Αντίζηλοι (η αρχή)…

swingtime-by-steve-underwood.jpegΧειροκροτήματα ακολούθησαν την εμφάνισή της στην σκηνή…
Στη θωριά της, η καρδιά του πήγε να σπάσει…
Την κοιτούσε εκστασιασμένος…
Αγέρωχη, όπως απαιτούσε ο ρόλος, περπατούσε και κινούνταν επάνω στο θεατρικό σανίδι…
Η φωνή της υποβλητική, ξυπνούσε κάθε μόριο του κορμιού του…
Το παρουσιαστικό της, παράταιρο του ρόλου, αλλά επιβλητικό στις ψυχές των θεατών…
Την ένοιωθες να μεταμορφώνεται σε αετό και να πετάει, πάνω από τα κεφάλια του κοινού και η σκιά της να πλακώνει προστατευτικά τις αισθήσεις τους…
Και σαν άνθρωπος, έβγαζε αυτή την αίσθηση προστασίας, όσο κι’ αν η ίδια την ζητούσε σε κάθε στιγμή…
Εύθραυστη…
Έτσι χαρακτήριζε τον εαυτό της, τις φορές που βρισκόταν με κόσμο…
Έμενε να την κοιτάει να υποδύεται τον χαρακτήρα της με μάτια στυλωμένα στα μάτια και στους μορφασμούς του προσώπου της…

Την περίμενε στο καμαρίνι της…
Άκουσε υπόκωφα το χειροκρότημα του καλωσορίσματός της στη σκηνή…
Και μετά, ησυχία…
‘Πάλι τους μάγεψε’ σκέφτηκε…
Κοίταξε την ανθοδέσμη με τα 30 κόκκινα τριαντάφυλλα που υπήρχε πάνω στον πάγκο, δίπλα στα είδη maquillage που χρησιμοποιούσε…
Πήρε την κάρτα…
Διάβασε:

Θα βρίσκομαι στην Πλατεία και θα σε βλέπω.
Θα σε κοιτώ και θα σε ερωτεύομαι όλο και πιο πολύ.
Δικός σου για πάντα.
Άγγελος Σταματόπουλος.

Τα μάτια της άστραψαν…
‘Πάλι αυτός. Τι θέλει πια; Γιατί δεν την αφήνει σε ησυχία;’ ρώτησε με θυμό τον εαυτό της, περιμένοντας άδικα απαντήσεις που τις ήξερε ήδη…
Ζήλευε…
Ζήλευε κάθε άντρα και γυναίκα που τολμούσαν να ακουμπήσουν ένα βλέμμα πάνω στην αγαπημένη της, πάνω στον έρωτά της…
Ζήλευε κάθε βλέμμα της αγαπημένης της, της μεγάλης Ευγενίας Αλεξοπούλου, που έπεφτε εσκεμμένα πάνω σε άλλον άνθρωπο, μόνο και μόνο για να την πικάρει…
Την έκαιγε η συμπεριφορά της, της ξέσκιζε τα σωθικά ο παράφορος έρωτας που ένοιωθε για κείνη…
‘Δεν μπορώ άλλο αυτή την κατάσταση. Δεν αντέχω. Η Ευγενία είναι δική μου και θα παραμείνει δική μου. Ο κύριος Σταματόπουλος πρέπει να το μάθει. Και αφού δεν του το λέει αυτή, θα του το πω εγώ. Και σήμερα κιόλας’ τόνισε αποφασιστικά στον εαυτό της…
Πήρε το παλτό της από την καρέκλα που το είχε αφήσει, το φόρεσε, πήρε και την κάρτα και βγήκε από το καμαρίνι…
Κατευθύνθηκε προς την Πλατεία…
Αναζήτησε τον Άγγελο μέσα στους θεατές των πρώτων σειρών…
Δεν άργησε να τον ανακαλύψει…
Παρατήρησε την προσήλωση με την οποία παρακολουθούσε την Ευγενία να ‘χορεύει’ πάνω στην σκηνή…
Τον είδε να λάμπει, παίρνοντας λίγη από την λάμψη της ηθοποιού…
Φώναξε κοντά της μία ταξιθέτρια, έγραψε ένα μήνυμα σε μία κάρτα και της το έδωσε να του το παραδώσει…
Κατευθύνθηκε προς το bar του θεάτρου και, αφού παρήγγειλε μία βότκα με λεμόνι, κάθισε σε ένα τραπέζι και περίμενε…
Δεν θα περίμενε για πολύ, όπως το είχε προβλέψει…

(συνεχίζεται…)

(‘Swingtime’ by Steve Undrewood)

Greek bloggers party…

greekbloggersparty.jpgΈχετε παρατηρήσει την νηνεμία που επικρατεί στο blogοχωριό;;;
Δεν σας κάνει εντύπωση;;;
Δεν σας μοιάζει σαν την ‘ηρεμία πριν την καταιγίδα’;;;
Ούτε μία σύλληψη ενός Blogger, ούτε ένα κλείσιμο ενός Aggregator, τίποτα…

Και εκεί που αναρωτιόμουν τι θα γίνει, ήρθε η ιδέα του παράφωνου και άλλαξε τα δεδομένα…

Πάμε για party
Το ελληνικό blogοχωριό διοργανώνει το 2ο του party

ΟΥΑΟΥ!!!!!!!!

