανένας και τίποτα.’
Την έπιασαν τα κλάματα και έπεσε στην αγκαλιά του Αντρέα, ο οποίος είχε μείνει άναυδος με το μέγεθος των αισθημάτων αυτής της γυναίκας…
Την έσφιξε στην αγκαλιά του…
Ένοιωσε και το δικό της σφίξιμο στην πλάτη του…
Δεν κράτησε για πολύ όμως…
Η Λίνα, ανακτώντας την αυτοκυριαρχία της, έφυγε από την αγκαλιά του…
‘Ελπίζω να κατάλαβες’ συνέχισε η Λίνα…
‘Νομίζω’ της απάντησε εκείνος…
‘Δεν ξέρω ποια είναι τώρα η εντύπωσή σου για μένα, αλλά έτσι αισθάνομαι και δεν μπορώ να κάνω κάτι παραπάνω’…
‘Μπορώ να σε διαβεβαιώσω ότι έχω τις καλύτερες των εντυπώσεων για σένα’ απάντησε ο Αντρέας…
‘Αυτό είναι καλό. Πρέπει όμως να φεύγω. Δεν έχω και πολύ ώρα μπροστά μου. Πρέπει να πάω στο αεροδρόμιο. Πρέπει να αποχαιρετιστούμε’…
Σηκώθηκε από την θέση της και πήγε μπροστά του…
Εκείνος σηκώθηκε, την κοίταξε και την αγκάλιασε…
Τα χείλη τους δεν άργησαν να ενωθούν…
Η Λίνα αποτραβήχτηκε…
‘Όχι Αντρέα. Δεν πρέπει. Δεν πρέπει. Φεύγω’…
Είχε μείνει να την κοιτάζει…
Δεν έκανε καμία κίνηση να την σταματήσει…
Πήρε την τσάντα της, άνοιξε την πόρτα και έφυγε χωρίς να κοιτάξει πίσω…
Έμεινε να κοιτάζει την πόρτα που έκλεινε, όπως είχε μείνει να κοιτάζει το παράθυρο το πρωί…
Άκουσε την πόρτα του ανελκυστήρα να ανοίγει και να κλείνει…
‘Στο καλό να πας Λίνα. Θα σε θυμάμαι πάντα. Έτσι κι’ αλλιώς, πάντα η ζωή σου ήταν αναλώσιμη για τους άντρες που είχες δίπλα σου’…

(‘Chariots of the Gods’ by Asha Menghrajani)

Ζωές ευθέως αναλώσιμες (ΙΙΙ)…

kiss-by-auguste-rodin.jpegΟ Αντρέας πάρκαρε το αυτοκίνητο μπροστά στην πολυκατοικία…
Μακάριζε την τύχη του, μιας και η ώρα ήταν ήδη περασμένη, 3 τα ξημερώματα και γενικώς είναι δύσκολο το parking στην περιοχή…
Στη διαδρομή από το bar μέχρι το σπίτι, σκεφτόταν την Λίνα…
Τον έλκυαν αυτού του είδους οι γυναίκες…
Και αυτής της ηλικίας…
‘Οιδιπόδειο’ ή όχι, αυτός πέρναγε καλά μαζί τους…
Και η Λίνα ήταν τέτοιου είδους γυναίκα…
Ήθελε να της δείξει την προτίμησή του, αλλά φοβόταν την αντίδρασή της και την αντίδραση της μητέρας της…
Έτσι, το μόνο που του έμενε ήταν να φλερτάρει και όπου έβγαινε…
Εξάλλου, η Λίνα θα έφευγε σε λίγο καιρό, οπότε δεν είχε να χάσει και τίποτα…
Μπήκε στο διαμέρισμα όσο πιο σιγά μπορούσε…
Δεν ήθελε να ξυπνήσει τις δύο γυναίκες του σπιτιού…
Περπατούσε στο διάδρομο προς το δωμάτιό του στις μύτες των ποδιών του, όταν άκουσε άναρθρες κραυγές από το δωμάτιο της Λίνας…
Η περιέργεια τον έτρωγε…
Έστησε αυτί και προσπάθησε να ακούσει…
Σκόρπιες λέξεις και ονόματα…
Δεν μπορούσε να διακρίνει…
Άνοιξε την πόρτα και μπήκε μέσα…
‘Καλή ευκαιρία να της πιάσω κουβέντα’ είπε από μέσα του και προχώρησε…
Κάθισε στην άκρη του κρεβατιού και παρατήρησε την γυναίκα που ήταν ξαπλωμένη μπροστά του…
Η έκφρασή της είχε σκληρύνει, προφανώς, από το όνειρο που έβλεπε…
Όσο την κοιτούσε, τόσο του άρεσε…
Θα ήθελε να μπορούσε να την αγκαλιάσει, αλλά, προς το παρών, η Λίνα ήταν απαγορευμένη περιοχή για τις ορέξεις του…
Άπλωσε το χέρι του στον γυμνό ώμο της Λίνας και την χάιδεψε…
Μισοκοιμισμένη, άρθρωσε ένα όνομα: ‘Κώστα, εσύ είσαι;’…
‘Όχι Λίνα, ο Αντρέας είμαι’ της είπε εκείνος με όσο πιο γλυκιά φωνή μπορούσε…
Τρομαγμένη, γύρισε και τον κοίταξε…
Άναψε το πορτατίφ δίπλα της…
‘Τι κάνεις εδώ; Με τρόμαξες’ του είπε και τράβηξε την κουβέρτα επάνω της…
‘Δεν ήθελα να σε τρομάξω. Πέρασα απ’ έξω από το δωμάτιό σου, άκουσα ότι έκανες ανήσυχο ύπνο και είπα να μπω μέσα να σε ηρεμήσω λίγο και να σου φέρω νερό, αν θες. Δεν έκανα καλά;’ απάντησε ο Αντρέας…
‘Καλά έκανες. Έβλεπα πάλι εφιάλτες. Καλά έκανες. Και ναι, θα ήθελα λίγο νερό. Από τι ώρα κοιμάμαι;’ διερωτήθηκε…
‘Από τις 5 το απόγευμα. Έπεσες ξερή. Η ένταση της ημέρας, η ένταση των ημερών. Πάω να σου φέρω νερό’ είπε ο Αντρέας και σηκώθηκε…
Προτού προλάβει να φύγει, η Λίνα είχε απλώσει το χέρι της και έπιασε το δικό του…
Ήταν μία κίνηση που δεν περίμενε ποτέ ότι θα την έκανε…
Ούτε ο Αντρέας την περίμενε, γιατί έμεινε σαστισμένος…
Συνειδητοποιώντας τι είχε κάνει, τράβηξε απότομα το χέρι της και του είπε να πάει να της φέρει το νερό…
Ξάπλωσε στο κρεβάτι και προσπάθησε να ηρεμήσει…
Ο Αντρέας επέστρεψε με το ποτήρι το νερό αμέσως…
Της το έδωσε να πιεί…
Μια, δυο, τρεις γουλιές, αργές και μακρόσυρτες, λες και το νερό μπορούσε να της σβήσει την ένταση που ένοιωθε…
Ο Αντρέας την κοιτούσε και περίμενε να τελειώσει…
Άφησε το ποτήρι στο κομοδίνο και ανακάθισε στο κρεβάτι…
Ο Αντρέας συνέχιζε να την κοιτάει εντονότερα…
‘Τι κοιτάς έτσι;’ ρώτησε η Λίνα…
‘Εσένα. Πριν, ήσουν τόσο ταραγμένη και τώρα συνέρχεσαι. Τι εφιάλτη έβλεπες και είχες γίνει έτσι; Και ποιος ήταν αυτός ο Κώστας;’…
‘Ο Κώστας ήταν ο μεγάλος έρωτας της ζωής μου. Ο άντρας, που για χάρη του άφησα πίσω τα πάντα. Πατρικό σπίτι, δουλειά και φίλους. Το άξιζε όμως. Αλλά, δυστυχώς, πέθανε πριν από 7 χρόνια σε αεροπορικό δυστύχημα. Και μου λείπει πολύ. Και τον σκέφτομαι πολύ. Και βλέπω συχνά εφιάλτες σχετικά με το δυστύχημα. Και δεν μπορώ να ηρεμήσω. Και ξυπνώντας από τους εφιάλτες, πιστεύω ότι θα τον δω μπροστά μου. γι’ αυτό φώναξα και το όνομά του. Αλλά, ποτέ δεν είναι εκεί. Ποτέ. Και πονάω περισσότερο. Και έχω ανάγκη να κρατήσω κάποιον, να φύγει ο πόνος, να απαλύνει. Και δεν υπάρχει κανείς. Κανείς. Εκτός από σένα, σήμερα το βράδυ. Σ’ ευχαριστώ’…
ο Αντρέας άπλωσε το χέρι του και έπιασε ξανά το δικό της…
Τώρα, η κίνηση αυτή δεν είχε την ένταση της προηγούμενης φοράς…
Ήταν πιο γλυκιά, πιο τρυφερή…
Το πλησίασε στα χείλη του και το φίλησε…
Πήρε και το άλλο, και έκανε την ίδια κίνηση…
Η Λίνα κοκκίνισε…
Το ίδιο και ο Αντρέας…
Την ξάπλωσε στο κρεβάτι και την σκέπασε καλύτερα…
‘Τώρα, θα κοιμηθείς’ της είπε και την φίλησε στο κούτελο…
‘Ναι. Θα κοιμηθώ πιο ήρεμη πιστεύω. Καληνύχτα Αντρέα μου’ του είπε η Λίνα και χαμογέλασε…
Ξανάσκυψε και την φίλησε στο στόμα…
Εκείνη, δεν αποτραβήχτηκε…
Σηκώθηκε όρθιος, έσβησε το φως από το πορτατίφ, και βγήκε από το δωμάτιο…
Δεν ήθελε να βιαστεί…
Φοβήθηκε, ότι η στάση της είχε να κάνει με την ένταση που ένοιωθε…
Δεν ήθελε να εκμεταλλευτεί καμία κατάσταση…
Έκλεισε την πόρτα του δωματίου της και άνοιξε τη δική του…
Ξεκίνησε να ξεντύνεται…
Φορούσε μόνο το εσώρουχό του όταν άνοιξε η πόρτα και μπήκε η Λίνα μέσα…
Κοιτάχτηκαν…
Προχώρησε προς το μέρος της και έκλεισε την πόρτα…
Αυτή, έμενε ακίνητη εκεί…
Άπλωσε τα χέρια του και την αγκάλιασε από πίσω, φιλώντας συνάμα το σβέρκο της…
Έκλεισε τα μάτια της και αισθάνθηκε το καυτό του φιλί να την ανατριχιάζει και τον ανδρισμό του να κάνει αισθητή την παρουσία του…
Έπιασε τα χέρια του και τα οδήγησε στο στήθος της…
Κραυγή ηδονής ανέβλυσε από τα χείλη της…
Την οδήγησε στο κρεβάτι…
Κοιμήθηκαν αγκαλιά κατά τις 5 το πρωί…

