Βλέμματα μέσα από καθρέπτη…

mirror-image-ii-by-alfred-gockel.jpegΜπήκε στο αυτοκίνητό της και ξεκίνησε για το γραφείο της…
Η διαδρομή προκαθορισμένη και μονοσήμαντη από καιρό…
Βγήκε στον κεντρικό δρόμο και κατευθύνθηκε προς το φανάρι, στη διασταύρωση με την κεντρική λεωφόρο…
Η ουρά των αυτοκινήτων της φάνηκε σαν ένα μεγάλο φίδι, που λες και είχε μόλις φάει και έκανε ράθυμο κινήσεις…
‘Πάλι άργησα και έμπλεξα στην κίνηση’ ομολόγησε στον εαυτό της…
Η θεωρία της για τα πεντάλεπτα της κίνησης, ήρθε να επαληθευτεί για μία ακόμη φορά…
Κοίταξε τον καθρέπτη της…
Πίσω της, ένα αυτοκίνητο με άντρα οδηγό…
Ένοιωσε το βλέμμα του να ψάχνει το δικό της…
Είχε καιρό να παρατηρήσει ένα ανδρικό βλέμμα να την κοιτάει επίμονα αντικατοπτρίζοντας το δικό της μέσα από τον καθρέπτη της…
Ασυναίσθητα, έφτιαξε τα μαλλιά της…
‘Μα, τι κάνω τώρα; Τι χαζή που είμαι. Φτιάχνομαι, λες και θα με δει από κοντά’ μάλωσε αμέσως τον εαυτό της…

Μπήκε στο αυτοκίνητό του και ξεκίνησε για το μαγαζί του…
Έφτασε στη διασταύρωση με το φανάρι που πάντα ‘έπηζε’…
‘Δεν φτάνει που έχω πονοκέφαλο από το πρωί, είναι κι’ αυτό το πήξιμο’ μουρμούρισε νευριασμένος…
Ήταν μέρες τώρα, που σηκωνόταν κάθε πρωί, με ένα πονοκέφαλο που τον ενοχλούσε τρομερά…
Τα αντιφλεγμονώδη, τύπου DEPON, είχαν πάψει από καιρό να τον ανακουφίζουν…
Σταμάτησε πίσω από ένα αυτοκίνητο, με γυναίκα οδηγό…
Τα μακριά μαύρα μαλλιά της και τα κόκκινα χείλη της, που διέκρινε μέσα από τον καθρέπτη της, του κίνησαν το ενδιαφέρον…
Έμεινε να κοιτάζει επίμονα…

Το φανάρι άνοιξε, για μία ακόμη φορά…
Τα δύο αυτοκίνητα, μπροστά αυτή, πίσω αυτός, κίνησαν μπροστά…
Οριακά, θα πέρναγε μόνο εκείνη…

Ακόμη με κοιτάει. Πλάκα έχει. Αμάν, ξεκινάμε! Έβγαλε φλας. Θα στρίψουμε μαζί. Λες να προλάβει να περάσει; Τι να κάνω; Να περάσω; Κι’ αν δεν περάσει; Να τον χάσω; Και τι με νοιάζει; Ή με νοιάζει; Τι να κάνω; Να του κάνω νόημα; Θα με περάσει για ξελιγωμένη. Θα κοιτάξω τα μάτια του. Τι νόημα μου κάνει; Να περάσω; Θα σταματήσω…

Ωχ! Θα περάσει. Πάει, όπου πάω και ‘γώ. Πλάκα έχει. Με κοιτάει. Δείχνει αναστατωμένη; Με ψάχνει. Μα, και ‘γώ την ψάχνω. Ή όχι; Τότε, γιατί έχω κολλήσει το βλέμμα μου στον καθρέπτη της; Προλαβαίνω να περάσω; Όχι! Με κοιτάει. Θα της κάνω νόημα να περάσει. Θα τρέξω πίσω της. Θα προλάβω…

Η σύγκρουση ήταν αναπόφευκτη…
Ευτυχώς, οι υλικές ζημιές ήταν μικρές…
Σωματικές, δεν υπήρξαν…
Δεν κάλεσαν Τροχαία…
Έκαναν στην άκρη, για να μην εμποδίζουν την κίνηση, και αντάλλαξαν ονόματα, τηλέφωνα, διευθύνσεις και συγκινήσεις…
Το επόμενο βράδυ, με δανεικά αυτοκίνητα, συναντήθηκαν για φαγητό…
Αποφάσισαν, να μην ξανακοιτάξουν ο ένας τον άλλο μέσα από καθρέπτη…

(‘Mirror Image II’ by Alfred Gockel)

