Συνολάκι vs Ψυχολόγος: σημειώσατε 1…

en-vogue-ii-by-kirk-carstens.jpegΚοίταξε το ρολόι της…
Περασμένες πέντε το απόγευμα…
Σήκωσε τα μάτια στο ταβάνι του γραφείου της και απεύθυνε ερώτηση: ‘Γιατί Θεέ μου όλοι οι παλαβοί σε μένα; Τους τραβάω με κάτι; Με βλέπουν καλή –καλή και με πηδάνε στη δουλειά;’…
Της είχε ανέβει το αίμα στο κεφάλι, για μία ακόμη μέρα…
Μία ακόμη εργασιακή ημέρα μέσα στην παράνοια των προϊσταμένων και των υφισταμένων…
‘Δεν πάει άλλο. Βαρέθηκα. Άει σιχτήρ πια. Με τους μαλάκες που έχω μπλέξει εδώ μέσα’…
Έκλεισε τον υπολογιστή, πήρε το κινητό της, αφού πρώτα κοίταξε αν είχε κάποιο μήνυμα ή κλήση που δεν είχε ακούσει (λες και τα 5’ τελευταία λεπτά δεν ήταν επάνω από το κινητό), πήρε την τσάντα της και βγήκε από το γραφείο…
Στο διάδρομο προς τον ανελκυστήρα, συναντήθηκε με τον προϊστάμενό της…
Προτού προλάβει να της πει οτιδήποτε, του ευχήθηκε ‘καλό απόγευμα’ και ‘θα τα πούμε αύριο, μην ανησυχείτε, θα ξανάρθω’ και έφυγε από το οπτικό του πεδίο…
Κατέβηκε 3 υπόγεια, ξεκλείδωσε το αυτοκίνητο και μπήκε μέσα…
Εκεί, έβγαλε μία κραυγή, πήρε βαθιές ανάσες και έβαλε μπρος την μίζα…
Άνοιξε το ραδιόφωνο, Λαϊκά προς Σκυλάδικα κατά προτίμηση, και ξεκίνησε…
Βγαίνοντας εκτός του χώρου parking της εταιρείας, φόρεσε τα γυαλιά ηλίου της και άνοιξε το παράθυρο να μπει καθαρός αέρας…
Το καλοκαιράκι έδειχνε δειλά-δειλά τη γλύκα του και δεν άφηνε κανέναν ασυγκίνητο…
Ο ήλιος της έκανε καλό…
Την ζέσταινε και την έκανε να νοιώθει όμορφα…
Το ραδιόφωνο, έπαιζε Λαϊκά…
Πήρε να τραγουδάει ένα γνωστό σκοπό…
Σε λίγο, το κέφι της είχε φτιάξει…
Ξανακοίταξε το κινητό…
Τίποτα…
Σταμάτησε στο φανάρι…
Γύρω της, διάφορα αυτοκίνητα…
Χάζεψε τους οδηγούς τους…
Όλοι, με βλέμμα χαμένο στο άπειρο, όλοι με ένα άγχος στην αναπνοή…
Τους παρατηρούσε και θλιβόταν…
‘Και ‘γώ, έτσι θα καταντήσω σε λίγα χρόνια; Να με κοιτάν οι άλλοι και να με λυπούνται;’ ξεστόμισε με παράπονο στον εαυτό της…
Ξανακοίταξε το κινητό…
Τίποτα…
‘Καλά, ρε ηλίθια, δεν θα το άκουγες αν χτυπούσε; Άντε καλή μου, ξύπνα. Και ξέχνα τον ηλίθιο που έχεις μπλέξει’ είπε, με περισσή αποφασιστικότητα, στον εαυτό της…
Πήρε το κινητό στα χέρια της, καθώς άναβε πράσινο στο φανάρι και ξεκίνησε για τον δρόμο της…
Δεν το άφησε κάτω…
Καθώς οδηγούσε, πληκτρολόγησε τον αριθμό του ηλίθιου…
Ο ηλίθιος, δεν απάντησε…
Ξαναπροσπάθησε…
Τίποτα…