Η ιδέα υπέροχη…
Η παρέα συγκλονιστική…
Η μουσική ανεβασμένη…
Η διάθεση προδιαγεγραμμένη…

Πάμε party, σαν το ‘πάμε πλατεία’…

Θα είμαστε εκεί, να τα πούμε και να τα πιούμε…

Καλά να περνάμε και ευχαριστούμε παράφωνε

Φωτογραφία γάμου…

the-marriage-contract-by-quentin-metsys.jpegΚάθισε στον καναπέ του σαλονιού της…
Απέναντί της, επάνω στο τραπεζάκι, κείτονταν ατάραχο ένα κουτί…
Όχι πολύ μεγάλο, όχι πολύ μικρό…
Μεσαίας χωρητικότητας, συνηθισμένου χρώματος…
Το κοίταξε…
Το βλέμμα της καρφωμένο στο κουτί, το μυαλό της καρφωμένο στο περιεχόμενό του…
Ήπιε μια γουλιά από τον καφέ που κρατούσε στα χέρια της…
Έκαιγε…
Ξύπνησε από τις νοερές εξερευνήσεις του περιεχόμενου του κουτιού…
Άφησε την κούπα με τον αχνιστό καφέ δίπλα στο κουτί…
‘Μήπως και ανταλλάξουν θερμοκρασίες’ σκέφτηκε…
Άναψε ένα τσιγάρο…
Το είχε ξαναρχίσει, εδώ και τρεις μήνες…
Έβηξε…
Μπορεί να κάπνιζε παλιά, αλλά το διάστημα που το είχε κόψει, μάλλον το ξέμαθε…
Άφησε το αναμμένο τσιγάρο στο τασάκι…
Καφές, κουτί, τσιγάρο…
Άπλωσε τα χέρια της και έπιασε το κουτί…
Ήξερε το περιεχόμενό του, όμως είχε καιρό να το ανοίξει…
Ούτε και τώρα ήθελε βέβαια να το κάνει, αλλά υπήρχε λόγος σοβαρός…
‘Απορώ, τι άλλο θα κάνω για σένα’ μουρμούρισε νευριασμένη…
Άνοιξε το κουτί…
Το περιεχόμενο γνωστό…
Σκόρπιες φωτογραφίες, σκόρπιες στιγμές…
Πήρε να τις μαζεύει σε στοίβες…
Ο καναπές, γέμισε από φωτογραφίες…
Μειδίασε…
‘Δεν φτάνει που μου κάνεις τα νεύρα κρόσσια κάθε μέρα, θέλεις να περάσω το βάσανο να ξεχωρίσω τις φωτογραφίες μας. Λες και τις θέλεις. Τόσα χρόνια εδώ μέσα, άνοιξες ποτέ να τις δεις; Αν δεν το έκανα εγώ, εσύ ούτε καν τις ακούμπαγες. Αλλά, έτσι είναι τώρα. Εκεί. Να με αποτελειώσεις. Λες και σου έχω κάνει το μεγαλύτερο κακό. Λες και σου σκότωσα την μάνα. Στην περίπτωση αυτή βέβαια, θα με είχες συγχωρέσει. Αλλά τώρα, σου έθιξα τον εγωισμό. Σου έθιξα το αντριλίκι. Λες και ήρθε η συντέλεια της αντρικής σου υπόστασης, τώρα που χωρίσαμε. Αλλά, έτσι δεν ήσουν πάντα; Πάντα έψαχνες εξιλαστήρια θύματα στις καταστάσεις που συνέβαιναν γύρω σου. Εσύ, αποστασιοποιημένος. Εσύ, αλώβητος. Εσύ, καθαρός’…
Έπιασε την φωτογραφία που της είχε τραβήξει, εκείνη την πρώτη φορά που είχαν πάει διακοπές στο νησί…
Στο νησί του έρωτά τους, στο νησί της…
Κοίταξε προσεκτικά το βλέμμα της, που αποτυπωνόταν στην φωτογραφία…
Αθώο από τα χρόνια, ένοχο από το πάθος της για κείνον…
‘Αχ κοριτσάκι μου. Που χάθηκες; Που είσαι; Θα ξανακοιτάξεις έτσι;’ αναρωτήθηκε…
Έβαλε την φωτογραφία στο πλάι και έπιασε άλλη…
Οικογενειακή φωτογραφία, βγαλμένη στον γάμο τους…
‘Πως ξέπεσε αυτή εδώ μέσα; Πως και δεν είναι στο album του γάμου;’…
Την γύρισε από πίσω…
Επάνω δεξιά, είδε γραμμένο ένα κείμενο…
Αναγνώρισε τα γράμματά του…