Επαληθεύσεις…

face-by-j-moran.jpeg– Τι με κοιτάς έτσι;
– Προσπαθώ να βρω.
– Τι;
– Γιατί σ’ αγαπάω τόσο.
– Βλέποντάς με θα το βρεις; Γιατί δεν ρωτάς την καρδιά σου;
– Άλλα τα μάτια της καρδιάς, αλλά τα μάτια του σώματος.
– Ποια εμπιστεύεσαι περισσότερο;
– Εξαρτάται.
– Από τι;
– Από το μέγεθος της ακρίβειας επαλήθευσης που αναζητάω.
– Δηλαδή;
– Αν θέλω να εξακριβώσω αν μία διάσταση σε ένα σχέδιο είναι σωστή, αρκεί να διαβάσω σωστά την ένδειξη που μου δείχνει το κλιμακόμετρο. Άρα, εμπιστεύομαι τα μάτια του σώματος. Μένω στο 1ο επίπεδο επαλήθευσης. Έτσι και με την αγάπη μου. Μόνο που εδώ, τα μάτια της καρδιάς λειτούργησαν σε 1ο επίπεδο. Τα εμπιστεύτηκα και προχώρησα.
– Δηλαδή, τώρα χρειάζεσαι 2ο επίπεδο επαλήθευσης και ζητάς τη συνδρομή από τα μάτια του σώματος; Λίγο αργά δεν νομίζεις;
– Ποτέ δεν είναι αργά για επαληθεύσεις. Ποτέ δεν είναι αργά για πιστοποιήσεις. Εξάλλου, μιλάμε για μία σχέση που είναι εξελισσόμενη. Δεν μιλάμε για ένα σχέδιο που έχει αποτυπωθεί και είναι εκεί, ίδιο κι’ απαράλλαχτο.
– Εξελισσόμαστε, ελισσόμαστε και αλλάζουμε;
– Ακριβώς.
– Και ζητάμε επαλήθευση και επιβεβαίωση;
– Αυτό δεν κάνουμε;
– Τουλάχιστον, καταλήγουμε σε ένα συμπέρασμα;
– Καταλήγουμε.
– Και ποιο είναι αυτό;
– Ότι μας αρέσει να παρατηρούμε το αντικείμενο του πόθου και του πάθους μας. Μας αρέσει να κοιτάμε την ή τον αγαπημένο μας. Μας αρέσει να βλέπουμε την αγάπη μας. Επάνω στην όψη τους, καθρεφτίζεται το ωραιότερο συναίσθημά μας. Καθρεφτίζεται η ωραιότητα της ψυχής μας. Μας κάνει καλύτερους ανθρώπους. Μας εξευγενίζει και μας εξευμενίζει.
– Ενδιαφέρουσα άποψη.
– Βρίσκεις;
– Ναι.
– Και εσύ, στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγεις;
– Εγώ, έχω ένα ακόμη πλεονέκτημα. Βλέπω μία υπέροχη γυναίκα, ερωτική και ερωτεύσιμη. Είμαι διπλά τυχερός. Έτσι δεν είναι;
– Εσύ το ξέρεις αυτό.
– Ναι. Εγώ το ξέρω, εγώ το ζω.
– Χαίρομαι.
– Και ‘γώ…

(‘Face’ by J Moran)

Ένα ήσυχο βράδυ…

ma-femme-nue-regardant-son-porpe-corps-by-salvador-dali.jpegΞάπλωσε στον καναπέ και πήρε το tele-control στο χέρι…
Άναψε την τηλεόραση…
Ξεκίνησε την περιπλάνησή της από το αγαπημένο της τηλεοπτικό σταθμό…
Δεν βρήκε τίποτε να την ικανοποιεί και την έκλεισε…
‘Πάλι αηδίες έχουν. Απορώ ποιος τα παρακολουθεί’ μουρμούρισε και έκανε μια γκριμάτσα απέχθειας…
Σηκώθηκε και έβαλε ραδιόφωνο…
Άφησε την βελόνα του ραδιοφώνου σε ένα σταθμό με easy listening μουσική και επέστρεψε στη θέση της…
Τα πόδια της την πονούσαν…
‘Τι να σου κάνουν και αυτά τα καημένα. Τόση ώρα ορθοστασία και τρέξιμο, κλατάρουν κάποια στιγμή’ προσπάθησε να δικαιολογήσει στον εαυτό της τα πονεμένα μέλη της…
Πήρε ένα βιβλίο από τον σωρό με τα αδιάβαστα βιβλία που είχε δίπλα της και βάλθηκε να το διαβάζει…
Δεν άργησε να το επανατοποθετήσει στην ίδια θέση, πάνω στον ίδιο σωρό…
‘Δεν έχω φεγγάρι σήμερα για διάβασμα’ απολογήθηκε…
Έκλεισε τα μάτια και αφουγκράστηκε την αναπνοή της, καθώς ο σταθμός του ραδιοφώνου έπαιζε ένα τραγούδι του Barry White…

You are my first, the last, my everything

Σιγοψιθύρισε τα λόγια του τραγουδιού και κούνησε το, πονεμένο κατά τα άλλα, κορμί της στο ρυθμό του κομματιού…
Τα μάτια κλειστά και το κορμί λικνιζόμενο πάνω στον καναπέ…
Το τραγούδι ολοκληρώθηκε…
Γι’ αυτήν όμως, συνεχιζόταν…
Άνοιξε τα μάτια, σηκώθηκε και κατευθύνθηκε στο ψυγείο…
Πήρε από μέσα το μπουκάλι με το λευκό κρασί και γέμισε με το περιεχόμενό του, ένα κρασοπότηρο…
Κατευθύνθηκε προς το ραδιόφωνο και άλλαξε σταθμό…
Ρύθμισε τη συχνότητα σε ένα σταθμό με Ελληνικά Λαϊκά τραγούδια…
‘Άμα είναι να τα πιούμε και να τον κλάψουμε, ας το κάνουμε με το σωστό παραδοσιακό τρόπο’ απολογήθηκε για μία ακόμη φορά στον εαυτό της…
Ήπιε μια γουλιά και σκέφτηκε τον πρώην σύντροφό της…
‘Καλό παιδί, αλλά άτολμο’ παραδέχτηκε και μία στυφή γεύση κατέκλυσε τη στοματική της κοιλότητα…
‘Τελικά’ σκέφτηκε, ‘όλοι τους ήταν άτολμοι. Κλεισμένοι στο καβούκι της καλοπέρασής τους. Κανένας δεν νοιάστηκε για κάτι παραπάνω. Ότι φάμε, ότι πιούμε κι ότι αρπάξει ο … μας’…
Η τελευταία γουλιά του κρασιού, την βρήκε να αναθεματίζει τους άντρες της ζωής της…
Σηκώθηκε και πρόσθεσε κρασί στο ποτήρι…
Η Ελευθερία τραγούδαγε σε ζωντανή εκτέλεση…

