Δεδομένα…

after-the-rain-by-brent-heighton.jpegΤο τρένο έφτανε στον τελικό σταθμό του προορισμού του. Από τη θέση που ταξίδευε, της ήταν εύκολο να παρατηρεί την αποβάθρα. Κοίταξε προσεκτικά το συνωστισμένο πλήθος, προσπαθώντας να τον διακρίνει ανάμεσα του. Δεν άργησε να διακρίνει ένα ψηλό, αδύνατο, καστανομάλλη άντρα που κοιτούσε επίμονα προς τα βαγόνια. ‘Αδυνάτισε πολύ. Ενώ εγώ…’ μονολόγησε στον εαυτό της, αγγίζοντας ασυναίσθητα την κοιλιά και την περιφέρειά της.

Είχε έρθει και την περίμενε, όπως της είχε υποσχεθεί. Η πρώτη συνάντησή τους μετά από τρία ολόκληρα χρόνια, θα λάμβανε χώρα στην αποβάθρα ενός σταθμού τρένου, σε μία εσχατιά της Ελλάδος. Ο καιρός συνηγορούσε στην συναισθηματική φόρτιση που ένοιωθε. Τα σύννεφα που υπήρχαν, τον καθιστούσαν μουντό, σχεδόν βροχερό, έχοντας επιβάλλει την άποψή τους επάνω στον φθινοπωρινό ήλιο, που πρόβαλλε κατά διαστήματα μόνο και μόνο για να κρατάει τις όποιες ισορροπίες.

Σηκώθηκε από τη θέση της και κατέβασε τον ταξιδιωτικό της σάκο από την ειδική θέση που τον είχε τοποθετήσει. Δεν βιαζόταν να βγει από το βαγόνι και να τρέξει κοντά του. Αν και θα το ήθελε πολύ. Όμως, η λογική της επέβαλλε να είναι συγκρατημένη και επιφυλακτική. Κάτι που δεν είχε επιτύχει, όταν πριν από ένα μήνα περίπου, της είχε τηλεφωνήσει. Της είχε φανεί περίεργη η προθυμία με την οποία είχε δεχτεί να πραγματοποιήσει το ταξίδι αυτό, όταν την σκεφτόταν τις επόμενες ημέρες που είχαν μεσολαβήσει ανάμεσα στο τηλέφωνο και στην πραγματοποίηση του ταξιδιού.

Έχοντας τον σάκο της στα χέρια, κατευθύνθηκε προς την έξοδο. Το πρόσωπό και το σώμα της καθρεφτίζονταν στα παράθυρα του βαγονιού. Ασυναίσθητα, ανέβασε το ελεύθερο χέρι της και τακτοποίησε τα μαλλιά της. Κατέβηκε προσεκτικά τα σκαλοπάτια και πάτησε στην αποβάθρα. Σήκωσε τα μάτια της και τον αντίκρισε μπροστά της. Ένα πλατύ χαμόγελο σχηματίστηκε στα πρόσωπά τους. Ένα ιδιαίτερα λαμπρό φως φάνηκε στα μάτια τους.

– Καλώς ήρθες.
– Καλώς σε βρήκα.
– Τι κάνεις; Πως ήταν το ταξίδι σου; Εύχομαι να μην ταλαιπωρήθηκες πολύ.
– Καλά είμαι. Αν εξαιρέσεις τη διάρκεια, κατά τα υπόλοιπα ήταν ένα ευχάριστο ταξίδι.
– Σε είχα προειδοποιήσει.
– Ναι. Με είχες προειδοποιήσει.
– Πάμε;
– Ναι, πάμε.

Πήρε στα χέρια του τον σάκο της και κατευθύνθηκαν προς την έξοδο του σταθμού. Της είχε κάνει εντύπωση η ψυχρότητα που είχε επιδείξει αυτός, αλλά την απέδωσε στην συναισθηματική φόρτιση που μπορεί να ένοιωθε. ‘Δεν πειράζει. Με βολεύει και μένα. Δεν ήξερα πως θα αντιδρούσα σε μία άλλη υποδοχή’ σκέφτηκε, ενώ τον παρατηρούσε από πίσω, καθώς έφταναν στο αυτοκίνητό του.

– Έχεις κρατήσει το ίδιο αυτοκίνητο.
– Ναι. Τελικά δεν μπόρεσα να το αλλάξω.
– Δεν πειράζει. Είναι πολύ καλό αυτοκίνητο.
– Και έχει βγει και ‘σκυλί’. Θυμάσαι τις εκδρομές μας; Πουθενά δεν μας άφησε.
– Ξεχνιούνται. Πουθενά δεν μας άφησε, όντως.
– Μπες μέσα να φύγουμε.