(συνεχίζεται…)

(‘Kiss’ by Auguste Rodin)

Ζωές ευθέως αναλώσιμες (ΙΙ)…

le-tub-by-edgar-degas.jpegΤο βράδυ κύλησε σε χαλαρούς ρυθμούς…
Έφαγαν και οι τρεις μαζί, ήπιαν λίγο κρασί και μετά έπεσαν για ύπνο νωρίς, μιας και η επόμενη μέρα θα ήταν δύσκολη για την Λίνα, αφού έπρεπε να τρέξει να τακτοποιήσει τα διαδικαστικά της κηδείας του πατέρα της…
Η μέρα της, πραγματικά, ήταν δύσκολη…
Ευτυχώς, μπόρεσε να ολοκληρώσει όλες τις εκκρεμότητες μέχρι το μεσημέρι, οπότε και γύρισε σπίτι…
Η φίλη της έλειπε στο γραφείο της και ο Αντρέας ήταν στη σχολή του…
Ευτυχώς, της είχε δώσει κλειδιά του σπιτιού, οπότε δεν χρειάστηκε να ταλαιπωρηθεί περισσότερο…
Αποφάσισε να κάνει ένα μπάνιο, να συνέλθει λίγο και να ηρεμήσει…
Το ξαφνικό συμβάν του θανάτου του πατέρα της από ανακοπή καρδιάς στο γηροκομείο και η εσπευσμένη επιστροφή της στην πόλη που γεννήθηκε και μεγάλωσε, δεν της είχαν αφήσει τα περιθώρια να σκεφτεί και να διαχειριστεί τα νέα δεδομένα που της παρουσιάζονταν…
Έμεινε γυμνή, πήρε τα εσώρουχα και τα καλλυντικά της και πήγε στο μπάνιο…
Το χλιαρό νερό, στην αρχή, και ζεστό μετά, την έκαναν να νοιώσει ανάλαφρα…
Αφού έπλυνε τα μαλλιά της, έριξε επάνω στο σώμα της αφρόλουτρο και το άλειψε παντού με τα χέρια της…
Έκλεισε τα μάτια και χάρηκε το άγγιγμά της επάνω στο σώμα της…
Θυμήθηκε τον τρόπο που την χάιδευε εκείνος…
Μιμήθηκε τον τρόπο που την χάιδευε εκείνος…
Ξεπλύθηκε με άφθονο χλιαρό νερό και βγήκε από την μπανιέρα…
Άκουσε μια φωνή να την καλεί από το σαλόνι…
‘Λίνα, είσαι εδώ; Γύρισα’ φώναζε ο Αντρέας…
‘Ναι. Εδώ είμαι. Μόλις έκανα μπάνιο. Βγαίνω σε λίγο’ του απάντησε με αντίστοιχη ένταση φωνής η Λίνα, ρίχνοντας επάνω της την πετσέτα του μπάνιου…
Χτύπημα στην πόρτα…
Ένα ‘εμπρός’ από το στόμα της και το κεφάλι του Αντρέα φάνηκε στο μισάνοιχτο άνοιγμα…
‘Είσαι καλά; Τελείωσες τις δουλειές σου;’ την ρώτησε με ενδιαφέρον ο Αντρέας, κοιτάζοντάς την με βλέμμα εξερευνητικό…
‘Ναι. Τελείωσα. Ευτυχώς. Εσύ; Όλα καλά;’ αποκρίθηκε η Λίνα, παρακολουθώντας το βλέμμα του που περπατούσε στο κορμί της…
‘Όλα καλά. Θα ετοιμάσω φαϊ. Πεινάς, δεν πεινάς;’ της είπε χαμογελώντας και έκλεισε την πόρτα…
Χαμογέλασε και αισθάνθηκε όμορφα…
Δεν ήξερε το γιατί, αλλά αυτό το αγόρι την έκανε να αισθάνεται όμορφα…
‘Θα έχει θετική αύρα’ μονολόγησε, χτενίζοντας τα μαλλιά της…
Αφού έβαλε και την κρέμα προσώπου και στέγνωσε τα μαλλιά της, βγήκε από το μπάνιο…
Κατευθύνθηκε στην κουζίνα και είδε τον Αντρέα να μαγειρεύει…
‘Τι καλό φτιάχνεις;’ τον ρώτησε…
‘Μακαρόνια με τόνο’ της απάντησε εκείνος…
Παρατήρησε την επιδεξιότητα στις κινήσεις του…
Είχε πληροφορηθεί ότι ο Αντρέας μαγείρευε πολύ καλά, αλλά μόλις τώρα είχε τη δυνατότητα να το διαπιστώσει…
Από την άλλη, δεν ήταν και το συνηθέστερο πράγμα στον κόσμο να μαγειρεύει ένας άντρας…
‘Έτοιμο’ αναφώνησε μετά από λίγο ο Αντρέας…
‘Δεν θα περιμένουμε την μητέρα σου;’ ρώτησε η Λίνα…
‘Ναι. Θα έρθει σε λίγο. Μέχρι τότε, θα στρώσω τραπέζι και θα ανοίξω ένα κρασί. Θέλεις ένα ποτήρι;’…
‘Βεβαίως. Αν και δεν είμαι στα καλύτερά μου, θα πιώ λίγο’…
Έστρωσε τραπέζι ο Αντρέας και έβαλε να πιούν κρασί…
Τσούγκρισαν και ευχήθηκαν σε καλύτερες στιγμές και σε καλύτερες εποχές…
Ο Αντρέας αποδείχθηκε πολύ καλός συνομιλητής…
Αγόρι του καιρού του, ήταν ενημερωμένος για τα πάντα και είχε άποψη…
Η Λίνα εντυπωσιάστηκε…
Με το μυαλό της φανταζόταν την γοητεία που θα έπρεπε να ασκεί αυτός ο νεαρός στις συνομήλικες του…
Και φυσικά, τις κατακτήσεις που θα είχε…
Μετά από κάνα μισάωρο, έφτασε και η μητέρα του Αντρέα…
Έκατσαν για φαί και τα εύσχημα στον Αντρέα από μητέρα και Λίνα ήταν δεδομένα…
Μετά το μεσημεριανό, ήρθε η ώρα του καφέ και η ανασκόπηση της ημέρας…
Η Λίνα έδειχνε ταλαιπωρημένη…
Η φίλη της το είδε και της είπε να πάει να ξαπλώσει…
Προτίμησε να κάτσει λίγο ακόμη και να πάει μια και καλή για ύπνο…
Ο Αντρέας έφυγε για βόλτα και έτσι έμειναν οι δύο φίλες να πουν τα δικά τους, πιο ελεύθερα…
Η Άννα, η φίλη της Λίνας και μητέρα του Αντρέα, εξομολογήθηκε με περισσότερες λεπτομέρειες το χωρισμό της από τον πρώην άντρα της και τις δυσκολίες που αντιμετώπισε στην ανατροφή του Αντρέα…
Από την πλευρά της η Λίνα, μίλησε διεξοδικά για τη ζωή της αυτά τα 17 χρόνια…
Το τέλος της συζήτησης, βρήκε τις δύο φίλες να κλαίνε απαρηγόρητες η μία στην αγκαλιά της άλλης και δυο ποτήρια κρασί να συντροφεύουν τον πόνο τους…
Η ώρα είχε περάσει γρήγορα και ετοιμάστηκαν για ύπνο…
Ο Αντρέας δεν είχε επιστρέψει ακόμη, αλλά αυτό ήταν κάτι φυσιολογικό, σύμφωνα με τα λεγόμενα της Άννας…
Το επόμενο πρωί, σηκώθηκαν νωρίς…
Η κηδεία ήταν για τις 12 το μεσημέρι…
Ιδιαίτερο κόσμο δεν είχε, μιας και οι συγγενείς τους είχαν σκορπίσει στους τέσσερις ανέμους και δεν ήταν εύκολο να παρευρίσκονται…
Η Λίνα έδειχνε συντετριμμένη, αν και το γεγονός του θανάτου του πατέρα της το είχε αποδεχθεί κάποια χρόνια τώρα…
Ιδιαιτέρως από τη στιγμή που οι σχέσεις τους δεν ήταν και οι καλύτερες, προσπάθησε να τον θάψει νωρίτερα για να μπορέσει να συνεχίσει τη ζωή της…
Ο Αντρέας, σε όλη τη διάρκεια της ακολουθίας, ήταν στο πλάι της και την κρατούσε…
Ενδόμυχα, αυτό την έκανε να νοιώθει σιγουριά και ηρεμία…
Γύρισαν σπίτι σχετικά γρήγορα…
Η Λίνα τους είπε ότι ήθελε να μείνει μόνη και κατευθύνθηκε στο δωμάτιό της…