Χίλιες βραδιές

‘Τα πιάσαμε τα λεφτά μας τώρα’…
Το ποτήρι σηκώθηκε στο ύψος του ώμου…
Πρόποση στον αθεράπευτα ρομαντικό εαυτό της…
Μονορούφι το υγρό κύλησε στο λαιμό της…
‘Ώπα’…
Το ποτήρι, σαν ιπτάμενο αντικείμενο γνωστής προέλευσης, τινάχτηκε στον τοίχο που βρισκόταν απέναντί της…
Η πρόσκρουση, έδωσε νικητή τον τοίχο…
Οι αντοχές του ποτηριού, γυάλινες…
Σαν τις σχέσεις της…
Ο ήχος της σύγκρουσης, οξύς και μονοκόμματος…
Σαν τις σχέσεις της…
Τα κομμάτια του, θα τα μάζευε την επόμενη ημέρα…
Με σκούπα και φαράσι…
Ούτε καν με τα χέρια…
Σαν τις σχέσεις της…
Πήρε άλλο ποτήρι…
Ευτυχώς, το κρασί δεν είχε τελειώσει…
Σειρά του Γεράσιμου Ανδρεάτου…

Ο γκρεμός

‘Πέσαμε και δεν το καταλάβαμε. Τ’ ακούς καλή μου. Πέσαμε και δεν το καταλάβαμε’…
Το ποτήρι αφήνεται στο τραπέζι, να κάνει παρέα στο μπουκάλι…
Τα χέρια στο κεφάλι, να σφίγγουν τα μαλλιά…
Μετά, ν’ ανοίγουν…
Να εκτινάσσονται…
Κέντρο το σώμα της, ακτίνες τα χέρια, κύκλος οριοθετημένος από την περιστροφή της γύρω από τον άξονά της…
‘Ώπα’…
Κάθεται…
Παίρνει το ποτήρι…
Πίνει…
Ανάμικτα υγρά…
Δάκρυα, ρινικές εκκρίσεις, κρασί…
Δεν θέλει να σκουπιστεί…
‘Ή τον κλαίμε σωστά ή όχι’…
Ένα πνιχτό γέλιο βγαίνει από τα έγκατα της καρδιάς της…
‘Αλήθεια, τι κλαίω; Αυτόν ή εμένα; Αυτούς ή εμένα; Δόθηκα, αφέθηκα, προσπάθησα και τι κατάλαβα; Μήπως αντιλήφθηκε κανένας;’…

Γεννήθηκα για να πονώ

‘Πες τα ρε Μαρίκα. Μήπως και καταλάβω στο τέλος τη ζωή μου. Πες τα’…
Το ποτήρι άδειασε, για μία ακόμη φορά…

(‘Ma Femme nue regardant son porpe corps’ by Salvador Dali)

Εραστές…

desire-by-paul-curtis.jpegΕίχε στα χέρια του το κορμί της…
Ένα σώμα μικροκαμωμένο…
Από εκείνα, που φοβάσαι να ακουμπήσεις, μήπως και τα σπάσεις στο παραμικρό λάθος άγγιγμα…
Τον θησαυρό του…
Την κοιτούσε στα μάτια και προσπαθούσε να διαβάσει τις σκέψεις της…
Το κατάφερνε πάντα…
‘Σ’ αγαπώ και σε θέλω τρελά’ του είπαν…
Έσκυψε και την φίλησε στο στόμα…
‘Φίλα με κι’ άλλο’ του φώναξε με φωνή ξεψυχισμένη από την ηδονή, όταν εκείνος πήρε τα χείλη του από τα δικά της…
‘Εγώ κάνω κουμάντο εδώ. Εσύ, απλά απολαμβάνεις’ της ψιθύρισε στο αυτί…
Μύρισε τα μαλλιά της…
Το χαρακτηριστικό άρωμα του σαμπουάν που τα έλουζε, πλημμύρισε τον εγκέφαλό του…
‘Κλείσε τα μάτια σου’ την πρόσταξε και πέρασε το χέρι του πάνω από τις ερεθισμένες θηλές της…
Ηλεκτρισμένη από το άγγιγμά του, τεντώθηκε…
‘Ηρέμησε μωρό μου. Απόλαυσε’ της φώναξε και οδήγησε την γλώσσα του ανάμεσα από τα πόδια της…
Απόλαυση…
Αυτό που ήθελε να προσφέρει…
Δική του ή δική της;;;
Και των δύο…
Αυτός ήταν ο σκοπός του…
Η γλώσσα του, έπαιζε με τα υγρά που ανέβλυζαν από μέσα της…
Η μύτη του, εξερευνούσε τα αρώματα που συνόδευαν τις εκκρίσεις της…
Ταξίδι στη χημεία του έρωτα’ το ονόμαζε…
Και δεν έπεφτε έξω…
Εξάλλου, γι’ αυτή τη χημεία δεν μίλαγαν όλοι;;;