Η διαδρομή μέχρι το σπίτι που έμενε, μια μονοκατοικία εκτός της πόλης, της φάνηκε όμορφη. Η φύση πάντα την έλκυε, αλλά ποτέ δεν αποφάσιζε να ζήσει κοντά της, αφήνοντας πίσω τις ανέσεις της πόλης. Που και που, έπαιρνε το βλέμμα της από την παρατήρηση του τοπίου, για να παρατηρήσει εκείνον. Τώρα, που βρισκόταν πιο κοντά του και μπορούσε να τον διακρίνει πιο σχολαστικά, της φάνηκε πιο όμορφος και πιο ανανεωμένος. ‘Του έχει κάνει καλό η εξορία που ζει τα τελευταία χρόνια’ σκέφτηκε.

Έφτασαν στο σπίτι. Τακτοποιήθηκε στο δωμάτιο που της είχε ετοιμάσει. Έφαγαν, ήπιαν κρασί και μίλησαν μέχρι αργά το βράδυ. Η συζήτηση της επανέφερε μνήμες του παρελθόντος. Της είχε λείψει η αίσθηση που είχε όταν βρισκόταν κοντά του. Το απολάμβανε, αλλά δεν άφηνε τον εαυτό της να το δείξει. Καληνυχτίσθηκαν και πήγαν για ύπνο. Δεν άργησε να κοιμηθεί. Ονειρεύτηκε παλιές στιγμές τους. Ονειρεύτηκε το πρόσωπό του.

Το επόμενο πρωί, ξύπνησε με την μυρωδιά αρωματικού καφέ φίλτρου να πλανάται στην ατμόσφαιρα και την φωνή του να την καλεί να πάρουν πρωινό μαζί. Σηκώθηκε και πήγε στην τουαλέτα να πλυθεί. Αφού ετοιμάστηκε, κατευθύνθηκε προς την κουζίνα. Ο καφές ήταν ήδη σερβιρισμένος. Της έκανε εντύπωση που θυμόταν πως τον πίνει. Ήπιε μια γουλιά και έφαγε μία φρυγανιά με μαρμελάδα και βούτυρο. Η κουζίνα φωτιζόταν από ένα λαμπρό ήλιο. Ένοιωσε καλύτερα.

– Πως κοιμήθηκες; Ξεκουράστηκες;
– Μια χαρά. Σαν πουλάκι. Εσύ;
– Εγώ, έχω συνηθίσει. Τόσα χρόνια εδώ πάνω, είμαι πια μέρος του τόπου.
– Αλήθεια, είσαι κοντά τρία χρόνια εδώ πάνω. Σχεδόν, από τότε που χωρίσαμε.
– Ναι, έτσι είναι. Βλέπεις, η δουλειά μου έδωσε μία καλή διέξοδο από την στεναχώρια που είχα, λόγω του χωρισμού μας.
– Ενώ εγώ, ήμουν εκεί. Στα ίδια μέρη, στους ίδιους χώρους, στους ίδιους ανθρώπους.
– Θυμάσαι τότε που σου είχα προτείνει να έρθεις μαζί μου, να προσπαθήσουμε πάλι;
– Το θυμάμαι. Μήπως μπορείς να μου πεις πως θα γινόταν αυτό; Με τι προοπτικές θα ανέβαινα εδώ πάνω μαζί σου;
– Με τις καλύτερες. Πίστευα ότι θα μπορούσαμε να τα βρούμε. Εξάλλου, ο λόγος που χωρίσαμε μπορούσε να ξεπεραστεί.
– Τι να ξεπεραστεί; Το ψέμα που μου είπες; Το γεγονός ότι παράλληλα με μένα ‘έβλεπες’ και άλλη γυναίκα; Τι να ξεπεραστεί; Μου λες;
– Μην εκνευρίζεσαι. Δεν είναι σκοπός μου να σε εκνευρίσω.
– Με αυτά που μου λες, τι θέλεις να κάνω; Να είμαι ήρεμη;
– Έχουν περάσει τόσα χρόνια. Πίστευα ότι θα μπορούσες να τα συζητήσεις πιο ψύχραιμα. Γι’ αυτό σου τηλεφώνησα να ανέβεις μέχρι εδώ πάνω. Να τα ξαναπούμε. Αν μπορούμε. Αλλιώς, θα περάσουμε λίγες μέρες μαζί, σαν δύο φίλοι που δεν έχουν να χωρίσουν τίποτα.
– Δεν έχουν να χωρίσουν, γιατί δεν έχουν τίποτα κοινό.
– Πιστεύεις ότι δεν μας ενώνει τίποτα;
– Πιστεύω ότι, ότι κι’ αν μας ένωνε, τώρα δεν υπάρχει.
– Αλήθεια; Και η αγάπη μας; Που πήγε αυτή; Χάθηκε;
– Έκανες τα αδύνατα δυνατά να χαθεί. Έτσι δεν είναι;
– Εγώ πιστεύω ότι είναι εδώ.
– Λάθος κάνεις;
– Λάθος κάνω; Και το βλέμμα σου όλο το βράδυ; Δεν το κατάλαβα νομίζεις; Με κοιτούσες όπως τότε. Όπως παλιά.
– Εγώ; Από πού κι’ ως που.
– Εσύ. Μην το αρνείσαι. Έβλεπα πως με κοίταζες. Από την άλλη, ένοιωσα ότι σε ενόχλησε η υποδοχή μου. Έτσι δεν είναι;
– Μια χαρά υποδοχή ήταν. Γιατί, τι είχε;
– Δεν ήταν ιδιαίτερα …διαχυτική. Μάλλον περίμενες να σε αγκαλιάσω και να σε φιλήσω. Που, παρεμπιπτόντως, το ήθελα πολύ.
– Και γιατί δεν το έκανες;
– Ήθελα να σε δοκιμάσω.
– Σε τι;
– Στο πως θα ένοιωθες. Και δεν έπεσα έξω. Σε ενόχλησε.
– Μου φάνηκε κάπως. Αυτό. Και τίποτε άλλο.
– Ας το δεχτώ.
– Να το δεχτείς.
– Να σε ρωτήσω κάτι;
– Ναι.
– Θέλεις να ξαναμιλήσουμε για τα γεγονότα που συνέβησαν πριν από τρία χρόνια;
– Δεν ξέρω. Πιστεύεις ότι υπάρχει λόγος;
– Όχι ένας, πολλοί. Πρέπει να ξεκαθαρίσουν κάποια πράγματα. Και θέλω να ξαναπροσπαθήσουμε.
– Δεν ξέρω αν μπορώ.
– Προσωπικά, ξέρω ότι θέλω. Τι λες;
– Θέλω να το σκεφτώ. Μπορώ;
– Βεβαίως. Υπάρχουν οι μέρες μπροστά μας. Εδώ θα είμαστε.
– Εντάξει. Στο υπόσχομαι ότι θα το σκεφτώ.

