Νυχτερινές εξετάσεις…

safe-haven-by-tay-eng.jpegΣηκώθηκε από το κρεβάτι και κατευθύνθηκε στο μπάνιο…
Ζαλισμένη και εξουθενωμένη…
Πάτησε το διακόπτη και το φως που διαχύθηκε στον χώρο την έκανε να κλείσει τα μάτια της…
Στάθηκε μπροστά στον καθρέπτη και κοιτάχτηκε επίμονα…
Προσπάθησε να διαβάσει τα μάτια της, να μιλήσει με την ψυχή της…
Δύσκολο πράγμα την συγκεκριμένη στιγμή…
Ψηλάφισε το γυμνό κορμί της…
Το ένοιωσε άγριο, μεταχειρισμένο…
Μικρές πληγές, γρατζουνιές, εμφανιζόντουσαν που και που…
Κοκκινίλες και ερεθισμοί…
Το χάιδεψε απαλά, λες και ήθελε να το ηρεμήσει…
Ανέβασε τα δυο της χέρια στα μαλλιά της και τα τράβηξε πίσω, για να φανεί το πρόσωπό της καθάριο από τις τούφες που έπεφταν μπροστά του…
Παρατήρησε τα μάτια της καλύτερα…
Συνειδητοποίησε τους μαύρους κύκλους που εμφανίζονταν απειλητικοί κάτω από αυτά…
Δεν τους φοβήθηκε, και προσπάθησε να συμφιλιωθεί μαζί τους…
Εξάλλου, δεν ήταν ούτε μικρή, ούτε ξεκούραστη…
Άνοιξε τις βρύσες της μπανιέρας για να κάνει ένα ντους…
Δεν άργησε να τελειώσει…
Σκουπίστηκε, έβαλε αποσμητικό και επέστρεψε στην κρεβατοκάμαρα…
Στο σκοτεινό τοπίο του δωματίου, τα λευκά σεντόνια του κρεβατιού όριζαν το μικρό νησί που θα άπλωνε το κορμί της…
Αυτός, κοιμόταν ήδη στην μία άκρη αυτού του νησιού…
Οι αντοχές του τον πρόδιδαν κάθε φορά που έκαναν έρωτα…
Έπεφτε κατευθείαν για ύπνο, χωρίς πολλές περιστροφές…
Στην αρχή την ενοχλούσε, αλλά με τον καιρό το συνήθισε…
Και, τώρα τελευταία, της άρεσε κιόλας…
Της άρεσε που έμενε μόνη με τις σκέψεις της, μετά την ερωτική πράξη…
Είχε πάψει πια να ζητά καταφύγιο στην αγκαλιά του για την γύμνια που ένοιωθε μετά την ένταση του έρωτά τους…
Το καταφύγιό της τώρα, ήταν η ηρεμία της…
Ξάπλωσε προσεκτικά δίπλα του…
Η ανάσα του ακουγόταν ρυθμικά μέσα στην ηρεμία της νύχτας…
Έσκυψε και μύρισε τον λαιμό του…
Μύριζε εκείνο το πρωτόγονο άρωμα του αρσενικού, κάτι σαν το άρωμα που βγάζουν κάποια σαρκοβόρα φυτά για να προσελκύσουν το υποψήφιο θύμα τους…
Μπορεί η ένταση του αρώματος αυτού να είχε μειωθεί με τα χρόνια, αλλά ήταν πάντα εκεί…
Έστρεψε τα μάτια στο ταβάνι…
Τα στύλωσε εκεί…
Κουράστηκε από την παρατήρηση του τίποτα…
Ξαναγύρισε προς το μέρος του, αγκάλιασε το μαξιλάρι της και έμεινε να τον κοιτάζει που κοιμόταν…
Παρατηρούσε κάθε κίνηση του κορμιού του…
Κάθε εισπνοή και εκπνοή…
Αποφάσισε να παίξει ένα παιχνίδι με τον εαυτό της…
Βάλθηκε, να κάνει ερωτήσεις και να δίνει απαντήσεις που αφορούσαν αυτόν…
Λες και πέρναγε από εξετάσεις τον εαυτό της για να αποδείξει πόσο πολύ τον ξέρει…
Ρωτούσε, πως ήταν το όνομά του, πως ήταν το σώμα του, πως έκανε έρωτα, ποιες φράσεις χρησιμοποιούσε, ποιες κινήσεις έκανε, πως φιλούσε, πως αγκάλιαζε, πως την αποκαλούσε…
Σε κάθε απάντηση, ένα χαμόγελο χαράς και ικανοποίησης εμφανιζόταν στα χείλη της…
Θα μπορούσε να θεωρηθεί σικέ το παιχνίδι, όμως εκείνη την έκανε να αισθάνεται καλά…
Στο τέλος αυτής της διαδικασίας, έσκυψε και τον φίλησε…
Αυτός ξαφνιάστηκε, και ξύπνησε…

– Τι συμβαίνει; Έγινε κάτι;
– Ναι. Κάτι έγινε.
– Τι;
– Κατάλαβα πόσο πολύ σ’ αγαπάω.
– Μετά από τόσα χρόνια;
– Αυτή είναι η μαγεία. Να το καταλάβεις, μετά από τόσα χρόνια. Να είναι εκεί και να μην έχει φύγει. Να υπάρχει και να το νοιώθεις.
– Και τώρα που το κατάλαβες, θα κοιμηθούμε ήρεμοι;
– Ναι αγόρι μου. Θα κοιμηθούμε. Καληνύχτα μάτια μου.
– Καληνύχτα καλή μου.

Δεν άργησε να ξανακούσει τον ήχο της κοιμισμένης ανάσας του…
Αυτή, γύρισε από το άλλο πλευρό, έκλεισε τα μάτια της και κοιμήθηκε…
Ο ύπνος έφτασε γρήγορα…
Δεν χρειαζόταν όνειρο…
Ζούσε κοντά του…

(‘Safe Heaven’ by Tay Eng)

Advertisements

Το γράμμα…

the-letter-by-william-blacklock.jpeg

‘οι πιο ωραίες ιστορίες θα ειπωθούν για μας
όταν δεν θα ‘ναι πια κανείς να τις ακούσει.’

Του είχε υποσχεθεί ότι θα του έγραφε ένα γράμμα…
Είχε πει ότι θα του έγραφε για τη ζωή τους, για τα χρόνια που είχαν περάσει μαζί μέχρι τώρα…
Δεν θα του έγραφε πράγματα που δεν του είχε πει…
Όμως, τώρα ήταν διαφορετικά τα πράγματα…
Έπρεπε να τα γράψει…
Ήταν της πεποίθησης, ότι τα μάτια μεταφέρουν αισθήματα με μεγαλύτερη ένταση απ’ ότι τα αυτιά…
Πίστευε, ότι τα μάτια οδηγούν κατευθείαν στην ψυχή, ενώ τα αυτιά κατευθείαν στο μυαλό…
Και την ενδιέφερε η ψυχή τώρα και όχι το μυαλό…
Το λευκό χαρτί μπροστά της φάνταζε πεδίο επικίνδυνο…
Η απεραντοσύνη του λευκού, σε σχέση με τα μαύρα σχήματα που όριζαν τα γράμματα, την καθιστούσε ευάλωτη…
Και δεν ήταν μόνο η αναλογία λευκού-μαύρου που την προβλημάτιζε…
Ήταν και αυτά που ήθελε να πει…
Δεν ήθελε να τον πληγώσει…
Δεν ήθελε να τον κάνει να νοιώσει άσχημα…
Τον αγαπούσε πολύ για να του δημιουργήσει τέτοια κατάσταση…
Ξεκίνησε να γράφει…
Πάνω δεξιά, τοποθέτησε την ημερομηνία…

Αθήνα, 25 Φεβρουαρίου 2007

Εύκολο αυτό…
Μετά η προσφώνηση, στην επόμενη γραμμή, αριστερά…
Και αυτό εύκολο…

Λατρεμένα γαλάζια μάτια μου

Έτσι τον φώναζε, έτσι τον χαρακτήριζε τις στιγμές που η ένταση του πάθους τους είχε περάσει και τα μάτια του ηρεμούσαν, επιστρέφοντας στο γλυκό τους γαλάζιο μετά το μαύρο απύθμενο που είχαν πάρει…
Εκείνο το μαύρο χρώμα, την φόβιζε…
Ένοιωθε ένα φόβο ήρεμο, ένα φόβο σίγουρο, ένα φόβο άφοβο…
Ένοιωθε σαν να έπεφτε σε μία φουρτουνιασμένη θάλασσα, χωρίς να ξέρει κολύμπι, χωρίς όμως να κινδυνεύει να πνιγεί…
Θυμήθηκε την πρώτη φορά που τα είχε δει έτσι…
Τότε, της είχε ζητήσει να του απαντήσει αν έχει γνωρίσει κάποιον να την κοιτάζει με τόση τρέλα…
Από εκείνη την πρώτη φορά, αυτή η τρέλα δεν είχε περάσει, αλλά αυτή δεν την είχε συνηθίσει…
Έτσι θα ξεκινούσε λοιπόν…
Και θα του έγραφε για την αίσθηση και τον φόβο της…
Δεν του το είχε πει ποτέ, οπότε ευκαιρία να μιλήσει γι’ αυτό…
Μέχρι εδώ, όλα καλά…
Τώρα, τι λένε τώρα;;;
Πως συνεχίζουν;;;
Μια καλή συνέχεια θα ήταν να του έγραφε την πορεία τους από την πρώτη στιγμή που γνωρίστηκαν, σε κείνο το καφέ δίπλα στον Αγ. Διονύσιο στο Κολωνάκι…

Παιδεύτηκα πολύ να βρω τρόπο να ξεκινήσω το γράμμα μου. Ήμουν αναποφάσιστη και άτολμη, όπως τότε, την πρώτη φορά που συναντηθήκαμε. Θυμάσαι; Σε κείνο το καφέ δίπλα από τον Αγ. Διονύσιο, στο Κολωνάκι. Εσύ πήγαινες συχνά. Πάντα σου άρεσε το Κολωνάκι. Για μένα ήταν η πρώτη φορά. Ότι είχα τελειώσει το μάθημα στο Φροντιστήριο Ισπανικών που πήγαινα και βρέθηκα εκεί με φίλες για καφέ. Με κοίταζες συνέχεια. Ένοιωθα το βλέμμα σου επάνω μου, βαρύ και σταθερό, να ψάχνει να αντικρίσει τα μάτια μου. Και όταν το κατάφερνε, ένοιωθα το παιχνίδι σου με το μυαλό μου. Κοκκίνιζα. Το είχες καταλάβει, όπως μου είπες μετά από καιρό. Χωρίς να το καταλάβω, είχες πληρώσει τον καφέ μου. Η κίνησή σου, μου κέντρισε το ενδιαφέρον. Δεν μπορούσα να μην σ’ ευχαριστήσω. Ανταλλάξαμε χειραψίες και ονόματα. Ανταλλάξαμε θερμότητα και θέρμη. Το δικό μου χέρι έτρεμε, το δικό σου σίγουρο και απαιτητικό. Ίδιον των χαρακτήρων μας.