(συνεχίζεται…)

(‘Le tub’ by Edgar Degas)

Ζωές ευθέως αναλώσιμες…

madame-x-by-john-sargent.jpegΤα αεροδρόμια πάντα την φόβιζαν…
Τα αεροπορικά ταξίδια πάντα την φόβιζαν…
Ο θάνατος του μόνου άντρα που αγάπησε σε αεροπορικό δυστύχημα την είχε στιγματίσει βαθιά…
Όμως, έπρεπε να ταξιδέψει, έπρεπε να κάνει αυτό το ταξίδι…
Ο θάνατος ενός άλλου αγαπημένου προσώπου της, του πατέρα της, ήταν η αιτία και η αφορμή αυτού του εγχειρήματος…
Είχε φτάσει από νωρίς στο αεροδρόμιο…
Είχε ήδη κάνει check-in και είχε περάσει τον έλεγχο ασφαλείας…
Τώρα, στην αίθουσα αναμονής, με το βιβλίο της συνάμα, διάβαζε για να περάσει η ώρα…
Διάβαζε για ένα παράξενο τρίγωνο ανάμεσα σε μία καθηγήτρια, έναν θαλασσοδαρμένο ναυτικό και μία νεαρή κοπέλα…
Για την παράξενη σχέση που τους ένωνε…
Ο ναυτικός είχε παράνομη σχέση με την κοπέλα και η καθηγήτρια έπαιζε το ρόλο του αυτόπτη μάρτυρα, σαν σε έργο του Χίτσκοκ, που έβλεπε τα τεκταινόμενα από το παράθυρό της με τις κατεβασμένες γρίλιες και που στο τέλος έπαιξε το ρόλο του ‘από μηχανής θεού’, λυτρώνοντας τον ναυτικό από την φυγή της κοπέλας με την δική της παρουσία δίπλα του…
‘Ρομαντικές ιστορίες αληθινών ανθρώπων’ σκέφτηκε και γέλασε γιατί ποτέ στη ζωή της δεν αφέθηκε, από τις καταστάσεις, να είναι ρομαντική…
Όσο κι’ αν το ήθελε…
Από τα μεγάφωνα του αεροδρομίου ανακοινώθηκε η πτήση της…
Μάζεψε τα πράγματά της και κατευθύνθηκε προς τον έλεγχο εισόδου στο αεροπλάνο…
Στο μυαλό της είχε μείνει η ιστορία που διάβαζε πριν λίγο…
‘Τυχεροί όσοι έζησαν και έχουν σημάδια της ζωής αυτής’ σκέφτηκε…
Το ταξίδι δεν είχε το παραμικρό απρόοπτο…
Έφυγαν την καθορισμένη ώρα, έφτασαν την καθορισμένη ώρα…
Όλα μέσα στο πρόγραμμα…
Όση ώρα περίμενε την βαλίτσα της, το κινητό της χτύπησε…
Ήταν η παιδική της φίλη για να την ειδοποιήσει ότι την περίμενε ήδη στην έξοδο, παρέα με το γιό της…
Της είπε ότι σε λίγο θα βρίσκεται κοντά τους…
‘Πόσο καιρό έχω να δω τον Αντρέα. Θα έχει γίνει ολόκληρος άντρας’ σκέφτηκε…
Πάνω από 17 χρόνια…
Όσα ακριβώς τα χρόνια που έλλειπε από τα πάτρια…
Όσα ακριβώς έφυγε από κοντά τους ακολουθώντας τον μεγάλο της έρωτα…
Και όταν έμεινε μόνη, μετά το δυστύχημα, αποφάσισε να μείνει εκεί, μακριά τους…
Και να που γύρναγε τώρα…
Πήρε τη βαλίτσα της και κατευθύνθηκε προς την έξοδο…
Από μακριά παρατηρούσε τον κόσμο που ήταν εκεί μαζεμένος, περιμένοντας κάποιον δικό του άνθρωπο, και προσπάθησε να ανακαλύψει τη φίλη της…
Δεν άργησε να το κάνει…
Μπορεί να είχαν περάσει τα χρόνια, αλλά την αναγνώρισε αμέσως…
Πίστευε ότι οι πραγματικές φιλίες περνάνε στο αίμα και σβήνονται μόνο όταν πεθάνεις…
Και αυτή δεν είχε πεθάνει ακόμη…
Έπεσε στην αγκαλιά της φίλη της, μία αγκαλιά γνώριμη και αγαπημένη…
Την έπιασαν τα κλάματα…
Πόσο της είχε λείψει μία τέτοια αγκαλιά…
Κάθισε εκεί για κάμποσο…
Δεν ήθελε να φύγει…
Λες και προσπαθούσε να αποζημιωθεί για όλες τις χαμένες αγκαλιές σε μία μόνο στιγμή…
Άκουσε πίσω της μία αντρική φωνή να την καλωσορίζει…
Μια φωνή γνώριμη και ξένη συνάμα…
Γύρισε προς το μέρος που ερχόταν η φωνή…
Είδε μπροστά της έναν νεαρό, όχι παραπάνω από 25 ετών, με μαύρα μαλλιά και πράσινα μάτια…
Έκλεισε τα μάτια της, για να καθαρίσει τα δάκρυα και τον ξανακοίταξε…
Η φωνή της φίλης της έκανε τις συστάσεις:
‘Από εδώ το καμάρι μου. Ο Αντρέας μου. Πώς τον βλέπεις; Δεν έγινε ολόκληρος άντρας; Κούκλος δεν είναι;’ είπε με στόμφο η φίλη της…
‘Αντρέα, εσύ; Δεν το πιστεύω. Πάει γεράσαμε φιλενάδα. Πάει’ αποκρίθηκε εκείνη, κοιτώντας τον Αντρέα από πάνω μέχρι κάτω…
‘Τα παραλέτε κυρία Λίνα. Τα παραλέτε. Καλωσορίσατε’…
‘Δεν τα παραλέω καθόλου αγόρι μου. Και σταμάτα αυτόν τον πληθυντικό. Με κάνεις και νοιώθω μεγαλύτερη και αυτό με κάνει και σιχαίνομαι τον εαυτό μου. Καλώς σας βρήκα. Αν και δεν ήθελα να συναντηθούμε κάτω από αυτές τις συνθήκες’ αποκρίθηκε η Λίνα…
‘Κάθε στιγμή είναι για τους ανθρώπους’ αναφώνησε η φίλη της…
‘Ναι. Κάθε στιγμή είναι για τους ανθρώπους’ συγκατένεψε εκείνη…
‘Είστε έτοιμες να φύγουμε;’ ρώτησε ο Αντρέας…
‘Ναι. Πάμε’ είπε η Λίνα κοιτώντας τον Αντρέα…
Κάτι επάνω του της φαινόταν γνώριμο…
‘Μάλλον, θα είναι η φαντασία μου’ σκέφτηκε και κατευθύνθηκε αγκαλιά με την φίλη της για την έξοδο από τον τερματικό σταθμό του αεροδρομίου…
Στον δρόμο για το σπίτι, ειπώθηκαν όλα αυτά τα 17 χρόνια, σε γενικές γραμμές…
Γέλασαν, έκλαψαν, αφαιρέθηκαν, αναπόλησαν…
Ο Αντρέας στο τιμόνι και οι δύο φίλες στο πίσω κάθισμα…
Οι ματιές του Αντρέα και της Λίνας συναντιόντουσαν στον καθρέπτη συχνά…
Αντικατοπτρισμός ανάμεσα στα πράσινα μάτια του Αντρέα και στα καστανά δικά της…
Έφτασαν σπίτι και κατέβηκαν από το αυτοκίνητο…
Στον ανελκυστήρα μέσα, ένοιωσε το χέρι του Αντρέα να ακουμπάει ανεπαίσθητα το δικό της…
Ταράχτηκε…
‘Θα μου φάνηκε’ σκέφτηκε και το άφησε να περάσει…