20 Σεπτεμβρίου 1990
Τότε, που όλα γέλαγαν
Τότε, που όλα άρχιζαν
Γιατί φτάσαμε εδώ;
Γιατί;

Έμεινε να κοιτάει τις λιγοστές λέξεις…
Δεν πίστευε στα μάτια της…
Κατάλαβε το λόγο της επιμονής του να του δώσει τις φωτογραφίες του…
Εμμέσως, την οδηγούσε να δει την παράταιρη φωτογραφία και να διαβάσει το κείμενο στο πίσω μέρος της…
‘Τι μου ζητάς; Έ; Να σου πω εγώ τις απαντήσεις; Δεν τις ξέρεις; Τόσο καιρό, τόσους μήνες, λέμε κάτι άλλο; Δεν τις ξέρεις; Γιατί; Γιατί; Γιατί μου το κάνεις αυτό; Πόσο θα αντέξω. Πες μου, πόσο;’ φώναξε, ενώ αναφιλητά γέμισαν την ανάσα και δάκρυα τα μάτια της…
Σε μία κίνηση ξεσπάσματος, έσκισε την φωτογραφία στα δύο…
Τα κομμάτια της, τα έβαλε στο στήθος της και έκλαψε γοερά…
Έμεινε να κλαίει για κάμποσο…
Εκεί, στην ίδια θέση…
Μη μπορώντας να κουνήσει…
Το κλάμα της, το διέκοψε ο θόρυβος του κουδουνίσματος του τηλεφώνου…
Η αναγνώριση κλήσεων που είχε, υποδείκνυε την μητέρα της στην άλλη άκρη του σύρματος…
Προσπάθησε να ηρεμήσει και σήκωσε το τηλέφωνο…
– Εμπρός;
– Έλα κορίτσι μου. Τι έχεις; Κλαις; Συνέβη κάτι;
– Τίποτα μανούλα.
– Τότε γιατί κλαις;
– Να, έβλεπα παλιές φωτογραφίες και συγκινήθηκα.
– Καλά, τι κάνεις καλή μου; Δεν είπαμε να σταματήσεις να κάνεις αυτές τις χαζομάρες; Δεν είπαμε ότι σου κάνουν κακό, παρά καλό; Δεν είπαμε να ηρεμήσεις λίγο και να ξεφύγεις; Γιατί γυρνάς πίσω;
– Δεν το έκανα επίτηδες. Απλά, ο Κώστας μου ζήτησε τις φωτογραφίες του. Και έκατσα να τις ξεχωρίσω.
– Καλά, αυτός ουδέποτε ενδιαφέρθηκε για τέτοια πράγματα. Πως και έτσι τώρα;
– Θέλει κι’ αυτός να έχει αποδεικτικά στοιχεία για τα χρόνια που πέρασε μαζί μου. Έτσι μου λέει. Και δεν μπορώ να το αρνηθώ. Και δική του ζωή ήταν μάνα. Όχι μόνο δική μου.
– Δεν αντιλέγω, αλλά σε σκοτώνει αυτό. Δεν το καταλαβαίνει; Γιατί στο κάνει τώρα; Ακόμη είναι νωπά τα πράγματα μέσα σου. Γιατί σου το κάνει; Μπορείς να μου πεις;
– Θέλει να πιστοποιεί την παρουσία του δίπλα μου με κάθε τρόπο μάνα. Θέλει να είναι πάντα εδώ, μέσα στον χώρο που ζω, μέσα μου, μέσα στο μυαλό μου. Πιστεύει, ότι έτσι θα αλλάξουν τα πράγματα. Ότι εγώ θα γυρίσω. Αλλά, κάνει λάθος. Δεν ξέρει ότι το αντίθετο πετυχαίνει. Ότι με απομακρύνει περισσότερο.
– Του το έχεις πει, μήπως και σταματήσει να σε κάνει κομμάτια με την στάση του;
– Δεν έχει νόημα να του πω τίποτα μάνα. Εδώ, δεν κατάλαβε τίποτα τόσα χρόνια, τώρα θα καταλάβει;
– Τότε, κάνε κάτι άλλο. Σταμάτα να επικοινωνείς εσύ. Καλό θα σου κάνει.
– Τον λυπάμαι.
– Αυτός όχι, απ’ ότι φαίνεται.
– Δεν πειράζει. Αντέχω.
– Αυτά έλεγες και πριν και κοίτα που είσαι τώρα. Βάλε μυαλό. Δες τι γίνεται και κατάλαβε.
– Καλά μάνα μου. Θέλεις κάτι άλλο;
– Όχι κοριτσάκι μου. Έτσι, πήρα να δω πως είσαι. Θα έρθεις καμιά βόλτα από εδώ; Να δεις και τον πατέρα σου;
– Όχι σήμερα. Αύριο. Να έχεις ετοιμάσει και φαί. Να φάμε μαζί. Εντάξει;
– Εντάξει καλή μου. Παράτα αυτό που κάνεις και κάτσε να ηρεμήσεις. Άντε.
– Καλά μαμά.
– Μ’ ακούς; Λοιπόν, καληνύχτα. Τα λέμε αύριο.
– Καληνύχτα μαμά. Δώσε φιλάκια και στον μπαμπά.
– Καλά κορίτσι μου.
– Φιλάκια.