Της άρεσε το γραπτό της…
Της έβγαινε τόσο εύκολα, τόσο στρωτά…
Και σίγουρα ήταν, μιας και μιλούσε για αγαπημένες στιγμές της…
Στιγμές μαζί του, στιγμές πρωτόγνωρες για εκείνη…

Δεν αργήσαμε να γίνουμε ζευγάρι. Μου έδειχνες ένα κόσμο όμορφο. Ένα κόσμο ‘δικό’ μου. Βγαλμένο μέσα από τις προσδοκίες και τα όνειρά μου. Πάντα ευγενικός, πάντα καλόβολος, πάντα πρόθυμος, πάντα εσύ. Πίστεψα σε σένα γρήγορα. Και δεν έπεσα έξω. Δεν με απογοήτευσες. Ένοιωθα, λες και ζούσα τον μύθο μου. Και, πραγματικά τον ζούσα. Και έκανες τα πάντα για να τον ζήσω.
Κάναμε όνειρα, δίναμε υποσχέσεις. Υπήρχε ειλικρίνεια, υπήρχε κατανόηση, υπήρχε αγάπη.
Σου δόθηκα και μου δόθηκες. Σαν από πάντα μαζί. Σαν από πάντα ένα.
Παντρευτήκαμε, φτιάξαμε το σπίτι μας, φτιάξαμε την οικογένειά μας. Αν και δεν καταφέραμε να κάνουμε παιδί, ποτέ δεν μπήκε ανάμεσά μας. Ποτέ δεν με κοίταξες με μάτια διαφορετικά. Ποτέ δεν με χάιδεψες με μικρότερη ένταση. Ποτέ δεν με έκανες δική σου με λιγότερο πάθος. Πάντα αυξητικά, πάντα δικά σου, πάντα για μένα. Μας ζήλευαν και δεν τους ζηλεύαμε.
Δεν είναι ότι δεν μας βρήκαν παράξενες και δύσκολες καταστάσεις. Δεν είναι ότι δεν μας βρήκαν αντίπαλοι μεγαλύτεροι και δυνατότεροι από εμάς. Δεν είναι ότι δεν παλέψαμε. Δεν βγήκαμε πάντα νικητές. Μα, ακόμα και στην ήττα μας, ήμασταν μαζί. Ήμασταν ένα. Ανάμεσά μας, δεν υπήρχε χώρος για κάτι άλλο. Γεμίζαμε μόνοι μας την απόσταση ανάμεσά μας. Γέμιζε ο ένας τον άλλο.

Το συναίσθημα πληρότητας την καταλάμβανε οριστικά…
Ο ειρμός των σκέψεών της δημιουργούσε κύμα ευφορίας μέσα της…
Συνέχιζε ακάθεκτη…

Και τα χρόνια περνούσαν. Και τα χρόνια κυλούσαν. Μέσα στην στοργή και στην αφοσίωση. Μαζί. Ενωμένοι.
Καλέ μου, σου γράφω πράγματα που σου τα έχω πει. Σου γράφω πράγματα που ήθελα να τα έχεις γραμμένα. Αποτυπωμένα σε μία κόλα χαρτί. Μία δική μου διαθήκη, μία δική μου παρακαταθήκη στα χρόνια που θα έρθουν. Ένα μνημείο της αγάπης μου για σένα. Ένα μνημείο της αγάπης σου για μένα. Πως εγώ την εισέπραξα. Πως εγώ την ένοιωσα όλα αυτά τα χρόνια.
Ήθελα να γράψω ένα μεγάλο ‘ευχαριστώ’ γι’ αυτό που με έκανες να νοιώσω. Γι’ αυτό που με έκανες να ζήσω. Την απόλυτη αγάπη, το απόλυτο δόσιμο.
Σ’ ευχαριστώ λατρεμένε μου.
Σ’ ευχαριστώ έρωτά μου.

Ξαναδιάβασε το κείμενο που είχε γράψει…
Έκλαψε…
Έπρεπε να το κλείσει…

Η γυναίκα που της έδωσες νόημα στη ζωή της.
Η γυναίκα σου.

Το δίπλωσε και το έβαλε σε ένα φάκελο…
Απέξω, έγραψε με μεγάλα, καλλιγραφικά γράμματα:

Στο πολυτιμότερο της ζωής μου

Και έκλεισε τον φάκελο…
Έβαλε τον φάκελο στην τσάντα της και φόρεσε το παλτό της…
Βγήκε από το σπίτι και κατέβηκε στο αυτοκίνητο…
Θα πήγαινε να του το δώσει τώρα, αυτή τη στιγμή…
Δεν άργησε να φτάσει στο νεκροταφείο της περιοχής τους…
Ο τάφος που ήταν θαμμένος, δεν ήταν σε μεγάλη απόσταση από την είσοδο…
Άνοιξε το παράθυρο και τοποθέτησε το γράμμα πίσω από την φωτογραφία του…
Της φάνηκε ότι της γελούσε περισσότερο…
Έπεσε πάνω στο μνήμα και έκλαψε γοερά…

(οι στίχοι εισαγωγής ανήκουν στον Τάσο Λειβαδίτη)

(‘The Letter’ by William Blacklock)

Δεδομένα…

after-the-rain-by-brent-heighton.jpegΤο τρένο έφτανε στον τελικό σταθμό του προορισμού του. Από τη θέση που ταξίδευε, της ήταν εύκολο να παρατηρεί την αποβάθρα. Κοίταξε προσεκτικά το συνωστισμένο πλήθος, προσπαθώντας να τον διακρίνει ανάμεσα του. Δεν άργησε να διακρίνει ένα ψηλό, αδύνατο, καστανομάλλη άντρα που κοιτούσε επίμονα προς τα βαγόνια. ‘Αδυνάτισε πολύ. Ενώ εγώ…’ μονολόγησε στον εαυτό της, αγγίζοντας ασυναίσθητα την κοιλιά και την περιφέρειά της.

Είχε έρθει και την περίμενε, όπως της είχε υποσχεθεί. Η πρώτη συνάντησή τους μετά από τρία ολόκληρα χρόνια, θα λάμβανε χώρα στην αποβάθρα ενός σταθμού τρένου, σε μία εσχατιά της Ελλάδος. Ο καιρός συνηγορούσε στην συναισθηματική φόρτιση που ένοιωθε. Τα σύννεφα που υπήρχαν, τον καθιστούσαν μουντό, σχεδόν βροχερό, έχοντας επιβάλλει την άποψή τους επάνω στον φθινοπωρινό ήλιο, που πρόβαλλε κατά διαστήματα μόνο και μόνο για να κρατάει τις όποιες ισορροπίες.

Σηκώθηκε από τη θέση της και κατέβασε τον ταξιδιωτικό της σάκο από την ειδική θέση που τον είχε τοποθετήσει. Δεν βιαζόταν να βγει από το βαγόνι και να τρέξει κοντά του. Αν και θα το ήθελε πολύ. Όμως, η λογική της επέβαλλε να είναι συγκρατημένη και επιφυλακτική. Κάτι που δεν είχε επιτύχει, όταν πριν από ένα μήνα περίπου, της είχε τηλεφωνήσει. Της είχε φανεί περίεργη η προθυμία με την οποία είχε δεχτεί να πραγματοποιήσει το ταξίδι αυτό, όταν την σκεφτόταν τις επόμενες ημέρες που είχαν μεσολαβήσει ανάμεσα στο τηλέφωνο και στην πραγματοποίηση του ταξιδιού.

Έχοντας τον σάκο της στα χέρια, κατευθύνθηκε προς την έξοδο. Το πρόσωπό και το σώμα της καθρεφτίζονταν στα παράθυρα του βαγονιού. Ασυναίσθητα, ανέβασε το ελεύθερο χέρι της και τακτοποίησε τα μαλλιά της. Κατέβηκε προσεκτικά τα σκαλοπάτια και πάτησε στην αποβάθρα. Σήκωσε τα μάτια της και τον αντίκρισε μπροστά της. Ένα πλατύ χαμόγελο σχηματίστηκε στα πρόσωπά τους. Ένα ιδιαίτερα λαμπρό φως φάνηκε στα μάτια τους.

– Καλώς ήρθες.
– Καλώς σε βρήκα.
– Τι κάνεις; Πως ήταν το ταξίδι σου; Εύχομαι να μην ταλαιπωρήθηκες πολύ.
– Καλά είμαι. Αν εξαιρέσεις τη διάρκεια, κατά τα υπόλοιπα ήταν ένα ευχάριστο ταξίδι.
– Σε είχα προειδοποιήσει.
– Ναι. Με είχες προειδοποιήσει.
– Πάμε;
– Ναι, πάμε.

Πήρε στα χέρια του τον σάκο της και κατευθύνθηκαν προς την έξοδο του σταθμού. Της είχε κάνει εντύπωση η ψυχρότητα που είχε επιδείξει αυτός, αλλά την απέδωσε στην συναισθηματική φόρτιση που μπορεί να ένοιωθε. ‘Δεν πειράζει. Με βολεύει και μένα. Δεν ήξερα πως θα αντιδρούσα σε μία άλλη υποδοχή’ σκέφτηκε, ενώ τον παρατηρούσε από πίσω, καθώς έφταναν στο αυτοκίνητό του.

– Έχεις κρατήσει το ίδιο αυτοκίνητο.
– Ναι. Τελικά δεν μπόρεσα να το αλλάξω.
– Δεν πειράζει. Είναι πολύ καλό αυτοκίνητο.
– Και έχει βγει και ‘σκυλί’. Θυμάσαι τις εκδρομές μας; Πουθενά δεν μας άφησε.
– Ξεχνιούνται. Πουθενά δεν μας άφησε, όντως.
– Μπες μέσα να φύγουμε.

Η διαδρομή μέχρι το σπίτι που έμενε, μια μονοκατοικία εκτός της πόλης, της φάνηκε όμορφη. Η φύση πάντα την έλκυε, αλλά ποτέ δεν αποφάσιζε να ζήσει κοντά της, αφήνοντας πίσω τις ανέσεις της πόλης. Που και που, έπαιρνε το βλέμμα της από την παρατήρηση του τοπίου, για να παρατηρήσει εκείνον. Τώρα, που βρισκόταν πιο κοντά του και μπορούσε να τον διακρίνει πιο σχολαστικά, της φάνηκε πιο όμορφος και πιο ανανεωμένος. ‘Του έχει κάνει καλό η εξορία που ζει τα τελευταία χρόνια’ σκέφτηκε.

Έφτασαν στο σπίτι. Τακτοποιήθηκε στο δωμάτιο που της είχε ετοιμάσει. Έφαγαν, ήπιαν κρασί και μίλησαν μέχρι αργά το βράδυ. Η συζήτηση της επανέφερε μνήμες του παρελθόντος. Της είχε λείψει η αίσθηση που είχε όταν βρισκόταν κοντά του. Το απολάμβανε, αλλά δεν άφηνε τον εαυτό της να το δείξει. Καληνυχτίσθηκαν και πήγαν για ύπνο. Δεν άργησε να κοιμηθεί. Ονειρεύτηκε παλιές στιγμές τους. Ονειρεύτηκε το πρόσωπό του.

Το επόμενο πρωί, ξύπνησε με την μυρωδιά αρωματικού καφέ φίλτρου να πλανάται στην ατμόσφαιρα και την φωνή του να την καλεί να πάρουν πρωινό μαζί. Σηκώθηκε και πήγε στην τουαλέτα να πλυθεί. Αφού ετοιμάστηκε, κατευθύνθηκε προς την κουζίνα. Ο καφές ήταν ήδη σερβιρισμένος. Της έκανε εντύπωση που θυμόταν πως τον πίνει. Ήπιε μια γουλιά και έφαγε μία φρυγανιά με μαρμελάδα και βούτυρο. Η κουζίνα φωτιζόταν από ένα λαμπρό ήλιο. Ένοιωσε καλύτερα.

