Για σένα εγεννήθηκε, στον κόσμο το κορμί μου…

romeo-and-juliet-by-sir-dicksee.jpegΛόγια, δεν ξέρω να λέω πολλά. Ίσως γιατί, ποτέ δεν χρειάστηκε. Τα μάτια μου έλεγαν πάντα, περισσότερα απ’ ότι έπρεπε. Μιλούσαν κατευθείαν από την καρδιά μου. Και ήσουν εκεί, με μάτια ορθάνοιχτα και λαμπερά, ‘σαν δυό σταγόνες αίμα’, να διαβάζεις κάθε λέξη που έβλεπες. Δεν θα μπορούσαν ποτέ, τα δικά σου μάτια να διαβάσουν λάθος. Δεν θα μπορούσε ποτέ το δικό σου μυαλό, να καταλάβει λάθος. Εσύ, τα καταλαβαίνεις όλα. Εσύ μπορείς να καταλάβεις εμένα. Εξάλλου, δεν χρειάστηκε ποτέ να σου πω πολλά. Το μόνο που χρειάστηκε να σου πω, είναι να με κοιτάς στα μάτια.

Και πως αλήθεια να μάθω να λέω, να λέω πολλά, να μάθω να μιλάω; Πως θα μπορούσα να μιλήσω εκείνες τις ώρες; Τις ώρες εκείνες, που τα σώματα έρχονταν κοντά. Όταν οι ανάσες, αντικριστά η μία στην άλλη, λέγανε τόσα πολλά λόγια αγάπης και πάθους, που έκαναν κάθε ήχο ν’ ακούγεται βοή. Τα χέρια μου χάιδευαν με θάρρος και πάθος το κορμί σου. Το έκαναν να ριγεί. Να σπαρταράει σαν το νεογνό που γεννιέται από την κοιλιά της μάνας του και ψάχνει να πάρει την πρώτη ανάσα. Κι’ όταν την παίρνει, να καίγεται από το οξυγόνο που μπαίνει στα στήθη του.

Λόγια, δεν ξέρω να λέω πολλά. Η ανάγκη χάνεται, όταν κλείνω τα μάτια και σε σκέφτομαι. Όταν τ’ ανοίγω και αντικρίζω το πρόσωπό σου. Όταν μυρίζω την ευωδιά σου και πλημμυρίζει η ψυχή μου με τα αρώματά σου. Αχ, πως μυρίζεις καλή μου! Σαν κανέλλα, γλυκιά και εξωτική. Σαν βανίλια, ερωτική και επιθυμητή. Η όσφρησή μου, αναγνωρίζει τις αποχρώσεις των αρωμάτων σου. Δίνει σε καθεμιά τους και ένα όνομα. Τις ονομάζει: παρουσία, έρωτα, επιθυμία, απόφαση, παράδοση.

Λόγια, δεν ξέρω να λέω πολλά. Αλλά, ακόμη κι’ αν ήξερα να πω, ποτέ δεν θα ήθελα ο ήχος τους να παραμορφώσει την μορφή σου. Μια μορφή λατρεμένη, αγαπημένη, μέσα στα βαθύτερα σημεία του ‘είναι’ μου. Εκεί, που φυλάω τα πιο βαθειά μου μυστικά και τους πιο κρυφούς μου στοχασμούς. Εκεί που φυλάω τους θησαυρούς μου, αυτούς που θα πάρω μαζί μου στο μεγάλο μου ταξίδι.

Και ένα έχω να σου πω, σαν άλλος Ερωτόκριτος:
‘Για σένα εγεννήθηκε, στον κόσμο το κορμί μου’…

Υ.γ. το παραπάνω κείμενο ‘γεννήθηκε’ μέσα στην καρδιά μου, ακούγοντας έναν μεγάλο Κρητίκαρο, να τραγουδάει το ‘Παραμύθι του Ερωτόκριτου’ από το ομώνυμο ποιητικό έργο ‘Ερωτόκριτος’ του Βιτσέντζου Κορνάρου. Ο μεγάλος αυτός Κρητίκαρος, ακούει στο όνομα Γιάννης Χαρούλης. Ακούστε τον και ‘σεις, εδώ δίπλα. Η ηχογράφηση αυτή, υπάρχει στο συνοδευτικό cd του τελευταίου τεύχους του περιοδικού ‘Δίφωνο’. Χάρισμά σας…

(‘Romeo and Juliet’ by Sir Dicksee)

Advertisements

Άδειο κορμί…

body-language-x-by-alfred-gockel.jpegΜουντός καιρός και βροχερός. Τέλος Μαΐου. Ανοίγει ο ουρανός και κατεβάζει ποτάμια νερό, σαν να θέλει να ξεπλύνει τις ψυχές των ανθρώπων για να δεχτούν ένα καλοκαίρι φωτεινό και υποσχόμενο. Πόσα χρόνια έχουν περάσει από τότε που κάποιο καλοκαίρι της υποσχέθηκε κάτι;

Τριήμερο στον ορίζοντα. Κάθε τριήμερο, κάθε Σαββατοκύριακο ετοίμαζε τις βαλίτσες της και έφευγε. ‘Όπου γης και πατρίς’. Γύρισε όλη την Ελλάδα, κρατώντας μια βαλίτσα στο χέρι. Όλη της η ζωή σε μία βαλίτσα, εκείνα τα χρόνια. Η ίδια βαλίτσα, ανοιγμένη πάνω στο κρεβάτι της. Της θύμιζε την κατάστασή της, άδεια από ‘πράγματα’, περιμένοντας κάποιον να την ‘γεμίσει’. Άνοιξε τα συρτάρια των ρούχων της και διάλεξε κάποια από εκεί μέσα. Ρούχα απλά, καθημερινά. Σαν την ζωή της.

Στιγμές ήθελε πάντα να ζήσει. Στιγμές δικές της, κανενός άλλου. Στιγμές από ζωή ενδιαφέρουσα, γεμάτη πάθος, γεμάτη λάθη. Να έχει να θυμάται, να έχει να διηγείται. Στα παιδιά της, στα ανίψια της, στα εγγόνια της. Όποτε κι’ αν έκανε. Να διηγείται. Να αφήσει αποτύπωμα, να αφήσει παρακαταθήκη.

Τριήμερο στον ορίζοντα. ‘Θα έρθεις;’ η παραίνεση του Τάκη, του συναδέλφου της. Της το έλεγε και ένοιωθε την ανάγκη του να ακούσει μία καταφατική απάντηση. Καλό παιδί, όμορφο, συμπαθητικό. Όχι για κείνη όμως. Δεν του αρνήθηκε. Είχε καιρό να πάει εκδρομή. Το βρήκε σαν μια καλή ευκαιρία. Τα πάντα είχαν κανονιστεί από τους υπολοίπους. Σε καθετί που την ρώταγαν, εκείνη απαντούσε καταφατικά. Δεν ήθελε να χαλάσει τη διάθεση της παρέας. Ας χάλαγε η δική της διάθεση. Δεν θα ήταν η πρώτη φορά. Δεν θα ήταν η τελευταία.

Τετάρτη βράδυ στο bar στο Καλλιμάρμαρο. Καλοκαιρινή βραδιά, η μουσική στο μέγιστο. Στο χώρο όμορφες παρουσίες, παρέες κοριτσιών και αγοριών, αναμεμειγμένες με μία διάθεση ερωτισμού και παιχνιδίσματος. Στη μπάρα, ο Τάκης κι’ αυτή. ‘Τι ζητάς από μένα;’ η μόνιμη ερώτηση μέσα στο μυαλό της. Κάποια στιγμή, τον ρώτησε ευθέως. ‘Εσένα’ ήταν η απάντηση. ‘Τι να με κάνεις;’. ‘Ό,τι θα ήθελες ή ό,τι θα με άφηνες.’.

10 το βράδυ. Ο καιρός δεν έλεγε να ξεδιαλύνει. Ούτε και οι σκέψεις της, ούτε και η διάθεσή της. Ακόμη η βαλίτσα στο κρεβάτι ανοιχτή. Λίγα πράγματα μέσα. Εσώρουχα, πιζάμες, μπλούζες και ένα παντελόνι. Όλα άψυχα. Τα έμψυχα εκτός. Μέσα της; Δεν ήξερε. Πίστευε ότι έτσι είναι. Πήγε στην τουαλέτα της να μαζέψει τα καλλυντικά και τα είδη καλλωπισμού της. Φτηνές λύσεις εξωτερικής περιποίησης και εσωτερικής ανάτασης. Γέλασε. Κατάφερε να τα χωρέσει όλα στο μικρό βαλιτσάκι που είχε για τέτοιες περιπτώσεις. Ήθελε να δείχνει όμορφη. Παράξενο.

