Εσωτερικός διάλογος…

teddy-by-william-whitaker.jpegΠερπατούσε στο δρόμο με βήμα νευρικό και βλέμμα απλανές.

– Και τώρα τι κάνουμε;
– Τι εννοείς;
– Ήταν μία απλή ερώτηση. Και τώρα τι κάνουμε;
– Πάμε σπίτι.
– Μετά απ’ ότι έγινε;
– Βεβαίως.
– Και τι θα πεις στον άντρα σου;
– Τίποτα.
– Τίποτα;
– Ναι.

Άνοιξε το αυτοκίνητο, μπήκε μέσα, τακτοποιήθηκε, άναψε την μηχανή, ξεκίνησε. Έβαλε στο ραδιόφωνο δυνατά την μουσική.

– Χαμήλωσέ το λίγο. Θέλω να σου μιλήσω.
– Εγώ δεν θέλω.
– Θα με ακούσεις.
– Δεν θέλω.
– Είσαι ξεροκέφαλη.
– Το ξέρω.
– Εγώ θα σου μιλήσω.
– Ποιος είναι ο ξεροκέφαλος τώρα;
– Μην πας να ξεφύγεις.
– Δεν θέλω να σε ακούσω.
– Εγώ θα τα πω, κι’ ας μην με ακούσεις.
– Ωραία λοιπόν. Λέγε.
– Δεν μου απάντησες. Τι θα πεις στον άντρα σου;
– Τίποτα.
– Πως θα μπορέσεις;
– Όπως μπορεί κι αυτός. Θα είμαι απαθής.
– Μα, η κατάσταση αυτή δεν έχει καμία σχέση με ότι έχεις κάνει μέχρι τώρα. Κοιμήθηκες με άλλο άντρα. Τον απάτησες. Πως θα μπορέσεις να τον ξανακοιτάξεις στα μάτια;
– Όπως πάντα.
– Έχεις γίνει εντελώς ξετσίπωτη ή εμένα μου φαίνεται;
– Να σου κάνω μία ερώτηση;
– Λέγε.
– Ποιος με ώθησε σ’ αυτή την κίνηση;
– Μην προσπαθείς να βρεις άλλοθι.
– Δεν προσπαθώ να βρω κανένα άλλοθι. Ξέρω τι μου γίνεται. Και επειδή ξέρω τι μου γίνεται, έκανα ότι έκανα. Για πες μου κάτι; Μέχρι πότε θα περιμένω τον κύριο άντρα μου να με ακουμπήσει και να με κάνει να νοιώσω γυναίκα; Ξέρεις ότι έχουν περάσει 10 μήνες και δεν με έχει ακουμπήσει; Ούτε καν ‘χέρι’ δεν μου έχει βάλει;
– Το ξέρω.
– Και συνεχίζεις να με ρωτάς πως το έκανα;
– Ναι.
– Δεν πας καλά.
– Και πας εσύ;
– Εγώ, πρέπει να είμαι αυτή που θα κρατάει τις ισορροπίες σου. Αυτή που θα σε επαναφέρει στον σωστό δρόμο.
– Και σωστός δρόμος είναι αυτός που θα πρέπει εγώ να μένω ανέγγιχτη για 10 και βάλε μήνες;
– Ακριβώς.
– Δεν πας καλά.
– Το ξαναείπες.
– Και θα το ξαναπώ.
– Θα γυρίσουν και θα πουν διάφορα για σένα. Θα σε πουν ‘πουτάνα’ και ‘τσούλα’.
– Τόσο καιρό το έλεγαν χωρίς να έχω κάνει τίποτα. Ε, τώρα ας έχουν και χειροπιαστές αποδείξεις. Τους βαρέθηκα όλους. Τ’ ακούς; Όλους.
– Εσύ μπορεί να τους βαρέθηκες, αλλά αυτοί είναι εκεί. Σε περιμένουν να σε κατασπαράξουν. Ούτε οι ίδιοι οι γονείς σου δεν θα καταλάβουν. Ούτε η μάνα σου, ούτε ο πατέρας σου. Και πως θα μπορούσαν άλλωστε, αφού αυτοί έζησαν μία ζωή μέσα στην υποκρισία και στο ψέμα. Για τα μάτια του κόσμου τα πάντα.
– Αυτό λέω και ‘γώ. Βαρέθηκα πια. Τους σιχάθηκα όλους.
– Πρόσεχε, παραλίγο να τρακάρεις.