Έκλεισε το τηλέφωνο και γύρισε στον καναπέ…
Άναψε τσιγάρο…
Τράβηξε δυο ρουφηξιές και το άφησε στο τασάκι…
Μάζεψε τις φωτογραφίες και τις ξαναέβαλε στο κουτί…
Πήρε ένα λευκό χαρτί και χάραξε επάνω του πέντε προτάσεις…

Οι στιγμές που απεικονίζονται εδώ μέσα, έχουν εσένα και μένα.
Το δικό μου χρέος απέναντί τους, το έχω κάνει.
Καιρός, να κάνεις και το δικό σου.
Εγώ, εξόφλησα τις οφειλές μου.
Χρεωστικά έχεις εσύ.

Έβαλε το χαρτί μέσα στο κουτί και το έκλεισε με ταινία…
Σήκωσε το τηλέφωνο και σχημάτισε τον αριθμό του…
Συνεννοήθηκαν, να περάσει να πάρει το κουτί, αύριο το πρωί από το γραφείο της…
Στην ερώτηση, γιατί δεν του έδινε μόνο τις φωτογραφίες, η απάντησή της τον άφησε άφωνο:
‘Δεν χρειάζομαι καμία φωτογραφία να μου θυμίζει το γιατί είμαι μακριά σου. Όλα τα έχω στο μυαλό μου. Όταν θα τα βάλεις και ‘συ, τότε μπορούμε να ξαναμιλήσουμε. Καληνύχτα.’…

(‘The Marriage Contract’ by Quentin Metsys)

Αγαπητέ Θεέ…

agapite-thee.jpegΞεκινάει έτσι:

‘Αγαπητέ θεέ,
Με λένε Όσκαρ, είμαι δέκα χρονών, έχω βάλει φωτιά στη γάτα, στο σκύλο, στο σπίτι (αν δεν κάνω λάθος έχω ψήσει και τα χρυσόψαρα), κι αυτή είναι η πρώτη φορά που σου γράφω, γιατί μέχρι σήμερα, λόγω του σχολείου, δεν είχα χρόνο.
Σου το λέω ευθύς εξαρχής: σιχαίνομαι να γράφω. Για να γράψω, πρέπει πραγματικά να είμαι αναγκασμένος να το κάνω• γιατί το γράψιμο είναι γιρλάντα και στολίδι και μεταξωτή κορδέλα. Τι άλλο είναι το γράψιμο από ένα ωραιοποιημένο ψέμα; Το γράψιμο είναι για τους μεγάλους…’

Και προς το τέλος:

‘Αγαπητέ Θεέ,
Σήμερα είμαι εκατό χρονών. Όσο και η θεία Ροζ. Κοιμάμαι πολύ, αλλά αισθάνομαι καλά.
Προσπάθησα να εξηγήσω στους γονείς μου ότι η ζωή είναι ένα περίεργο δώρο. Στην αρχή, το υπερεκτιμάμε αυτό το δώρο: πιστεύουμε ότι αποκτήσαμε την αιώνια ζωή. Μετά, το υποτιμάμε: το βρίσκουμε χάλια, πολύ μικρό, είμαστε σχεδόν έτοιμοι να το πετάξουμε. Στο τέλος, καταλαβαίνουμε ότι δεν ήταν δώρο, αλλά δάνειο. Και τότε, προσπαθούμε να το αξιοποιήσουμε. Το λέω εγώ, που ξέρω τι λέω, γιατί έχω πατήσει τα εκατό. Όσο γερνάμε, τόσο πρέπει να δείχνουμε ότι έχουμε το χάρισμα να εκτιμήσουμε τη ζωή. Πρέπει να εκλεπτυνόμαστε, να γινόμαστε καλλιτεχνικές φύσεις…’

Διάβασα το συγκεκριμένο βιβλίο, ‘Αγαπητέ Θεέ’ του Ερίκ Εμανουέλ Σμιτ (πρωτότυπος τίτλος ‘Oscar et la dame rose’), μέσα στο Σαββατοκύριακο που μας πέρασε. Δεν είναι ογκώδες βιβλίο. Ίσα-ίσα. Μαγεύτηκα. Απλή γραφή, υποτίθεται ότι είναι τα γράμματα που γράφει ένας μικρός, ο Όσκαρ, στο Θεό τις τελευταίες ημέρες της ζωής του, που όμως δίνουν ανάγλυφα την μαγεία της ζωής, την μαγεία των σχέσεων και την μαγεία της συντροφικότητας. Μακάρι, να γράφονταν και να εκδίδονταν συχνά τέτοια βιβλία.