Δεν είχε καταλάβει γιατί ενέδωσε στο φιλί του. Ίσως η πολιορκία που της έκανε. Ίσως, η ανάγκη να δοθεί σε κάποιον. Τον οποιοδήποτε. Είχε μάθει να είναι σκληρή με τον εαυτό της. Και κατ’ επέκταση με τους άλλους. ‘Δεν σημαίνει τίποτε το ότι φιληθήκαμε’ η πρώτη κουβέντα που βγήκε από τα χείλη της όταν πήρε αυτός τα δικά του από πάνω της. Ήπιε μια γουλιά από το ποτό της. Ήθελε να ξορκίσει την γεύση των χειλιών του. Δεν αποτόλμησε να την ξαναφιλήσει εκείνο το βράδυ. Το επόμενο πρωί στο γραφείο, ήταν τυπικός απέναντί της. Την ενόχλησε.

Έπεσε στο κρεβάτι να κοιμηθεί. Η άδεια βαλίτσα αντικαταστάθηκε από ένα άδειο κορμί. Ρύθμισε το ξυπνητήρι για τις 6 το επόμενο πρωί. Θα πέρναγε ο Τάκης να την πάρει με το αυτοκίνητό του. Κοιμήθηκε σχεδόν αμέσως.

‘Θέλεις να με φιλήσεις;’. Την κοίταξε παράξενα. Σε όλη την διαδρομή, μίλαγαν για άσχετα πράγματα. Μια ανεξήγητη ψυχρότητα, μία πέραν του δέοντος αμηχανία. Και τώρα αυτό. ‘Γιατί μου το κάνεις αυτό;’. ‘Δεν σου κάνω τίποτε. Σε μένα κάνω. Εμένα πατάω. Δεν το καταλαβαίνεις;’. Έφερε τα χείλη του στα δικά της. Τον αγκάλιασε. Ανέβηκαν στο δωμάτιό του. Χώρισαν πριν το ξημέρωμα. Φεύγοντας του είπε: ‘Ό,τι είχα και ήθελα να σου το δώσω, στο έδωσα. Πήρα από εσένα την στιγμή. Πολύτιμο λάφυρο. Σ’ ευχαριστώ.’.

Επιστροφή. Έβγαλε τα ρούχα από την βαλίτσα της. Ο Τάκης, της έστελνε μηνύματα στο κινητό. Δεν απάντησε σε κανένα. Ούτε στις κλήσεις του. Πίστευε ότι θα καταλάβει. Έπεσε να κοιμηθεί. Το άδειο κορμί, ξαναβρήκε την θέση του πάνω στο κρεβάτι της.

(‘Body Language X’ by Alfred Gockel)

Ρωτώντας μαθαίνεις…

mona-lisa-detail-by-leonardo-da-vinci.jpegΤελικά, πρέπει να ρωτάς για να μαθαίνεις τον άλλο. Δεν είναι όμως αδιακρισία; Όχι. Αρκεί η πρόθεση να είναι ευγενής. Η καλή φίλη ταραντέλα το αποτόλμησε, δίνοντάς μου το ‘Ερωτηματολόγιο του Proust’ και να το αποτέλεσμα:

1. Η απόλυτη ευτυχία για σας είναι;

Απόλυτη ευτυχία; Υπάρχει; Κι’ αν υπάρχει, πως βιώνεται; Κάθε φορά ανανεώνεται και κάθε φορά επαναπροσδιορίζεται…

2. Τι σας κάνει να σηκώνεστε το πρωί;

Η αίσθηση ότι είμαι ζωντανός. Ότι υπάρχω και ζω…

3. Η τελευταία φορά που ξεσπάσατε σε γέλια;

Με μένα ή με τους άλλους;;;

4. Το βασικό γνώρισμα του χαρακτήρα σας είναι;

Το πάθος…

5. Το βασικό ελάττωμά σας;

Ότι προσπαθώ να βιώνω τα πάθη μου…

6. Σε ποια λάθη δείχνετε τη μεγαλύτερη επιείκεια;

Στα δικά μου, φυσικά…

7. Με ποια ιστορική προσωπικότητα ταυτίζεστε περισσότερο;

Είμαι πολύ μικρός για να τολμήσω να συγκριθώ με κάποια ιστορική προσωπικότητα, που άφησε αναλλοίωτο το σημάδι της στην Ανθρώπινη Ιστορία…

8. Ποιοι είναι οι ήρωές σας σήμερα;

Οι άνθρωποι της διπλανής πόρτας. Αυτοί, που μέσα από αντιξοότητες, μπορούν και μεγαλώνουν παιδιά και ανασταίνουν ανθρώπους…

9. Το αγαπημένο σας ταξίδι;

Του μυαλού μου. Εκεί, που δεν χωράνε σύνορα και όρια…

10. Οι αγαπημένοι σας συγγραφείς;

Λιλή Ζωγράφου, Αχιλλέας Κυριακίδης, Γιάννης Ξανθούλης, Μάρω Βαμβουνάκη…

11. Ποια αρετή προτιμάτε σε έναν άντρα;

Να έχει ‘μπέσα’…

12. … και σε μια γυναίκα;

Να είναι γυναίκα…

13. Ο αγαπημένος σας συνθέτης;

Μάνος Χατζιδάκις…

14. Το τραγούδι που σφυρίζετε κάνοντας ντους;

Συνήθως, κανένα. Απολαμβάνω την ηρεμία της απομόνωσης…

15. Το βιβλίο που σας σημάδεψε;

Δεν είναι κάποιο συγκεκριμένο. Κάθε ένα από τα βιβλία που έχω διαβάσει, έχουν αφήσει ένα μικρό ή ένα μεγάλο σημάδι στην ψυχή μου…

16. Η ταινία που σας σημάδεψε;

Σημάδεψε όχι. Θυμάμαι συχνά με αγάπη και γλυκύτητα τις ταινίες ‘Σινεμά ο Παράδεισος’ με τον Φιλίπ Νουαρέ & ‘Συρανό ντε Μπερζεράκ’ με τον Ζεράρ Ντεπαρτιέ…

17. Ο αγαπημένος σας ζωγράφος;

Leonardo Da Vinci…

18. Το αγαπημένο σας χρώμα;

Το γαλάζιο της θάλασσας και του ουρανού…

19. Ποια θεωρείτε ως τη μεγαλύτερη επιτυχία σας;

Το ότι είμαι άνθρωπος…

20. Το αγαπημένο σας ποτό;

Λευκό κρασί…

21. Για ποιο πράγμα μετανιώνετε περισσότερο;

Για όσα μπορούσα να κάνω και δεν έκανα…

22. Τι απεχθάνεστε περισσότερο απ’ όλα;

Το ‘δήθεν’…

23. Όταν δεν γράφετε, ποια είναι η αγαπημένη σας ασχολία;

Ακούω μουσική ή διαβάζω…

24. Ο μεγαλύτερος φόβος σας;

Ο θάνατος των προσφιλών μου προσώπων…

25. Σε ποια περίπτωση επιλέγετε να πείτε ψέματα;

Συνήθως ποτέ, όσο κι’ αν κοστίζει…

26. Ποιο είναι το μότο σας;

Ότι έγινε, έγινε. Δεν γυρνάει πίσω. Δεν αλλάζει. Ας κοιτάξουμε μπροστά…

27. Πώς θα επιθυμούσατε να πεθάνετε;

Χωρίς να ταλαιπωρήσω άλλους ανθρώπους. Όρθιος…

28. Εάν συνέβαινε να συναντήσετε τον Θεό, τι θα θέλατε να σας πει;

Πόσο δίκαιος ή άδικος ήμουν στη ζωή μου…

29. Σε ποια πνευματική κατάσταση βρίσκεστε αυτόν τον καιρό;

Πρέπει να διαθέτεις ‘πνεύμα’ για να είσαι σε πνευματική κατάσταση. Και ‘γώ, δεν ξέρω αν διαθέτω…

Ευχαριστώ πολύ ταραντέλα…

(‘Mona Lisa’ (detail) by Leonardo Da Vinci)

Για την Αμαλία…

Ένα στερνό ‘γεια’ σε μία ύπαρξη που άγγιξε τις ευαίσθητες χορδές μας με τον πόνο και το δράμα της. Ένα στερνό ‘γεια’ σε έναν άνθρωπο, σαν όλους τους ανθρώπους, μαχητή και αξιοπρεπή. Ένα στερνό ‘γεια’ σε μία γυναίκα, που πάλεψε με το θεριό με ίσους όρους…

Να είναι ελαφρύ το χώμα που σε σκεπάζει Αμαλία. Κι’ αν δεν σε γνώρισα ποτέ, επίτρεψέ μου να σε θαυμάζω και να σε τιμάω. Δεν θα το μάθεις ποτέ. Δεν θα το διαβάσεις ποτέ. Όμως, είναι τιμή μου να γράφω για σένα…