Η στρέψη του τιμονιού απότομη. Απέφυγε το προπορευόμενο αυτοκίνητο που σταμάτησε απότομα και επέστρεψε στον δρόμο της.

– Είδες τι πήγα να πάθω; Μου πιπιλίζεις το μυαλό και χάνω την αυτοσυγκέντρωσή μου.
– Ναι, πες ότι σου φταίω εγώ τώρα; Και όχι ο παίδαρος που πέρασες τις προηγούμενες 2 ώρες μαζί του;
– Τα παραλές. Όχι και παίδαρος ο Αντρέας. Καλοβαλμένος.
– Καλοβαλμένος αυτός ή εσύ βολεύτηκες μια χαρά;
– Ναι. Δεν έχω παράπονο. Ντούρος ο Αντρέας. Με έστειλε αδιάβαστη.
– Τουλάχιστον, το ευχαριστήθηκες.
– Το καλό να λέγεται.

Δεν άργησε να φτάσει σπίτι. Πάρκαρε μπροστά στην πολυκατοικία που έμενε, έκλεισε το αυτοκίνητο και κατευθύνθηκε προς την εξώπορτα. Μπήκε μέσα, ανέβηκε στον 4ο και μπήκε στο διαμέρισμα. Εκεί, σε μία πολυθρόνα, αντίκρισε τον άντρα της.

– Καλώς την.
– Γεια.
– Τι έγινε; Δεν πέρασες καλά εκεί που ήσουν;
– Μια χαρά πέρασα, αλλά κράτησε λίγο.
– Θα ξαναπάς;
– Αναμφίβολα.
– Χαίρομαι που πέρασες καλά. Έχει τίποτα να φάμε;
– Όχι. Δεν πρόλαβα να ετοιμάσω τίποτα. Να παραγγείλουμε κάτι απ’ έξω.
– Τι λες για πίτσα;
– Όχι, παχαίνει. Καμιά μπριζόλα στα κάρβουνα με σαλάτα.
– Εντάξει. Θα παραγγείλω.
– Εγώ πάω για ένα μπάνιο.
– Μέχρι να βγεις θα έχουν έρθει.

Γδύθηκε και μπήκε στην μπανιέρα.

– Είδες πόσο εύκολο ήταν;
– Σε παραδέχομαι φιλενάδα. Τι ώρα είπαμε αύριο με τον Αντρέα;
– Την ίδια. Στις 5. Bλέπεις, αργεί να σχολάσει ο γλυκός μου.

Το νερό κάλυψε τις σκέψεις της. Θα τις ξανάβρισκε εκεί, όταν τελείωνε. Αν και είχε αποφασίσει για σήμερα, να μην σκεφτεί άλλο…

(‘Teddy’ by William Whitaker)

Γαμήλιος χορός…

black-tie-affair-ii-by-karen-dupre.jpegΟι ήχοι από την σύγκρουση των ασημένιων μαχαιροπήρουνων με τα χείλη των κολονάτων ποτηριών, κατέκλυσαν τον χώρο. Η παραίνεση στο νιόπαντρο ζευγάρι να σηκωθεί να χορέψει, δεν άργησε να πάρει σάρκα και οστά. Μπροστά ο γαμπρός και πίσω η νύφη, πιασμένοι χέρι-χέρι προχώρησαν προς το κέντρο της αυτοσχέδιας πίστας. Κοιτάχτηκαν για λίγο στα μάτια, γέλασαν και αγκαλιάστηκαν. Ο ήχος από το αγαπημένο τους τραγούδι, ήρθε να καλύψει κάθε άλλον και τα δύο κορμιά, ενωμένα σαν ένα, λικνίστηκαν στον ρυθμό του.