– Πως κοιμήθηκες; Ξεκουράστηκες;
– Μια χαρά. Σαν πουλάκι. Εσύ;
– Εγώ, έχω συνηθίσει. Τόσα χρόνια εδώ πάνω, είμαι πια μέρος του τόπου.
– Αλήθεια, είσαι κοντά τρία χρόνια εδώ πάνω. Σχεδόν, από τότε που χωρίσαμε.
– Ναι, έτσι είναι. Βλέπεις, η δουλειά μου έδωσε μία καλή διέξοδο από την στεναχώρια που είχα, λόγω του χωρισμού μας.
– Ενώ εγώ, ήμουν εκεί. Στα ίδια μέρη, στους ίδιους χώρους, στους ίδιους ανθρώπους.
– Θυμάσαι τότε που σου είχα προτείνει να έρθεις μαζί μου, να προσπαθήσουμε πάλι;
– Το θυμάμαι. Μήπως μπορείς να μου πεις πως θα γινόταν αυτό; Με τι προοπτικές θα ανέβαινα εδώ πάνω μαζί σου;
– Με τις καλύτερες. Πίστευα ότι θα μπορούσαμε να τα βρούμε. Εξάλλου, ο λόγος που χωρίσαμε μπορούσε να ξεπεραστεί.
– Τι να ξεπεραστεί; Το ψέμα που μου είπες; Το γεγονός ότι παράλληλα με μένα ‘έβλεπες’ και άλλη γυναίκα; Τι να ξεπεραστεί; Μου λες;
– Μην εκνευρίζεσαι. Δεν είναι σκοπός μου να σε εκνευρίσω.
– Με αυτά που μου λες, τι θέλεις να κάνω; Να είμαι ήρεμη;
– Έχουν περάσει τόσα χρόνια. Πίστευα ότι θα μπορούσες να τα συζητήσεις πιο ψύχραιμα. Γι’ αυτό σου τηλεφώνησα να ανέβεις μέχρι εδώ πάνω. Να τα ξαναπούμε. Αν μπορούμε. Αλλιώς, θα περάσουμε λίγες μέρες μαζί, σαν δύο φίλοι που δεν έχουν να χωρίσουν τίποτα.
– Δεν έχουν να χωρίσουν, γιατί δεν έχουν τίποτα κοινό.
– Πιστεύεις ότι δεν μας ενώνει τίποτα;
– Πιστεύω ότι, ότι κι’ αν μας ένωνε, τώρα δεν υπάρχει.
– Αλήθεια; Και η αγάπη μας; Που πήγε αυτή; Χάθηκε;
– Έκανες τα αδύνατα δυνατά να χαθεί. Έτσι δεν είναι;
– Εγώ πιστεύω ότι είναι εδώ.
– Λάθος κάνεις;
– Λάθος κάνω; Και το βλέμμα σου όλο το βράδυ; Δεν το κατάλαβα νομίζεις; Με κοιτούσες όπως τότε. Όπως παλιά.
– Εγώ; Από πού κι’ ως που.
– Εσύ. Μην το αρνείσαι. Έβλεπα πως με κοίταζες. Από την άλλη, ένοιωσα ότι σε ενόχλησε η υποδοχή μου. Έτσι δεν είναι;
– Μια χαρά υποδοχή ήταν. Γιατί, τι είχε;
– Δεν ήταν ιδιαίτερα …διαχυτική. Μάλλον περίμενες να σε αγκαλιάσω και να σε φιλήσω. Που, παρεμπιπτόντως, το ήθελα πολύ.
– Και γιατί δεν το έκανες;
– Ήθελα να σε δοκιμάσω.
– Σε τι;
– Στο πως θα ένοιωθες. Και δεν έπεσα έξω. Σε ενόχλησε.
– Μου φάνηκε κάπως. Αυτό. Και τίποτε άλλο.
– Ας το δεχτώ.
– Να το δεχτείς.
– Να σε ρωτήσω κάτι;
– Ναι.
– Θέλεις να ξαναμιλήσουμε για τα γεγονότα που συνέβησαν πριν από τρία χρόνια;
– Δεν ξέρω. Πιστεύεις ότι υπάρχει λόγος;
– Όχι ένας, πολλοί. Πρέπει να ξεκαθαρίσουν κάποια πράγματα. Και θέλω να ξαναπροσπαθήσουμε.
– Δεν ξέρω αν μπορώ.
– Προσωπικά, ξέρω ότι θέλω. Τι λες;
– Θέλω να το σκεφτώ. Μπορώ;
– Βεβαίως. Υπάρχουν οι μέρες μπροστά μας. Εδώ θα είμαστε.
– Εντάξει. Στο υπόσχομαι ότι θα το σκεφτώ.

Η συζήτηση κατευθύνθηκε σε πιο γενικά πράγματα. Για τη ζωή τους αυτά τα τρία χρόνια που είχαν μεσολαβήσει, για τις σχέσεις που είχαν κάνει. Αποδείχθηκε, ότι κανένας δεν είχε αλλάξει συνήθειες και τρόπους ζωής, κανείς δεν είχε βρει ‘έτερο ήμισυ’, κανείς δεν είχε προχωρήσει τη ζωή του.

Στο μυαλό της, γυρνούσε η συζήτηση που είχαν κάνει, προ ολίγου. Ομολόγησε στον εαυτό της, ότι εκείνος είχε δίκιο. Τον αγαπούσε ακόμη. Αλλά, δεν ήταν σε θέση να τον συγχωρήσει έτσι εύκολα. Αποφάσισε να του δώσει την ευκαιρία για μία ακόμη συζήτηση. Και ποιος ξέρει, μπορεί να ήταν σε θέση να αναθεωρήσει. Τίποτα δεν είναι δεδομένο. Τίποτα δεν μένει σταθερό. Ποιος ξέρει…

(‘After the Rain’ by Brent Heighton)

Είσαι άνθρωπος…

scarlet-thoughts-by-ines-kollar.jpegΣε βρήκαν, οι άνυδρες μέρες και οι λευκές νύχτες…
Χαρακιές βαθιές σε κορμιά απαίδευτα…
Σε κορμιά εξουθενωμένα σε δρόμους απάτητους…

Άνιση μάχη απονενοημένων εραστών…

Πίστη σε πράγματα μεγάλα και άπιαστα…
Πίστη σε πράγματα μικρά και χειροπιαστά…

Κι’ αν αφέθηκες, κι’ αν πίστεψες,
ποιος σε έκανε κυρίαρχο των εκλεπτυσμένων καιρών μας;;;
Ποιος σου έδωσε κυρίαρχα δικαιώματα;;;

Ποιος είσαι εσύ που κοιτάς έτσι;;;
Ποιος είσαι εσύ που ορίζεις το αύριο και το χθες;;;
Ποιος είσαι εσύ που μαθαίνεις στον κόσμο την ελπίδα;;;
Δεν φοβάσαι τον ξεπεσμό;;;
Δεν φοβάσαι την έλλειψη ιδανικών πράξεων και σκέψεων;;;

Ανάμεσα σε πιοτά και καπνούς,
βρίσκεις τα άλλοθι των πράξεών σου…
Ανάμεσα σε κορμιά τσαλακωμένα,
αναγιγνώσκεις τα λάθη των έργων σου…

Δώσε ουρανό και έδαφος στη ζωή σου…
Χαράμισέ την σε σκοπούς ευγενικούς και σε άπιαστα οράματα…
Άναψε ένα φως ανέσπερο σε κερί άσβεστο…
Γίνε το Φως και το Σκοτάδι…
Μοιάσε σε Αγγέλους και σε Διαβόλους…
Εξυψώσου σαν άθεος και προσγειώσου σαν ένθεος…

Δικά σου
και τα όμορφα και τα άσχημα…
Κυρίαρχος παντοκράτορας…

Άνθρωπος…
Ανάμεσα σε όμοιους και ομοειδείς…

Άνθρωπος…
Πλασμένος την έβδομη μέρα…
Άπληστος και απλοποιημένος…

Άνθρωπος…

(‘Scarlet thoughts’ by Ines Kollar)