(συνεχίζεται…)

(‘Madame X’ by John Sargent)

Ανναρίνα…

seduction-by-joani.jpegΜία από αυτές τις νύχτες που σκοτώνουν τις προκαταλήψεις και εξαλείφουν τις ενοχές…
Περπάτησε προς το γνωστό μπαρ…
Ήθελε να πιεί…
Πως αλλιώς θα κυλούσε αυτή η νύχτα…
Μπήκε μέσα, αφού πρώτα χαιρέτησε τον πορτιέρη…
Λίγος κόσμος, πυκνός ο καπνός από τα τσιγάρα, ημίφως…
‘Καλύτερα’ σκέφτηκε…
‘Το τέλειο σκηνικό ενός προμελετημένου σχεδίου εξόντωσης της αλήθειας’ συνέχισε τον ειρμό του…
Προχώρησε προς τη γνωστή του θέση…
Κάθισε στο γνωστό σκαμπό…
Παρήγγειλε το πρώτο…
Σερβιρίστηκε από τον μπάρμαν, άναψε τσιγάρο και ήπιε την πρώτη γουλιά…
Τα μάτια του επόπτευσαν το χώρο…
Γνωστές και άγνωστες φάτσες, σε ένα συνονθύλευμα εκφράσεων, γέλιων και παιχνιδισμών…
Στράγγισε την τελευταία σταγόνα από το ποτό του και παρήγγειλε δεύτερο…
Τράβηξε μια τζούρα από το τσιγάρο του και ασυναίσθητα, έριξε τα μάτια του στην πόρτα…
Φόραγε ένα μαύρο ντεκολτέ φόρεμα με κόκκινες γόβες και κόκκινη μικρή τσάντα…
Το βάψιμό της διακριτικό, τόνιζε τα σημεία που ήξερε ότι υπερέχει…
‘Τα πιάσαμε τα λεφτά μας’ σκέφτηκε και κοίταξε το ρολόι του…
Ήθελε να ξέρει τι ώρα τον βρήκε το αναπάντεχο…
Αυτή, έκανε μία αναγνωριστική περισκόπηση του χώρου με τα μάτια της και συνάντησε τα δικά του…
Κατευθύνθηκε προς το μέρος του…
Κάθισε δίπλα του…
Αυτός, έπινε ήδη το δεύτερο ποτό του, αφού πρώτα την είχε παρακολουθήσει σε όλη τη διαδρομή από την πόρτα μέχρι την θέση δίπλα του…
Κουνούσε όμορφα το κορμί της…
Είχε να το παραδεχτεί…
Την άκουσε να παραγγέλνει ρούμι με κόλα….
Την είδε να βγάζει ένα πακέτο τσιγάρα από την τσάντα της, να παίρνει ένα τσιγάρο στο στόμα της και να γυρνάει να τον κοιτάει…
Της πρόσφερε φωτιά…
‘Θα συνεννοηθούμε εμείς οι δύο’ της είπε καθώς έκαιγε την άκρη του τσιγάρου της με τη φωτιά του…
‘Αυτό δεν είναι το ζητούμενο;’ απάντησε εκείνη…
‘Ναι. Γιατί όχι. Με λένε Οδυσσέα’…
‘Ο πολυμήχανος; Θα μπορούσα να απαντήσω ότι με λένε Καλυψώ, αλλά θα ήταν πολύ προφανής ο λόγος που σε πλησίασα. Με λένε Ανναρίνα’ είπε, αφήνοντας ένα χαμόγελο να ζωγραφίσει το πρόσωπό της…
‘Αυτός, έφυγε νωρίς. Εγώ είμαι εδώ. Ανναρίνα; Παράξενο όνομα. Από πού προέρχεται;’…
‘Από το Άννα και Μαρίνα.’…
‘Και τα δύο υπέροχα αλλά το Ανναρίνα ακόμη περισσότερο. Πάντα με έλκυαν οι γυναίκες με τα ιδιόμορφα ονόματα. Πιστεύω ότι το ιδιόμορφο όνομα προσθέτει μία δόση ερωτισμού και μυστηρίου στη γυναίκα. Δεν νομίζεις;’…
‘Σίγουρα. Η υποφαινόμενη βέβαια, δεν χρειάζεται το ιδιόμορφο όνομα να την βοηθήσει να εκπέμψει τον ερωτισμό και το μυστήριό της’…
‘Με προκαλείς να τα ανακαλύψω;’…
‘Με προκαλείς να τα αντέξεις;’…
‘Δεν φοβάσαι;’…
‘Εσένα ή εμένα την ίδια;’…
‘Εμένα’…
‘Όχι. Αλλιώς, δεν θα ερχόμουν από την πρώτη στιγμή’…
‘Μ’ αρέσεις’…
‘Κι’ ακόμη δεν έχεις δει τίποτα’…
Σήκωσαν τα ποτήρια τους, ευχήθηκαν και ήπιαν…
Άναψαν τσιγάρο, με το ίδιο τελετουργικό…
Την παρατηρούσε όλη την ώρα…
Την ‘μετρούσε’, όπως του άρεσε να λέει…
Και αυτή το ίδιο…
Τα μάτια τους έπαιζαν πάνω στο κορμί του άλλου…
Λες και ήθελαν να τα γδύσουν από τα περιττά και να δούνε βαθύτερα…
‘Τι δουλειά κάνεις;’ την ρώτησε…
‘Είμαι μάγισσα’ του απάντησε και άφησε να φανεί πάλι εκείνο το χαμόγελο που ζωγράφιζε το πρόσωπό της…
‘Μάγισσα; Παράξενο, αν και θα έπρεπε να το έχω καταλάβει. Θα με μαγέψεις;’…
‘Πιστεύεις ότι δεν το έχω κάνει ήδη;’ αποκρίθηκε με χάρη, πίνοντας μια γουλιά από το ποτό της…
‘Το έχεις κάνει’ σκέφτηκε και έπνιξε την απάντησή του στο δικό του ποτήρι…
Το δέρμα της είχε μία παράξενη λάμψη…
Όσο την κοίταζε, τόσο έλαμπε…
Άσπρο, χωρίς ίχνος ρυτίδας, ανέπαφο από το πέρασμα του χρόνου…
Ήθελε να ακουμπήσει εκείνο το πρόσωπο…
Ήθελε να ακουμπήσει και να χαϊδέψει εκείνο το κορμί…
Ήθελε να κάνει έρωτα σε κείνο το κορμί…
Λες και είχε διαβάσει τη σκέψη του, όταν του είπε:
‘Και ‘γω θέλω’…
‘Τι;’ αποκρίθηκε ο Οδυσσέας με έκπληξη…
‘Δεν περίμενα να σε ξαφνιάσω. Και ‘γω σε θέλω. Τι θα κάνουμε; Εδώ θα βγάλουμε όλη τη νύχτα; Δεν πάμε κάπου να είμαστε πιο άνετα και μόνοι;’…
‘Έχεις να προτείνεις κάτι;’ της απάντησε εκείνος…
‘Πάμε σπίτι μου; Δεν είναι πολύ μακριά από εδώ’…
‘Εντάξει. Πάμε. Να πληρώσω και φεύγουμε’…
‘Όπως θέλεις. Σε περιμένω’…
Πλήρωσε…
Αυτή τον περίμενε στην πόρτα…
Βγήκαν στο δρόμο…
Περπάτησαν μέχρι τη γωνιά, όπου η Ανναρίνα είχε αφήσει το αυτοκίνητό της…
Προτού μπούνε μέσα, την έπιασε από τη μέση, την έσφιξε επάνω του και την φίλησε…
Το φιλί ήταν καλύτερο απ’ ότι περίμενε…
Η κοπέλα είχε πάθος και το έδειχνε…
Ο ανδρισμός του το είχε καταλάβει και ζητούσε επίμονα το μερίδιό του σ’ αυτό το παιχνίδι…
Η Ανναρίνα, πέρασε το χέρι της πάνω από το παντελόνι του, στην επίμαχη περιοχή και το έσφιξε…
Κραυγή πόνου βγήκε από το στόμα του…
Αποτραβήχτηκε…
‘Θα το συνηθίσεις’ του είπε και άνοιξε τις πόρτες να μπουν μέσα…
Μπαίνοντας στη θέση του συνοδηγού, σκέφτηκε ότι η κάθε νύχτα έχει και το στίγμα της…
Αυτή, ήταν μία νύχτα που σκοτώνονται οι προκαταλήψεις και εξαλείφονται οι ενοχές…
Τα λάστιχα έτριξαν, καθώς το αυτοκίνητο ξεκίναγε…
Γύρισε και την κοίταξε…
‘Σίγουρα, είναι μάγισσα’ σκέφτηκε και έβαλε το χέρι του επάνω στο πόδι της…