Εσύ,
μοιάζεις με πανέμορφο λουλούδι στη γη,
είσαι μες στην έρημο αστείρευτη πηγή,
εσύ, μόνο εσύ.

Εσύ,
μοιάζεις με τον ήλιο στο γαλάζιο ουρανό,
λαμπερό αστέρι στο γλυκό το δειλινό,
εσύ, μόνο εσύ.

Ο γαμπρός, κοιτάζει στα μάτια την νύφη. Σκύβει και της ψιθυρίζει κάτι στο αυτί. Εκείνη γελάει και κλείνει τα μάτια της. Φαίνεται ευτυχισμένη, είναι ευτυχισμένη. Γέρνει περισσότερο στην αγκαλιά του άντρα της.

Θα σ’ αγαπώ,
ώσπου να γίνω εγώ εσύ, κι εσύ εγώ,
κι ώσπου το μέλλον, το παρόν, το παρελθόν,
γίνουν εσύ, κι εσύ εγώ,
εγώ θα σ’ αγαπώ.

Από τα μάτια του πατέρα του γαμπρού, κυλάει ένα δάκρυ. Οι συγγενείς καταλαβαίνουν αμέσως. Κλαίει για την μοναξιά του. Στο τέλος της βραδιάς, θα αφιερώσει στην αγαπημένη του σύζυγο, την Νίκη του, το ‘Άστρα μη με μαλώνετε’. Η πεποίθηση ότι τους έβλεπε από εκεί που βρισκόταν, ήταν διάχυτη στο χώρο.

Εσύ,
μοιάζεις καλοκαίρι στης ζωής τη χειμωνιά,
μια ζεστή ελπίδα στης καρδιάς τη παγωνιά,
εσύ, μόνο εσύ.

Εσύ,
μοιάζεις λαμπερή δροσοσταλιά στο πρωινό,
άρωμα φερμένο από τόπο μακρινό,
εσύ, μόνο εσύ.

Το τραγούδι φτάνει στο τέλος του. Τα δύο κορμιά δεν θέλουν να χωρίσουν. Θέλουν να συνεχίσουν να είναι ενωμένα, σαν ένα. Είναι ευτυχισμένοι, γελάνε, χαίρονται. Ζουν. Ένας ξάδελφος του γαμπρού, σε μία άκρη ενός τραπεζιού, τους κοιτάει και χαίρεται με την ευτυχία τους. Κάποτε, πριν από 10 περίπου χρόνια, ζούσε αντίστοιχες στιγμές. Τα δύο αυτά κορμιά, τα δύο αυτά παιδιά, του θύμισαν όρκους και υποσχέσεις. Όρκους και υποσχέσεις που έμειναν ξεχασμένα σε έναν αντίστοιχο χορό, ένα ζεστό βράδυ Σεπτεμβρίου. Γέλασε ή έκλαψε, δεν ξέρει. Απλά, χειροκρότησε με την ψυχή του.

Θα σ’ αγαπώ,
ώσπου να γίνω εγώ εσύ, κι εσύ εγώ,
κι ώσπου το μέλλον, το παρόν, το παρελθόν
γίνουν εσύ, κι εσύ εγώ,
εγώ θα σ’ αγαπώ.

