Φωτογραφία γάμου…

the-marriage-contract-by-quentin-metsys.jpegΚάθισε στον καναπέ του σαλονιού της…
Απέναντί της, επάνω στο τραπεζάκι, κείτονταν ατάραχο ένα κουτί…
Όχι πολύ μεγάλο, όχι πολύ μικρό…
Μεσαίας χωρητικότητας, συνηθισμένου χρώματος…
Το κοίταξε…
Το βλέμμα της καρφωμένο στο κουτί, το μυαλό της καρφωμένο στο περιεχόμενό του…
Ήπιε μια γουλιά από τον καφέ που κρατούσε στα χέρια της…
Έκαιγε…
Ξύπνησε από τις νοερές εξερευνήσεις του περιεχόμενου του κουτιού…
Άφησε την κούπα με τον αχνιστό καφέ δίπλα στο κουτί…
‘Μήπως και ανταλλάξουν θερμοκρασίες’ σκέφτηκε…
Άναψε ένα τσιγάρο…
Το είχε ξαναρχίσει, εδώ και τρεις μήνες…
Έβηξε…
Μπορεί να κάπνιζε παλιά, αλλά το διάστημα που το είχε κόψει, μάλλον το ξέμαθε…
Άφησε το αναμμένο τσιγάρο στο τασάκι…
Καφές, κουτί, τσιγάρο…
Άπλωσε τα χέρια της και έπιασε το κουτί…
Ήξερε το περιεχόμενό του, όμως είχε καιρό να το ανοίξει…
Ούτε και τώρα ήθελε βέβαια να το κάνει, αλλά υπήρχε λόγος σοβαρός…
‘Απορώ, τι άλλο θα κάνω για σένα’ μουρμούρισε νευριασμένη…
Άνοιξε το κουτί…
Το περιεχόμενο γνωστό…
Σκόρπιες φωτογραφίες, σκόρπιες στιγμές…
Πήρε να τις μαζεύει σε στοίβες…
Ο καναπές, γέμισε από φωτογραφίες…
Μειδίασε…
‘Δεν φτάνει που μου κάνεις τα νεύρα κρόσσια κάθε μέρα, θέλεις να περάσω το βάσανο να ξεχωρίσω τις φωτογραφίες μας. Λες και τις θέλεις. Τόσα χρόνια εδώ μέσα, άνοιξες ποτέ να τις δεις; Αν δεν το έκανα εγώ, εσύ ούτε καν τις ακούμπαγες. Αλλά, έτσι είναι τώρα. Εκεί. Να με αποτελειώσεις. Λες και σου έχω κάνει το μεγαλύτερο κακό. Λες και σου σκότωσα την μάνα. Στην περίπτωση αυτή βέβαια, θα με είχες συγχωρέσει. Αλλά τώρα, σου έθιξα τον εγωισμό. Σου έθιξα το αντριλίκι. Λες και ήρθε η συντέλεια της αντρικής σου υπόστασης, τώρα που χωρίσαμε. Αλλά, έτσι δεν ήσουν πάντα; Πάντα έψαχνες εξιλαστήρια θύματα στις καταστάσεις που συνέβαιναν γύρω σου. Εσύ, αποστασιοποιημένος. Εσύ, αλώβητος. Εσύ, καθαρός’…
Έπιασε την φωτογραφία που της είχε τραβήξει, εκείνη την πρώτη φορά που είχαν πάει διακοπές στο νησί…
Στο νησί του έρωτά τους, στο νησί της…
Κοίταξε προσεκτικά το βλέμμα της, που αποτυπωνόταν στην φωτογραφία…
Αθώο από τα χρόνια, ένοχο από το πάθος της για κείνον…
‘Αχ κοριτσάκι μου. Που χάθηκες; Που είσαι; Θα ξανακοιτάξεις έτσι;’ αναρωτήθηκε…
Έβαλε την φωτογραφία στο πλάι και έπιασε άλλη…
Οικογενειακή φωτογραφία, βγαλμένη στον γάμο τους…
‘Πως ξέπεσε αυτή εδώ μέσα; Πως και δεν είναι στο album του γάμου;’…
Την γύρισε από πίσω…
Επάνω δεξιά, είδε γραμμένο ένα κείμενο…
Αναγνώρισε τα γράμματά του…

20 Σεπτεμβρίου 1990
Τότε, που όλα γέλαγαν
Τότε, που όλα άρχιζαν
Γιατί φτάσαμε εδώ;
Γιατί;