Η συζήτηση κατευθύνθηκε σε πιο γενικά πράγματα. Για τη ζωή τους αυτά τα τρία χρόνια που είχαν μεσολαβήσει, για τις σχέσεις που είχαν κάνει. Αποδείχθηκε, ότι κανένας δεν είχε αλλάξει συνήθειες και τρόπους ζωής, κανείς δεν είχε βρει ‘έτερο ήμισυ’, κανείς δεν είχε προχωρήσει τη ζωή του.

Στο μυαλό της, γυρνούσε η συζήτηση που είχαν κάνει, προ ολίγου. Ομολόγησε στον εαυτό της, ότι εκείνος είχε δίκιο. Τον αγαπούσε ακόμη. Αλλά, δεν ήταν σε θέση να τον συγχωρήσει έτσι εύκολα. Αποφάσισε να του δώσει την ευκαιρία για μία ακόμη συζήτηση. Και ποιος ξέρει, μπορεί να ήταν σε θέση να αναθεωρήσει. Τίποτα δεν είναι δεδομένο. Τίποτα δεν μένει σταθερό. Ποιος ξέρει…

(‘After the Rain’ by Brent Heighton)

Advertisements

8 comments on “Δεδομένα…

  1. Ο τρόπος που έχεις να «περνάς» τα συναισθήματα μέσα απ΄τις γραμμές και τις λέξεις είναι έξοχος….
    Θα έχει συνέχεια, ή θα μας αφήσεις στην αγωνία?
    Καληνύχτα Γιώργο σε σένα και το αστεράκι σου

  2. αφού τον αγαπά μωρέ
    γιατί δε χώνεται στην αγκαλιά του και να ζήσει αυτό που θέλει
    Όχι να τον συγχωρέσει, ούτε να του το κρατήσει, ούτε να ξεχάσει
    να το προσπεράσει
    αλλιώς θα το κουβαλάνε πάντα, ή αυτή θα είναι από πάνω, ή δε θα μπορέσει να ξαναεμπιστευτεί
    θέμα προτεραιοτήτων είναι
    τι είναι πιο δυνατό, η αγάπη της ή ο πληγωμένος εγωισμός;

    τη καλημέρα μου

  3. καλησπέρα σας…

    @μπλε σμαρτούλα
    πολλές φορές, τη συνέχεια την δίνουμε εμείς και όχι ο γράφον…
    να είσαι καλά…

    @ψυχές κοντά
    δεν έχεις άδικο…
    εξαρτάται, βέβαια, και από την κόλλα…

    @αλκιμήδη
    σωστός προβληματισμός…
    δεν ξέρω…
    κάθε μυαλό, κάθε καρδιά, λειτουργεί διαφορετικά…

    @δελφινοκόριτσο
    ακριβώς…
    είπαμε, διαφορετικός τρόπος…

    @έλενα
    λες;;;
    κι’όμως, οι άνθρωποι σκέφτονται…

    @αγκαλιασμένη με το φεγγάρι
    μπορεί ναι, μπορεί όχι…
    η αμφιβολία πάντα θα υπάρχει…

    @ονείρων γη
    δεν ήθελα να κάνω φάρσα, ειλικρινά μιλάω…

    την καληνύχτα μου…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s