Νύχτα καλοκαιριού…

les-anges-by-keith-mallett.jpegΈκλεισε το τηλέφωνο και βγήκε στο μπαλκόνι να κάνει ένα τσιγάρο…
Κοίταξε το ρολόι του…
Ήταν ήδη περασμένα μεσάνυχτα…
Πρέπει να μιλάγανε τουλάχιστον, τρεις ώρες…
Μύρισε τον καλοκαιρινό αέρα…
Ένοιωσε τις μυρωδιές από νυχτολούλουδο να πλημμυρίζουν την μύτη του…
Η καλοκαιρινή βραδιά, γυναίκα σε όλο της το μεγαλείο, τον καλούσε να την απολαύσει…
Θα ξαναμίλαγαν το επόμενο πρωινό, όταν θα της τηλεφωνούσε να την ξυπνήσει…
Η ζωή μακριά της ανέπνεε πάνω σε ένα ακουστικό τηλεφώνου και σε εικονομηνύματα μέσω του κινητού…
Ζούσαν τη σχέση τους στα τριήμερα ανάμεσα στις εργάσιμες ημέρες…
Ευελπιστώντας για την μονιμότητα της συνύπαρξης μετά από τρεις-τέσσερις μήνες…
‘Θα περάσει, που θα πάει;’ σκεφτόταν καθώς άναβε το τσιγάρο του…
Κάθισε αναπαυτικά στην πολυθρόνα, άπλωσε τα πόδια του στα κάγκελα του μπαλκονιού και ρούφηξε το τσιγάρο του…
Η πρώτη ρουφηξιά πάντα του έκαιγε το λαιμό, ακόμη και μετά από τόσα χρόνια…
Έβηξε…
Το σκυλί στην ταράτσα της απέναντι μονοκατοικίας, γαύγισε…
Προφανώς, είχε περάσει το βήξιμό του για χαιρετισμό…
Δεν του έδωσε σημασία…
Το σκυλί ηρέμησε και ξαναγύρισε στην ραστώνη του…
Έριξε το βλέμμα του στο δρόμο…
Ψυχή πουθενά…
Ησυχία, τάξη και ασφάλεια…
Το τρίπτυχο της καθημερινότητάς του…
Έστρεψε το βλέμμα του στον ουρανό…
Η νύχτα φωτιζόταν από τ’ αστέρια της, μιας και το φεγγάρι βρισκόταν στην αρχή του γεμίσματός του…
Βάλθηκε να βρει τους αστερισμούς…
‘Η Μικρή Άρκτος, η Μεγάλη Άρκτος’ ψιθύρισε στον εαυτό του δείχνοντας τη θέση του κάθε αστερισμού, σαν να του έκανε μάθημα…
Έκλεισε τα μάτια και αφουγκράστηκε τους ήχους της νύχτας…
Τίποτε το ιδιαίτερο, τίποτε το διαφορετικό…
Ήχοι αυτοκινήτων, τηλεοράσεων, συζητήσεων…
Μακρινοί και φθίνοντες…
Έμεινε με τα μάτια κλειστά…
Έφερε το πρόσωπό της μπροστά του…
Τώρα θα κοιμόταν…
Ήδη, είχε ξαπλώσει από την ώρα που μιλούσαν…
Νοερά, μεταφέρθηκε στο όνειρό της…
Ήθελε να εισβάλλει εκεί, σαν επίτιμος καλεσμένος των σκέψεών της…
Όπως έμπαινε στο κορμί της…
Το λαχταρούσε καθημερινά, αλλά αναγκαζόταν να το γεύεται μόνο τα τριήμερα…
Η σκέψη τον αναστάτωσε και προτίμησε να ανοίξει τα βλέφαρά του παρά να αφεθεί στους συνειρμούς και στις εικόνες της φαντασίας του…
Άναψε κι’ άλλο τσιγάρο…
Υποκατάστατο…
Ένα αμυδρό φως, μέσα από κουρτίνες, άναψε στην απέναντι πολυκατοικία…
Από μέσα, μία γυναικεία σιλουέτα διαγράφηκε…
Δεν ήταν όμως μόνη της…
Άλλη μία, αντίστοιχα γυναικεία, φάνηκε από πίσω…
Η θέα των γυναικείων κορμιών, σε συνδυασμό με τις σκέψεις που έκανε πριν, εξιτάρισαν την φαντασία του περισσότερο…
Εστίασε στην ανοιχτή μπαλκονόπορτα με το αμυδρό φως…
Άκουσε γέλια και ψιθυρισμούς ακαθόριστους…
Τα χέρια των κοριτσιών μπλέχτηκαν και τα κορμιά τους ενώθηκαν…
Η καρδιά του χτύπαγε δυνατά…
Το μυαλό του, οδηγήθηκε σε κείνη που ήταν τόσο μακριά του…
Οι δύο γυναίκες, ξέντυναν με απέριττες κινήσεις, η μία την άλλη…
Τα κορμιά τους διαγράφονταν με μεγαλύτερη λεπτομέρεια στο ύφασμα των κουρτινών…
Τα χέρια τους ταξίδευαν στις καμπύλες τους…
Βογγητά απλώνονταν στην ατμόσφαιρα…
‘Μα καλά, δεν φοβούνται μην τις ακούσουν’ σκέφτηκε…
Το βλέμμα του, τρυπούσε αδιάκριτα τη σκοτεινή νύχτα και έπεφτε με ορμή επάνω στο μπερντέ της κουρτίνας του δωματίου των δύο γυναικών…
Τίποτα δεν έδειχνε ικανό να τις ενοχλήσει…
Τίποτα δεν έδειχνε ικανό να τις αποσπάσει από την μέθεξή τους…
Το μυαλό του φανταζόταν αντίστοιχες σκηνές ανάμεσα σε κείνον και στο κορίτσι του…
Ίδια αγκαλιάσματα, ίδια ταξιδέματα, ίδια βογγητά…
Τα κορίτσια ζούσαν τον έρωτά τους και κείνος φαντασιωνόταν τον δικό του…
Ζωή και φαντασία πιάστηκαν χέρι-χέρι και ταξίδεψαν στην καλοκαιρινή νύχτα…
Οι κραυγές των κοριτσιών, αναδύθηκαν στον αέρα…
Η κορύφωση της ηδονής τους, τον έριξε στην μιζέρια της μοναξιάς του…
Σηκώθηκε και οδηγήθηκε στο τηλέφωνο…
Πληκτρολόγησε τον αριθμό της…
Ένα νυσταγμένο ‘εμπρός’ από την άλλη πλευρά της γραμμής, τον επανέφερε στην πραγματικότητα…
‘Ήθελα να σε ακούσω’ δικαιολογήθηκε με τρεμάμενη φωνή από την ένταση…
‘Καλά έκανες’ του απάντησε εκείνη…
‘Σ’ αγαπώ και μου λείπεις’ αποκρίθηκε εκείνος και έκλεισε το τηλέφωνο καληνυχτίζοντάς την για μία ακόμη φορά και δίνοντας υπόσχεση επικοινωνίας για το επόμενο πρωί…
Ξαναβγήκε στο μπαλκόνι…
Το αμυδρό φως από το απέναντι διαμέρισμα έπαψε να φέγγει μέσα στη νύχτα…
Ησυχία επανήλθε στη γειτονιά…
Τα πόδια του, τον οδήγησαν στο ντους…
Το χλιαρό νερό τον συνέφερε και τον ηρέμησε…
Πριν πέσει για ύπνο, σκέφτηκε ότι έπρεπε να κλείσει εισιτήρια…

(‘Les Anges’ by Keith Mallett)

Το παιχνίδι των πέντε…

the-figure-5-in-gold-by-charles-demuth.jpegΜία ακόμη κουραστική μέρα στο γραφείο είχε τελειώσει…
Οι υποχρεώσεις στην εργασία του καθημερινά αυξανόντουσαν και αυτό τον κούραζε πολύ…
Είχε επιστρέψει στο διαμέρισμά του πριν από καμιά ώρα…
Είχε φάει, είχε φτιάξει καφέ και καθόταν μπροστά στον υπολογιστή του…
Τον άνοιξε, συνδέθηκε στο internet και έκανε login στο προσωπικό του blog…
Διάβασε τα σχόλια στο τελευταίο post που είχε ‘ανεβάσει’ την προηγούμενη ημέρα…
Μέσα σ’ αυτά, υπήρχε και μία πρόσκληση να συμμετάσχει σε ένα παιχνίδι που λάμβανε μέρος μεταξύ των bloggers…
Το παιχνίδι λεγόταν ‘Το Παιχνίδι των Πέντε’ και ζητούσε από τον προσκεκλημένο να δώσει πέντε προσωπικά του στοιχεία στη δημοσιότητα…
‘Ενδιαφέρον. Σαν να κάνουμε striptease στον εαυτό μας’ σκέφτηκε…
Η πρόσκληση – πρόκληση του κέντρισε το ενδιαφέρον…
Οι προσκλήσεις πάντα ήταν καλοδεχούμενες, οι προκλήσεις πάντα αποδεκτές…
Άνοιξε το ‘Microsoft Word’ και ξεκίνησε να πληκτρολογεί ένα κείμενο…

Ζητάτε να σας πω πέντε πράγματα για μένα. Ζητάτε την αποκάλυψη πέντε πραγμάτων για τον εαυτό μου. Ζητάτε να σας κάνω κοινωνούς με τον κόσμο μου. Η πρόσκλησή σας γίνεται δεκτή και η πρόκληση αποδεκτή.
Έχουμε και λέμε:
1. Ζω τα αισθήματά μου και τα βιώνω στο βαθμό που μου επιτρέπεται. Όταν δεν μπορώ να το κάνω αυτό, καταπιέζομαι και ξεσπάω. Τα αισθήματά μου πληρούν την ύπαρξή μου. Πολλές φορές, γίνονται οδηγοί των πράξεών μου. Με έχουν πονέσει, με έχουν χαροποιήσει.
2. Πιστεύω στους ανθρώπους. Πιστεύω στην καλοσύνη και στον σεβασμό. Σέβομαι εμένα και τους γύρω μου.
3. Λατρεύω την μουσική. Αγαπώ τους ήχους και τις μελωδίες. Δεν θα μπορούσα να φανταστώ τη ζωή μου χωρίς μουσική. Η μουσική είναι πηγή ζωής για μένα. Με την μουσική και τα τραγούδια εκφράζω συναισθήματα. Όταν με συνεπαίρνει, χορεύω. Λατρεύω το ζεϊμπέκικο.
4. Η ζωή μου έχει φερθεί, μέχρι τώρα, με καλοσύνη. Πέρασα ήρεμα παιδικά χρόνια, μέσα στην αγάπη και την προστασία. Μεγάλωσα, σπούδασα, αγάπησα, παντρεύτηκα, χώρισα. Δεν έχω παράπονο. Γεμάτη ζωή, γεμάτες εμπειρίες.
5. Νοιώθω τυχερός, που οι γυναίκες τις ζωής μου, με αγάπησαν, η κάθε μία με τον τρόπο της. Με βοήθησαν να γνωρίσω τις γυναίκες. Προσπαθώ, ακόμη, να τις μάθω και να τις καταλάβω. Και νοιώθω διπλά τυχερός, που στη ζωή μου υπάρχει το αστεράκι μου.

Το κείμενο είχε, εν μέρει, ολοκληρωθεί…
Απόμενε ένα ακόμη μέρος…
Έπρεπε να προτείνει ακόμη πέντε bloggers για την συνέχεια αυτής της ιδιότυπης αλυσίδας…
Δεν άργησε να τους βρει…

Αναστασία

Μπλε Smartούλα

Ναταλία

Λύσιππος

Νίκος Περάκης

Τα πέντε δικά του πράγματα είχαν αποτυπωθεί και οι πέντε bloggers είχαν ονοματιστεί…
Δεν απέμενε τίποτε άλλο, παρά να ανεβάσει το κείμενο…
Δεν άργησε να το κάνει…
Το καράβι θα συνέχιζε το ταξίδι του, παίρνοντας πέντε δικά του πράγματα στις αποθήκες του…

(‘The Figure 5 in Gold’ by Charles Demuth)

Γυναικείες συζητήσεις…

lapproche-by-pierre-farel.jpeg– Πως σου φαίνεται αυτός ο καστανός απέναντι, που συνέχεια μας καρφώνει;;;
– Ποιος καλέ; Εκείνος ο ξερακιανός ο αξύριστος;;;
– Ναι. Δεν είναι κούκλος; Ίδιος ο Ρουβάς…
– Κοίτα. Είμαι φίλη σου και θέλω το καλό σου. Πόσο καιρό έχεις να πας σε οφθαλμίατρο καλή μου; Ή η έλλειψη του sex σε κάνει και δεν βλέπεις μπροστά σου; Αυτός; Αυτός είναι απαίσιος. Αν ήταν έτσι ο Ρουβάς…
– Εμένα μ’ αρέσει. Και επιμένω ότι του μοιάζει. Εντάξει; Κι’ αν έρθει προς τα εδώ, εγώ θα είμαι πολύ φιλική μαζί του. Εντάξει;;;
– Κάνε ότι θέλεις. Μην έρθεις μετά όμως και μου κλαίγεσαι; Εντάξει;;;
– Ποιος να κλαφτεί καλή μου; Εγώ; Που έχω όποιον θέλω ότι ώρα τον θέλω; Άλλες να φοβούνται…
– Ποιαν εννοείς καλή μου; Εμένα;;;
– Όποιος έχει τη μύγα, μυγιάζεται…
– Άσε τα αυτά τα δημώδη αγάπη μου. Μου έμαθες και παροιμίες ξαφνικά. Και ‘γώ μπορώ να έχω όποιον θέλω ότι ώρα τον θέλω, αλλά δεν το κάνω για να μην χαραμίζομαι με τον ένα και με τον άλλο. Όχι σαν εσένα…
– Καλά. Εγώ μωρό μου γλεντάω τη ζωή μου. Ζω και το χαίρομαι. Περνάω καλά και είμαι εντάξει με τον εαυτό μου. Όλες οι άλλες αηδίες, είναι λόγια παρηγοριάς στον άρρωστο μέχρι να βγει η ψυχή του…
– Απορώ, ποιος σου μαθαίνει όλες αυτές τις ατάκες. Απορώ…
– Όλοι αυτοί που χαίρονται την παρουσία μου δίπλα τους. Σταμάτα τώρα γιατί ο καστανός σηκώθηκε και έρχεται προς τα εδώ…
– Κάποια στιγμή, θα χτυπάς το κεφάλι σου στον τοίχο. Θα κοιτάς τα χρόνια που θα έχουν περάσει και θα αναρωτιέσαι τι έχεις κάνει στη ζωή σου…
– Δεν αντιλέγω. Αλλά υπάρχει μία μεγάλη διαφορά. Εγώ θα αναρωτιέμαι χορτασμένη από έρωτα ενώ εσύ θα αναρωτιέσαι χορτασμένη από άδειες νύχτες…
– Εγώ φεύγω…
– Εγώ μένω…
– Γεια σου και να χαίρεσαι τον ξερακιανό σου…
– Να σου πω. Στο δρόμο πέρνα από ένα σούπερ μάρκετ και αγόρασε λίγο ξύδι. Θα σου κάνει καλό…
– Δεν μας παρατάς λέω εγώ…
– Ευχαρίστως. Τώρα που έρχεται και ο καστανός κατά δω…