Γιάννη μου και Αγγελική μου, να ζήσετε. Να είστε πάντα καλά. Κάθε ευτυχία στην κοινή σας ζωή.
Ο ξάδερφός σας, Γιώργος

(‘Black tie affair II’ by Karen Dupre)

Εκδίκηση…

portrait-of-ira-by-tamara-de-lempicka.jpegΞέρω. Είσαι εκεί, στην ίδια θέση, όπως τότε. Ναι, ξέρω. Με παρατηρείς. Με βλέπεις να χτυπιέμαι, να πονάω, να παρακαλάω. Ναι, ξέρω. Επιβλέπεις την εκδίκησή σου. Χαίρεσαι, γελάς, τρεμοπαίζει το μάτι σου από την ηδονή. Ναι, ξέρω. Νικάς και σ’ αρέσει. Το περίμενες καιρό. Ήσουν στημένη στην γωνία και περίμενες. Με έβλεπες να ζω, να χαίρομαι, να αισθάνομαι. Να γίνομαι αυτό που πάντα εποφθαλμιούσες. Ευτυχισμένος. Δεν τα παράταγες όμως. Δεν κοίταζες την δική σου ζωή. Έπαιρνες δύναμη και ενέργεια από την προσμονή της εκδίκησης. Και χτύπησες, όταν εγώ έστρεψα το βλέμμα μου μακριά από το οπτικό σου πεδίο. Με πόνεσες. Βαθιά. Το ευχαριστήθηκες.
Όμως, πρέπει να ξέρεις κάτι. Όσο κι’ αν πόνεσα, έμαθα να προχωράω μπροστά. Τα χρόνια δίπλα σου με έκαναν να σε αντέχω. Έπαθα ανοσία από την κακία σου. Δεν με ακουμπάς πια. Κι’ αν κλαίω, είναι επειδή πίστεψα ότι θα είχες αλλάξει. Κι’ αν κλαίω, είναι επειδή πίστεψα ότι είχα γλυτώσει από εσένα. Δεν πειράζει όμως. Χαλάλι σου κοπέλα μου. Χαλάλι. Όχι, μην νομίζεις ότι είμαι γενναιόδωρος. Άνθρωπος είμαι. Κάτι, που δεν είσαι εσύ…

(‘Portrait of Ira’ by Tamara de Lempicka)

Lady d’Arbanville…

Γράψε έναν ύμνο. Έναν ύμνο για την γυναίκα που έχεις δίπλα σου. Την κοιτάς. Την παρατηρείς. Την ξέρεις; Την γνωρίζεις, δεν την ξέρεις. Αν δεν σου ανοιχθεί η ίδια, απλά την γνωρίζεις. Πόσοι δεν έχουν περάσει μία ζωή δίπλα σε μία γυναίκα και απλά την γνώρισαν;

Είναι εκεί. Δίπλα σου. Το εξεταστικό βλέμμα σου, την ψάχνει. Ψάχνει κάθε πτυχή του κορμιού της. Κάθε βαθούλωμα, κάθε ύψωμα. Αναρωτιέσαι, είναι δική μου; Την ακουμπάς, την αγγίζεις. Ναι, δική μου είναι. Είναι; Ποτέ δεν ξέρεις. Πάντα στην αμφιβολία. Μα, μου λέει ότι είναι δική μου, απαντάς. Ε, και; Πάντα υπάρχει ένα ‘ε, και’ μέσα στο μυαλό σου, να σου τινάζει τις βεβαιότητες στον αέρα. Και ψάχνεις, και ψάχνεσαι.

Γράψε έναν ύμνο. Σαν αυτόν που ακολουθεί. Και τραγούδησέ τον, σαν να κάνεις έρωτα σε κείνη που τον αφιερώνεις. Που ξέρεις; Η Ιστορία απέδειξε ότι κάθε αληθινό, μένει για πάντα. Έτσι και ‘συ. Κέρδισε μία αιωνιότητα μιλώντας γι’ αυτό που καίει την ψυχή σου, γι’ αυτό που ξεριζώνει τα σωθικά σου. Μίλα για εκείνη. Μπορεί και να σε ακούσει. Κι’ αν δεν σε ακούσει, θα υπάρξουν κάποιοι που θα ζηλέψουν τον ύμνο σου και θα γράψουν γι’ αυτόν κάποτε.