Γιώργος Μ.

yiorgosbs.jpgΔευτέρα, 23 Απριλίου 2007…
‘Σήμερα γιορτάζει όλη η γη’ θα μπορούσαμε να πούμε…
Εξάλλου, εμείς οι Γιώργηδες, έχουμε γίνει περισσότεροι από τους Γιάννηδες…
Ευτυχώς, δεν μας έχουν προσδώσει, ακόμη, τις ιδιότητες και τις περιπαικτικές παροιμίες που έχουν ‘κολλήσει’ σε κείνους…
Για μας, έχουν γραφτεί τραγούδια που εκθειάζουν τον απαράμιλλο χαρακτήρα μας, π.χ. ‘Όπου Γιώργος και μάλαμα’ ή τραγούδια που εκθειάζουν την απαράμιλλη σχέση μας με τις γυναίκες π.χ. ‘Κύρα-Γιώργαινα ο Γιώργος σου που πάει’ ή το ‘Δεν είμαι εγώ ο Γιώργος σου’
Ευχαριστώ τους γονείς μου που είχαν την έμπνευση, πριν από 37 χρόνια να με βαφτίσουν με αυτό το όνομα, λόγω του πατέρα του πατέρα μου…
Θα ήθελα να ευχαριστήσω εκ των προτέρων, όλους εσάς που θα με ‘επισκεφτείτε’ για Χρόνια Πολλά…
Σας ευχαριστώ από καρδιάς όλους μαζί και τον καθένα χωριστά…
Να είστε όλοι καλά…
Επίσης, εύχομαι Χρόνια Καλά και στους υπολοίπους Γιώργηδες του blogοχωριού…
Καλά κείμενα σε όλους…
Και επειδή, δεν μπορώ να σας κεράσω κάτι άλλο, έβαλα μία φωτογραφία μου, μικρός ακόμη, μπροστά στην πολυκατοικία που γεννήθηκα…
Να είστε όλοι καλά…

Αρχή και τέλος…

abstract-i-by-rachael-stroud.jpeg– Φοβάσαι το τέλος;
– Εξαρτάται.
– Από τι;
– Αν αυτό που τελειώνει ήταν καλό ή άσχημο.
– Δεν έχει καμία σημασία. Ότι κι’ αν είναι. Είτε καλό, είτε άσχημο.
– Πως δεν έχει καμία σημασία. Αν ήταν άσχημο, καλώς τελειώνει. Αν ήταν καλό όμως, θα λυπηθώ και θα στεναχωρηθώ πολύ που τελειώνει.
– Δεν θα έπρεπε. Χωρίς να με θεωρήσεις υπέρ-αισιόδοξο, πιστεύω ότι κάθε τέλος κρύβει μία αρχή. Ή καλύτερα, κάθε τέλος είναι και μία αρχή.
– Δεν σε θεωρώ υπέρ-αισιόδοξο. Απλά, μου φαίνεται παράξενο. Δεν μπορώ να το δω έτσι.
– Άσε με να σου δώσω ένα παράδειγμα. Έστω, δύο άνθρωποι έχουν μία ερωτική σχέση. Όταν φτάνει στο τέλος της, πάει να πει ότι έχει κλείσει ο κύκλος της, ότι ήταν να δώσει στα μέλη της το έχει δώσει και αφήνει, τα μέλη της και πάλι, να τραβήξουν για άλλους δρόμους. Μπορεί εκείνη τη στιγμή, να στεναχωριούνται, αλλά σε βάθος χρόνου καταλαβαίνουν και συνειδητοποιούν ότι καλά έκαναν και χώρισαν. Έτσι δεν είναι;
– Εδώ παίζει ρόλο και ο χρόνος.
– Ο χρόνος βοηθάει να σκεφτείς και να συνειδητοποιήσεις. Και να βρεις κάτι καινούργιο. Ο άνθρωπος είναι που κάνει την διαφορά.
– Δηλαδή;
– Ο άνθρωπος έχει τη δύναμη μέσα του να ελπίζει και να προσπαθεί. Και, υποσυνείδητα, ξεπερνάει καταστάσεις και δεν πτοείται. Και το τέλος το αντιστρέφει και το κάνει αρχή. Και αυτό το κάνει σε όλα τα επίπεδα. Ακόμη και στον θάνατο.
– Τι εννοείς;
– Αυτοί που όρισαν τα πιστεύω της θρησκείας μας, όρισαν και τον θάνατο σαν την αρχή της αιώνιας ζωής. Δηλαδή, ακόμη και στο πιο μεγάλο αδιέξοδο της ζωής μας, που είναι ο θάνατος, δώσαμε στους εαυτούς μας, στα μυαλά μας, μία εναλλακτική. Μία συνέχεια. Μία αρχή. Την αιώνια ζωή. Κάτι μη πεπερασμένο. Κάτι άπειρο.
– Μα, εγώ στεναχωριέμαι όταν τελειώνει κάτι που μου έκανε καλό, που μου άρεσε. Αυτό, δεν μπορεί να το αλλάξει καμία θεωρία.
– Άμυνα είναι. Άμυνα του εαυτού σου στο χρόνο που σπατάλησες, που πέρασες με αυτό που τελειώνει. Αν ήταν να ξεπερνάς κάτι χωρίς πόνο, δεν θα σου άφηνε κανένα αποτύπωμα, δεν θα είχες εμπειρίες, δεν θα σε έκανε σοφό. Και η σοφία, οι εμπειρίες, χρειάζονται. Σε κάνουν καλύτερο άνθρωπο.
– Πρέπει να πονάω για να αποκτώ εμπειρίες; Έτσι, χωρίς πόνο, δεν γίνεται;
– Έχει το τίμημά του.
– Το οποίο, πληρώνω ανελλιπώς.
– Ναι, αλλά πάντα έχεις τη δύναμη να το πληρώνεις. Δεν παραιτήθηκες ποτέ. Πληρώνεις και συνεχίζεις. Κάνεις το τέλος αρχή, ακόμη και στον πόνο σου.
– Από δω το είχες, από εκεί το είχες, επιστρέψαμε στο ίδιο σημείο.
– Φέραμε το τέλος στην αρχή. Κλείσαμε κύκλο.
– Ωραίο σχήμα.
– Το τελειότερο.
– Πάλι τον αναφέρεις.
– Δεν το κάνω επίτηδες. Απλά, ορίζει την ζωή μας. Χωρίς προεξοχές, χωρίς γωνίες, χωρίς ανώμαλες ευθείες. Κλείνει προστατευτικά γύρω μας. Ενώνει τις άκρες μας. Αναβάλλει τις απαισιοδοξίες μας. Και δίνει συνέχεια στο ‘τέλος’ μας.