(Την συζήτηση αυτή την άκουσα, άθελά μου, σήμερα το απόγευμα εκεί που έπινα καφέ με την παρέα μου. Απλά, την μετέφερα γιατί έχει ενδιαφέρον, πιστεύω. Ηλικιακά, τα δύο κορίτσια δεν πρέπει να ήταν πάνω από 23 ετών)

(‘L’ approche’ by Pierre Farel)

Παιχνίδι ερωτήσεων…

earth-and-green-by-mark-rothko.jpeg– Αγάπη;;;
– Ανείπωτη…

– Έρωτας;;;
– Απροσπέλαστος…

– Ειλικρίνεια;;;
– Ουσιαστική…

– Καρδιά;;;
– Πονεμένη…

– Αίσθημα;;;
– Ολοκληρωτικό…

– Κορμιά;;;
– Κατασπαραγμένα…

– Αντοχές;;;
– Στο ναδίρ…

– Μυαλό;;;
– Εκστατικό…

– Ζωές;;;
– Ήμερες…

– Φώτα;;;
– Σβηστά…

– Χρώματα;;;
– Βασικά…

(‘Earth & Green’ by Mark Rothko)

Πως είναι δυνατόν…

danza-iii-by-plamen-temelkov.jpeg– Πως είναι δυνατόν, να είσαι ο μόνος άνθρωπος που με καταλαβαίνει; Πως είναι δυνατόν, να λέω σε όλους τα ίδια πράγματα, με τον ίδιο τρόπο και ‘συ να είσαι ο μόνος που με νοιώθει; Πως είναι δυνατόν, να με καταλαβαίνεις από ένα ‘σπάσιμο’ της φωνής μου, από ένα ‘σταμάτημα’ του λόγου μου, από μία ανεπαίσθητη αλλαγή της αναπνοής μου; Πως είναι δυνατόν, να εξηγώ σε όλους και ‘συ να μην χρειάζεσαι επεξήγηση των λόγων μου; Πως είναι δυνατόν, να κουράζομαι να μιλάω με τον οποιονδήποτε και με σένα να μιλάω με τις ώρες; Πως είναι δυνατόν, εσύ να είσαι τόσο μακριά αλλά και τόσο κοντά μου; Πως είναι δυνατόν; Μπορείς να μου πεις;

– Μπορώ. Μία είναι η απάντηση. Σ’ αγαπάω.

– Κι’ άλλοι είπαν ότι με αγαπάνε, αλλά αποδείχτηκε ότι δεν με καταλάβαιναν.

– Τότε, δύο τινά συνέβαιναν. Ή δεν σε αγάπησαν ή δεν σε άκουσαν. Μπορείς να διαλέξεις όποιο σε πονάει λιγότερο.

– Ξέρεις τι με πονάει περισσότερο; Η κούραση που μου επέφερε αυτή η κατάσταση. Η κούραση και η έλλειψη υπομονής. Δεν αντέχω άλλο να μιλάω και να μην με καταλαβαίνουν.

– Για την κούραση συμφωνώ. Για την έλλειψη υπομονής όχι. Εκτός αν μου πεις ότι δεν έχεις πια ελπίδα.

– Ελπίδα; Τι εννοείς;

– Ξέρεις, εικάζεται ότι χάνεις κάθε ίχνος υπομονής όταν χάνεις κάθε ίχνος ελπίδας. Ελπίδα στο να σε καταλάβουν, ελπίδα στο να ελπίζεις για αλλαγή στη ζωή σου. Υπάρχει τέτοιο ενδεχόμενο;

– Κάποια στιγμή έφτασα σ’ αυτό το σημείο. Αλλά τώρα, όχι. Τώρα, ελπίζω ξανά στην ‘ελπίδα’. Τώρα, υπάρχεις εσύ.

– Χαίρομαι, που γίνομαι η ‘ελπίδα’ σου.

– Χαίρομαι, που άπλωσες το χέρι σου.

– Χαίρομαι, που το είδες και το εμπιστεύτηκες.

– Σ’ αγαπώ.

– Και ‘γώ.

(‘Danza III’ by Plamen Temelkov)

Το βήμα…

the-ship-by-salvador-dali.jpeg
Ήταν ένα θηλυκό φερμένο από τόπο μακρινό, που δεν είχε στεριά να στήσει τον κόσμο της…
Είχε μάτια γαλανά και μαλλιά μακριά, στο χρώμα του μελιού…
Ένα χλωμό δέρμα, ίδιο διάφανο και εύθραυστο…
Όχι ιδιαίτερα ψηλή, όχι ιδιαίτερα κοντή…
Όλα με μέτρο, όλα κορυφαία…
Δεν φοβόταν να κοιτάξει τον άλλο στα μάτια…
Μπορούσε να παρεξηγηθεί, αλλά δεν την ένοιαζε…
Πάντα αληθινή, πάντα αινιγματική…

Αυτός, παιδί του τόπου του, παιδί της θάλασσας…
Αρσενικό, γεροδεμένος και ψημένος…
Όχι όμορφος, όχι συνηθισμένος…
Δουλεμένος σε αμόνι που βγάζει ψυχές και όχι κορμιά…

Έψαχνε ένα τόπο να ξεφύγει…
Να ξεφύγει τις λίγες μέρες της άδειάς της…
Να ξεφύγει από τους τέσσερις τοίχους που εγκλώβιζαν την ματιά της…
Να δει ουρανό, θάλασσα, γη…
Να μυρίσει χώμα, αρμύρα και βροχή…

Δεν ήξερε πώς να της φερθεί…
Την φοβόταν…
Με τον φόβο που σου προκαλεί η φωτιά…
Επικίνδυνα ελκυστικό, ανέλπιστα προκλητικό…

‘Έχω τη θάλασσα με το μέρος μου. Θα τη σβήσω τη φωτιά και θα την τιθασέψω’…

Κανένας δεν του είχε μιλήσει για την λάβα…
Όσο της ρίχνεις νερό, τόσο καίει μέσα της…
Κι όταν σε ακουμπήσει, σε κάνει δικό της…

Ήταν διαφορετικός από όλους όσους είχε γνωρίσει…
Αυθεντικός, ντόμπρος…
Ήξερε ότι την φοβόταν…
Ήξερε ότι δεν είχε γνωρίσει άλλη σαν αυτή…
Την γοήτεψε η άγνοιά του…
Και όταν συνάντησε το βλέμμα του, χάθηκε στο βαθύ πηγάδι που έκρυβαν τα μάτια του…

– Σε φοβάμαι…
– Το ξέρω…
– Όμως, δεν θα κάνω πίσω…
– Και αυτό το ξέρω…
– Μην παίζεις μαζί μου…
– Παίζουν με τα θεριά;;;
– Μη με κοροϊδέψεις…
– Κοροϊδεύεις τον ήλιο και τον ουρανό;;;
– Σηκώθηκε αέρας και φούσκωσε η θάλασσα…
– Φοβήθηκε ότι θα της φύγεις και σε ζητάει πίσω;;;
– Πάρε με από εδώ…
– Κράτα με εδώ…
– Μπορείς;;;
– Θα μπορούσα…
– Δεν θα άντεχες…
– Θα με βοηθούσες να αντέξω…
– Θα χρειαζόταν να αλλάξεις. Να γίνεις κάτι άλλο από αυτό που είσαι…
– Το ξέρω…
– Δεν θα μου άρεσες…
– Ούτε εμένα…
– Πάρε με…
– Έλα…

Η θάλασσα άκουγε τα βογγητά τους και έβρεχε τα κορμιά τους…
Όταν δεν είχαν άλλη δύναμη να συνεχίσουν, ξέπλυναν τους πόθους τους στα νερά της…

Την είδε να ανεβαίνει στο πλοίο της επιστροφής…
Δεν την περίμενε να βγει στο κατάστρωμα να τον χαιρετήσει…
Τα πόδια του τον οδήγησαν μακριά της…
Δεν ήξερε τι πάει να πει πόνος, μέχρι σήμερα…
Οδηγήθηκε στη θάλασσα, την μόνη γυναίκα που καταλάβαινε…

Δεν βγήκε στο κατάστρωμα, όπως του είχε πει…
Δεν ήθελε να την δει να τον παρακαλάει να πάει μαζί της…
Δεν ήξερε τι πάει να πει να καίγεσαι στη φωτιά σου…
Το πλοίο έφυγε και η ζωή της γύρισε εκεί που άνηκε…
Οι στίχοι του Γ. Ρίτσου, ακούστηκαν κραυγές στ’ αυτιά της…

‘Το ξέρω πως καθένας μοναχός πορεύεται στον έρωτα,
μοναχός στη δόξα και στο θάνατο.
Το ξέρω. Το δοκίμασα.
Δεν ωφελεί. Άφησέ με να ’ρθω μαζί σου.’

Θέλει δύναμη το βήμα, θέλει δύναμη το σταμάτημα…

(‘The Ship’ by Salvador Dali)

Ειρωνία ή δικαίωση;;;