Καλό ταξίδι…

Ψάχνοντας…

woman-taking-off-a-mans-shirt-by-julian-opie.jpegΜπορεί και να μου έκανε καλό. Μπορεί να έπρεπε να γίνει έτσι. Ποια είμαι εγώ που θα το αμφισβητήσει αυτό; Σίγουρα, όχι κάποια τυχαία. Αυτό να λέγεται. Μπορεί να με αποκάλεσαν με διάφορα επίθετα, αλλά ποτέ δεν με αποκάλεσαν τυχαία. Πάντα έβλεπαν σε μένα κάτι. Πάντα υπήρχε κάτι που τους τραβούσε κοντά μου. Και όποτε έβλεπα κάποιον να έρχεται κοντά μου, έφευγα. Τι πράγμα κι’ αυτό ρε παιδί μου! Αυτό δεν μου είπαν ευθαρσώς και σε κείνη την μάζωξη που είχαμε κάνει για τα 20 χρόνια από την αποφοίτησή μας; ‘Αν μας είχες αφήσει λίγο περιθώριο, αν είχες αφήσει λίγο τον εαυτό σου, όλοι θα ήμασταν ερωτευμένοι μαζί σου’. Αηδίες. Σιγά τα ωά! Λες και ποτέ απέτρεψα κανέναν. Εδώ ήμουν. Και εγώ και το κορμί μου. Άσχετα αν έφευγα. Ποτέ κανένας σας δεν με κυνήγησε, γι’ αυτό το έκανα. Πάντα τρώγατε τα έτοιμα. Εγώ, ήθελα ψήσιμο όμως. Βέβαια, έμεινα άψητη όλα εκείνα τα χρόνια. Κι’ όταν βρήκα κάποιον διαθέσιμο για ψήστη, έπεσα με τα μούτρα. Και το πληρώνω τώρα. Και στη διάρκεια το πλήρωνα, αλλά έλεγα ότι έτσι είναι τα πράγματα. ‘Πρέπει να πληρώνεις για να έχεις’ μου έλεγε. Και τον πίστευα. Καλό ζώον ήμουν. Και είμαι δηλαδή, μη λέμε χαζά. Τι έχω περάσει και ‘γώ! Ακούω τις φίλες και τις γνωστές να λένε ‘πέρασα εκείνο’ ή ‘πέρασα αυτό’ και μου έρχεται να τους δώσω μία να πάνε από εκεί που ήρθαν! Καλές μου, ένα είναι το σίγουρο. Περνάμε αυτά που θέλουμε να περάσουμε. Περνάμε αυτά που ο οργανισμός μας αντέχει να περάσουμε. Περνάμε αυτά που αφήνουμε να μας περάσουνε. Ποιος είπε ότι είμαστε ‘εν δυνάμει’ θύματα; Κανένας. Γινόμαστε θύματα για να μπορέσουμε να αυτοθαυμαζόμαστε. Μεγαλόψυχες μέσα στην μικροψυχία μας. Άστα να πάν στο διάολο. Α, τώρα που είπα διάολο. Που στο καλό έβαλα εκείνο το φουλάρι για το λαιμό; Α, νάτο. Α, να μην ξεχάσω να κλείσω ραντεβού και για τα νύχια μου. Μπορεί να είμαι μόνη, αλλά δεν θα παραμελήσω και τον εαυτό μου. Α, όλα κι’ όλα. Την αγαπάω την Χριστίνα. Καλή-καλή η Χριστίνα, αλλά είναι να μην πάρει ανάποδες. Σαν τον άλλο, το μεσημέρι. ‘Έλα μωρό μου. Είσαι καλά;’. ‘Καλά είμαι. Που χάθηκες όλη την ημέρα;’. ‘Να μωρέ, είχα meeting και δεν μπόρεσα να σου τηλεφωνήσω’. Παπαριές. Όταν ήταν να με ρίξεις στο κρεβάτι, δε μπα να ‘χες του κώλου τη δουλειά; Εσύ εκεί. Να μου τηλεφωνείς 50 φορές την ημέρα. Αλλά, έτσι είναι. Τώρα ξεκαύλωσες και μας έχεις γραμμένη. Αλλά, δεν στα είπανε καλά αγοράκι μου. Το Χριστινάκι σου, είναι καλό-καλό, αλλά μην του πατήσεις τον κάλο. Κάλο είπα; Να κλείσω ραντεβού και για τα πόδια μου. Κάτσε να δεις. Που έχω βάλει το τηλέφωνο της Ρίτσας. Α, νάτο. Θα την πάρω σε λιγάκι. Και που είχαμε μείνει; Α, ναι. Ακούς εκεί. Meeting και αηδίες. Πες το καθαρά αγοράκι μου: ‘δεν σε γουστάρω άλλο’. Τι πιο εύκολο. Αλλά, για να φτάσεις στο σημείο να το πεις, πρέπει να έχεις και τα ‘τέτοια’ για να το πεις. Αλλά, που να τα βρεις; Αυτό που σας έχουν μάθει απ’ το σπίτι σας, είναι ότι τα ‘τέτοια’ σας πρέπει να τα χρησιμοποιείτε μόνο για να πηδάτε. Μόνο εκεί σας χρησιμεύουν. Οπουδήποτε αλλού, κρύβεστε πίσω από την μεγάλη σας καριέρα και τον αυτοθαυμασμό σας. Πότε σκεφτήκατε όλες εμάς, που καθόμαστε και σας περιμένουμε; Πότε σκεφτήκατε όλες εμάς που πρέπει να είμαστε εκεί για να ικανοποιούμε το ‘εγώ’ σας; ‘Ποτέ’ είναι η απάντηση και μας την πετάτε στα μούτρα με τόσο θράσος, που κάνει εντύπωση και σε σας τους ίδιους. Τελικά, δεν ξέρω ποιος είναι περισσότερο κακόμοιρος απ’ τους δυο μας: εσείς ή εμείς; Εσείς που τα κάνετε ή εμείς που τα ανεχόμαστε; Δεν ξέρω. Και μετά, έχεις κι εμάς, να βαλαντώνουμε στο κλάμα. Λες, και θα μας λυπηθεί κανένας και θα κάνει ένα ‘τσαφ’ και θα αλλάξει τα πράγματα. Λες, και δεν έχουμε συνειδητοποιήσει ότι τα θαύματα έπαψαν από την εποχή του Ιησού. Εμείς, ζούμε σε ένα κόσμο δικό μας, ‘όμορφο κόσμο ηθικό, αγγελικά πλασμένο’. Μόνο, που αυτός ο κόσμος πλάσθηκε από άντρα και κατοικείται από γυναίκες. Που βλέπουμε την συμβατότητα ήθελα να ήξερα. Ας μου πει κάποιος. Τώρα που είπα συμβατότητα. Να πάω τον υπολογιστή στον Θανάση να του περάσει τα καινούργια Windows. Και εκείνο το Anti-virus που μου είπε. Που το έβαλα τώρα, γαμώτο! Α, νάτο. Το περσινό μου λευκό πουκάμισο. Για να δω; Μου χωράει. Τέλεια. Δεν πήρα κιλό από πέρυσι. Ωραία. Θα πάρω τη Γιάννα να της το πω. Θα σκάσει από τη ζήλια της. Χιχιχιχι…

(‘Woman taking off a man’s shirt’ by Julian Opie)