(‘Abstract I’ by Rachael Stroud)

Θύμηση ύπαρξης…

through-my-eyes-by-ansel-butler.jpegΦωτογραφία ξεθωριασμένη…
Στην ίδια θέση, χρόνια τώρα…
Βαλμένη εκεί, από τα δικά της χέρια…
‘Για να σε βλέπω και να με βλέπεις’…

Τόσα πρωινά, την άγγιξαν με το φως τους…
Τόσα βράδια, την ξεκούρασαν στην άφεγγη λάμψη τους…
Το βλέμμα, να κοιτά ψηλά και αριστερά, λες και θέλει να θυμηθεί κάτι σημαντικό…
Κάτι σημαντικά ξεχασμένο…
Ένα κρυφό μυστικό, μία φανερή αλήθεια…
Βλέμμα ζωής χαμένης…

‘Γιατί δεν την αλλάζεις; Ξεθώριασε. Δεν το βλέπεις;’…
‘Η φωτογραφία γερνάει μαζί μου. Δεν έχω κανένα δικαίωμα να της αλλάξω ηλικία. Δεν το καταλαβαίνεις;’…

Ο καιρός συνέχιζε το έργο του…
Τα χρώματα της φωτογραφίας έγιναν ανάμνηση…
Γερασμένη πολύ κι’ αυτή, προετοίμαζε το μεγάλο της ταξίδι…
‘Θα την βάλετε δίπλα στην δικιά μου. Είμαστε σύμφωνοι;’ ήταν οι τελευταίες οδηγίες της…
‘Μα, δεν σου είναι τίποτα. Μόνο ένα πρόσωπο σε μία ξεθωριασμένη φωτογραφία’ της απάντησαν…
‘Δεν είναι το ‘τίποτα’. Είναι τα πάντα.’ τους αποστόμωσε…
‘Κι’ αν άφησα να ξεθωριάσει, ήταν μόνο και μόνο για να μη με πονάει η θύμηση της όψης του στα μάτια μου. Στην ψυχή μου, είναι ολοζώντανος’…

Τους έβαλαν δίπλα-δίπλα…
Ο ένας να κοιτάει τον άλλο…
Ατέρμονα, ακούραστα, άχρονα…

(‘Through my eyes’ by Ansel Butler)

Τελευταίος χορός…

last-dance-for-me-print-c10100146.jpeg
Άνοιξε τα μάτια του…
Ένοιωσε το χέρι του να αγκαλιάζει το γυμνό κορμί της…
Το πήρε από επάνω της και κοίταξε το ρολόι του…

Γαμώτο. Άργησα. Άντε τώρα να εξηγείς στην άλλη που ήμουν και τι έκανα. Κάτι θα βρω να της πω. Πάντα δεν βρίσκω;

Τον ένοιωσε να σηκώνεται από το κρεβάτι…
– Φεύγεις;
– Ναι.
– Τόσο γρήγορα;
– Με περιμένουν.
– Πότε θα ξανάρθεις;
– Δεν ξέρω. Μάλλον μεθαύριο. Αύριο έχω να πάω στο σχολείο της μικρής για μία εκδήλωση γονέων και το βράδυ να βγούμε με τους κουμπάρους μας. Εσύ, τι θα κάνεις;
– Μπορεί να βγω με την Αφροδίτη. Δεν ξέρω ακόμη. Είπαμε να πάμε για ψώνια. Αλλά δεν είναι τίποτε σίγουρο.
– Θέλεις χρήματα;
– Όχι.