Αυτή, ένοιωθε ένα κάψιμο να την διαπερνά…
Άφηνε τον εαυτό της στα χάδια του…
Αυτός ο άντρας την ερέθιζε τόσο…
Την έκανε να παραληρεί και να εκστασιάζεται…
Τον ήθελε συνέχεια επάνω της, συνέχεια μέσα της…
Σχεδόν τον παρακάλαγε…
Το απολάμβανε…
Δεν είχε παρακαλέσει ποτέ πριν…
Όσο υποτιμητικό κι’ αν της φαινόταν, άφηνε τον εαυτό της να το ζητήσει…
Και του το έλεγε…
Ζαλιζόταν από πόθο…
Το δωμάτιο γύριζε…
Προτιμούσε να έχει τα μάτια κλειστά…
Έτσι, για να νοιώθει εγκεφαλικά και να φαντασιώνεται την πραγματικότητα…
‘Πάρε με τώρα. Σε θέλω μέσα μου’…

Του άρεσε που την γευόταν τόσο υγρή…
Στο κάλεσμά της, δεν άργησε να ανταποκριθεί…
Και αυτός, από την μεριά του, ήταν πολύ ερεθισμένος…
Μπήκε μέσα της…
Με παλμικές κινήσεις, εισχωρούσε όλο και πιο βαθιά…
Δεν ήθελε να τελειώσει έτσι…
Σταμάτησε…
Ξάπλωσε δίπλα της…
Της είπε, να ανέβει επάνω του…
Να τελειώσουν μαζί…

Ανέβηκε επάνω του…
Οι κινήσεις του σώματός της, προστάζονταν από τους ήχους μιας πανάρχαιας μελωδίας ερωτικής συνεύρεσης, που μόνο τα αυτιά της άκουγαν…
Τρανταζόταν ολόκληρη επάνω του…
Τα μαλλιά της, έπεφταν ελεύθερα μπροστά στο πρόσωπό της, δίνοντάς της μία όψη εξωτικής γοητείας…
Το πρόσωπό της παραμορφωνόταν από την ένταση της ηδονής…
Οι κινήσεις της, γινόντουσαν εντονότερες και δυνατότερες…
Δεν άργησε να βγει από τα βάθη του λαιμού της, μία κραυγή εκτόνωσης…

‘Για σένα μωρό μου’…

Έγειρε στο πλάι, και τα υγρά του κύλησαν καυτά ανάμεσα στα πόδια της…
Τα έκλεισε, για να φυλακίσει μέσα της αυτή τη ζεστασιά…
Να κρατήσει ανάμεσά της, εκείνον…
Να κρατήσει ανάμεσά της, τον πόθο και την έντασή του…

Την πήρε αγκαλιά και της φίλησε το μέτωπο…
Έκαιγε…
Έκλεισε τα μάτια του και αφουγκράστηκε τον ήχο από τις καρδιές τους…

(‘Desire’ by Paul Curtis)

(Το κείμενο το εμπνεύστηκα από τις λέξεις της marilenas. Την ευχαριστώ.)

Το μαχαίρι…

orange-sword-by-ruth-palmer.jpegΗ κραυγή που έβγαλε, ανήγγειλε τον ερχομό του…
Οι Μοίρες στο προσκεφάλι του, να τον μοιράνουν…
Του έδωσαν χάρες, του έδωσαν πνοή…
Χαρακτήρα και χαρακτηριστικά…
Όλα εκεί…
Σε κοινή θέα…

Απάνω μου έχω πάντοτε στη ζώνη μου σφιγμένο
ένα παλιό αφρικάνικο ατσάλινο μαχαίρι
-όπως αυτά που συνηθούν και παίζουν οι αραπάδες-
που από έναν γέρο έμπορο αγόρασα στ’ Αλγέρι.

Αναθράφηκε, από οικογένεια δεμένη…
Η μάνα που τον βύζαξε, του στέριωσε τα δώρα από τις Μοίρες…

Θυμάμαι, ως τώρα να ‘τανε, το γέρο παλαιοπώλη,
όπου έμοιαζε με μια παλιά ελαιογραφία του Γκόγια,
ορθόν πλάι σε μακριά σπαθιά και σε στολές σχισμένες,
να λέει με μια βραχνή φωνή τα παρακάτου λόγια:

Τα χρόνια πέρναγαν…
Η ζωή του, περπατήθηκε…
Αυτός, τα ένοιωσε όλα…
Δεν άφησε να του ξεφύγει τίποτα…
Τον χαρακτήρα του, τον διαμόρφωσε από τις πράξεις του…
Εκεί…
Σε κοινή θέα…

«Ετούτο το μαχαίρι, εδώ, που θέλεις ν’ αγοράσεις
με ιστορίες αλλόκοτες ο θρύλος το ‘χει ζώσει,
κι όλοι το ξέρουν πως αυτοί που κάποια φορά το ‘χαν,
καθένας κάποιον άνθρωπο δικό του έχει σκοτώσει.