Η Μαντόνα των Χιλίων Φεγγαριών…

madonna-print-c10020940.jpegΞύπνησε μέσα σε μία θάλασσα από ιδρώτα, μετά τον μεσημεριανό του ύπνο…
Αναμεμειγμένες εικόνες γυμνών γυναικείων κορμιών παρέα με λουλούδια ανθισμένα και αμπέλια καρπισμένα…
Αλαφιασμένες νεράιδες και νύμφες, ντυμένες την γύμνια τους, να τρέχουν ανάμεσά τους, ανάμεσα σε αμπέλια με τσαμπιά γεμάτα με κόκκινο καρπό, ίδιο αίμα…
Και σε κάμπους με λουλούδια κρόκους, απομεινάρια ενός άτυχου έρωτα που έμελλε να γίνει λουλούδι…
Και εκείνος, να προσπαθεί να τις πιάσει…
Να προσπαθεί να τις γευτεί…
Και κάπου απόμερα, μία γυναικεία παρουσία…
Αληθινή και ψεύτικη, ακόμη και στον ονειρικό του παροξυσμό…
Μία κοπέλα άυλη, γυμνή, φορώντας μόνο μία μαντίλα στο κεφάλι…
Ξύπνησε απότομα…
Αλαφιασμένος από την προσπάθεια και την κάψα…
Μπήκε στο μπάνιο να ρίξει λίγο νερό επάνω του…
Δεν άργησε να συνέλθει…
Ευεργετικά χλιαρά κύματα υγρού στοιχείου, καθάρισαν το μυαλό του…
Σκουπίστηκε τελετουργικά, προσέχοντας ιδιαίτερα το μόριό του, που δεν έλεγε να ηρεμήσει…
Είχε μέρες, ίσως και μήνα, να προσκυνήσει τη γύμνια μιας γυναίκας και να υποκλιθεί στις ορμές του…
Άφησε στην άκρη αυτές τις σκέψεις και μπήκε στο δωμάτιο να ντυθεί…
Αφού ντύθηκε, πήγε στην κουζίνα να φτιάξει ένα καφέ…
Δύο κουταλιές καφέ, τρεις κουταλιές ζάχαρη, νερό, γάλα…
Μουσική…
Ραδιόφωνο…
Όχι τηλεόραση…
Βιβλίο…
‘Μια νύχτα με την κόκκινη’ του Κωστή Γκιμοσούλη…
Πάλι το κόκκινο, πάλι το αίμα…
Το μόριό του, ακμαίο και εκεί, να τονίζει την ανάγκη για εκτόνωση…
Η σχέση του με την Λίνα, ήταν μία εκτόνωση…
Τι να κάνει άραγε;;;
Τι να κάνουν όλες οι Λίνες της ζωής του;;;
Χαμένες στιγμές προσωπικών αδιέξοδων διαδρομών…
Τι έφταιγαν αυτές, αν εκείνος δεν μπορούσε να στεριώσει σε τόπους ήρεμους και καθαρούς…
Όχι, δεν ήταν πρόβλημά τους…
Τι να κάνουν άραγε;;;
‘Όταν σε γνώρισα, άρχισαν όλα. Μα όταν σ’ έχασα, όλα τελείωσαν. Σαν να έζησα μόνο για σένα’…
Προχώρησε να διαβάζει το κείμενο που βρισκόταν αποτυπωμένο στο βιβλίο που κρατούσε στα χέρια του…
Η ώρα πέρναγε και αυτός συνεπαρμένος από το διάβασμα, την ακολουθούσε αδιαμαρτύρητα…
Ένοιωσε ένα κενό στο στομάχι του…
Δεν ήταν πείνα…
Σηκώθηκε απότομα, σαν ένα ελατήριο να γεννήθηκε έξαφνα μέσα του και να ήθελε να δηλώσει την παρουσία του με κάθε τρόπο…
Παράτησε το βιβλίο επάνω στο τραπεζάκι που είχε μπροστά του, δίπλα στον μισοτελειωμένο καφέ και στο τασάκι με τα σβησμένα τσιγάρα…
Ντύθηκε, αρωματίστηκε, πήρε λεφτά και βγήκε από το σπίτι…
Μπήκε στο αυτοκίνητο και ξεκίνησε…
Η διαδρομή γνωστή, οι δρόμοι ίδιοι…
Έφτασε στο σπίτι της σε λιγότερο από μισή ώρα…
Παρορμητικά και απρόσμενα…
Σήκωσε το κινητό και πληκτρολόγησε τον αριθμό της…
Η απάντηση ήρθε, μετά από δύο-τρεις χτύπους…
– Καλησπέρα.
– Καλησπέρα.
– Πως είσαι;
– Καλά. Εσύ;
– Καλά.
– Πως και αυτό το ξαφνικό;
– Είμαι από κάτω.
– Και ‘γώ επάνω.
– Θα κατέβεις;
– Πάντα αυτό έκανα. Λέω να αλλάξω.
– Δηλαδή;
– Λέω να μείνω επάνω.
– Να ανέβω;
– Όχι.
– Θα φύγω.
– Αυτό ξέρεις να κάνεις πάντα. Κάν’ το και τώρα.
– Γεια και συγνώμη.
– Γεια. Και δεν σε συγχωρώ.
Άναμα μηχανής, βιαστική και σκληρή πρώτη στο κιβώτιο ταχυτήτων και φευγιό…
‘Αυτό ξέρεις να κάνεις πάντα’…
Σκληρός ήχος, σκληρές λέξεις…
Δίκαιες όμως…
Ήξερε πάντα να φεύγει…
Προορισμός στην γνωστή ‘φωλιά’ που τον φιλοξενούσε κάτι τέτοιες στιγμές…
Πάρκαρε λίγο μακρύτερα από την εξώπορτα του ‘σπιτιού’…
Χτύπησε το κουδούνι, κοιτάζοντας γύρω, μήπως τον βλέπει κανένας…
Άνοιξε η πόρτα, ξανακοίταξε γύρω του και μπήκε μέσα…
Η υποδοχή της Κατερίνας, της ιδιοκτήτριας και μοναδικού εμπορεύματος του ‘σπιτιού’ ήταν προκαθορισμένη, τυπική και επαγγελματική…
Σ’ αυτές τις περιπτώσεις, δεν χωράνε επισφαλείς ενέργειες και πράξεις…
Το περιβάλλον ζεστό, ο φωτισμός υποτονικός…
Ίσως, γιατί οι συναλλαγές σε τέτοια μέρη, χρειάζονται χαμηλό φωτισμό για να μην ντρέπονται…
Ίσως, γιατί οι συναλλαγές σε τέτοια μέρη, θέλουν τα μάτια των συναλλασσόμενων να μην βλέπουν τον αποτροπιασμό των ψυχών τους…
Οι διαδικασίες γνωστές από καιρό…
Η Κατερίνα, τον οδήγησε στο χώρο που θα εξαργύρωνε τις υπηρεσίες που είχε πληρώσει και θα εκτόνωνε τις αντρικές του ορμές…
Γδύθηκε και έπεσε στο κρεβάτι…
Παρατήρησε την Κατερίνα, όση ώρα έκανε αυτή, να βγάλει τα εσώρουχά της και να μείνει με ένα αραχνοΰφαντο μαντήλι στο λαιμό…
Για μία στιγμή, του φάνηκε τόσο αθώα…
Του θύμισε εκείνη την εικόνα της ‘Παναγίας των Βράχων’ του Λεονάρντο Ντα Βίντσι, με την προστατευτική στάση της Παναγίας σε ένα μαύρο περιβάλλον…
Του θύμισε, μία Μαντόνα, μία Μαντόνα που δεν είχε όμως, καμία σχέση με θρησκευτικές δοξασίες και ανατάσεις ψυχών…
Τον πλησίασε, φορώντας εκείνο το μαντήλι στο λαιμό…
Έσκυψε να τον φιλήσει στο μόριό του, που επέμενε πεισματικά να προτάσσεται στιβαρό και ακλόνητο…
Την σταμάτησε…
Ένα βλέμμα έκπληξης εμφανίστηκε στο πρόσωπο της Κατερίνας…
Της έπιασε το μαντήλι και την τράβηξε προς το πρόσωπό του…
Το έβγαλε από το λαιμό της και το πέρασε στο κεφάλι της…
Η εικόνα της ‘Μαντόνας των Χιλίων Φεγγαριών’, φάνηκε μπρος στα μάτια του…
Όπως την είχε φανταστεί πριν από λίγα λεπτά…
Όπως την είχε φαντασιώσει στα ονειρικά ταξίδια του μεσημεριανού του ύπνου…
Την φίλησε στο στόμα…
Παθιασμένα και σκληρά…
Άγρια και έντονα…
Ένοιωσε τον ανδρισμό του να ξεχειλίζει από μέσα του…
Υγρά πλημμύρισαν την κοιλιά του και την κοιλιά της Κατερίνας…
Την αγκάλιασε…
Της ακούμπησε το κεφάλι στο στήθος του…
Έμειναν εκεί…
Αυτός και η Μαντόνα του…

Πέρασε καιρός από εκείνο το απόγευμα, από εκείνο το βράδυ…
Δεν ξαναπλησίασε το ‘σπίτι’ ποτέ…
Ο ύπνος του, πια, είχε ήρεμες στιγμές…
Που και που, άνοιγε το συρτάρι του, και έπαιρνε από μέσα το μαντήλι που φορούσε η Κατερίνα εκείνο το βράδυ και το μύριζε…
Της το είχε ζητήσει, σαν δώρο, σαν λάφυρο, σαν θύμηση…
Και εκείνη, του το είχε προσφέρει, χωρίς χρήματα, χωρίς αντάλλαγμα…
Μόνο για εκείνον, ήταν η Μαντόνα…
Μόνο εκείνος, έπρεπε να έχει τα πειστήρια…

(‘Madonna’ by Edvard Munch)

Γυναίκα ταραντούλα…

tarantula-by-aj-lia.jpegΈνα ακόμη άκουσμα τραγουδιού. Μία ακόμη συγκινησιακή φόρτιση, που με οδήγησε να γράψω το κείμενο που ακολουθεί. Να μπλέξω εικόνες και ήχους. Στίχους και προσωπικές σκέψεις. Στην κρίση σας αφήνομαι…

– Είσαι εδώ;
– Σε μένα μιλάς;
– Ναι, σε σένα.
– Εδώ είμαι, δεν με βλέπεις;
– Σε έχασα προς στιγμή.
– Εδώ ήμουν πάντα.
– Μπορεί να ήσουν εδώ, αλλά έκανες ανεπαίσθητη παρουσία. Σχεδόν, χαμένος.
– Σε άφησα να λειτουργήσεις μόνος σου.
– Και δεν λειτούργησα;
– Εσύ θα μου πεις;

Μια μέρα ήρθε στο χωριό γυναίκα ταραντούλα
κι όλοι τρέξαν να τη δουν.
άλλος της πέταξε ψωμί
κι άλλοι της ρίξαν πέτρα
απ’ την ασχήμια να σωθούν.