Έβαλε το παντελόνι και το πουκάμισό του…
Κοίταξε ξανά το ρολόι του…
Είχε αργήσει πολύ…

Σηκώθηκε κι’ αυτή και πήγε στο μπάνιο…
Αυτός, πήγε προς την εξώπορτα και την περίμενε να βγει να την χαιρετήσει…

Μπήκε στην τουαλέτα και στάθηκε μπροστά στον καθρέπτη…
Ένα μειδίαμα σχηματίστηκε στα χείλη της…
Άνοιξε την βρύση…
Έπιασε νερό μέσα στις χούφτες της και έβρεξε το πρόσωπό της…
Τουλάχιστον τρεις φορές…
Τον άκουσε να περνάει απ’ έξω από την πόρτα και να κατευθύνεται προς την εξώπορτα…

Πάλι με την ψυχή στο στόμα. Πάλι με το ρολόι στο χέρι. Μη και ξεφύγουμε κανά δευτερόλεπτο. Θα μας κάνει ντα η κυρία. Απορώ μαζί της. Απορώ μαζί του.

Βγήκε από το μπάνιο…
Η ματιά της έπεσε επάνω του…
Τον ένοιωσε να κάθεται σε αναμμένα κάρβουνα…
Δεν τον χωρούσε ο τόπος…
Κοίταξε το ρολόι του…

– Βαρέθηκα.
– Δηλαδή;
– Βαρέθηκα να σε βλέπω συνέχεια να κοιτάς το ρολόι σου. Βαρέθηκα να σε βλέπω να είσαι εδώ και να μην είσαι. Δεν πάει άλλο. Βαρέθηκα.
– Καλά. Τι λες τώρα; Λες και δεν ξέρεις. Λες και δεν σου έχω εξηγήσει.
– Ναι. Μου έχεις εξηγήσει. Και; Τι σημαίνει αυτό;
– Σημαίνει ότι δεν έπρεπε να γίνεται αυτή η συζήτηση.
– Μα, ίσα-ίσα. Οι εξηγήσεις είναι καλές στην αρχή. Όσο περνάει ο καιρός, επανατοποθετούνται τα πράγματα. Αλλάζουν τα δεδομένα. Αλλάζουμε εμείς και οι συνήθειές μας. Δεν είναι έτσι;
– Δεν αντιλέγω, αλλά κάποια πράγματα παραμένουν ίδια. Υπάρχουν σταθερές.
– Σταθερές ανισορροπίες.
– Δηλαδή;
– Πως είναι δυνατόν να είσαι και εδώ και εκεί;
– Εδώ είναι ο έρωτας, εκεί είναι η συνήθεια.
– Τι μου λες τώρα; Μπορείς να βιώνεις σε διαφορετικά μέρη τη ζωή σου; Μπορείς να είσαι και εδώ και εκεί; Να δίνεις και εδώ και εκεί; Κι’ αν μπορείς, πως το μπορείς;
– Δεν είναι ώρα για τέτοιες συζητήσεις. Δεν προλαβαίνω. Δεν με φτάνει ο χρόνος.
– Πάλι αυτός ο χρόνος. Πάλι εδώ. Πάντα ανάμεσά μας. Ξέρεις τι έχω καταλάβει; Αυτός είναι ο αντίζηλός μου, όχι η γυναίκα σου. Αυτόν υπολογίζεις, όχι κανέναν άλλο.
– Δεν είναι έτσι και το ξέρεις.
– Αυτό που ξέρω είναι ότι φεύγεις. Μακριά μου. Σε χρειάζομαι.
– Δεν μπορώ να μείνω άλλο. Φεύγω.