Ο Δον Μπαζίλιο σκότωσε μ’ αυτό τη Δόνα Τζούλια,
την όμορφη γυναίκα του γιατί τον απατούσε.
ο Κόντε Αντόνιο, μια βραδιά, τον δύστυχο αδελφό του
με το μαχαίρι τούτο εδώ κρυφά δολοφονούσε.

Ένας αράπης τη μικρή ερωμένη του από ζήλεια
και κάποιος ναύτης Ιταλός ένα Γραικό λοστρόμο.
Χέρι με χέρι ξέπεσε και στα δικά μου χέρια.
Πολλά έχουν δει τα μάτια μου, μα αυτό μου φέρνει τρόμο.

Σκύψε και δες το, μια άγκυρα κι ένα οικόσημο έχει,
είναι αλαφρύ για πιάσε το δεν πάει ούτε ένα κουάρτο,
μα εγώ θα σε συμβούλευα κάτι άλλο ν’ αγοράσεις.»
-Πόσο έχει; – Μόνο φράγκα εφτά. Αφού το θέλεις πάρ΄ το.

Έμαθε από τα φτιαξίματα και από τα χαλάσματα…
Από τότε, περπατάει όρθιος…
Παρέα με τον χαρακτήρα του…
Παρέα με τη ζωή του…
Παράσημο και στόλισμα…

Ένα στιλέτο έχω μικρό στη ζώνη μου σφιγμένο,
που η ιδιοτροπία μ’ έκαμε και το ‘καμα δικό μου,
κι αφού κανένα δε μισώ στον κόσμο να σκοτώσω,
φοβάμαι μη καμιά φορά το στρέψω στον εαυτό μου…

(Η ιδέα του παραπάνω, δόθηκε ακούγοντας ‘Το μαχαίρι’ του Νίκου Καββαδία. Ελπίζω, ο μεγάλος ποιητής να συγχωρήσει το ‘ατόπημά’ μου)

(‘Orange Sword’ by Ruth Palmer)

Γραμμάριο ζωής…

alone-by-jean-crenshaw.jpeg
‘Γραμμάριο ζωής’…
Έτσι θα τις ονόμαζε…
Τις στιγμές μαζί του…
Τόσες λίγες, τόσο έντονες…

‘Δοκιμή σχέσης ή σχέση σε δοκιμή’ του είχε πει…
Δεν της απάντησε…
Απλά, την φίλησε και την έκανε δική του…
Χωρίς αντίσταση, χωρίς ενδοιασμό…
Το πρώτο φιλί, σε κείνο το παγκάκι στον πεζόδρομο της Βουκουρεστίου…
Και μετά, σε κείνο το ξενοδοχείο στην Πατησίων…
Δυνατές οι αισθήσεις, αδύνατες οι απαντήσεις…

‘Σε θέλω’…
‘Σε έχω ανάγκη’…
‘Σε ποθώ’…
‘Μείνε δίπλα μου’…
‘Φεύγω’…
‘Μη’…
‘Γεια’…
‘…’…

Ποιος θα ομολογήσει ότι ο ‘βασιλιάς είναι γυμνός’;;;
Κανένας…
Ούτε εκείνη, ούτε εκείνος…
‘Γυμνή σχέση ή σχέση γύμνιας’;;;
Κορμιά ακίνητα …
Ψυχές αμίλητες…

‘Γραμμάριο ζωής’…
Λίγη ποσότητα…
Μικρή διάρκεια…
Ασύμφορο…

(το κείμενο γράφηκε με αφορμή τις λέξεις της ion. την ευχαριστώ πολύ)

(‘Alone’ by Jean Crenshaw)

Τροπική βροχή…

fall-colors-through-the-rain-by-sandy-woosley.jpegΉσουν σαν τις τροπικές βροχές…
Ερχόσουν ανέλπιστα και βίαια…
Χωρίς προειδοποίηση, χωρίς έλεος…
Ξεσπούσες επάνω μου με όλη σου τη δύναμη…
Με πλημμύριζες…
Με έκανες να παραπατώ μέσα στις λίμνες που σχημάτιζες…
Να τσαλαβουτώ τα πόδια μου, τα χέρια μου, το κορμί μου…
Να μουσκεύω από εσένα…
Μέχρι το μεδούλι των οστών μου…
Και μετά, έφευγες…
Χανόσουν…
Και ‘γώ, έμενα να στεγνώνω κάτω από ένα ήλιο καυτό…
Που με αφυδάτωνε…
Με έκαιγε…

Έρχεσαι πάλι…
Σε βλέπω…
Σε μυρίζω…
Μυρίζω τα ίχνη σου επάνω μου…
Νοιώθω την κίνηση των κυττάρων μου στο πλησίασμά σου…
Με έμαθες να σε ζητάω…
Να μην σε αναζητάω…

Θα φύγεις…
Κάθε φορά φεύγεις…

Βρίσκω εύκολη παρηγοριά σε στίχους ποιητών…
Εγώ, δεν μπορώ να εκφράσω τον πόνο μου…
Μόνο τον βιώνω…
Κάποιοι πλάθονται να πονούν και κάποιοι να τραγουδούν…