Κι ένα παιδί της χάρισε ένα κόκκινο λουλούδι,
ένα παιδί
Ένα παιδί της ζήτησε να πει ένα τραγούδι,
ένα παιδί

– Όλα πήγαν καλά. Και εντός και εκτός.
– Το πιστεύεις αυτό;
– Ναι.
– Εντάξει τότε. Δεν θα φέρω αντιρρήσεις.
– Έχεις αντιρρήσεις;
– Ναι.
– Πες τις τότε, τι περιμένεις;

Κι είπε ποτέ σου μην τους πεις
τι άσχημοι που μοιάζουν,
αυτοί που σε σιχαίνονται
μα στέκουν και κοιτάζουν.

Κι είπε ποτέ σου μην κοιτάς
τον άλλον μες τα μάτια,
γιατί καθρέφτης γίνεσαι
κι όλοι σε σπαν’ κομμάτια.

– Και που θα τις πω, τι θα καταλάβεις; Έτσι κι’ αλλιώς, κάνεις πάντα του κεφαλιού σου. Δεν σκέφτεσαι.
– Όχι. Θα τις πεις. Να ξέρω.
– Τις ξέρεις πολύ καλύτερα από εμένα. Αφού, εσύ είμαι εγώ και ‘γώ είμαι εσύ.
– Τότε γιατί μου μιλάς έτσι;
– Προσπαθώ να σε αφυπνίσω.
– Από τι;
– Από σένα.
– Από μένα;

Μια μέρα ήρθε στο χωριό
άγγελος πληγωμένος.
Τον φέρανε σε ένα κλουβί
κι έκοβε εισιτήριο ο κόσμος αγριεμένος,
την ομορφιά του για να δει.

Κι ένα παιδί σαν δάκρυ ωραίο αγγελούδι,
ένα παιδί
Ένα παιδί του ζήτησε να πει ένα τραγούδι,
ένα παιδί

– Ναι. Δεν το βλέπεις; Είσαι ικανός και για το καλύτερο και για το χειρότερο. Δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.
– Είμαι διπρόσωπος;
– Όχι διπρόσωπος. Δισυπόστατος θα έλεγα.
– Και τότε, γιατί δεν βοηθάς να διορθώσω την άσχημη πλευρά μου και να κάνω πάντα το σωστό. Να είμαι πάντα σωστός.
– Δεν είναι θέμα διόρθωσης. Είναι θέμα επιλογής. Πρέπει να επιλέγεις το σωστό και όχι να είναι μονόδρομος. Τότε μιλάμε για ολοκληρωμένη προσωπικότητα.

Κι είπε αν θέλεις να σωθείς
από την ομορφιά σου,
πάρε τσεκούρι και σπαθί
και κόψε τα φτερά σου.

Κι είπε ποτέ σου μην κοιτάς
τον άλλο μες τα μάτια,
γιατί καθρέφτης γίνεσαι
κι όλοι σε σπαν’ κομμάτια.

– Θα προτιμούσα τον μονόδρομο.
– Ο μονόδρομος δεν χαρίζει συγκινήσεις. Κάθε άλλο. Η επιλογή της διαδρομής χαρίζει την ολοκλήρωση.
– Και μπορώ να επιλέγω διαδρομή;
– Μπορείς. Αρκεί να το θέλεις.

(οι στίχοι που μπλέκονται, είναι του Αλκίνοου, από τον ‘Καθρέφτη’)

(‘Tarantula’ by Aj Lia)

‘Εν δυνάμει’ μητέρα…

handkerchief-by-henri-matisse.jpegΠνίγομαι κάθε τέτοια Κυριακή…
Τις ατελείωτες ώρες της μοναξιάς μου…
Ξυπνάω σε ένα σπίτι άδειο από εσένα…
Άδειο από την μυρωδιά σου, από τον όγκο σου, από την αίσθηση της ύπαρξής σου…
Σηκώνομαι νωχελικά…
Νωχελικά πηγαίνω να πλυθώ, νωχελικά φτιάχνω καφέ…
Τον φτιάχνω ελαφρύ, για να συνεχίσω να κοιμίζω τα αντανακλαστικά μου και να μην καταλαβαίνουν την απουσία σου…
Κάθομαι στο παράθυρο, όρθια…
Βλέπω τον δρόμο και περιμένω να σε δω…
Μάταια…
Μία ακόμη Κυριακή που δεν έχεις έρθεις…
Το ξέρω, το αντιλαμβάνομαι, δεν θέλω να το δεχτώ…
Κοιτάω έξω, κοιτάω μέσα…
Η ίδια άδεια αίσθηση, η ίδια άδεια πραγματικότητα…
Κάποτε ίσως μου πεις, ότι βιώνω τα πράγματα σε υπερθετικό βαθμό…
Δεν θα είχες άδικο…
Βίωνα και βιώνω έτσι τη ζωή μου…
Με αισθήματα υπέρμετρα, με αισθήσεις σε εγρήγορση…
Και γι’ αυτό δεν δέχομαι την μη παρουσία σου…
Και γι’ αυτό δεν αντέχω την μοναξιά μου…
Σε περιμένω καιρό τώρα…
Μου το είχες υποσχεθεί…
Το θυμάσαι;;;
Ότι θα έρθεις, ότι θα σε ζήσω, ότι θα σε αγκαλιάσω, ότι θα σε φιλήσω, ότι θα είσαι εδώ, δίπλα μου, κοντά μου…
Να ανασαίνω την ανάσα σου και να ακούω τον χτύπο της καρδιάς σου…
Πίστεψα στα λόγια σου…
Πίστεψα στις υποσχέσεις σου…
Δεν πιστεύω να δείλιασες;;;
Ποτέ δεν σου άφησα περιθώρια να δειλιάσεις…
Πάντα πρότασσα τα στήθη μου για να νοιώσεις καλά και να έρθεις…
Όμως φοβάσαι…
Σου έλεγα ‘εγώ είμαι εδώ’, όμως δεν θέλεις να το πιστέψεις…
Άκου με, σε παρακαλώ…
Θα στο ξαναπώ…
‘Εγώ είμαι εδώ’, τ’ ακούς;;;
Το βλέμμα μου, χτυπάει τον τοίχο και επιστρέφει πονεμένο…
Η ανάσα μου, ακουμπάει στο στήθος μου και δεν θέλει να βγει…
Και όλα αυτά, για σένα…
Εσύ το βλέμμα μου, εσύ και η ανάσα μου…
Ξέρεις, πήγα και σου ψώνισα…
Ναι, πάλι από εκείνο το μαγαζί που είναι κοντά στο σπίτι μου…
Οι κοπέλες που δουλεύουν εκεί, έχουν γίνει φίλες μου…
Τους κάνει εντύπωση που το μέγεθός σου δεν έχει αλλάξει τόσα χρόνια…
‘Παραξενιές της φύσης’ τους λέω και γελάμε…
Και κλαίω…
Πόσο κλαίω να ‘ξερες…
Κάθε βράδυ…
Και στον ύπνο μου…
Κλαίω τόσο, που έχω στερέψει από δάκρυα…
Πια, κλαίω βουβά…
Υπόκωφα…
Μισό κλάμα…
Μόνο ήχος, χωρίς θέαμα…
Αθέατο κλάμα…
Χμ…
Γελάω με την κατάντια μου, αλλά έτσι είναι…
Περνάει η ώρα και δεν έχεις φανεί…
Προφανώς, δεν θα έρθεις και σήμερα…
Εγώ όμως, θα σε περιμένω…
Να το ξέρεις…
Δεν θα πάψω να σε περιμένω…
Με την ίδια λαχτάρα…
Με τον ίδιο καημό…
Με την ίδια προσμονή…
Να σε πάρω στην αγκαλιά μου, να σε κρατήσω σφικτά…
Να σου χαϊδέψω το κεφάλι και να σου μυρίσω το στήθος…
Να σε ταΐσω από το γάλα μου και να σε κοιμίσω με την φωνή μου…
Θα σε περιμένω άγγελέ μου…
Όποτε κι’ αν έρθεις…
Εδώ θα είμαι…
Όσα χρόνια κι’ αν περάσουν…
Θα αντέξω…
Θα γίνω η καλύτερη μανούλα του κόσμου…
Για σένα αγγελούδι μου…
Για σένα σπλάχνο μου…