(‘Seduction’ by Joani)

Ο χρόνος μαζί σου…

blue-plastic-alarm-clock.jpgΜε ρώτησες πως ορίζω το χρόνο μαζί σου…
Μπήκα στη διαδικασία να σκεφτώ, τι σημαίνει ‘χρόνος’…
Τι σημαίνει ‘χρόνος μαζί σου’…

Ο χρόνος, ο χρόνος μου, ο χρόνος μας…
Έννοιες σχετικές και ακατάσχετες…
Έννοιες όμοιες και ξένες…
Λειτουργούν αντίστροφα και παράλληλα…
Αυτόνομα και συμπληρωματικά…
Παρασύρουν στιγμές και ζωές…
Δημιουργούν διαδραστικές μνήμες και στιγμιαίως αμετάβλητα αποτελέσματα…
Ενώνονται και χωρίζουν…
Μετρώνται με κριτήρια αντικειμενικώς ορθά, υποκειμενικώς λανθάνοντα και συντεταγμένα αποδεκτά…
Μας καθορίζουν και μας ορίζουν…
Ο χρόνος δεν έχει μνήμη…
Μας δημιουργεί μνήμη για να μπορούμε να αντέξουμε το πέρας του…
Λειτουργεί όπως ο δολοφόνος που επιστρέφει στον τόπο του εγκλήματος…
Μας δολοφονεί με την παρέλευσή του και επιστρέφει και πάλι για να ζητήσει εξιλέωση από εμάς, τα θύματά του…
Και εμείς από την μεριά μας, του δίνουμε άφεση αμαρτιών, αναγνωρίζοντας την δυναμική του και την επικυριαρχία του επάνω μας…
Προσπαθούμε να τον καλουπώσουμε, να τον προγραμματίσουμε, να τον ζήσουμε με τα δικά μας μέτρα και σταθμά, αλλά αυτός λειτουργεί πάντα κατά το δοκούν…
Προσπαθήσαμε να τον μετρήσουμε, για να τον κατανοήσουμε, αλλά η σοφία του και η δύναμή του ξεπερνάει κάθε μέσο μέτρησης…
Και αυτό, γιατί ο χρόνος δεν φτιάχτηκε από ανθρώπου χέρι…

Ο ‘χρόνος μαζί σου’ δεν θα μπορούσε να έχει πιο μεγάλη αξία για μένα…
Αποφάσισα να περάσω, να ‘δαπανήσω’ κάτι τόσο σημαντικό και άπιαστο, όπως είναι ο ‘χρόνος μου’, μαζί σου…
Έκρινα και αποδέχτηκα, ότι εσύ είσαι πιο σημαντική και πιο ουσιώδης απ’ ότι είναι ο ‘χρόνος μου’ για μένα…
Και αποφάσισα να δώσω χρόνο στον ‘χρόνο μαζί σου’…
Να μπορέσει να μετρήσει τις ώρες μας με κριτήρια κοινά και στιγμές μοναδικές…
Να μπορέσει να μετουσιωθεί σε χρόνο ‘άχρονο’…
Να γίνει πιο συμπυκνωμένος και πιο εμπεριστατωμένος από τον κοινό χρόνο…
Έτσι τον όρισα, έτσι τον οριοθέτησα, έτσι τον διέθεσα…

Αυγερινός & Αποσπερίτης…

the-birth-of-venus-by-sandro-botticelli.jpegΕίχαν επιστρέψει μαζί από τις δουλειές τους εδώ και 2 ώρες…
Δεν είχαν φάει ακόμη…
Δεν είχαν ετοιμάσει καν φαγητό…
Το μόνο που έκαναν, ήταν να πέσουν ο ένας στη αγκαλιά του άλλου και να κάνουν παρανάλωμα του έρωτα τα κορμιά τους…
Ενός έρωτα πρωτόγνωρου και για τους δύο…
Αντισυμβατικού και ολοκληρωτικού…
Απορούσαν με τη διάθεση και την αντοχή που είχαν τα κορμιά τους στην οδύσσεια της εξερεύνησης του κορμιού του άλλου…
Εκεί που έλεγες ότι είχαν σταματήσει, εκεί ξεκίναγαν ξανά…
Σταμάταγαν μόνο για να πιούν λίγο νερό και να αφουγκραστούν την καρδιά του άλλου, λες και ήθελαν να αποκρυπτογραφήσουν το μυστικό κάλεσμα που χτύπαγε ρυθμικά στις καρδιές τους…
– Θεέ μου, τι μας συμβαίνει;;;
– Δεν ξέρω. Ξέρω μόνο ότι μ’ αρέσει πολύ…
– Και μένα αγόρι μου. Και μένα…
– Πρώτη φορά νοιώθω την διάθεση να βουτάω στο κορμί μιας γυναίκας με τέτοιο τρόπο…
– Πρώτη φορά νοιώθω την διάθεση να ρουφάω το κορμί ενός άντρα με τέτοια ένταση…
– Λες να βρήκαμε αυτό που πάντα ψάχναμε;;;
– Λες να βρήκαμε αυτό που πάντα μας άξιζε;;;
– Φοβάμαι…
– Τι φοβάσαι;;;
– Ότι θα τελειώσει…
– Μη φοβάσαι. Πρώτα θα μας διαλύσει και μετά θα τελειώσει. Με συνέπεια να μην έχουμε δύναμη να προχωρήσουμε σε κάτι άλλο. Αυτό που ζούμε έχει αρχή εμάς και τέλος το τέλος μας. Μη φοβάσαι…
– Θέλω να σε ονομάσω με όνομα δικό μου. Μόνο δικό μου…
– Γιατί;;;
– Για να σε νοιώσω κτήμα μου. Για να σε νοιώσω δική μου…
– Δεν μ’ αρέσει η έκφραση κτήμα…
– Έχει να κάνει με την έννοια απόκτημα. Δικό μου μονάκριβο…
– Έτσι ναι. Έτσι, το θέλω πολύ…
– Ψάχνω εδώ και μέρες να βρω κάτι απόλυτα ταιριαστό σε σένα…
– Δηλαδή; Τι έχεις σκεφτεί;;;
– Έχω σκεφτεί να σε ονομάσω ‘Αποσπερίτη’. Σου ταιριάζει. Ξέρεις, είναι η κοινή ονομασία ενός ‘γυναικείου’ πλανήτη, της Αφροδίτης, όταν αυτός είναι ορατός μετά τη δύση του Ήλιου. Έτσι και ‘συ. Εμφανίζεσαι και λάμπεις στα μάτια μου μετά την δύση του Ήλιου. Και γίνεσαι ο Ήλιος που φωτίζει τη ζωή μου…
– Μ’ αρέσει. Μ’ αρέσει πολύ…
– Ωραία. Κατοχυρώθηκε…
– Θα βρω και ‘γω κάτι. Αν και κάτι υπάρχει στο μυαλό μου…
– Δηλαδή;;;
– Θα μπορούσα να σε ονομάσω ‘Αυγερινό’. Για να είσαι το αντίθετό μου, το αντίθετο του ‘Αποσπερίτη’. Εσύ να ανατέλλεις πριν την αυγή του Ήλιου και να φωτίζεις με το γέλιο σου την ημέρα μου. Και για να είμαστε ο καθένας το συμπλήρωμα του άλλου. Η αρχή και το τέλος του ίδιου πράγματος. Οριζόμενοι και οι δύο να κάνουμε ένα πλήρη κύκλο ζωής, συμπληρώνοντας ο ένας τον άλλο…
– Ναι. Εσύ ο ‘Αποσπερίτης και ‘γω ο ‘Αυγερινός’…
– Ναι. Δύο ονόματα ενός πράγματος. Δύο άνθρωποι σε μία κοινή ζωή…
– Σ’ αγαπώ…
– Και ‘γω…
Τα κορμιά τους ένοιωσαν ξανά τη φλόγα του πάθους τους…
Ο ‘Αυγερινός’ και ο ‘Αποσπερίτης’ ανέτειλαν και έδυσαν την ίδια στιγμή…

