Πως είναι δυνατόν…

danza-iii-by-plamen-temelkov.jpeg– Πως είναι δυνατόν, να είσαι ο μόνος άνθρωπος που με καταλαβαίνει; Πως είναι δυνατόν, να λέω σε όλους τα ίδια πράγματα, με τον ίδιο τρόπο και ‘συ να είσαι ο μόνος που με νοιώθει; Πως είναι δυνατόν, να με καταλαβαίνεις από ένα ‘σπάσιμο’ της φωνής μου, από ένα ‘σταμάτημα’ του λόγου μου, από μία ανεπαίσθητη αλλαγή της αναπνοής μου; Πως είναι δυνατόν, να εξηγώ σε όλους και ‘συ να μην χρειάζεσαι επεξήγηση των λόγων μου; Πως είναι δυνατόν, να κουράζομαι να μιλάω με τον οποιονδήποτε και με σένα να μιλάω με τις ώρες; Πως είναι δυνατόν, εσύ να είσαι τόσο μακριά αλλά και τόσο κοντά μου; Πως είναι δυνατόν; Μπορείς να μου πεις;

– Μπορώ. Μία είναι η απάντηση. Σ’ αγαπάω.

– Κι’ άλλοι είπαν ότι με αγαπάνε, αλλά αποδείχτηκε ότι δεν με καταλάβαιναν.

– Τότε, δύο τινά συνέβαιναν. Ή δεν σε αγάπησαν ή δεν σε άκουσαν. Μπορείς να διαλέξεις όποιο σε πονάει λιγότερο.

– Ξέρεις τι με πονάει περισσότερο; Η κούραση που μου επέφερε αυτή η κατάσταση. Η κούραση και η έλλειψη υπομονής. Δεν αντέχω άλλο να μιλάω και να μην με καταλαβαίνουν.

– Για την κούραση συμφωνώ. Για την έλλειψη υπομονής όχι. Εκτός αν μου πεις ότι δεν έχεις πια ελπίδα.

– Ελπίδα; Τι εννοείς;

– Ξέρεις, εικάζεται ότι χάνεις κάθε ίχνος υπομονής όταν χάνεις κάθε ίχνος ελπίδας. Ελπίδα στο να σε καταλάβουν, ελπίδα στο να ελπίζεις για αλλαγή στη ζωή σου. Υπάρχει τέτοιο ενδεχόμενο;

– Κάποια στιγμή έφτασα σ’ αυτό το σημείο. Αλλά τώρα, όχι. Τώρα, ελπίζω ξανά στην ‘ελπίδα’. Τώρα, υπάρχεις εσύ.

– Χαίρομαι, που γίνομαι η ‘ελπίδα’ σου.

– Χαίρομαι, που άπλωσες το χέρι σου.

– Χαίρομαι, που το είδες και το εμπιστεύτηκες.

– Σ’ αγαπώ.

– Και ‘γώ.

(‘Danza III’ by Plamen Temelkov)

Το βήμα…

the-ship-by-salvador-dali.jpeg
Ήταν ένα θηλυκό φερμένο από τόπο μακρινό, που δεν είχε στεριά να στήσει τον κόσμο της…
Είχε μάτια γαλανά και μαλλιά μακριά, στο χρώμα του μελιού…
Ένα χλωμό δέρμα, ίδιο διάφανο και εύθραυστο…
Όχι ιδιαίτερα ψηλή, όχι ιδιαίτερα κοντή…
Όλα με μέτρο, όλα κορυφαία…
Δεν φοβόταν να κοιτάξει τον άλλο στα μάτια…
Μπορούσε να παρεξηγηθεί, αλλά δεν την ένοιαζε…
Πάντα αληθινή, πάντα αινιγματική…

Αυτός, παιδί του τόπου του, παιδί της θάλασσας…
Αρσενικό, γεροδεμένος και ψημένος…
Όχι όμορφος, όχι συνηθισμένος…
Δουλεμένος σε αμόνι που βγάζει ψυχές και όχι κορμιά…