χαρισμένο σε όλες τις ‘εν δυνάμει’ μητέρες αυτού του κόσμου…
για να συνεχίσετε να πιστεύετε…

και ένα τραγούδι για μία μάνα, γραμμένο από την Χάρις Αλεξίου: «η μπαλάντα της ιφιγένειας»

(‘Handkerchief’ by Henri Matisse)

Συνολάκι vs Ψυχολόγος: σημειώσατε 1…

en-vogue-ii-by-kirk-carstens.jpegΚοίταξε το ρολόι της…
Περασμένες πέντε το απόγευμα…
Σήκωσε τα μάτια στο ταβάνι του γραφείου της και απεύθυνε ερώτηση: ‘Γιατί Θεέ μου όλοι οι παλαβοί σε μένα; Τους τραβάω με κάτι; Με βλέπουν καλή –καλή και με πηδάνε στη δουλειά;’…
Της είχε ανέβει το αίμα στο κεφάλι, για μία ακόμη μέρα…
Μία ακόμη εργασιακή ημέρα μέσα στην παράνοια των προϊσταμένων και των υφισταμένων…
‘Δεν πάει άλλο. Βαρέθηκα. Άει σιχτήρ πια. Με τους μαλάκες που έχω μπλέξει εδώ μέσα’…
Έκλεισε τον υπολογιστή, πήρε το κινητό της, αφού πρώτα κοίταξε αν είχε κάποιο μήνυμα ή κλήση που δεν είχε ακούσει (λες και τα 5’ τελευταία λεπτά δεν ήταν επάνω από το κινητό), πήρε την τσάντα της και βγήκε από το γραφείο…
Στο διάδρομο προς τον ανελκυστήρα, συναντήθηκε με τον προϊστάμενό της…
Προτού προλάβει να της πει οτιδήποτε, του ευχήθηκε ‘καλό απόγευμα’ και ‘θα τα πούμε αύριο, μην ανησυχείτε, θα ξανάρθω’ και έφυγε από το οπτικό του πεδίο…
Κατέβηκε 3 υπόγεια, ξεκλείδωσε το αυτοκίνητο και μπήκε μέσα…
Εκεί, έβγαλε μία κραυγή, πήρε βαθιές ανάσες και έβαλε μπρος την μίζα…
Άνοιξε το ραδιόφωνο, Λαϊκά προς Σκυλάδικα κατά προτίμηση, και ξεκίνησε…
Βγαίνοντας εκτός του χώρου parking της εταιρείας, φόρεσε τα γυαλιά ηλίου της και άνοιξε το παράθυρο να μπει καθαρός αέρας…
Το καλοκαιράκι έδειχνε δειλά-δειλά τη γλύκα του και δεν άφηνε κανέναν ασυγκίνητο…
Ο ήλιος της έκανε καλό…
Την ζέσταινε και την έκανε να νοιώθει όμορφα…
Το ραδιόφωνο, έπαιζε Λαϊκά…
Πήρε να τραγουδάει ένα γνωστό σκοπό…
Σε λίγο, το κέφι της είχε φτιάξει…
Ξανακοίταξε το κινητό…
Τίποτα…
Σταμάτησε στο φανάρι…
Γύρω της, διάφορα αυτοκίνητα…
Χάζεψε τους οδηγούς τους…
Όλοι, με βλέμμα χαμένο στο άπειρο, όλοι με ένα άγχος στην αναπνοή…
Τους παρατηρούσε και θλιβόταν…
‘Και ‘γώ, έτσι θα καταντήσω σε λίγα χρόνια; Να με κοιτάν οι άλλοι και να με λυπούνται;’ ξεστόμισε με παράπονο στον εαυτό της…
Ξανακοίταξε το κινητό…
Τίποτα…
‘Καλά, ρε ηλίθια, δεν θα το άκουγες αν χτυπούσε; Άντε καλή μου, ξύπνα. Και ξέχνα τον ηλίθιο που έχεις μπλέξει’ είπε, με περισσή αποφασιστικότητα, στον εαυτό της…
Πήρε το κινητό στα χέρια της, καθώς άναβε πράσινο στο φανάρι και ξεκίνησε για τον δρόμο της…
Δεν το άφησε κάτω…
Καθώς οδηγούσε, πληκτρολόγησε τον αριθμό του ηλίθιου…
Ο ηλίθιος, δεν απάντησε…
Ξαναπροσπάθησε…
Τίποτα…
Πέταξε το κινητό στο κάθισμα δίπλα της…
Πάτησε γκάζι…
Έκανε σφήνες, δεξιά και αριστερά, κορνάροντας στα υπόλοιπα αυτοκίνητα, που πήγαιναν, κατά την άποψή της, σαν χελώνες…
‘Δεν μου φτάνουν οι κάφροι στο γραφείο, έχω και αυτούς εδώ στο δρόμο’…
Κι’ άλλο φανάρι κόκκινο…
Ξανά το βλέμμα στους υπόλοιπους…
Ένα γέλιο, από το διπλανό αυτοκίνητο…
‘Μπα; Τι χαμόγελο είναι αυτό;’…
Το γέλιο επέμεινε…
‘Δείχνει καλός’…
Χαμογελάει…
Ο άλλος, παίρνει θάρρος…
Ανοίγει το παράθυρο και προσπαθεί να της μιλήσει δυνατά για να τον ακούσει…
‘Δεσποινίς, να σας πω κάτι;’…
‘Τι θέλετε;’…
‘Παρατήρησα πως οδηγείτε. Αν συνεχίσετε έτσι, θα πάθετε κάτι. Και δεν πρέπει. Τόσο όμορφη κοπέλα να πάει χαμένη; Δεν λέει’…
‘Έχω τα νεύρα μου’…
‘Να σας βοηθήσω να ηρεμήσετε;’…
‘Πως;’…
‘Πάμε για ένα καφέ;’…
Προτού προλάβει να απαντήσει ένα μεγαλοπρεπές ‘όχι’ που θα το ζήλευε και ο Μεταξάς, χτύπησε το κινητό…
Έσκυψε να το πιάσει, την ώρα που κορναρίσματα ακούστηκαν…
‘Καλά, μη φωνάζετε καλέ. Δεν βλέπετε ότι έχω δουλειά; Αμάν πια’…
Πήρε το κινητό στα χέρια της…
Η κλήση, από τον ηλίθιο…
‘Α, πουλάκι μου, σιγά μην απαντήσω αμέσως’ είπε και ένα χαμόγελο νίκης ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό της…
Συνέχισε το δρόμο της…
Περίμενε να ξανακούσει κουδούνισμα…
Τίποτα…
Εξέτασε το κινητό, μήπως είχε κάτι…
Μια χαρά και η μπαταρία και το σήμα…
‘Γιατί δεν ξαναπαίρνει; Μήπως τον τσάντισα; Μήπως είναι με άλλη και δεν θέλει να μου μιλήσει; Τον ηλίθιο’…
Έφτανε σπίτι της…
Καμία κλήση, κανένα μήνυμα…
Πληκτρολόγησε το κινητό της φίλης της…
Δεν άργησε να απαντήσει…
‘Έλα καλή μου. Τι κάνεις; Τελείωσες τη δουλειά; Ναι; Μπράβο. Είσαι για shopping therapy; Ναι, τώρα. Γιατί; Είμαι στεναχωρημένη. Ο ηλίθιος ο δικός μου με έχει γραμμένη. Και θέλω να ξεσπάσω κάπου. Ναι, θα στα πω από κοντά. Να βρεθούμε Κολωνάκι, να πιούμε κανά καφέ στο Da Capo και να πάρω εκείνο το συνολάκι από το Pinko. Εντάξει; Σε ένα τέταρτο είμαι εκεί. Τα λέμε. Σε φιλώ.’…
Δυνάμωσε την μουσική, άναψε φλας και έστριψε στο στενό για να βγει στη λεωφόρο…
‘Αχ, με άλλον ένα ηλίθιο να μπλέξω, θα μείνω ταπί και ψύχραιμη. Από την άλλη βέβαια, καλύτερα να τα δίνω στα συνολάκια, παρά να τα χώνω στους ψυχολόγους. Μπορεί να μείνω άφραγκη, αλλά θα είμαι μία καλοντυμένη άφραγκη’ είπε δυνατά στον εαυτό της και πάτησε γκάζι…

(‘En Vogue II’ by Kirk Carstens)