‘Ε όπως Έρωτας

Τίποτα δεν θα σου πω γι’ αυτόν.
Όποιος προσπαθεί να τον εξηγήσει
Δε θα τον έζησε ποτέ…’

(οι στίχοι του τέλους ανήκουν στην Στέλλα Καρτάκη)

(‘Fall colors through the rain’ by Sandy Woosley)

Μυρωδιά του έρωτα…

nude-woman-pushing-through-latex-sheet-by-robert-borel.jpegΚάποτε, είχε διαβάσει ότι ο έρωτας σε σκοτώνει…
Πίστευε, ότι ήταν θύτης…
Κανείς δεν του είπε, ότι τα θύματα δεν γνωρίζουν την ιδιότητά τους μέχρι να θυσιαστούν…

Έκαναν έρωτα με ημίφως…
Πάντα έριχνε στο γυμνό κορμί της, ένα τούλινο μαύρο πέπλο…
Το ανέβαζε στο πρόσωπό της…
Του θύμιζε δήμιο, που ετοιμαζόταν να του πάρει τη ζωή…
Την είχε ρωτήσει σε τι χρησιμεύει…
‘Με βοηθάει να μην δίνομαι σε χρωματιστά όνειρα’ του είχε απαντήσει…

Μπλε μάτια, ξανθά μαλλιά…
Έλαμπαν τα μάτια της, λες και τα φώτιζαν τα μαλλιά της, με έναν ήλιο πηγαίο, εκπορευόμενο από αυτά…
Τα μάτια της, φυσική προέκταση των μαλλιών της…
Το δέρμα της λευκό…
Το χρώμα των εραστών…
Μύριζε γαρδένια…
Όταν την έκανε δική του, μύριζε έρωτα…

‘Δεν είμαι για σχέση σοβαρή’ του έλεγε…
‘Θα ήθελα να είσαι’ της έλεγε…
‘Δεν μου ταιριάζει’ του έλεγε…
‘Σε φοβίζει’ της έλεγε…
‘Δεν είμαι κανενός’ του έλεγε…
‘Δεν είσαι ούτε του εαυτού σου’ της έλεγε…

Την παρατηρούσε όταν κοιμόταν…
Της έριχνε το φως από το πορτατίφ επάνω της, σαν να την ανέκρινε…
Μετά, το έσβηνε και ακούμπαγε τα χέρια του επάνω της…
Ψηλάφιζε το σώμα της, ημέρευε την ψυχή του…
Όταν ξυπνούσε, της έκανε έρωτα…
Ριγούσε το σώμα της, εκστασιαζόταν το μυαλό του…

‘Μη συμπεριφέρεσαι σαν τις ύαινες που τρέφονται από τα υπολείμματα. Είσαι λιοντάρι, που τρέφεται από τα άθικτα. Κατάλαβες;’ του έλεγε…
‘Η ζωή μου, δεν μου άφησε περιθώρια για να τρέφομαι όπως θέλω εγώ’ της έλεγε…
‘Να μάθεις’ του έλεγε…
‘Θα με μάθεις;’ της έλεγε…
‘Δεν μπορώ. Εγώ είμαι η τροφή. Δεν είμαι το θεριό’ του έλεγε…

Τελικά, έμεινε αυτός, οι τέσσερις τοίχοι, ένα κρεβάτι, τα λευκά σεντόνια και η μυρωδιά της γαρδένιας πάνω στο πρόσωπό του…
Η μυρωδιά του έρωτα χάθηκε μαζί της…

(‘Nude woman pushing through latex sheet’ by Robert Borel)