Έμεινε να κοιτάει τις λιγοστές λέξεις…
Δεν πίστευε στα μάτια της…
Κατάλαβε το λόγο της επιμονής του να του δώσει τις φωτογραφίες του…
Εμμέσως, την οδηγούσε να δει την παράταιρη φωτογραφία και να διαβάσει το κείμενο στο πίσω μέρος της…
‘Τι μου ζητάς; Έ; Να σου πω εγώ τις απαντήσεις; Δεν τις ξέρεις; Τόσο καιρό, τόσους μήνες, λέμε κάτι άλλο; Δεν τις ξέρεις; Γιατί; Γιατί; Γιατί μου το κάνεις αυτό; Πόσο θα αντέξω. Πες μου, πόσο;’ φώναξε, ενώ αναφιλητά γέμισαν την ανάσα και δάκρυα τα μάτια της…
Σε μία κίνηση ξεσπάσματος, έσκισε την φωτογραφία στα δύο…
Τα κομμάτια της, τα έβαλε στο στήθος της και έκλαψε γοερά…
Έμεινε να κλαίει για κάμποσο…
Εκεί, στην ίδια θέση…
Μη μπορώντας να κουνήσει…
Το κλάμα της, το διέκοψε ο θόρυβος του κουδουνίσματος του τηλεφώνου…
Η αναγνώριση κλήσεων που είχε, υποδείκνυε την μητέρα της στην άλλη άκρη του σύρματος…
Προσπάθησε να ηρεμήσει και σήκωσε το τηλέφωνο…
– Εμπρός;
– Έλα κορίτσι μου. Τι έχεις; Κλαις; Συνέβη κάτι;
– Τίποτα μανούλα.
– Τότε γιατί κλαις;
– Να, έβλεπα παλιές φωτογραφίες και συγκινήθηκα.
– Καλά, τι κάνεις καλή μου; Δεν είπαμε να σταματήσεις να κάνεις αυτές τις χαζομάρες; Δεν είπαμε ότι σου κάνουν κακό, παρά καλό; Δεν είπαμε να ηρεμήσεις λίγο και να ξεφύγεις; Γιατί γυρνάς πίσω;
– Δεν το έκανα επίτηδες. Απλά, ο Κώστας μου ζήτησε τις φωτογραφίες του. Και έκατσα να τις ξεχωρίσω.
– Καλά, αυτός ουδέποτε ενδιαφέρθηκε για τέτοια πράγματα. Πως και έτσι τώρα;
– Θέλει κι’ αυτός να έχει αποδεικτικά στοιχεία για τα χρόνια που πέρασε μαζί μου. Έτσι μου λέει. Και δεν μπορώ να το αρνηθώ. Και δική του ζωή ήταν μάνα. Όχι μόνο δική μου.
– Δεν αντιλέγω, αλλά σε σκοτώνει αυτό. Δεν το καταλαβαίνει; Γιατί στο κάνει τώρα; Ακόμη είναι νωπά τα πράγματα μέσα σου. Γιατί σου το κάνει; Μπορείς να μου πεις;
– Θέλει να πιστοποιεί την παρουσία του δίπλα μου με κάθε τρόπο μάνα. Θέλει να είναι πάντα εδώ, μέσα στον χώρο που ζω, μέσα μου, μέσα στο μυαλό μου. Πιστεύει, ότι έτσι θα αλλάξουν τα πράγματα. Ότι εγώ θα γυρίσω. Αλλά, κάνει λάθος. Δεν ξέρει ότι το αντίθετο πετυχαίνει. Ότι με απομακρύνει περισσότερο.
– Του το έχεις πει, μήπως και σταματήσει να σε κάνει κομμάτια με την στάση του;
– Δεν έχει νόημα να του πω τίποτα μάνα. Εδώ, δεν κατάλαβε τίποτα τόσα χρόνια, τώρα θα καταλάβει;
– Τότε, κάνε κάτι άλλο. Σταμάτα να επικοινωνείς εσύ. Καλό θα σου κάνει.
– Τον λυπάμαι.
– Αυτός όχι, απ’ ότι φαίνεται.
– Δεν πειράζει. Αντέχω.
– Αυτά έλεγες και πριν και κοίτα που είσαι τώρα. Βάλε μυαλό. Δες τι γίνεται και κατάλαβε.
– Καλά μάνα μου. Θέλεις κάτι άλλο;
– Όχι κοριτσάκι μου. Έτσι, πήρα να δω πως είσαι. Θα έρθεις καμιά βόλτα από εδώ; Να δεις και τον πατέρα σου;
– Όχι σήμερα. Αύριο. Να έχεις ετοιμάσει και φαί. Να φάμε μαζί. Εντάξει;
– Εντάξει καλή μου. Παράτα αυτό που κάνεις και κάτσε να ηρεμήσεις. Άντε.
– Καλά μαμά.
– Μ’ ακούς; Λοιπόν, καληνύχτα. Τα λέμε αύριο.
– Καληνύχτα μαμά. Δώσε φιλάκια και στον μπαμπά.
– Καλά κορίτσι μου.
– Φιλάκια.