Πέταξε το κινητό στο κάθισμα δίπλα της…
Πάτησε γκάζι…
Έκανε σφήνες, δεξιά και αριστερά, κορνάροντας στα υπόλοιπα αυτοκίνητα, που πήγαιναν, κατά την άποψή της, σαν χελώνες…
‘Δεν μου φτάνουν οι κάφροι στο γραφείο, έχω και αυτούς εδώ στο δρόμο’…
Κι’ άλλο φανάρι κόκκινο…
Ξανά το βλέμμα στους υπόλοιπους…
Ένα γέλιο, από το διπλανό αυτοκίνητο…
‘Μπα; Τι χαμόγελο είναι αυτό;’…
Το γέλιο επέμεινε…
‘Δείχνει καλός’…
Χαμογελάει…
Ο άλλος, παίρνει θάρρος…
Ανοίγει το παράθυρο και προσπαθεί να της μιλήσει δυνατά για να τον ακούσει…
‘Δεσποινίς, να σας πω κάτι;’…
‘Τι θέλετε;’…
‘Παρατήρησα πως οδηγείτε. Αν συνεχίσετε έτσι, θα πάθετε κάτι. Και δεν πρέπει. Τόσο όμορφη κοπέλα να πάει χαμένη; Δεν λέει’…
‘Έχω τα νεύρα μου’…
‘Να σας βοηθήσω να ηρεμήσετε;’…
‘Πως;’…
‘Πάμε για ένα καφέ;’…
Προτού προλάβει να απαντήσει ένα μεγαλοπρεπές ‘όχι’ που θα το ζήλευε και ο Μεταξάς, χτύπησε το κινητό…
Έσκυψε να το πιάσει, την ώρα που κορναρίσματα ακούστηκαν…
‘Καλά, μη φωνάζετε καλέ. Δεν βλέπετε ότι έχω δουλειά; Αμάν πια’…
Πήρε το κινητό στα χέρια της…
Η κλήση, από τον ηλίθιο…
‘Α, πουλάκι μου, σιγά μην απαντήσω αμέσως’ είπε και ένα χαμόγελο νίκης ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό της…
Συνέχισε το δρόμο της…
Περίμενε να ξανακούσει κουδούνισμα…
Τίποτα…
Εξέτασε το κινητό, μήπως είχε κάτι…
Μια χαρά και η μπαταρία και το σήμα…
‘Γιατί δεν ξαναπαίρνει; Μήπως τον τσάντισα; Μήπως είναι με άλλη και δεν θέλει να μου μιλήσει; Τον ηλίθιο’…
Έφτανε σπίτι της…
Καμία κλήση, κανένα μήνυμα…
Πληκτρολόγησε το κινητό της φίλης της…
Δεν άργησε να απαντήσει…
‘Έλα καλή μου. Τι κάνεις; Τελείωσες τη δουλειά; Ναι; Μπράβο. Είσαι για shopping therapy; Ναι, τώρα. Γιατί; Είμαι στεναχωρημένη. Ο ηλίθιος ο δικός μου με έχει γραμμένη. Και θέλω να ξεσπάσω κάπου. Ναι, θα στα πω από κοντά. Να βρεθούμε Κολωνάκι, να πιούμε κανά καφέ στο Da Capo και να πάρω εκείνο το συνολάκι από το Pinko. Εντάξει; Σε ένα τέταρτο είμαι εκεί. Τα λέμε. Σε φιλώ.’…
Δυνάμωσε την μουσική, άναψε φλας και έστριψε στο στενό για να βγει στη λεωφόρο…
‘Αχ, με άλλον ένα ηλίθιο να μπλέξω, θα μείνω ταπί και ψύχραιμη. Από την άλλη βέβαια, καλύτερα να τα δίνω στα συνολάκια, παρά να τα χώνω στους ψυχολόγους. Μπορεί να μείνω άφραγκη, αλλά θα είμαι μία καλοντυμένη άφραγκη’ είπε δυνατά στον εαυτό της και πάτησε γκάζι…

(‘En Vogue II’ by Kirk Carstens)