5 + 5 λέξεις…

circe-invidiosa-by-john-waterhouse.JPGΈτρεχα μέσα σε ένα δάσος, με πυκνόφυλλα δέντρα. Ενώ ήταν πρωί, το ηλιακό φως δεν μπορούσε να περάσει μέσα από τις φυλλωσιές τους. Ήμουν ξυπόλητος, αλλά τα πόδια μου δεν ένοιωθαν τίποτε άλλο, πέρα από την υγρασία του χώματος. Έτρεχα, έχοντας έναν απροσδιόριστο φόβο μέσα στην καρδιά μου. Κάποια στιγμή, διέκρινα φως μπροστά. Το δάσος τελείωνε. Έτρεξα γρηγορότερα προς το φως. Τα μάτια μου αντίκρισαν το θέαμα που απλωνόταν φωτισμένο από έναν καθαρό ήλιο μπροστά μου. Ψιλόκοκκη άμμος και καθάρια θάλασσα. Λες και ήμουν σε κάποιο εξωτικό νησί. Πάτησα την άμμο, που έκαιγε. Ένοιωσα ανακούφιση, τα πόδια μου ζεστάθηκαν. Σταμάτησα και κοίταξα γύρω. Πουθενά κανένας, πουθενά ψυχή. Μόνο εγώ, η άμμος, η θάλασσα μπροστά, το δάσος πίσω. Ένας διαφορετικός φόβος με έκανε να ξεκινήσω ξανά το τρέξιμο. Ευθεία και όπισθεν δεν μπορούσα να πάω. Αποφάσισα να πάω αριστερά. Έτρεχα, έτρεχα και η άμμος πια μου έκαιγε τα πόδια σε σημείο να μην αντέχω άλλο. Φοβόμουν να πάω προς τη θάλασσα, φοβόμουν να ξαναμπώ στο δάσος.
Ξαφνικά, άκουσα από πίσω μου μια φωνή να με καλεί. Έκπληκτος, γιατί δεν είχα δει κάποιον άλλο τόση ώρα, σταμάτησα και έστρεψα τα σώμα μου προς την πηγή της φωνής. Μια νεαρή κοπέλα, πολύ όμορφη, βγαλμένη από τις φαντασιώσεις μου στεκόταν μπροστά μου και με καλούσε. Δεν έλεγε τίποτε άλλο, παρά μόνο το όνομά μου, και μου ένευε να την πλησιάσω. Φορούσε ένα χιτώνα και έμοιαζε με αρχαία εταίρα. Κίνησα προς το μέρος της. Όσο την πλησίαζα, τόσο αυτή έφευγε και πήγαινε προς το δάσος. Δεν με απέτρεψε αυτό. Την ακολούθησα. Ένοιωθα σιγουριά, πουθενά φόβος. Μπήκαμε μέσα στο δάσος, μπρος αυτή και λίγο πιο πίσω εγώ. Χωρίς να μιλάμε. Χωρίς να βλεπόμαστε. Περπατήσαμε κάμποσο. Δεν ξέρω για πόσο. Είχα χάσει την αίσθηση του χρόνου. Με οδήγησε σε μία ξύλινη καλύβα, μέσα στο δάσος. Άνοιξε την πόρτα, στάθηκε δίπλα της και περίμενε να μπω μέσα. Διστακτικά, το έκανα. Ο χώρος ήταν σχεδόν άδειος από έπιπλα, αλλά στρωμένος με χαλιά απ’ άκρη σε άκρη. Στην μέση του χώρου, έκαιγε ένα μαγκάλι, χαρίζοντας απλόχερα ζέστη στο χώρο. Ένα παλιό καντήλι λαδιού, φώτιζε με το αχνό φως του, τρεμοπαίζοντας. Διάφορα μπουκάλια ήταν τακτοποιημένα σε μία άκρη. Μου έδειξε να κάτσω δίπλα στο μαγκάλι. Έκατσα. Αυτή, κάθισε απέναντί μου.
Με κοίταξε στα μάτια και μου είπε:
‘Με ακολούθησες εύκολα. Ήθελες διαφυγή και την βρήκες σε μένα. Αφέθηκες να οδηγηθείς στο άγνωστο. Έδειξες πίστη και θα σε ανταμείψω. Θα σου δώσω να πιεις κάτι. Θα σου αποκαλύψω τα κρυμμένα μυστικά του μυαλού σου. Μη φοβάσαι, όπως δεν φοβήθηκες μέχρι τώρα. Δεν είμαι μάγισσα, δεν είμαι θεά. Δεν κάνω μαγγανείες, δεν κάνω ξόρκια. Είμαι αυτό που θα ήθελες να έχεις. Είμαι η απαντοχή σου. Με ήξερες από πάντα και με εμπιστεύτηκες όταν με ακολούθησες. Αυτό να κάνεις και τώρα με το ποτό που θα σου δώσω. Δεν θα βγεις χαμένος.’
Λέγοντας αυτά τα λόγια, πήρε ένα μπουκάλι με κόκκινο περιεχόμενο, κρασί μάλλον, που έλαμπε καθάριο όταν έπεφτε το φως επάνω του, έριξε λίγο μέσα σε ένα ασημένιο κύπελλο και το έβαλε επάνω στο ζεσταμένο μαγκάλι. Έριξε μέσα του κάποια βότανα που έβγαλε από ένα άλλο γυάλινο δοχείο, και το άφησε να ζεσταθεί καλά. Ο χώρος πλημμύρισε από αρώματα όμορφα. Ηρέμησα. Αισθάνθηκα τον εαυτό μου να καθεύδει και να ηρεμεί. Και αυτή είχε κλείσει τα μάτια της και ανέπνεε πιο βαθιά. Στα μάτια μου τώρα, φάνταζε σαν την αρχαία Πυθία στους Δελφούς. Μείναμε έτσι για κάμποση ώρα. Πρώτη, σύνελθε αυτή από την κατάσταση ηρεμίας που είχαμε περιέλθει. Έπιασε το κύπελλο από το μαγκάλι. Παραδόξως, δεν έδειξε να καίγεται. Έριξε το περιεχόμενο σε ένα πήλινο κύπελλο και μου το πρότεινε. Το πήρα στα χέρια μου. Το έβαλα στο στόμα μου και ήπια. Είχε την γεύση που έχει το νάμα όταν μεταλαμβάνεις. Γεύση μαυροδάφνης και απόκοσμης ενέργειας. Κύλησε μέσα στα σωθικά μου και να με έκαψε. Ένα γλυκό κάψιμο, θεμιτό. Το ήπια όλο. Το σώμα μου ενεργοποιήθηκε. Το μυαλό μου ξύπνησε από τον λήθαργο που είχε πέσει και ένοιωσα διαύγεια πρωτοφανή. Όλος μου ο κόσμος πέρασε μπροστά από τα μάτια μου και όλες μου οι μύχιες σκέψεις εμφανίστηκαν μπροστά στα μάτια μου, σαν ταινία.
Η κοπέλα σηκώθηκε από την θέση της και κατευθύνθηκε προς την πόρτα. Την άνοιξε και γυρίζοντας σε μένα, μου είπε:
‘Είσαι έτοιμος τώρα. Μπορείς να φύγεις. Πήγαινε να με βρεις στον κόσμο σου. Θα είμαι εκεί και θα σε περιμένω.’
Σηκώθηκα και βγήκα από την καλύβα. Το έδαφος πια δεν μου φαινόταν υγρό. Όλα γύρω έβγαζαν μια γλυκιά ζεστασιά. Ακόμη και ο ήλιος, φαινόταν ανάμεσα από τα φυλλώματα. Ένας δρόμος παρουσιάστηκε μπροστά μου. Οδηγούσε κατευθείαν στο σπίτι μου. Τον περπάτησα και έφτασα εκεί.’