Έκλεισε το τηλέφωνο και γύρισε στον καναπέ…
Άναψε τσιγάρο…
Τράβηξε δυο ρουφηξιές και το άφησε στο τασάκι…
Μάζεψε τις φωτογραφίες και τις ξαναέβαλε στο κουτί…
Πήρε ένα λευκό χαρτί και χάραξε επάνω του πέντε προτάσεις…

Οι στιγμές που απεικονίζονται εδώ μέσα, έχουν εσένα και μένα.
Το δικό μου χρέος απέναντί τους, το έχω κάνει.
Καιρός, να κάνεις και το δικό σου.
Εγώ, εξόφλησα τις οφειλές μου.
Χρεωστικά έχεις εσύ.

Έβαλε το χαρτί μέσα στο κουτί και το έκλεισε με ταινία…
Σήκωσε το τηλέφωνο και σχημάτισε τον αριθμό του…
Συνεννοήθηκαν, να περάσει να πάρει το κουτί, αύριο το πρωί από το γραφείο της…
Στην ερώτηση, γιατί δεν του έδινε μόνο τις φωτογραφίες, η απάντησή της τον άφησε άφωνο:
‘Δεν χρειάζομαι καμία φωτογραφία να μου θυμίζει το γιατί είμαι μακριά σου. Όλα τα έχω στο μυαλό μου. Όταν θα τα βάλεις και ‘συ, τότε μπορούμε να ξαναμιλήσουμε. Καληνύχτα.’…

(‘The Marriage Contract’ by Quentin Metsys)

Αγαπητέ Θεέ…

agapite-thee.jpegΞεκινάει έτσι:

‘Αγαπητέ θεέ,
Με λένε Όσκαρ, είμαι δέκα χρονών, έχω βάλει φωτιά στη γάτα, στο σκύλο, στο σπίτι (αν δεν κάνω λάθος έχω ψήσει και τα χρυσόψαρα), κι αυτή είναι η πρώτη φορά που σου γράφω, γιατί μέχρι σήμερα, λόγω του σχολείου, δεν είχα χρόνο.
Σου το λέω ευθύς εξαρχής: σιχαίνομαι να γράφω. Για να γράψω, πρέπει πραγματικά να είμαι αναγκασμένος να το κάνω• γιατί το γράψιμο είναι γιρλάντα και στολίδι και μεταξωτή κορδέλα. Τι άλλο είναι το γράψιμο από ένα ωραιοποιημένο ψέμα; Το γράψιμο είναι για τους μεγάλους…’

Και προς το τέλος:

‘Αγαπητέ Θεέ,
Σήμερα είμαι εκατό χρονών. Όσο και η θεία Ροζ. Κοιμάμαι πολύ, αλλά αισθάνομαι καλά.
Προσπάθησα να εξηγήσω στους γονείς μου ότι η ζωή είναι ένα περίεργο δώρο. Στην αρχή, το υπερεκτιμάμε αυτό το δώρο: πιστεύουμε ότι αποκτήσαμε την αιώνια ζωή. Μετά, το υποτιμάμε: το βρίσκουμε χάλια, πολύ μικρό, είμαστε σχεδόν έτοιμοι να το πετάξουμε. Στο τέλος, καταλαβαίνουμε ότι δεν ήταν δώρο, αλλά δάνειο. Και τότε, προσπαθούμε να το αξιοποιήσουμε. Το λέω εγώ, που ξέρω τι λέω, γιατί έχω πατήσει τα εκατό. Όσο γερνάμε, τόσο πρέπει να δείχνουμε ότι έχουμε το χάρισμα να εκτιμήσουμε τη ζωή. Πρέπει να εκλεπτυνόμαστε, να γινόμαστε καλλιτεχνικές φύσεις…’

Διάβασα το συγκεκριμένο βιβλίο, ‘Αγαπητέ Θεέ’ του Ερίκ Εμανουέλ Σμιτ (πρωτότυπος τίτλος ‘Oscar et la dame rose’), μέσα στο Σαββατοκύριακο που μας πέρασε. Δεν είναι ογκώδες βιβλίο. Ίσα-ίσα. Μαγεύτηκα. Απλή γραφή, υποτίθεται ότι είναι τα γράμματα που γράφει ένας μικρός, ο Όσκαρ, στο Θεό τις τελευταίες ημέρες της ζωής του, που όμως δίνουν ανάγλυφα την μαγεία της ζωής, την μαγεία των σχέσεων και την μαγεία της συντροφικότητας. Μακάρι, να γράφονταν και να εκδίδονταν συχνά τέτοια βιβλία.