couple-by-linda-lane.jpgΜπήκε στο ταξιδιωτικό γραφείο…
Πλησίασε την υπεύθυνη ταξιδιών και, αφού της συστήθηκε, της ανέφερε τον σκοπό της επίσκεψής του…
Το ταξίδι για την επέτειο των δέκα χρόνων γάμου του, σκεφτόταν να πραγματοποιηθεί σε κάποιο ηλιόλουστο νησί της Καραϊβικής ή του Ινδικού Ωκεανού…
Μάλιστα, είχε δει και φωτογραφίες, μέσω του internet, για τα μέρη αυτά…
Η γυναίκα του πάντα ήθελε να πάει εκεί, αλλά τα οικονομικά τους ποτέ δεν ήταν σε ιδιαίτερα καλή κατάσταση και δεν του περίσσευαν χρήματα για ‘περιττά έξοδα’ όπως αρεσκόταν να τα ονομάζει αυτού του είδους τα έξοδα…
Τώρα, μία αναπάντεχη αύξηση στον μισθό του, του έδωσε τη δυνατότητα να κάνει ένα ‘περιττό έξοδο’…
Εξάλλου, της το είχε υποσχεθεί από καιρό…
Παιδιά, σκυλιά δεν είχαν, ευκαιρία ήταν να το πραγματοποιήσουν…
Και, επί τη ευκαιρία, θα αναθερμάνανε και την σχέση τους…
Η υπεύθυνη τον ενημέρωσε αντίστοιχα, του έδωσε προσφορές για τον καθέναν από τους δύο προορισμούς και δεν άργησε να πεισθεί να κάνει κράτηση για το ταξίδι σε νησί του Ινδικού Ωκεανού…
Έδωσε προκαταβολή, πήρε τα φυλλάδια του αντίστοιχου προορισμού και έφυγε να γυρίσει στο γραφείο του…
Δεν θα της έλεγε τίποτα τώρα…
Θα της το έκανε έκπληξη, το απόγευμα…
Ποτέ δεν της είχε κάνει έκπληξη…
Όλα προγραμματισμένα, όλα με κοινή απόφαση…
Από τώρα σκεφτόταν το πρόσωπό της να λάμπει στην ανακοίνωση της έκπληξης…
Σκέφτηκε, ότι θα έπρεπε να πάνε να αγοράσουν καινούργια μαγιό και είδη θαλάσσης…
Αυτό το έξοδο δεν το είχε προβλέψει, αλλά δεν πειράζει…
Μια φορά γίνονται αυτά…
Του τηλεφώνησε στο γραφείο του…
Ο ίδιος δεν το σήκωνε…
Η γραμματέας που υπήρχε στο χώρο, της είπε ότι είχε βγει για λίγο έξω…
Άφησε μήνυμα να της τηλεφωνήσει μόλις επιστρέψει…
Έκλεισε το τηλέφωνο και άναψε τσιγάρο…
Γέμισε το ποτήρι που είχε μπροστά της με ουίσκι…
Κοίταξε την φωτογραφία του γάμου τους που καθόταν ήρεμη επάνω στο σύνθετο…
Είχε πιάσει σκόνη, αλλά δεν είχε διάθεση για ξεσκόνισμα…
Έπιασε το ποτήρι και ήπιε μια γουλιά…
Γύρισε στο γραφείο και η γραμματέας του έδωσε το μήνυμα…
Σήκωσε το τηλέφωνο και κάλεσε το σπίτι του…
– Λέγεται;;;
– Έλα κορίτσι μου. Εγώ είμαι. Με ζήτησες. Συμβαίνει κάτι;;;
– Έλα Δημήτρη. Ήθελα να σε ρωτήσω τι ώρα θα επιστρέψεις το μεσημέρι. Θέλω να μιλήσουμε…
– Συμβαίνει κάτι;;;
– Απάντησέ μου σε αυτό που σε ρώτησα. Σε παρακαλώ. Για τα υπόλοιπα, θα τα πούμε από κοντά…
– Όπως θέλεις. Κανονικά θα επιστρέψω. Κατά τις 5 το απόγευμα θα είμαι σπίτι…
– Ωραία. Θα τα πούμε τότε…
– Τι φαγητό έχεις κάνει;;;
– Τίποτα. Σήμερα δεν είχα διάθεση ούτε για δουλειές, ούτε για μαγείρεμα. Θα φτιάξουμε κάτι πρόχειρο ή θα παραγγείλουμε απ’ έξω…
– Εντάξει καλή μου. Να σου πω και κάτι;;;
– Τι;;;
– Σ’ αγαπώ…
– Καλέ μου εσύ. Θα τα πούμε το απογευματάκι. Φιλάκια…
– Φιλάκια καλή μου…

Έκλεισε το ακουστικό και γύρισε στη δουλειά του…
Τι μπορεί να ήταν αυτό που ήθελε να του πει;;;
Αν ήταν κάτι πολύ σοβαρό, δεν θα του το έλεγε από τώρα;;;
Η επικοινωνία τους ήταν πάντα καλή…
Και στα απλά και στα δύσκολα…
Άφησε αυτό το κομμάτι στην άκρη και έπιασε να σκέφτεται το ταξίδι και τις ώρες που θα πέρναγαν κάτω από τον καυτό ήλιο, ξαπλωμένοι σε ξαπλώστρες…
Έριξε το βλέμμα του έξω από το παράθυρο, ονειροπόλησε για λίγο, αλλά η φωνή του προϊσταμένου του τον επανέφερε στην πραγματικότητα…
Είχε καιρό για ονειροπόληση…
Από τις 5 το απόγευμα και μετά…
Τότε, θα είχε και παρέα…
Έκλεισε το ακουστικό και γύρισε στο ποτό και στο τσιγάρο της…
Μπροστά της, είχε δύο φωτογραφίες…
Του άντρα της και ενός άλλου άντρα…
Τη ντροπή!!!
Ενός άλλου άντρα…
Τα μάτια της είχαν βουρκώσει…
Πως θα του το έλεγε;;;
Πως θα του έλεγε ότι θα τον άφηνε για έναν άλλο άντρα;;;
Πως;;;
Δέκα χρόνια, κοντά, παντρεμένοι και τρία χρόνια, πριν, σχέση, δεν είναι εύκολο να τα αφήσεις πίσω…
Κοίταξε την φωτογραφία του άλλου άντρα…
Εκείνου, που μπήκε στη ζωή της ξαφνικά…
Τον άφησε να μπει στη ζωή της, γιατί τον ένοιωσε ‘δικό’ της από πάντα…
Δεν της φάνηκε ξένος, δεν της ήταν ξένος…
‘Σαν έτοιμη από καιρό’ που θα έλεγε και ο ποιητής…
Λες, και τα δεκατρία χρόνια σχέσεως και γάμου με τον άντρα της προετοίμαζαν το έδαφος για να έρθει αυτός…
Τα χέρια του την έκαναν και ριγούσε και τα λόγια που της ψιθύριζε μιλούσαν στο μυαλό και στην καρδιά της…
Ολοκληρωτική παράδοση…
Ολοκληρωμένη παράδοση…
Της έλεγε ότι δεν τον ένοιαζε με ποιον ήταν πριν από αυτόν, παρά μόνο με ποιον θα είναι από εδώ και πέρα…
Δεν της είχε αφήσει περιθώρια για σκέψεις…
Ούτε η ίδια το ήθελε…
Της άφησε μόνο ένα μήνα να αποφασίσει…
Αν και δεν χρειαζόταν…
Ήξερε, από την πρώτη στιγμή που τον είχε δει…
Ήταν ερωτευμένη και αποφασισμένη…
Ο μήνας όμως τελείωνε, και η τελευταία πράξη των δεκατριών χρόνων έπρεπε να παιχτεί…
Επέτειος γάμου και επέτειος χωρισμού μαζί…
Ειρωνεία ή δικαίωση;;;
Και για ποιον από τους τρεις;;;
Σήκωσε το τηλέφωνο και τηλεφώνησε στον ‘άλλο’ άντρα, την κατάληξή της…
Ήθελε να τον ακούσει και να της δώσει δύναμη…
Δεν πρόλαβε να βάλει το κλειδί στην εξώπορτα…
Τον περίμενε από πίσω και του άνοιξε, ξαφνιάζοντάς τον…
– Καλησπέρα καλή μου. Δεν περίμενα ότι θα είναι τόσο επείγον αυτό που ήθελες να πούμε. Έχεις καιρό να με περιμένεις πίσω από την πόρτα να έρθω. Πολύ καιρό. Από τότε που ήμασταν νιόπαντροι…
– Ναι. Από τότε που ήμασταν νιόπαντροι. Πέρασε στο καθιστικό και τα λέμε…
– Πες μου λοιπόν, τι συμβαίνει; Και γρήγορα, γιατί πεινάω και θέλω να σου πω και ‘γω κάτι…
– Κοίτα καλέ μου. Δεν είναι εύκολο αυτό που θέλω να σου πω…
– Πες το καλή μου. Εμείς δεν είχαμε ποτέ πρόβλημα να πούμε ο ένας στον άλλο οτιδήποτε…
– Το ξέρω. Θέλω, πριν σου πω αυτό που θέλω, να ξέρεις ότι σ’ αγαπώ πολύ και θα σ’ αγαπώ πάντα…
– Και ‘γώ καλή μου, αλλά τι συμβαίνει και ξεκινάς έτσι; Με ανησυχείς…
– Θέλω να χωρίσουμε και θέλω να σεβαστείς την απόφασή μου. Υπάρχει κάποιος άλλος άντρας στη ζωή μου…

Έχασε τη γη κάτω από τα πόδια του…
Άσπρισε και κατέβασε τα μάτια…
Σκέφτηκε, ότι μάλλον πλάκα του κάνει…
Της το είπε…
– Πλάκα μου κάνεις, ε; Για να γελάσουμε, ε;
– Δεν σου κάνω πλάκα. Και δεν είναι για γέλια. Το πήρα απόφαση…
– Και ‘γω; Τι ρόλο παίζω εγώ; Που είμαι εγώ στην απόφασή σου;;;
– Τα σκέφτηκα όλα και περισσότερο εσένα. Είμαι αλλού. Δεν είμαι πια εδώ. Δεν το έχεις καταλάβει; Και δεν θέλω να συνεχίσω να σε κοροϊδεύω. Θέλω να είμαι εντάξει απέναντί σου. Δεν σου αξίζει η κοροϊδία, δεν μου αξίζει η υποκρισία…
– Δεν είμαστε καλά, εδώ και 2 χρόνια. Τόσο καιρό δεν σε ενοχλούσε η κοροϊδία, τώρα σε ενοχλεί;;;
– Δεν έχω παράλληλη σχέση 2 χρόνια. Ούτε έναν καλά-καλά…
– Και για ένα χρόνο, πετάς έτσι δεκατρία χρόνια αγάπης, φροντίδας και στοργής;;;
– Ναι. Αγάπης, φροντίδας και στοργής. Μόνο. Τίποτε άλλο όμως. Πόσο καιρό έχουμε να κάνουμε έρωτα και να νοιώσουμε θεοί; Πόσο; Πόσο καιρό έχουμε να συγκλονίσουμε ο ένας τον άλλο; Έχουμε χάσει την χημεία μας, έχουμε χάσει ο ένας τον άλλο. Δεν το βλέπεις;;; Εγώ το έβλεπα μόνο;;;
– Και δεν μπορούσες να μας δώσεις μία ευκαιρία; Έτσι πετάς τα χρόνια μας;;;
– Πετάω τα χρόνια μας, για να κερδίσω τα υπόλοιπα από εδώ και πέρα. Και για σένα και για μένα…
– Τι μου λες τώρα, ε;;; Τι μου λες;;; Φτηνές δικαιολογίες για να καλύψεις στο μυαλό σου την απόφασή σου…
– Δεν είναι έτσι και το ξέρεις. Αφού με ξέρεις, καταλαβαίνεις πόσο παιδεύτηκα με αυτή την απόφαση. Αλλά, δεν γίνεται διαφορετικά. Δεν μπορούμε να είμαστε πια μαζί…
– Ωραία. Όπως θέλεις. Δεν πρόκειται να προσπαθήσω να σε μεταπείσω. Και, από την στιγμή που υπάρχει άλλος, μεταξύ μας δεν πρόκειται να υπάρξει μέλλον, ότι κι’ αν γίνει…
– Έτσι είναι…
– Ξέρεις, ποια είναι η ειρωνεία;;;
– Ποια;;;
– Σήμερα, πήγα και έκλεισα να πάμε ταξίδι, στο νησί του Ινδικού που σου άρεσε. Δώρο στην επέτειό μας. Αλλά…

Τώρα, ήταν σειρά της να χάσει τη γη κάτω από τα πόδια της…
Έπεσε πίσω στον καναπέ και έκλεισε τα μάτια της με τα χέρια της…
Εκείνος, σηκώθηκε, πήγε στο μπουφάν του και της έφερε τα φυλλάδια…
Της τα πέταξε στα πόδια…
– Πάω μια βόλτα…
– Που πας;;;
– Να σκεφτώ λίγο. Άσε με…
– Να προσέχεις…
– Να μη σε νοιάζει…
– Να προσέχεις…

Έκλεισε την πόρτα πίσω του…
Εκείνη, πήγε στην κουζίνα να πιεί ένα ακόμη ποτήρι ουίσκι και να κάνει ένα τσιγάρο…
Σκέφτηκε το θέμα της ειρωνείας…
Κάποιος, από εκεί πάνω, της έκανε μεγάλη πλάκα…

(‘Couple’ by Linda Lane)