Ξύπνησε αναστατωμένος από το όνειρό του…
Πρώτη φορά είχε δει τόσο ζωντανό όνειρο…
Γύρισε και έπιασε την εφημερίδα που είχε δίπλα του…
Πριν κοιμηθεί, είχε διαβάσει για την ανακάλυψη ενός παπύρου, που αναφερόταν σε μία μάγισσα του μεσαίωνα και τις ιδιότητες πρόβλεψης του μέλλοντος που είχε…
Κάτι σαν τον Νοστράδαμο…
Γέλασε και σηκώθηκε από το κρεβάτι…
Έπρεπε να ετοιμαστεί για το randez-vous που είχε…
Δεν έπρεπε να αργήσει…
Πρώτο randez-vous, έπρεπε να ήταν συνεπής στην ώρα του…
Κοίταξε τον εαυτό του στον καθρέπτη, γελώντας…
Λες να είχαν αλλάξει τα πράγματα;;;
Κάτι μέσα του, του έδινε θετική απάντηση…
Άνοιξε το νερό στο ντους και μπήκε από κάτω…

Η ιστορία αυτή, γράφηκε με αφορμή την πρόκληση των ονείρων γη και φεγγαραγκαλιασμένης. Ευχαριστώ πολύ.
Με την σειρά μου, προτείνω τις λέξεις ασήμαντο, ετεροχρονισμένο, έξη, ανασκευή, διαχείριση και προτρέπω τις: αγαπημένη μου, θαλασσομπερδεμένη, καπετάνισσα, όλη της η ζωή, χνούδι να επιχειρήσουν να μας δώσουν ένα κείμενο χρησιμοποιώντας αυτές τις λέξεις. Τις ευχαριστώ πολύ.

(Circe Invidiosa’ by John Waterhouse)

Σχέση ενός χρόνου…

vitruvian-man-by-leonardo-da-vinci.jpegΜάρτιος 2006 – Μάρτιος 2007

Δειλά-δειλά ξεκίνησα, όπως όλοι μας πιστεύω…
Στην πορεία, ξεθάρρεψα, άνοιξα φτερά, πέταξα…
Δεν ξέρω αν κάνω χαμηλές ή υψηλές πτήσεις…
Ξέρω όμως, ότι πετάω…
Κάνω κάτι για μένα, κάτι που με ευχαριστεί και με ‘γεμίζει’…
Στο πέταγμα αυτό, βρήκα κι’ άλλους ιπτάμενους…
Όλους εσάς, που κάνουμε παρέα…
Να είστε καλά…
Να πετάτε πάντα…
Είτε με καλό, είτε με άσχημο καιρό…
Για μας ο καλός, για μας και ο άσχημος…

Ένα χρόνο τώρα, καταθέτω την ψυχή μου…
Σας ευχαριστώ που την τιμήσατε…
Να είστε καλά…

(‘Vitruvian Man’ by Leonardo da Vinci)

Νουθεσίες…

the-old-guitarist-by-pablo-picasso.jpegΕίναι ένας αγώνας επιβίωσης η ζωή…
Ένας αγώνας κυριαρχίας, επικυριαρχίας…
Πάντα ήταν και πάντα θα είναι…
Ότι κι’ αν πιστεύεις…
Ότι κι’ αν πρεσβεύεις…
Κανένας δεν σου χαρίζεται…
Κανένας δεν σε κοιτάει στα μάτια, μόνο στα χέρια σε κοιτάνε…
Πορεύτηκες και πορεύεσαι με το σταυρό στο χέρι…
Και τι κατάλαβες;;;
Πάντα εσύ τη δουλειά και πάντα κάποιος άλλος την ανταμοιβή…
Ο νόμος του ισχυρού…
Ακριβώς…
Μην κλαψουρίζεις…
Μάθε να τον χρησιμοποιείς και να τον εφαρμόζεις και ‘συ…
Κατάλαβες;;;
Μάθε, χρησιμοποίησε, εφάρμοσε, νίκησε…
Επιτέλους, κάνε κάτι για σένα…
Έστω και ενάντια σε ότι ήσουν μέχρι τώρα…
Που ξέρεις;;;
Μπορεί και να σου αρέσει…

Κάποτε, μου έδιναν αυτό το μάθημα…
Έμεινα μετεξεταστέος…
Και δεν ξαναέδωσα εξετάσεις…
Δεν ξέρω αν έκανα καλά…

(‘The Old Guitarist’ by Pablo Picasso)