(‘The Birth of Venus’ by Sandro Botticelli)

Η καταστροφή της δεν έπρεπε να περιμένει…

person-at-the-window-by-salvador-dali.jpegΠλησίασε στο παράθυρο και κοίταξε έξω…
Το βλέμμα της περπάτησε τον κήπο, βγήκε στο δρόμο, κατέβηκε στην αμμουδερή παραλία και κατέληξε στη φουρτουνιασμένη θάλασσα…
Και στυλώθηκε εκεί…
Αγνάντεψε το πέλαγο βαθιά…
Κάθε μέρα, της παρουσιαζόταν διαφορετικό…
Άλλοτε άγριο και ορμητικό, άλλοτε ήρεμο και φιλικό…
Ποτέ το ίδιο, ποτέ προβλέψιμο…
Από τότε που είχε έρθει στο νησί, άφηνε το βλέμμα της τα πρωινά να κολυμπάει στη θάλασσα που απλωνόταν μπροστά στο παράθυρό της…
Αναστέναξε…
Τώρα τελευταία της έβγαινε ένας στεναγμός…
Το βλέμμα της παρέμενε βυθισμένο στο βαθύ μπλε του πελάγου…
Σαν την ψυχή της…
Βυθισμένη στα μάτια του…
Στα μπλε μάτια του…
Τα ένοιωθε να την κοιτάνε από εκείνο το πέλαγο…
Γέλασε και κοκκίνισε, όπως όταν συναντιόντουσαν οι ματιές τους στην πραγματικότητα…
‘Δεν πάμε καλά μου φαίνεται’ σκέφτηκε και αποτράβηξε το βλέμμα της…
Πήγε στην κουζίνα, έφτιαξε ένα καφέ και γύρισε στο παράθυρο…
Το βλέμμα της ξαναπερπάτησε τον κήπο, τον δρόμο, την αμμουδερή παραλία και άγγιξε διστακτικά τη θάλασσα…
Δεν ήθελε να μπει απότομα μέσα της…
Δεν ήθελε να του δοθεί αμαχητί, για μία ακόμη φορά…
Σκέφτηκε πόσα είχε κάνει γι’ αυτό το ‘αμαχητί’ …
Μέχρι και η παρουσία της σ’ αυτό το νησί, για το ‘αμαχητί’ είχε γίνει…
Φοβόταν την επίδρασή του επάνω της…
Φοβόταν ότι αυτός ο άντρας θα είναι η καταστροφή της…
Και λειτουργούσε, όπως κάθε άνθρωπος μπροστά στη μαγεία της καταστροφής…
Οδηγούνταν με ταχύτητα επάνω της…
Γι’ αυτό και έφυγε…
Για να μπορέσει να δώσει χρόνο στην ίδια να γλυτώσει…
Αν μπορεί να γλυτώσει κάποιος από το μοιραίο…
Αποφάσισε να αφήσει το βλέμμα της να μπει στη θάλασσα…
Ένοιωσε την ψυχρή αίσθηση του νερού…
Βούτηξε περισσότερο για να ζεσταθεί…
Συνήθισε…
Ζεστάθηκε…
Ένοιωσε δυο αόρατα χέρια να την αγκαλιάζουν και να την σφίγγουν…
‘Ήρθες αγάπη μου’ φώναξε στην αόρατη παρουσία πίσω της…
Τα λόγια της αντήχησαν στο χώρο…
Βγήκαν από την καμινάδα του τζακιού και απλώθηκαν στην ατμόσφαιρα…
Ένα δυνατό αεράκι έκανε τη θάλασσα να κυματίσει εντονότερα…
Άνοιξε το παράθυρο…
Το ψυχρό κύμα αέρα, είχε κάτι από το άρωμά του…
Έκλεισε τα μάτια και εισέπνευσε με ένταση…
Το αεράκι χάιδεψε το πρόσωπό της…
Άνοιξε τα μάτια και τα εστίασε στο πέλαγο…
‘Σ’ ευχαριστώ για το χάδι’ είπε…
Δεν πήρε απάντηση…
Μόνο πρόσεξε ένα γλάρο μακριά, να πραγματοποιεί κάθετες εφορμήσεις στο απέραντο γαλάζιο των ματιών του…
Της φάνηκε ότι οι κινήσεις του έγραφαν κάτι…
Σαν σήματα μορς…
Σαν στίγματα λευκά σε μπλε φόντο…
Έδωσε ένταση στη ματιά της…
Διάβασε…
Δυνατά για να ευχαριστήσει όλες τις αισθήσεις των συναισθημάτων…
‘Σε περιμένω’…
Έκλαψε…
Έκλεισε το παράθυρο και σήκωσε το τηλέφωνο…
Η φωνή της κοπέλας στο πρακτορείο ταξιδίων του νησιού ήταν ευγενική…
Κλείνοντας το τηλέφωνο, κατευθύνθηκε στην κρεβατοκάμαρα να ετοιμάσει τις βαλίτσες της…
Η καταστροφή της δεν έπρεπε να περιμένει περισσότερο…

(‘Person at the Window’ by Salvador Dali)

Ξενοδοχείο ‘Αρζεντίνα’, δωμάτιο 212 (συνέχεια)…

Βγήκε από την ίδια πόρτα του ξενοδοχείου, που πριν από κάποιες ώρες είχε περάσει και έτρεχε κοντά του…
Έβρεχε…
Δεν την ένοιαζε ιδιαίτερα…
Είχε άλλα να σκεφτεί, πιο έντονα και πιο ουσιώδη…
Στο μυαλό της γυρνούσε η τελευταία τους κουβέντα, πριν φύγει…
‘Σ’ αγαπώ’ του είχε πει…
‘Και ‘γώ σ’ αγαπώ και θα σ’ αγαπώ πάντα. Να προσέχεις’ της είχε πει…
Πόσο καιρό περίμενε να ακούσει αυτή την κουβέντα…
Πόσο καιρό έλιωνε να ακούσει αυτή την κουβέντα…
Και τώρα που την άκουσε, τι γίνεται;;;
Άφησε πίσω τις σκέψεις της και μπήκε στο πρώτο taxi που βρήκε άδειο…
Είπε στον οδηγό που πάει και επέστρεψε στο πηγάδι των σκέψεών της…
‘Σ’ αγαπώ’…
Έπρεπε κάτι να κάνει…
Κάτι…

Άκουσε τον ήχο της πόρτας που έκλεισε στο φευγιό της…
Έμεινε μόνος μέσα στο δωμάτιο…
Οι τοίχοι αντιλαλούσαν τους ήχους της ηδονής τους…
Αντιλαλούσαν και το ‘σ’ αγαπώ’ της…
Ήξερε, ότι για να φτάσει στο σημείο να το ξεστομίσει, η σχέση τους είχε μπει σε άλλη φάση…
Ένοιωθε, ότι αυτή η γυναίκα ήταν ολοκληρωτικά δική του…
Ολοκληρωτικά…
Και αυτός;;;
Ήταν αντίστοιχα;;;
Κοιτάχτηκε στον καθρέπτη…
Ένοιωσε το σώμα του άϋλο…
Διάφανο…
Έβλεπε μέσα από το σώμα του εκείνη να στέκεται πίσω του και να του λέει ‘σ’ αγαπώ’…
Και αυτός την αγαπούσε…
Τόσο όσο να την καταστρέψει;;;
Φόρεσε τις κάλτσες του, τα παπούτσια του και βγήκε από το δωμάτιο…
Θυμήθηκε:
‘σε τούτο το πανάθλιο ξενοδοχείο
γινόταν το πανάρχαιο μυστήριο της τιμωρίας και της συγχώρεσης’