Η πόρτα άνοιξε και ξεχύθηκε έξω από το διαμέρισμα…
Κάλεσε τον ανελκυστήρα και μπήκε μέσα χωρίς να κοιτάξει πίσω του…
Ο ήχος μιας πόρτας που κλείνει με δύναμη, αντήχησε στην ησυχία του κουβουκλίου του ανελκυστήρα…

Δεν την αντέχω άλλο. Συνέχεια αυτά τα πράγματα. Αφού ξέρει. Γιατί το κάνει. Τις τα έχω πει από την αρχή. Δεν λέω. Καλά περνάμε, γουστάρουμε, αλλά όλα έχουν ένα όριο. Γιατί μου το κάνει αυτό; Δεν καταλαβαίνει;

Έμεινε να τον κοιτάει από την ανοιχτή πόρτα να μπαίνει στον ανελκυστήρα…
Την έκλεισε με δύναμη…
Τα τζάμια του διαμερίσματός της τράνταξαν, λες και τα χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα…
Άναψε ένα τσιγάρο…
Πάλι μόνη…
Όπως πάντα…
Όπως όλα αυτά τα χρόνια…
Στην αρχή, δεν την ενοχλούσε…
Δεν ήθελε ιδιαίτερες δεσμεύσεις, και η σχέση αυτή της ερχόταν γάντι…
Όμως, όσο περνούσε ο καιρός και η σχέση προχωρούσε, απαιτούσε…
Απαιτούσε και επαιτούσε…
Κάτι που την φόβιζε, κάτι που την έκανε να σιχαίνεται τον εαυτό της…
Σήκωσε το τηλέφωνο και τηλεφώνησε στην Αφροδίτη…
Ήθελε να βγει από το σπίτι, να πάει να δει κόσμο, να ξεδώσει…
Γδύθηκε και μπήκε στο μπάνιο να πλυθεί…
Ήθελε να ξεπλύνει το άρωμά του, την αίσθησή του…
Για πάντα…

(‘Last dance for Me’ by Bill Brauer)

Συγνώμη για την απουσία…

Καλησπέρα…
Κατ’ αρχήν να ευχηθώ Υγεία και Ευτυχία σε όλους…
Κάθε καλό να έρθει στο δρόμο σας και κάθε σημαντικό στη ζωή σας…
Πέρασα μία φάση στη ζωή μου, λίγο δύσκολη…
Πιστεύω ότι ξεπεράστηκε και είμαι πάλι εδώ, όπως πριν…
Δεν σνομπάρω κανέναν…
Δεν είναι του χαρακτήρα μου…
Με τιμά η παρουσία σας…
Ζητώ συγνώμη για την απουσία μου από τα σχόλιά σας στα προηγούμενα κείμενά μου…
Πιστεύω ότι δεν θα επαναληφθεί…

Χριστός Ανέστη και Χρόνια Καλά να έχουμε…

Μ. Πέμπτη…

christ-of-saint-john-of-the-cross-by-salvador-dali.jpegΠού το πάνε το παιδί χελιδόνι σε κλουβί
πού το πάνε το παιδί και κανείς δεν το ‘χει δει
πού το παν το παλικάρι κάθε νύχτα με φεγγάρι
πού το πάνε τι του λένε και τ’ αδέρφια του το κλαίνε

‘Σήμερον κρεμάται επί ξύλου, ο εν ύδασι την γην κρεμάσας’

Στης ψυχής μου τον καθρέφτη ίσκιος άρχισε να πέφτει
ίδια η μοίρα που με φέρνει ίδια η μοίρα που με παίρνει

Με κοιτάνε κάθε αυγή και τα μάτια τους πληγή
με κοιτάνε κάθε αυγή και τα λόγια τους κραυγή
με κοιτάνε με κοιτάνε και τα μαύρα τους φοράνε
κι ένας παραπέρα στέκει και κρατάει αστροπελέκι

‘Ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου Τέκνον, πού έδυ σου το κάλλος;’

Στης ψυχής μου τον καθρέφτη ίσκιος άρχισε να πέφτει
ίδια η μοίρα που με φέρνει ίδια η μοίρα που με παίρνει

Πού το πάνε το παιδί χελιδόνι σε κλουβί
πού το πάνε το παιδί και κανείς δεν το ‘χει δει

(οι υπέροχοι στίχοι ανήκουν στον κορυφαίο, Νίκο Γκάτσο)

(‘Christ of Saint John of the Cross’ by Salvador Dali)

Μ. Τετάρτη…

the-agony-in-the-garden-by-el-greco.jpegΞεκίνημα…
Η αρχή του τέλους…
Το τέλος του τέλους…
Προσανατολισμένη οδός στα βήματα των Παθών…
Η ανθρώπινη πλευρά, αδύναμη και δυνατή συνάμα…
Ο πόνος δεν αντέχεται…
Η θεϊκή πλευρά, στέκεται στο πλάι και παρατηρεί…

Ο πόνος θα είναι μεγάλος…
Όπως κάθε χρόνο…

Όπως όταν θυμάσαι
τις στιγμές που έζησες κοντά σε αγαπημένα πρόσωπα,
που δεν υπάρχουν πια…
Μία θύμηση θανάτου αθάνατου…

Όπως όταν βλέπεις ασθενείς
που η ζωή τους χύνεται και χάνεται
από το απλανές βλέμμα τους
και από το αργόσυρτο βήμα τους…
Μία ζωή πεθαμένη…

Η οδός στρωμένη για περπάτημα…

(‘The Agony in the Garden’ by El Greco)