Όπως κάνω τώρα εγώ. Όπως θα ήθελα να τον γράψω κι εγώ…

I loved you my lady, though in your grave you lie,
I’ll always by with you
This rose will never die, this rose will never die.

Κάπως έτσι, μπορεί να σκέφτηκε ο Cat Stevens, βλέποντας το θλιμμένο πρόσωπο της Patti d’ Arbanville. Κι’ έτσι πέρασε στην Ιστορία. Ακούστε την φωνή του, που τραγουδάει, λες και κάνει έρωτα στην μούσα του…

Γράφοντας κεφάλαια ζωής…

matin-pour-elle-by-pierre-farel.jpegΤα κεφάλαια της ζωής της τα έγραφε νύχτα, λες και δεν έπρεπε να τα δει το φως του ήλιου την ώρα που γράφονταν και φωτίζοντάς τα, χάσουν εκείνη την μαυρίλα που κάνει τις ιδιαίτερες στιγμές του καθενός μας, να δείχνουν περισσότερο τραγικές απ’ ότι είναι στην πραγματικότητα.

Έτσι και τον Τάσο. Νύχτα τον γνώρισε, σε ένα bar του συρμού, ανάμεσα σε παρέες από ανέραστες νεαρές και άνοστους νεαρούς. Ανάμεσα σε εκκωφαντικούς θορύβους και κορμιά λικνιζόμενα με μαεστρία σ’ αυτούς. Νύχτα τον χώρισε, πάλι σε ένα τέτοιο bar, όταν τον είδε να χαριεντίζεται με μία από αυτές τις ανέραστες νεαρές. Χάρη της έκανε βέβαια, αλλά αυτό δεν επρόκειτο να του το ξεστομίσει ποτέ. Θυμάται να την ακολουθεί στα σκαλιά της εισόδου εκείνου του bar, αλλά εκείνη σταθερά αμετάπειστη στην απόφασή της, προχωρούσε τον δρόμο μακριά του, με ένα χαμόγελο σχηματισμένο στα χείλη της. Χαμόγελο νίκης και ξαλαφρώματος. Μπήκε στο πρώτο taxi που βρήκε μπροστά της και έφυγε. Δεν ξαναγύρισε.

Με τον Τάσο είχε περάσει πολύ όμορφες στιγμές. Στιγμές όμως. Τίποτε περισσότερο. Στιγμές ασύνδετες και αποσπασματικές. Σαν στιγμιότυπα από ‘ταινία προσεχώς’. Που προσπαθείς να καταλάβεις την πλοκή, αλλά σου λείπουν τόσα κομμάτια, που κουράζεσαι και παρατάς την προσπάθεια. Είχε όμως να παραδεχθεί, ότι στον ερωτικό τομέα, ο Τάσος ήταν άπαικτος. Άπαικτος και πέντε χρόνια μικρότερος. Δεν την χάλαγε. Ίσα-ίσα. Μια χαρά ο Τάσος. Στα πάνω της κι’ αυτή. Τρομερός εραστής, τουλάχιστον για τα δικά της δεδομένα. Ένοιωθε τον πόθο να ξεχειλίζει μέσα της όποτε έκαναν έρωτα. Και όχι μόνο τότε. Κι’ όταν τον σκεφτόταν. Ανταριαζόταν, όπως συνήθιζε να λέει, μόνο και μόνο στην σκέψη του.

Από τότε που είχε χωρίσει, δεν υπήρξε άντρας να την κάνει να νοιώσει έτσι. Για την ακρίβεια, ελάχιστες φορές στη ζωή της είχε να νοιώσει έτσι. Και με τον άντρα της, στις αρχές μόνο υπήρχε εκείνο το ‘πάρε με και φτάσε με στα άκρα’. Τον τελευταίο καιρό της κοινής τους συμβίωσης, είχε μετατραπεί σε αγγαρεία παρά σε ευχαρίστηση. Τον αγαπούσε βέβαια. Πολύ. Έτσι πίστευε. Είχαν παντρευτεί σε νεαρή ηλικία, μη γνωρίζοντας από δυσκολίες και προβλήματα. Δεν ήξεραν τίποτε για την ζωή, μα ήλπιζαν τα πάντα. Και αυτό τους πέθανε. Και εκείνους και την ζωή τους.