Υποσχέσεις…

relativity-by-mcescher.jpeg– Υποσχέσου μου…
– Τι;;;
– Ότι θα είσαι για πάντα μαζί μου…
– Δεν μπορώ…
– Γιατί;;;
– Το ‘για πάντα’ με φοβίζει…
– Μα, με αγαπάς, έτσι δεν είναι;;;
– Και τι σχέση έχει να κάνει με το ‘για πάντα’ που είπες;;;
– Άμεση…
– Καμία…
– Ωραία. Τι μπορείς να μου υποσχεθείς;;;
– Θα είμαι μαζί σου όσο αντέχω…
– Δεν το δέχομαι…
– Γιατί;;;
– Το ‘όσο αντέχω’ δείχνει δειλία. Και ‘γω δεν θέλω δειλό τον σύντροφό μου…
– Δειλός, δεν είναι αυτός που υπόσχεται το ‘όσο αντέχω’. Δειλός είναι αυτός που υπόσχεται το ‘για πάντα’…
– Γιατί;;;
– Ο ‘για πάντα’ σε κοιμίζει. Ο ‘όσο αντέχω’ σε αφυπνίζει…
– Και ‘συ θέλεις να με αφυπνίσεις;;;
– Εγώ σ’ αγαπώ. Και θέλω να είμαι μαζί σου. Για πάντα…
– …

(‘Relativity’ by M. C. Escher)

Ενοχές…

fears-not-encountered-by-rabi-khan.jpegΠήρε το κινητό στα χέρια του και πληκτρολόγησε ένα μήνυμα…
Δεν είχε τα κότσια να της μιλήσει, όχι τώρα…
Ήθελε να δώσει ένα τέλος στη σχέση τους…
Δεν πήγαινε άλλο…
Έτσι πίστευε αυτός…
Προσπαθούσε να βρει τα λόγια εκείνα που θα της έλεγε…
Του ήταν δύσκολο…
Την αγαπούσε, την σεβόταν…
Της έγραψε ότι είχε δουλειά και ότι δεν θα τα κατάφερνε να βρεθούν το βράδυ και της το έστειλε…
Περίμενε την αντίδρασή της…
Περίμενε…
Πουθενά, καμία αντίδραση…
Τίποτα…
Ξαφνιάστηκε…
‘Τι έγινε;’ σκέφτηκε από μέσα του…
‘Μήπως της συνέβη κάτι; Μήπως δεν είναι καλά;’…
Σκέφτηκε να της τηλεφωνήσει…
Με τι πρόσχημα;;;
Τι θα της έλεγε;;;
‘Δεν μου απάντησες στο φτύσιμο που σου έριξα για σήμερα το βράδυ και δεν με πήρες να με βρίσεις και θέλω να μάθω το γιατί’;;;
Τότε είναι που θα έπεφτε εντελώς στα μάτια της…
Και, αν μη τι άλλο, αυτό δεν θα το ήθελε ποτέ…
Είχε και ένα προφίλ να διατηρήσει…
Δεν θα έπεφτε τόσο…
Το βρήκε!!!
Θα της έστελνε το μήνυμα ξανά…
Αν ποτέ τον ρωτούσε, θα έλεγε ότι η εταιρεία κινητής τηλεφωνίας από λάθος της το έστειλε και δεύτερη φορά…
Τι φταίει αυτός, αν οι εταιρείες έχουν πρόβλημα με τα δίκτυά τους;;;
Βρήκε το μήνυμα, πρόσθεσε τον παραλήπτη στο αντίστοιχο πεδίο και πάτησε το πλήκτρο ‘αποστολή’…
Για δεύτερη φορά, του επιβεβαιώθηκε η λήψη του μηνύματος από τον παραλήπτη…
Περίμενε, για δεύτερη φορά…
Τίποτα, για δεύτερη φορά…
Τι θα έκανε τώρα;;;
Σκέψεις παράξενες τριγύρισαν το μυαλό του…
Άσχημες και μαύρες…
‘Δεν είναι καλά. Να δεις που κάτι είχε καταλάβει και στεναχωρήθηκε πολύ και κάτι έπαθε. Τι κάνουμε τώρα; Για πες μου; Τι κάνουμε τώρα;’ μονολογούσε φωναχτά…
Δεν μπορούσε να σκεφτεί ψύχραιμα και καθαρά…
Ήξερε ότι το καλύτερο που είχε να κάνει, ήταν να της τηλεφωνήσει…
Είτε στο κινητό, είτε στο σταθερό…
Έπρεπε, να βάλει στην άκρη το ‘προφίλ’ και να της τηλεφωνήσει…
Την κάλεσε στο κινητό…
Καμία απάντηση…
Τίποτα…
Ξανακάλεσε…
Περίμενε να απαντήσει, μέχρι που άκουσε το ‘η κλήση σας προωθείτε’ και το έκλεισε…
Κάλεσε στο σταθερό…
Το άφησε να χτυπήσει πάνω από πέντε φορές…
Καμία απάντηση…
Ξανακάλεσε…
Επίσης καμία απάντηση…
Από την μία, η περίπτωση να είχε πάθει κάτι, τον τρέλαινε…
Δεν ήθελε να είναι αυτός η αιτία να της συμβεί κάτι άσχημο…
Από την άλλη, η ιδέα ότι εξ’ αιτίας του μπορεί να είχε οδηγηθεί σε κάτι άσχημο, τον εξίταρε…
Αρρωστημένα, αλλά τον εξίταρε…
Ξανακάλεσε στο κινητό…
Καμία απάντηση…
‘Τι κάνουμε τώρα;’…
Θα πήγαινε να την βρει…
Πήρε τα κλειδιά του αυτοκινήτου του, έριξε το δερμάτινο επάνω του και ξεκίνησε…
Το κινητό του το είχε συνέχεια δίπλα του και το Bluetooth στο αυτί του…
Σε 20 λεπτά βρισκόταν σπίτι της…
Χτύπησε το κουδούνι της κυρίας εισόδου…
Καμία απόκριση…
Έβγαλε τα κλειδιά που του είχε δώσει και μπήκε…
Ανέβηκε στον τρίτο όροφο που βρισκόταν το διαμέρισμά της…
Έστησε το αυτί να αφουγκραστεί κάποιον θόρυβο από μέσα…
Δεν άκουσε τίποτα…
Δεν περίμενε άλλο…
Άνοιξε την πόρτα, μπήκε μέσα και έψαξε με το βλέμμα του να την βρει…
Κατευθύνθηκε προς την κρεβατοκάμαρα…
Την βρήκε ξαπλωμένη στο κρεβάτι…
Της φώναξε…
Καμία απάντηση…
Έτρεξε κοντά της…
Έδειχνε να κοιμάται…
Την πήρε στα χέρια του…
Εκείνη, τρομαγμένη άνοιξε τα μάτια της…
‘Είσαι καλά; Θα με τρελάνεις’ της είπε με λαχτάρα…
‘Εγώ καλά είμαι. Εσύ είσαι καλά; Τι έπαθες παιδάκι μου μεσημεριάτικα;’ τον ρώτησε εκείνη…
‘Θα μου πεις γιατί δεν απαντάς ούτε στα μηνύματα, ούτε στα τηλεφωνήματα που σου έκανα;’…
‘Γιατί κοιμάμαι καλέ μου. Κοιμάμαι. Και ξέρεις, όταν κοιμάμαι χαμηλώνω τα πάντα’…
‘Αυτό δεν το σκέφτηκα’…
‘Εμ, βέβαια. Τώρα τελευταία δεν σκέφτεσαι τίποτα. Με έχεις παρατήσει. Εντελώς’…
‘Εγώ βρε χαζούλι; Εγώ που τρελάθηκα μην πάθεις τίποτα; Φοβήθηκα πολύ που δεν έδινες σημεία ζωής. Φοβήθηκα πολύ’…
‘Ας το πιστέψουμε. Και γιατί με έψαχνες με τόση επιμονή; Τι συμβαίνει;’…
‘Τίποτα καλή μου. Σου έστειλα μήνυμα ότι δεν θα μπορέσω να βρεθούμε το βράδυ, αλλά από εκείνη την ώρα μέχρι τώρα έχουν αλλάξει κάποια πράγματα. Και θα μπορέσω τελικά να βγούμε’…
‘Αχ, πολύ ωραία. Και χαίρομαι ιδιαίτερα, γιατί τώρα τελευταία νομίζω ότι η σχέση μας δεν προχωράει σωστά. Δεν θέλω να σε χάσω. Το ξέρεις. Και το σημερινό βράδυ το περίμενα πως και πως. Κι’ αν χάλαγε, θα πίστευα ότι δεν έχουμε μέλλον οι δυο μας. Αλλά, τέλος καλό, όλα καλά’…
‘Ναι. Τέλος καλό, όλα καλά. Θα πρέπει να σε αφήσω, να γυρίσω στο γραφείο. Θα με ψάχνουν. Θα τα πούμε το βράδυ. Φεύγω’…
‘Έτσι, χωρίς φιλάκι;’…
‘Συγνώμη. Δεν μου έχεις αφήσει μυαλό βλέπεις’…
Έσκυψε και την φίλησε…
Φεύγοντας, την άκουσε να τον ρωτάει:
‘Τι ήταν αυτό που άλλαξε και κατάφερες να μην ακυρώσεις την βραδινή μας έξοδο;’…
‘Οι ενοχές μου, καλή μου, αποδείχθηκαν δυνατότερες από τον εγωισμό μου’ είπε και βγήκε από το δωμάτιο…
Στο δρόμο για το γραφείο σκέφτηκε ότι το βράδυ ενδείκνυται για πρόταση γάμου…

(‘Fears not Encountered’ by Rabi Khan)

Χωρίζω…

girl-talk-i-by-elya-chino.jpegΜιλούσε στο τηλέφωνο με την μητέρα της, όταν ακούστηκε ο ήχος στο κινητό της που ειδοποιούσε για μήνυμα…
Πήρε το κινητό στο ελεύθερο χέρι της, άνοιξε το μήνυμα και διάβασε:
‘Δήμητρά μου,
δεν θα μπορέσω να βγούμε το βράδυ,
όπως είχαμε κανονίσει.
Έχω πολύ δουλειά.
Θα σε πάρω όποτε μπορέσω.
Κώστας’

Είπε μια δικαιολογία στην μητέρα της και την έκλεισε αμέσως…
Έκατσε να κοιτάζει την οθόνη του κινητού…
Της πέρασε από το μυαλό να του δώσει μία να πάει να σκάσει στον απέναντι τοίχο, αλλά συγκρατήθηκε…
‘Τι μου φταίει το καημένο, αν αυτός είναι ηλίθιος’ σκέφτηκε και η απόπειρα αποφεύχθηκε…
Σήκωσε το ακουστικό και σχημάτισε τον αριθμό της κολλητής της…
Μετά από δύο-τρεις χτύπους, ακούστηκε η χαρακτηριστική φωνή της Ρένας από την άλλη πλευρά του σύρματος…
– Έλα Αστέρω μου. Τι κάνεις;;;
– Καμώνομαι. Τι να κάνω; Βράζω στο ζουμί μου. Βάλε καφέ και έρχομαι να τα πούμε από κοντά…
– Τι έγινε καλέ; Τι συμβαίνει;;;
– Χωρίζω. Αυτό συμβαίνει…
– Με ποιόν; Με τον Κώστα;;;
– Με ποιον άλλο; Έχω κι’ άλλον; Αυτός με έχει σκίσει…
– Καλά κούκλα μου. Μη ταράζεσαι και μου πάθεις και τίποτα. Βάζω καφέ και έλα. Και να προσέχεις στο δρόμο…