Αντίζηλοι (το τέλος)…

diva-ii-by-simone-fennell.jpegΈνοιωσε ένα χτύπημα στην πλάτη του. Παραξενεύτηκε. Ποιος μπορεί να τον ενοχλεί τέτοια στιγμή; Γύρισε το κεφάλι του προς την πηγή του χτυπήματος, χωρίς να αφήσει τα μάτια του από την σκηνή. Η ταξιθέτρια, χωρίς ίχνος χρονοτριβής, του παρέδωσε ένα σημείωμα. Το κράτησε στο χέρι του χωρίς να το ανοίξει…

Ήταν η στιγμή που απήγγειλε τον μεγάλο μονόλογο που υπήρχε στο κείμενο του έργου. Αν και προσηλωμένη στην αλληλουχία των λέξεων και των συναισθημάτων που επέβαλε ο μονόλογός της, τα μάτια της παρατήρησαν μία ταξιθέτρια να κατευθύνεται προς το μέρος που καθόταν ο Άγγελος. Κοντοστάθηκαν τα λόγια της περιμένοντας την εξέλιξη της ιστορίας στην πραγματική ζωή που παιζόταν στην πλατεία του θεάτρου, αλλά ανέκτησε την αυτοκυριαρχία της αμέσως και συνέχισε. Τελείωσε τον μονόλογο και περίμενε…

Άνοιξε το σημείωμα:
Θα σε περιμένω στο foyer του Θεάτρου.
Θέλω να μιλήσουμε.
Κατερίνα
υ.γ. καλύτερα να μη μάθει τίποτε η Ευγενία

Δίπλωσε το χαρτάκι και το έβαλε στην τσέπη του. Σήκωσε τα μάτια του στην σκηνή. Συναντήθηκε με το εξεταστικό και ανήσυχο βλέμμα της Ευγενίας. Προσπάθησε να την ηρεμήσει, προσποιούμενος ότι ήταν κάτι ασήμαντο. Περίμενε να φύγει για το καμαρίνι της, όπως το απαιτούσε ο ρόλος, και σηκώθηκε από την θέση του. Η πράξη του έργου είχε ακόμη ώρα για να ολοκληρωθεί και να γίνει διάλλειμα…

Προτού κάτσει δίπλα της, πήγε να πάρει μία σκέτη βότκα από το bar. Όση ώρα περίμενε την ετοιμασία του ποτού, προσπαθούσε να διαβάσει το πρόσωπο της Κατερίνας. Δύσκολο. Πρώτη φορά την παρακολουθούσε, έτσι επισταμένως και εξεταστικά. Ήταν μία γλυκιά κοπέλα, κάπου ανάμεσα στην ηλικία της Ευγενίας και την δική του. Είχε ακούσει διάφορα σχόλια για κείνη από το στόμα της Ευγενίας, χωρίς όμως να καταλάβει ποτέ τον ρόλο που έπαιζε η Κατερίνα στη ζωή της. Φήμες έλεγαν για συγγενικούς δεσμούς που είχαν μείνει στην αφάνεια, λόγω της μεγάλης καριέρας της ηθοποιού. Άλλες πάλι, μιλούσαν για ερωτικές σχέσεις ανάμεσα στις δυο τους, φήμες που είχε αρνηθεί μετά βδελυγμίας η Ευγενία. Πήρε το ποτήρι με την βότκα και κατευθύνθηκε στο τραπέζι…

Δεν ήθελε να τον κοιτάει, όση ώρα περίμενε να πάρει το ποτό του. Δεν ήθελε το βλέμμα της να προδώσει τον σκοπό της πρόσκλησης που του είχε κάνει. Στο μυαλό της, έπλεκε την ενδεχόμενη στιχομυθία, που επρόκειτο να λάβει χώρα ανάμεσά τους. Προσπαθούσε να είναι απόλυτα προετοιμασμένη. Πίστευε, ότι έπρεπε να έχει το επάνω χέρι. Και θα το είχε…

– Καλησπέρα.
– Καλησπέρα. Κάθισε.
– Ευχαριστώ.
– Προφανώς, θα αναρωτιέσαι τον σκοπό της απρόσμενης πρόσκλησης και συνάντησής μας.
– Δεν έχεις άδικο. Ήταν πολύ ξαφνικό, σε σημείο να με φοβίζει.
– Δεν θα χρονοτριβήσω να περάσω στο προκείμενο. Εξάλλου, σε λίγο τελειώνει η πράξη του έργου και θα έχουμε διάλλειμα. Δεν θέλω να μας δούνε εδώ τα μάτια της Ευγενίας.
– Γιατί;
– Αυτή η συζήτηση, μπορεί να έχει κύριο θέμα εκείνη, αλλά είναι μεταξύ εσένα και μένα και κανενός άλλου. Έγινα κατανοητή;
– Όσο καλύτερα γινόταν. Σ’ ακούω λοιπόν. Είμαι όλος αυτιά και περίεργος να μάθω τι συμβαίνει.
– Γιατί είσαι κοντά στην Ευγενία;
– Παρακαλώ;
– Αυτό που άκουσες. Σε ρώτησα κάτι απλό. Γιατί είσαι κοντά στην Ευγενία;
– Δεν νομίζω ότι είναι θέμα που σε αφορά, αλλά θα σου απαντήσω. Την αγαπώ την Ευγενία και θέλω να την κάνω γυναίκα μου. Μάλιστα, σήμερα, σκέφτομαι να το προτείνω και σε κείνη.
– Μάλιστα. Ενδιαφέρον.
– Δεν βρίσκεις;
– Πολύ. Όμως δεν μου απάντησες. Τι θέλεις από την Ευγενία; Τι μπορεί να σου προσφέρει; Τι μπορεί να προσφέρεις εσύ σε κείνη;
– Δεν της ζήτησα τίποτε. Μόνο να είναι κοντά μου. Τίποτε άλλο. Τα υπόλοιπα είναι δική μου δουλειά.
– Ποια υπόλοιπα; Και πολλά της ζητάς. Τι μπορείς να της δώσεις για αντάλλαγμα;
– Τη ζωή μου. Το είναι μου. Εμένα.
– Αυτά, της τα έχω δώσει εγώ. Και τη ζωή μου, και το είναι μου. Εγώ της έχω δοθεί ολοκληρωτικά και απόλυτα.

Ο Άγγελος έμεινε με ανοιχτό το στόμα να ακούει την Κατερίνα. Δεν πίστευε στ’ αυτιά του από την αποκάλυψη, που μόλις είχε ακούσει. Προσπάθησε να αρθρώσει λόγο…

– Εσύ; Από πότε; Πως;
– Εδώ και χρόνια. Στα κρυφά. Ζω στη σκιά της. Ποτίζομαι από τον ίσκιο της. Αναπνέω τις νύχτες πλάι της. Και πεθαίνω τις νύχτες μακριά της.
– Δεν το πιστεύω. Δεν πιστεύω αυτά που ακούω. Η Ευγενία τα έχει αρνηθεί όλα.
– Τι περίμενες; Να τα παραδεχτεί; Αυτή, είναι η Ευγενία Αλεξοπούλου, η μεγάλη τραγωδός. Πως θα μπορούσε να έχει σχέση ανάρμοστη. Πως; Κι’ όμως, εγώ είμαι αυτή που στέκομαι εκεί δίπλα της και της προσφέρω ένα ώμο να κλάψει, ένα χάδι να νοιώσει όμορφα, έναν έρωτα αληθινό και παντοτινό. Παράτησα τα πάντα για κείνη. Και δεν το μετανιώνω. Ποτέ δεν το μετάνιωσα.
– Και ‘γώ την αγαπώ. Με όλη τη δύναμη της καρδιάς μου.
– Η Ευγενία δεν έχει ανάγκη την αγάπη σου. Έχει εμένα.
– Εσύ, δεν είσαι άντρας.
– Για κείνη, είμαι και άντρας και γυναίκα. Είμαι όλα.
– Όχι. Δεν είσαι. Δεν μπορεί να την αγαπήσεις όπως ένας άντρας.
– Μπορώ να την αγαπήσω παραπάνω απ’ ότι ένας άντρας.
– Όχι από μένα.

Απορροφημένοι από τη συζήτηση, δεν πρόσεξαν την Ευγενία που είχε μπει στο foyer. Πάγωσαν όταν αντιλήφθηκαν την παρουσία της. Στάθηκε από πάνω τους, τους κοίταξε κατάματα, μια τον έναν μια την άλλη. Σιωπή που έσκιζε τα πάντα, πάγωσε ομιλίες, σκέψεις και ανάσες. Η Ευγενία δεν άργησε να μιλήσει…

– Μην ενοχλείσθε. Τελειώστε το μοίρασμα του κορμιού μου, της ψυχής μου και της ύπαρξής μου. Της αγάπης μου και της ζωής μου. Του έρωτα που νοιώθω για καθένα σας. Τελειώστε και πείτε μου το αποτέλεσμα. Χωρίς να είμαι εγώ εδώ μπροστά σας. Τελειώστε με το μέτρημα της αγάπη σας. Με το μέγεθός της. Ξέρεται κάτι; Από τότε που η αγάπη μετριέται με συμβατικούς όρους, έχασε το νόημά της. Έγινε εμπορικό είδος και μέσο ανταλλαγής. Κι’ όταν τελειώσετε, πείτε μου ποιον πρέπει να αγαπώ περισσότερο. Να μάθω και ‘γώ. Κανένας σας, δεν κατάλαβε. Κανένας σας.