Το κινητό της δονήθηκε…
Μήνυμα…
Από εκείνον…
‘Που είσαι; Μου λείπεις. Θέλω να σε δω. Τώρα. Πρέπει. Τώρα.’…
Ταράχτηκε…
Πληκτρολόγησε τον αριθμό του…
– Έλα. Τι συμβαίνει;
– Τίποτα. Θέλω να σε δω.
– Μα, τώρα, πριν από λίγο ήμασταν μαζί.
– Πριν από λίγο. Όχι τώρα. Όχι μετά. Όχι αύριο. Μόνο πριν.
– Τι λες τώρα; Δεν ξέρεις την κατάσταση;
– Μα, επειδή την ξέρω το λέω.
– Δηλαδή;
– Μου είπες ‘σ’ αγαπώ’.
– Και ‘συ μου το είπες.
– Άλλο εγώ.
– Ωραία. Σου είπα ‘σ’ αγαπώ’. Και; Δεν αλλάζει τίποτα.
– Με κοροϊδεύεις τώρα; Ξέρεις ότι τα πάντα άλλαξαν.
– Δεν κοροϊδεύω κανένα.
– Κοροϊδεύεις. Τον εαυτό σου. Και ξέρεις ότι αυτό είναι το χειρότερο. Λοιπόν, δεν θα τα πούμε από το τηλέφωνο. Σταμάτα όπου κι’ αν είσαι και έρχομαι να σε βρω.
– Δεν μπορώ. Δεν έχω ώρα. Με περιμένουν. Το ξέρεις. Μην το κάνεις πιο δύσκολο.
– Αντέχεις να γυρίσεις πίσω;
– Δεν μπορώ να κάνω τίποτε άλλο.
– Εγώ, δεν αντέχω να γυρίσω πίσω. Δεν αντέχω άλλο. Δεν αντέχω να πλαγιάζω δίπλα σε άλλο κορμί πια. Δεν αντέχω.
– Ούτε εγώ. Αλλά δεν γίνεται. Το ξέρεις. Ξέρεις. Από την αρχή το ήξερες. Σε παρακαλώ. Μην το κάνεις δυσκολότερο απ’ ότι είναι.
– Εγώ στο είπα. Δεν ξαναγυρίζω πίσω. Θα φύγω. Θα φύγω. Σήμερα θα τελειώσουν όλα. Όλα. Τ’ ακούς; Όλα. Θα σε ενημερώσω που θα είμαι να έρθεις να με βρεις. Θα σε περιμένω. Αν έρθεις, πάει να πει ότι και για σένα δεν θα υπάρχει γυρισμός. Αν όχι, να’ σαι καλά που μου έδειξες τι πάει να πει αγάπη. Να’ σαι καλά.
Η σύνδεση έκλεισε…
Έφτασε στον προορισμό της…
Πλήρωσε το taxi και βγήκε στο δρόμο…
Θυμήθηκε:
‘ήταν σα να ‘χε πεθάνει κι η τελευταία ανάμνηση πάνω στη γη’

Το διαμέρισμά τους ήταν άδειο…
Δεν είχε επιστρέψει εκείνη ακόμη από την δουλειά της…
Πήγε στην κρεβατοκάμαρα, κατέβασε από την ντουλάπα την μικρή βαλίτσα που έπαιρνε μαζί του στα ταξίδια του και ξεκίνησε να την γεμίζει με ρούχα πρώτης ανάγκης και προσωπικά του είδη…
Άκουσε το κλειδί στην πόρτα…
Δεν άργησε να εμφανιστεί μπροστά του…
– Τι κάνεις εκεί;
– Αυτό που θα έπρεπε να είχα κάνει εδώ και πολύ καιρό.
– Μάλιστα. Και θα έφευγες σαν τον κλέφτη;
– Όχι. Θα σε περίμενα. Αν και οι αποχαιρετισμοί δεν είναι το καλύτερό μου.
– Και τι είναι το καλύτερό σου; Να τρέχεις πίσω από την κάθε μία;
– Ναι.
– Ώστε, είναι τελειωτικό;
– Ναι.
– Στο διάολο να πας.
– Ευχαριστώ. Παίρνω λίγα πράγματα τώρα. Για τα υπόλοιπα θα περάσω κάποια άλλη στιγμή.
– Μη φεύγεις.
– Δεν μπορώ να μείνω άλλο. Βρες όποια δικαιολογία θέλεις για την φυγή μου που να καλύπτει τον εγωισμό σου, αλλά εγώ φεύγω. Δεν μπορώ άλλο να μένω σε μία σχέση που με δηλητηριάζει και με σκοτώνει καθημερινά. Δεν ξέρω αν θα είμαι μαζί της ή όχι. Αυτό που ξέρω είναι ότι δεν μπορώ να είμαι άλλο μαζί σου.
– ….
– Γεια.
– ….
Έκλεισε την πόρτα πίσω του…
Οι αποχαιρετισμοί δεν ήταν το καλύτερό του…

Στο σπίτι την περίμενε ο άντρας της…
Μπήκε μέσα, τον χαιρέτησε, άφησε τα πράγματά της και κατευθύνθηκε προς την κουζίνα…
Ένοιωσε να την ακολουθεί από πίσω…
Η κορούλα της, ήταν στο δωμάτιό της και διάβαζε…
Την φώναξε…
Άκουσε τον αγαπημένο ήχο της φωνής της να την φωνάζει ‘μανούλα’ και μπήκε στην κουζίνα…
Εκείνος από πίσω της…
Της ήρθε ξαφνικό…
– Πάλι μαζί του ήσουν;
– …
– Τα ξέρω όλα.
– …
– Δεν χρειάζεται να πεις τίποτα. Τα έχω μάθει εδώ και καιρό. Απλά δεν περίμενα να με κοροϊδεύεις έτσι.
– …
– Έβαλα ιδιωτικό detective και σε παρακολούθησε. Μην το αρνηθείς. Έχω φωτογραφίες και τα πάντα.
– Δεν θα αρνηθώ τίποτα.
– Ωραία. Τουλάχιστον, έστω και τώρα, έχεις την ευθύτητα να με αντιμετωπίσεις όπως μου πρέπει. Σαν άντρα σου.
– Ναι. Έστω και τώρα. Συγνώμη.
– Δεν χρειάζεται να ζητάς συγνώμη. Δεν υπάρχει περίπτωση να σε συγχωρήσω. Όχι για την απιστία σου. Για το ψέμα σου. Για το ότι προτίμησες να με κοροϊδεύεις από το να μου το πεις. Θα μου πεις το παιδί. Ξέρω. Αλλά, δεν είναι ελαφρυντικό. Αντιθέτως. Και αυτό κορόιδευες. Και μάλιστα κατ’ εξακολούθηση.
– …
– Ναι. Απόλυτη σιγή και κατέβασμα κεφαλιού.
– Τι κάνουμε τώρα;
– Εμένα ρωτάς; Εσύ πες μου. Αν οι ρόλοι ήταν αντίστροφοι, τι θα έκανες;
– Δεν ξέρω.
– Όμως εγώ πρέπει να μάθω, γιατί οι ρόλοι δεν είναι αντίστροφοι. Δεν σε ρωτάω το γιατί. Αυτό, ας το βρεις μόνη σου. Δεν με νοιάζει. Αυτό που με νοιάζει είναι να μάθω τι θα κάνεις. Θα μείνεις ή θα φύγεις;
– Το λες έτσι απλά;
– Εσύ, πήγες με έναν άλλο άντρα ‘έτσι απλά’. Εγώ σου φαίνομαι κάπως που λέω ότι πρέπει να αποφασίσεις τι θα κάνεις;
– Μα, είμαστε οικογένεια. Μαζί θα δούμε τι θα κάνουμε.
– Δεν μπορούμε να είμαστε πια οικογένεια. Είτε μείνεις, είτε φύγεις. Αυτό, πιστεύω ότι το καταλαβαίνεις. Αν υπάρχει κάτι που να σε κρατάει, έχει καλώς. Αλλιώς, φύγε. Και για το παιδί, μπορεί να είναι καλύτερα αν φύγεις.
– Τι λες τώρα;
– Αυτό που ακούς.
– Και πότε πρέπει να σου ανακοινώσω την απόφασή μου;
– Το συντομότερο. Και μέχρι τότε, δεν θα ξανασυναντηθείς μαζί του. Θα το μάθω. Και τότε δεν θα βρεις την πόρτα ανοιχτή.
– Σ’ ευχαριστώ.
– Σε λυπάμαι. Μας λυπάμαι.
– Συγνώμη.
– Στο παιδί σου. Ελπίζω κάποτε να την καταλάβει.