Δεν της πήρε παραπάνω από ένα τέταρτο να βρεθεί στο διαμέρισμα της Ρένας…
Πέταξε την τσάντα και το μπουφάν της σε μία καρέκλα και πέρασαν στο καθιστικό…
Κάθισαν στον τριθέσιο καναπέ, για να έχουν άπλα, όπως έλεγε και η Ρένα…
Οι καφέδες ήταν ήδη σερβιρισμένοι πάνω στο τραπεζάκι…
Πήρε τα τσιγάρα της, άναψε ένα, ήπιε μια γουλιά καφέ και ετοιμάστηκε…
Η Ρένα ανυπομονούσε:
– Τι έγινε καλή μου; Τι συμβαίνει; Γιατί όλος αυτός ο χαμός;;;
– Μου ακύρωσε πάλι τη βραδινή μας έξοδο. Είναι η τρίτη φορά σε διάστημα δύο εβδομάδων. Όλο προφασίζεται ‘δουλειά’ και επαγγελματικές υποχρεώσεις για να μην βρεθούμε…
– Κι’ αν όντως έτσι είναι; Αν, όντως, έχει δουλειά; Μην τρελαίνεσαι χωρίς λόγο…
– Τι δουλειά και αηδίες; Με αποφεύγει Ρένα. Με αποφεύγει. Θέλει να χωρίσουμε και δεν έχει τα κότσια, σαν άντρας που είναι, να μου το πει…
– Μα, τι λες τώρα ρε συ Δήμητρα; Από πού το συμπέρανες αυτό πάλι;;;
– Είναι φως φανάρι Ρένα. Ο Κώστας έχει αλλάξει τον τελευταίο καιρό. Δεν είναι πια ο Κώστας που θα ερχόταν να με αγκαλιάσει, να με φιλήσει τρυφερά, να με χαϊδέψει. Ακόμα και στον ερωτικό τομέα, δεν είναι πια ο Κώστας που ήξερα. Θυμάσαι τι σου έλεγα; Ότι ο Κώστας με τρελαίνει στο κρεβάτι; Ε, τώρα, καμία σχέση. Ξενέρωτα πράγματα. Κάνουμε έρωτα πια μόνο και μόνο για να κάνουμε. Για τίποτε άλλο. Και δεν θέλω η ερωτική ζωή μου, από τώρα, να καταντήσει αυτό που κοροϊδεύω και απεχθάνομαι. Είμαι γυναίκα και θέλω να το χαρώ…
– Μπορεί να περνάει μία φάση κοπέλα μου. Μην τον στήνεις στον τοίχο. Του το έχεις πει;;;
– Και βέβαια…
– Και τι σου είπε;;;
– Ότι είναι κουρασμένος αυτόν τον καιρό, ότι έχει πολλές σκοτούρες. Τέτοιες αηδίες…
– Τι να σου πω τώρα καημένη μου; Το παιδί σου λέει ότι περνάει μία φάση και συ το κάνεις ολόκληρο ζήτημα, αντί να είσαι δίπλα του και να τον βοηθήσεις…
– Μη βιάζεσαι να βγάλεις συμπέρασμα. Του το είπα. Και με απέτρεψε. Δεν θέλει να είμαστε μαζί. Μπορείς να το καταλάβεις;;;
– Όχι. Δεν μπορώ. Δεν μπορώ να βγάλω έτσι εύκολα καταδικαστική απόφαση. Ούτε εσύ πιστεύω ότι πρέπει να το κάνεις…
– Κοίτα Ρένα. Την απόφασή μου την έχω πάρει. Θέλω να εξηγηθούμε. Να ξεκαθαρίσουμε. Δεν μπορεί να συνεχιστεί άλλο αυτό. Και όσον αφορά τις ‘εργασιακές’ δικαιολογίες, τις ακούω βερεσέ. Άλλο τον έχει ενοχλήσει και δεν μου το βγάζεις από το μυαλό…
– Τι άλλο δηλαδή;;;
– Το γεγονός ότι έχω blog και ασχολούμαι με το διαδίκτυο. Πιστεύει ότι για να είμαι εκεί μέσα, το μόνο που έχω στο μυαλό μου είναι πως θα κάνω chat και εικονικής πραγματικότητας σχέσεις…
– Μα, καλά. Δεν έχει διαβάσει αυτά που γράφεις; Δεν έχει καταλάβει γιατί το κάνεις;;;
– Όχι. Όσο και αν έχω προσπαθήσει να τον μεταπείσω, έχει παραμείνει στις ιδέες του. Ο ξεροκέφαλος…

Δάκρυα φάνηκαν στα μάτια της Δήμητρας…
Η Ρένα της έδωσε ένα χαρτομάντιλο να σκουπιστεί…
Την κοίταξε για κάμποσο, μέχρι να ηρεμήσει…
– Δήμητρα, να σου κάνω μία ερώτηση;;;
– Λέγε…
– Τον αγαπάς;;;
– Θα συζητούσαμε τώρα αν δεν με ενδιέφερε; Αν δεν ένοιωθα κάτι γι’ αυτόν; Δεν ξέρω αν είναι αγάπη, αλλά νοιώθω πολύ καλά μαζί του. Και δεν σου κρύβω, ότι μπορεί να σκεφτόμουν και την επισημοποίηση της σχέσεώς μας…
– Ωραία. Αφού λοιπόν τον αγαπάς, γιατί δεν προσπαθείς να του κάνεις το χατίρι; Σταμάτα το blog. Σταμάτα το διαδίκτυο. Σου θυμίζω, ότι άντρες σαν τον Κώστα σπανίζουν. Και ‘μεις, δεν είμαστε μικρές για να διαλέγουμε πια…
– Τι λες ρε συ Ρένα τώρα; Να του κάνω το χατίρι για να μην τον χάσω και να χαθώ εγώ; Να καταπιέσω τα ‘θέλω’ μου, μόνο και μόνο για ένα, μελλοντικό, στεφάνι; Τι λες καλή μου. Μπορεί να έχω περάσει τα πρώτα –άντα εδώ και κάποια χρόνια, αλλά δεν έχω σκοπό να αφήσω κανέναν να πατήσει επάνω μου για να αποδείξει ότι κάνει κουμάντο. Δεν πρόκειται να αφήσω κανέναν να ορίζει τη ζωή μου. Μπορώ και μόνη μου. Και συμβιβασμούς θα κάνω εκεί που θέλω εγώ. Και μόνο εγώ…
– Τι να σου πω τώρα. Έχεις δίκιο. Όμως, πάντα υπάρχει ένα αλλά…
– Ποιο;;;
– Αυτό που σου είπα πριν. Τέτοιοι άντρες σπανίζουν…
– Δεν πειράζει. Ας σπανίζουν. Και γυναίκες σαν εμένα σπανίζουν. Εντάξει;;;
– Ότι πεις καλή μου. Εγώ σαν φίλη σου έχω την ευθύνη να σου πω κάποια πράγματα. Από εκεί και πέρα, είναι δικό σου θέμα…
– Ακριβώς…
– Τι θα κάνεις;;;
– Θα δω. Το σίγουρο είναι ότι πρέπει να μιλήσουμε και μάλιστα σύντομα. Να ξεκαθαρίσει αυτή η υπόθεση. Δεν μπορώ άλλο…
– Όπως θέλεις…
– Θα του τηλεφωνήσω αργότερα να κανονίσουμε συνάντηση…
– Καλά θα κάνεις…

Ήπιε μια γουλιά καφέ και άναψε τσιγάρο…
Η Ρένα την είδε να χάνεται στις σκέψεις της…
Την είδε να σκουπίζει, συχνά πυκνά, τα δάκρυα από το πρόσωπό της…
Δεν της είπε τίποτε…
Το μόνο που έκανε, ήταν να την πάρει μία αγκαλιά…
Εκεί μέσα, η Δήμητρα ξέσπασε…
– Τι έχω κάνει λάθος ρε Ρένα; Επειδή θέλω να είμαι ‘εγώ’ στη σχέση μου και όχι κάποια άλλη; Αυτό είναι το λάθος μου;;;

Η Ρένα δεν μίλησε…
Ένα δάκρυ κύλησε και από το δικό της μάγουλο…
Κάποτε, για έναν άλλο Κώστα, προτίμησε και αυτή ‘την φυγή από την ατίμωση’…
Έγειρε το κεφάλι της μέσα στον ώμο της Δήμητρας και έκλαψε με γοερό κλάμα…

(‘Girl Talk I’ by Elya Chino)

Ονειρικοί εραστές ή εραστές του ονείρου;;;

lovers-by-patrick-ciranna.jpeg– Θα μου απαντήσεις σε μία ερώτηση;;;
– Ευχαρίστως. Πες μου…
– Εμείς είμαστε ‘εραστές του ονείρου’ ή ‘ονειρικοί εραστές’;;;
– Καλά. Πως σου ήρθε αυτό τώρα;;;
– Να. Σκεφτόμουν τη σχέση μας, τα στάδια που έχει περάσει και το μέλλον της…
– Και σου προέκυψε αυτή η ερώτηση;;;
– Ναι…
– Ξέρεις, είναι σαν να μου λες αν είμαστε ρεαλιστές ή όχι στον έρωτά μας…
– Περίπου…
– Πιστεύεις ότι δεν είμαστε;;;
– Πιστεύω ότι ο έρωτας πρέπει να έχει μία δόση ουτοπίας μέσα του για να μπορέσει να υπάρξει…
– Και τι θεωρείς ουτοπικό στη δική μας σχέση; Το ότι κάνουμε όνειρα; Το ότι θέλουμε να υπερπηδήσουμε τα όσα προβλήματα προκύψουν;;;
– Ιδιαιτέρως αυτά. Προσπαθώ να είμαι πραγματίστρια και να μην υπερβάλλω. Προσπαθώ να βλέπω τα πράγματα στη σωστή τους διάσταση και να μην αιθεροβατώ. Πειράζει;;;
– Δεν είπε κανένας ότι πειράζει. Απλά, κάποια στιγμή θα πρέπει να αφήνεις και ένα παράθυρο για να μπαίνει φως. Δεν πρέπει να είναι όλα τυφλά και κλεισμένα…
– Παράθυρο να αφήσω. Φοβάμαι όμως, ότι το παράθυρο θα γίνει μπαλκονόπορτα και δεν θα κλείνει με τίποτα…
– Μόνο, αν δεν το προσέξεις το παράθυρο γίνεται μπαλκονόπορτα και δεν μαζεύεται με τίποτα. Σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση, είναι καλό να μπαίνει φως στο δωμάτιο της καρδιάς σου και του μυαλού σου. Έτσι, οι σκιές φεύγουν και βλέπεις με άλλο μάτι το μέλλον…
– Πειράζει που φοβάμαι;;;
– Όχι. Εξάλλου, ο ‘φόβος φυλάει’…
– Ξέρεις όμως; Κουράστηκα να φοβάμαι…
– Το ξέρω. Το καταλαβαίνω. Έχε μου εμπιστοσύνη…
– Προσπαθώ. Τελικά τι είμαστε; ‘Εραστές του ονείρου’ ή ‘ονειρικοί εραστές’;;;
– Είμαστε εραστές της ζωής μας. Ζούμε τη ζωή μας και είμαστε ερωτευμένοι με αυτή. Είμαστε ερωτευμένοι ο ένας με τον άλλο. Απλά…

(‘Lovers’ by Patrick Ciranna)