Έψαχνε ένα τόπο να ξεφύγει…
Να ξεφύγει τις λίγες μέρες της άδειάς της…
Να ξεφύγει από τους τέσσερις τοίχους που εγκλώβιζαν την ματιά της…
Να δει ουρανό, θάλασσα, γη…
Να μυρίσει χώμα, αρμύρα και βροχή…

Δεν ήξερε πώς να της φερθεί…
Την φοβόταν…
Με τον φόβο που σου προκαλεί η φωτιά…
Επικίνδυνα ελκυστικό, ανέλπιστα προκλητικό…

‘Έχω τη θάλασσα με το μέρος μου. Θα τη σβήσω τη φωτιά και θα την τιθασέψω’…

Κανένας δεν του είχε μιλήσει για την λάβα…
Όσο της ρίχνεις νερό, τόσο καίει μέσα της…
Κι όταν σε ακουμπήσει, σε κάνει δικό της…

Ήταν διαφορετικός από όλους όσους είχε γνωρίσει…
Αυθεντικός, ντόμπρος…
Ήξερε ότι την φοβόταν…
Ήξερε ότι δεν είχε γνωρίσει άλλη σαν αυτή…
Την γοήτεψε η άγνοιά του…
Και όταν συνάντησε το βλέμμα του, χάθηκε στο βαθύ πηγάδι που έκρυβαν τα μάτια του…

– Σε φοβάμαι…
– Το ξέρω…
– Όμως, δεν θα κάνω πίσω…
– Και αυτό το ξέρω…
– Μην παίζεις μαζί μου…
– Παίζουν με τα θεριά;;;
– Μη με κοροϊδέψεις…
– Κοροϊδεύεις τον ήλιο και τον ουρανό;;;
– Σηκώθηκε αέρας και φούσκωσε η θάλασσα…
– Φοβήθηκε ότι θα της φύγεις και σε ζητάει πίσω;;;
– Πάρε με από εδώ…
– Κράτα με εδώ…
– Μπορείς;;;
– Θα μπορούσα…
– Δεν θα άντεχες…
– Θα με βοηθούσες να αντέξω…
– Θα χρειαζόταν να αλλάξεις. Να γίνεις κάτι άλλο από αυτό που είσαι…
– Το ξέρω…
– Δεν θα μου άρεσες…
– Ούτε εμένα…
– Πάρε με…
– Έλα…

Η θάλασσα άκουγε τα βογγητά τους και έβρεχε τα κορμιά τους…
Όταν δεν είχαν άλλη δύναμη να συνεχίσουν, ξέπλυναν τους πόθους τους στα νερά της…

Την είδε να ανεβαίνει στο πλοίο της επιστροφής…
Δεν την περίμενε να βγει στο κατάστρωμα να τον χαιρετήσει…
Τα πόδια του τον οδήγησαν μακριά της…
Δεν ήξερε τι πάει να πει πόνος, μέχρι σήμερα…
Οδηγήθηκε στη θάλασσα, την μόνη γυναίκα που καταλάβαινε…

Δεν βγήκε στο κατάστρωμα, όπως του είχε πει…
Δεν ήθελε να την δει να τον παρακαλάει να πάει μαζί της…
Δεν ήξερε τι πάει να πει να καίγεσαι στη φωτιά σου…
Το πλοίο έφυγε και η ζωή της γύρισε εκεί που άνηκε…
Οι στίχοι του Γ. Ρίτσου, ακούστηκαν κραυγές στ’ αυτιά της…

‘Το ξέρω πως καθένας μοναχός πορεύεται στον έρωτα,
μοναχός στη δόξα και στο θάνατο.
Το ξέρω. Το δοκίμασα.
Δεν ωφελεί. Άφησέ με να ’ρθω μαζί σου.’

Θέλει δύναμη το βήμα, θέλει δύναμη το σταμάτημα…

(‘The Ship’ by Salvador Dali)