Η Κατερίνα προσπάθησε να πει κάτι, αλλά την σταμάτησε η Ευγενία πριν καν ανοίξει το στόμα της. Συνέχισε ακάθεκτη και χειμαρρώδης…

– Βέβαια, για να είμαι δίκαιη, δεν περίμενα από σένα Άγγελε να καταλάβεις. Εσύ, είσαι ένα παιδί, ένα όμορφο παλικάρι που θαμπώθηκες από την λάμψη της μεγάλης ντίβας, τρομάρα μου. Με θεοποίησες. Με ανέβασες ψηλά. Και φοβάμαι. Όχι από το ύψος. Από το πέσιμο. Ενώ, από σένα Κατερίνα, περίμενα να καταλάβεις. Περίμενα να ξέρεις. Να ξέρεις γιατί είμαι κοντά του. Να ξέρεις, να καταλάβεις. Όσο κι’ αν είμαστε καλά μαζί, η επιβεβαίωσή μου ως γυναίκα, μόνο μέσα από τα μάτια και τα χέρια του Άγγελου μπορεί να έρθει. Μόνο μέσα από το άγγιγμά του μπορεί να αισθανθώ ξανά νέα, ξανά ποθητή, ξανά ερωτεύσιμη.
– Εγώ, δεν σε κάνω να νοιώθεις έτσι;
– Καλή μου Κατερίνα, το άγγιγμά σου είναι γλυκό, αισθησιακό και τρυφερό. Είναι όμως γυναικείο. Είναι άγγιγμα που καταπραΰνει πόνους αλλά δεν ανασταίνει πόθους. Και είμαι μία γυναίκα που δεν έχει μάθει να μην ζει με πόθο και πάθος. Δεν αντέχω. Το ξέρεις, δεν το ξέρεις;
– Το ξέρω. Δυστυχώς.
– Πρέπει να φύγω τώρα. Θα συνεχίσουμε μετά. Αφού τελειώσω. Λοιπόν, Κατερίνα έλα μαζί μου. Και ‘συ Άγγελε, πήγαινε πίσω και έλα μετά το τέλος στο καμαρίνι μου. Σήμερα, θα πάμε και οι τρεις σπίτι μου. Εντάξει;

Τα λόγια της, λειτούργησαν σαν εντολές επάνω σε προγραμματισμένα ανδροειδή. Χωρίς δεύτερη σκέψη, και οι δύο, σηκώθηκαν από τις θέσεις τους να εφαρμόσουν τις επιθυμίες της. Είχε αυτό το χάρισμα η Ευγενία. Έπαιρνε αυτό που ήθελε πάντα. Χωρίς δεύτερη κουβέντα. Χωρίς δεύτερη σκέψη. Ήξερε πάντα τον ρόλο της. Ήταν μία ντίβα. Μία ντίβα μόνη. Μία ντίβα που έπαιρνε αγάπη από δύο υπέροχα πλάσματα. Μία ντίβα ανικανοποίητη. Τρομάρα της…

(‘Diva II’ by Simone Fennell)

Τα ζεϊμπέκικά μου…

moved-by-the-music-v-by-alfred-gockel.jpegΤη ζωή μου, την έχω άρρηκτα συνδεδεμένη με την μουσική…
Με το άκουσμά της και ότι αυτό γεννάει μέσα μου…
Λύπη, θυμό, νοσταλγία, ελπίδα, θύμησες πολλές…
Ιδιαίτερα, τα ζεϊμπέκικα λειτουργούν επάνω μου σαν ‘καθαρτήρια ψυχής και σώματος’…
Ο ρυθμός τους, τα 9/8, νομίζω ότι ανταποκρίνεται στο ρυθμό που κυλάει το αίμα στις φλέβες μου, ανταποκρίνεται πλήρως στον ρυθμό της καρδιάς μου…
Και ο τρόπος που χορεύεται, αντίστοιχος…
Τίναγμα των χεριών σε έκταση, σε θέση σταύρωσης…
Βήμα μισοτελειωμένο, σαν τη ζωή, που δεν ξέρεις που τελειώνει και που αρχίζει…

Ένα από τα πρώτα ζεϊμπέκικα που χόρεψα, ήταν και το ‘Στην Αλάνα’, με την φωνή του Γιώργου Νταλάρα, σε στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου και μουσική του Γιάννη Σπανού…
Θυμάμαι, τέλη δεκαετίας ’70 και αρχές δεκαετίας ’80, διακοπές στην Πάρο…
Ένα βράδυ, έχουμε πάει οικογενειακώς σε ένα εξοχικό κέντρο…
Μουσική, από ένα pick-up…
Κόσμος πολύς…
Ανάμεσα σε αυτούς και ο Γιάννης Πάριος…
Ξεκινάει το τραγούδι…
Σηκωνόμαστε στην πίστα, η μητέρα μου και ‘γώ, παιδάκι τότε, ούτε 12 χρονών…
Μαζί μας και ο Πάριος…
Θυμάμαι να μου χτυπάει παλαμάκια να χορέψω…
Από τότε, όποτε χορεύω την Αλάνα, τον θυμάμαι…
Να’ σαι καλά Γιάννη…

Επίσης, ένα άλλο ζεϊμπέκικο που κυλάει στο DNA μου, όπως πιστεύω και σε πολλών άλλων, είναι και το ‘Βρέχει φωτιά στην στράτα μου’, με τον ανεπανάληπτο Στράτο Διονυσίου, σε στίχους, πάλι, του Λευτέρη Παπαδόπουλου και μουσική του Μίμη Πλέσσα…
Εδώ, μιλάμε για ένα αντρίκιο τραγούδι, όχι τόσο γιατί έχει συνδεθεί με τον αείμνηστο Νίκο Κούρκουλο, αλλά γιατί είναι ένα τραγούδι ‘καταραμένου άντρα’, που ενώ έχει υποστεί τα πάνδεινα, έχει την δύναμη να χορέψει τον πόνο του και να τελειώσει τη ζωή του χορεύοντας…

Τελειώνοντας με τα αντρίκια ζεϊμπέκικα, θα αναφερθώ στο ‘Δεν θα ξαναγαπήσω’, αρχικά τραγουδισμένο από την αξεπέραστη φωνή του Στέλιου Καζαντζίδη, σε στίχους, και πάλι, Λευτέρη Παπαδόπουλου και μουσική Μάνου Λοΐζου, λατρεμένο όμως όταν το τραγούδησε ζωντανά ο Σωκράτης Μάλαμας…
Ίσως, η συγκλονιστικότερη ερμηνεία του Μάλαμα…
Ίσως, καλύτερη από την πρωτότυπη…
Συγκινησιακά φορτισμένη, λόγω του θανάτου του Στέλιου λίγες μέρες πριν, πιστεύω ότι είναι από τις στιγμές που θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό που υπάρχουν καταγεγραμμένες…
Τραγούδι υποσχέσεων που δεν κρατούνται, όσο κι’ αν το θέλεις…

Για το τέλος, άφησα δύο τραγούδια, τραγουδισμένα από δύο μεγάλες γυναικείες φωνές…
Το ‘Γεννήθηκα για να πονώ’, τραγουδισμένο από την μεγάλη Μαρίκα Νίνου, σε στίχους Κώστα Βίρβου και μουσική Βασίλη Τσιτσάνη, και το ‘Χίλιες βραδιές’, τραγουδισμένο σε πρώτη εκτέλεση από την Τζένη Βάνου, σε στίχους Ηλία Λυμπερόπουλου και μουσική Μίμη Πλέσσα…
Δύο τραγούδια, που δείχνουν τις δύο πλευρές του ίδιου νομίσματος…
Έρωτας, πάθος, απόρριψη, πόνος…
Και τα δύο, συνοδεύονται από γενναίες ποσότητες οινοπνεύματος και ατέλειωτες ώρες πτήσεων πάνω στην πίστα…

Θα ήθελα, να ευχαριστήσω τον φίλο Αθανάσιο, που μου έδωσε την ευκαιρία να γράψω αυτό το κείμενο…
Για την συνέχεια της αλυσίδας, προσκαλώ-προκαλώ τις: Άννα-Σίλια, Δελφινοκόριτσο, Ελαφίνι, Ίνα και Ίον
Με το καλό κορίτσια…

(‘Moved by the Music V’ by Alfred Gockel)