Ξαναγύρισε στο ξενοδοχείο ‘Αρζεντίνα’…
Ζήτησε το ίδιο δωμάτιο…
Ανέβηκε…
Πόσο ίδιο και πόσο ξένο του φαινόταν τώρα…
Πήρε το κινητό του και της έστειλε μνμ, για το που ήταν…
Δεν περίμενε απάντηση…
Όχι ακόμη…

Το κινητό της χτύπησε…
Το πήρε στα χέρια της και κοκκίνισε…
Η μικρή της, την ρώτησε ποιος ήταν…
‘Λάθος έκαναν μικρή μου. Λάθος έκαναν’…
Έσκυψε και την φίλησε…
Πήγε στο μπάνιο και μπήκε κάτω από το ζεστό νερό…
Έξω, ο καιρός συνέχιζε να βρέχει…

(‘δανείστηκα’ στίχους του αγαπημένου Τάσου Λειβαδίτη)

Για μένα…

Δεν έχω μάθει να κλαίω τους αποχωρισμούς μου…
Δεν έχω μάθει να πονάω σε κοινή θέα…
Δεν έχω μάθει να θρηνώ τις προσωπικές μου λύπες…
Τη ζωή μου πάντα, την ζούσα στον ρυθμό του αγαπημένου μου χορού, στα 9/8…
‘Πάντα γελαστός και γελασμένος’, όπως τραγουδάει και ο μεγάλος Δημήτρης…
Χόρεψα και χορεύω τη ζωή μου όρθιος σε καθετί που θα μου έρθει…
Χόρεψα και χορεύω σαν τον μεθυσμένο, όταν η ζωή κυλάει ήρεμη…
Χόρεψα και χορεύω σαν τον πυροβολημένο, όταν η ζωή και οι καταστάσεις της με χτυπάνε και πρέπει να βρεθεί το σώμα μου αντιμέτωπο με τα χτυπήματα αυτά…
Χόρεψα και χορεύω σαν τον εκστασιασμένο, όταν η ζωή μου χαρίζει την αγάπη και τον έρωτα…
Πάνω στο χορό αυτό, ξεσπάω και γελάω ή κλαίω…
Πρώτα για μένα και μετά για όλα τα άλλα…
Ανοίγω τα χέρια μου, σαν φτερά αετού και προετοιμάζω τις πτήσεις μου…
Προετοιμάζω τις ανόδους και τις καθόδους μου…
Και χαίρομαι εξίσου τον καθαρό ουρανό με το εξαγνισμένο χώμα…
Έμαθα να καίω εμένα και να χορεύω, τελετουργικά, πάνω στα αποκαΐδια της ύπαρξής μου…
Μόνος μου πάντα…
Έτσι έμαθα…
Έτσι έζησα…
Έτσι χόρεψα…
Πάντα στα 9/8…
Πάντα στην κόψη…
Πάντα όρθιος…
Πάντα αντρίκια…

Ξενοδοχείο ‘Αρζεντίνα’, δωμάτιο 212…

Περπατούσε στο σκοτεινό δρομάκι, στο πλάι του ξενοδοχείου…
Πήγαινε να τον βρει…
Έτρεχε να τον βρει…
Ήθελε να συμπυκνώσει τον χρόνο…
Να συμπυκνώσει τις στιγμές μαζί του…
Ζωή συμπυκνωμένη χωρίς κανένα μέσο αραίωσης…
Ο καιρός έμοιαζε να πηγαίνει για βροχή…
Κάθε φορά που οδηγιόταν κοντά του, ο καιρός πήγαινε για βροχή…
Και πάντα ο καιρός δεν έβρεχε…
Μόνο τα μάτια της έσταζαν δάκρυα, κάθε που αποχωρίζονταν…
Περπατούσε με το κεφάλι σκυμμένο, λες και δεν έβλεπε γύρω της…
Τα μάτια της δεν κατέγραφαν τίποτε…
Το μυαλό της δεν αποτύπωνε τίποτε…
Λες και είχε μία κάμερα εγγραφής η οποία δεν είχε ταινία αποτύπωσης των εικόνων μέσα της…
Το μόνο που την ένοιαζε ήταν να βρεθεί κοντά του…
Έφτασε στο ξενοδοχείο, πέρασε μπροστά από τον ηλικιωμένο ιδιοκτήτη του και κατευθύνθηκε προς τον ανελκυστήρα…
Ο ηλικιωμένος ιδιοκτήτης, δεν την ρώτησε τίποτα…
Όχι από διακριτικότητα αλλά από καθαρή επαγγελματική συνείδηση…
Δεν ήταν η πρώτη φορά που το έτερον ήμισυ ενός παράνομου ζευγαριού έφτανε μόνο του, με σημαντική διαφορά φάσης από το άλλο…
Μπήκε μέσα και πάτησε το κουμπί του 2ου ορόφου…
Συνειδητοποίησε ότι δεν άκουγε ούτε την μουσική από τα ηχεία του ανελκυστήρα…
Τα αυτιά της άκουγαν ήδη τον ήχο της φωνής του…

Μπήκε από την κεντρική είσοδο του ξενοδοχείου που στέγαζε τους παράνομους έρωτες της περιοχής…
Σκέφτηκε ότι κάθε έρωτας είναι παράνομος, αλλά το ξεπέρασε την ώρα που αντίκρισε τον ηλικιωμένο ιδιοκτήτη…
– Καλησπέρα…
– Καλησπέρα κύριε. Τι θα θέλατε;;;
– Το συνηθισμένο δωμάτιο …
– Το 212;;;
– Ναι…
– Ορίστε το κλειδί…
– Ευχαριστώ. Η κοπέλα μου θα έρθει αργότερα…
– Ξέρω, ξέρω…
Την ώρα που περίμενε τον ανελκυστήρα, ένα άλλο ζευγάρι κατέβαινε από τις σκάλες…
Κοιτάχτηκαν στα μάτια με το αρσενικό μισό του ζευγαριού…
Ανέκφραστα ειπώθηκαν τα λόγια μεταξύ τους…
‘Καλά να περνάτε’, του είπε αυτός…
‘Καλά να περάσετε’, του είπε ο άλλος…
Κοινός κώδικας επικοινωνίας, κοινών ανθρώπινων εμπειριών…
Μπήκε στον ανελκυστήρα και πάτησε το κουμπί του 2ου…
Από τα ηχεία του ανελκυστήρα ακουγόταν το μουσικό θέμα από την ‘Εμμανουέλλα’…
‘Παρωχημένο’ σκέφτηκε…
Έφτασε στον όροφο του προορισμού του…
Σε λίγη ώρα θα έφτανε και στον ουρανό του προορισμού του…
Στον 7ο…
Άνοιξε την πόρτα του δωματίου…
Η οσμή του καθαριστικού χώρου, από το πέρασμα της καθαρίστριας, με την οσμή του έρωτα, από το πέρασμα του προηγούμενου ζευγαριού, μπλεκόταν και διάχεε τον χώρο…
Ξεντύθηκε και ξάπλωσε γυμνός στα άσπρα, φτηνά σεντόνια…
Άνοιξε την τηλεόραση…
Τα δύο κανάλια του ξενοδοχείου έδειχναν αισθησιακές ταινίες…
Στο ένα δύο άντρες, μία γυναίκα…
Στο άλλο, οι ισορροπίες αντιστρέφονταν…
Σκέφτηκε τα λόγια του Αχ. Κυριακίδη: ‘…η διαφορά ανάμεσα στον ερωτισμό και την πορνογραφία είναι αυτή η προσποίηση της απόλαυσης και του πόνου’…
Γέλασε…
Έκλεισε τον δέκτη και άναψε τσιγάρο…
Μετά από ένα τσιγάρο και ένα τέταρτο της ώρας, η πόρτα χτύπησε…

Χτύπησε την πόρτα του δωματίου…
Χωρίς να περιμένει απάντηση, πέρασε μέσα…
Δεν είπε τίποτα…
Ξεντύθηκε και χώθηκε κάτω από τα σκεπάσματα, δίπλα του…
Δεν είπαν τίποτα…
Ο χρόνος έτρεχε και η συμπύκνωση έπρεπε να πετύχει…
Μπήκε μέσα της, χωρίς περιστροφές και γλυκά λόγια…
Τα έλεγε όλα με το σώμα του…
Τα δεχόταν όλα και απαντούσε με το δικό της…
Τελείωσαν…
Την πήρε αγκαλιά…
Άκουγε τον χτύπο της καρδιάς του, από την θέση που ήταν ξαπλωμένη…
Της άρεσε πολύ…
Άφησε και τον δικό της χτύπο να επικοινωνήσει μαζί του…
Την πήρε ο ύπνος…
Την ξύπνησε μετά από 1 ώρα…
Ντύθηκαν αμίλητοι…
Ξεκίνησε να φεύγει…
Στην πόρτα του ψιθύρισε ένα ‘σ’ αγαπώ’ τόσο σιγά, που πίστεψε ότι μόνο τα δικά της αυτιά το άκουσαν…
Και αυτό ήθελε…
Αλλά, η φωνή του πίσω της την αιφνιδίασε…
΄Και ‘γω σ’ αγαπώ και θα σ’ αγαπώ πάντα. Να προσέχεις’…
Έκλεισε την πόρτα πίσω της…
Βγήκε από το ξενοδοχείο…
Έβρεχε…