Ανάλαφρη από τα δεσμά του γάμου, είχε ξεκινήσει την αναζήτησή της για την σχέση εκείνη που θα της δώσει το ‘κάτι’ διαφορετικό. Όχι άλλον έναν γάμο. Μέσα από πολλές προσπάθειες, είχε καταλήξει στο συμπέρασμα, ότι το ‘κάτι’ δεν υπάρχει. Τουλάχιστον, έτσι όπως αυτή ήθελε να το ζήσει. Επίσης, είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι ‘άντρες έχουν μεταξύ τους τόσες διαφορές όσες σου χρειάζονται για να ερεθιστείς και να αναζητήσεις τον καινούργιο, και τόσες ομοιότητες όσες σου χρειάζονται για να παραμείνεις στον παλιό’. Συγκλονιστικά συμπεράσματα, αλλά έπρεπε να πορευτεί με αυτά.

Όταν γνώρισε τον Τάσο, δεν εντυπωσιάστηκε ιδιαίτερα. Ένας καλοβαλμένος νεαρός, σαν τόσους που κυκλοφορούν. Την προσέγγισε διακριτικά, παράξενο για άντρα της εποχής της. Όχι το ‘διακριτικά’ αλλά το ‘προσέγγισε’. Της άρεσε. Και ενέδωσε. Και πέρναγε καλά. Ώσπου ο Τάσος άρχισε να απαιτεί περισσότερα. Όταν ο Τάσος άρχισε να την νοιώθει σαν απόκτημά του και σαν κεκτημένο του. Τότε, οι διακόπτες ασφαλείας που υπάρχουν στο μυαλό της, άρχισαν να πέφτουν. Βραχυκύκλωσε. Δεν μπορούσε πια να λειτουργήσει μέσα στην σχέση αυτή. Του το είπε, μήπως και άλλαζε στάση. Τον προειδοποίησε. Εκείνος όμως, δεν καταλάβαινε. Συνέχιζε. Εκείνη, πνιγόταν. Έπρεπε να τον αφήσει. Έπρεπε να φύγει μακριά, για να μπορέσει να αναπνεύσει.

Και της την πρόσφερε στο πιάτο. Και το εκμεταλλεύτηκε. Της πρόσφερε αφορμή, διαμορφώνοντας την αιτία στα μέτρα του Τάσου για να το καταλάβει εκείνος και να το αποδεχτεί. Θα της έλλειπαν βέβαια εκείνα τα βράδια του αξεπέραστου ερωτισμού που περνούσαν επάνω στο κρεβάτι του Τάσου, αλλά ήταν ένα αντίτιμο που ήταν διατεθειμένη να πληρώσει για να βρει την ψυχική της ηρεμία. Θα υπέφερε την πολιορκία του Τάσου τις επόμενες ημέρες, αλλά θα το άντεχε κι’ αυτό. Εξάλλου, τι άντρας θα ήταν αν δεν την κυνηγούσε και λίγο για να ικανοποιήσει τον εγωισμό του; Για να ικανοποιήσει το γεγονός ότι είναι ‘άντρας’;

‘Πάμε γι’ άλλα’ αναφώνησε και ο ταξιτζής την κοίταξε παράξενα χωρίς να πει κουβέντα. ‘Εγώ να είμαι καλά’ ξαναείπε, αυτή την φορά χαμηλόφωνα, μη θέλοντας να ενοχλήσει τον ταξιτζή.

(τα συμπεράσματα της ηρωίδας, προέκυψαν από λόγια της Μάρως Βαμβουνάκη)

(‘Matin pour elle’ by Pierre Farel)

Ο δρόμος, ο χρόνος, η ζωή… (το τέλος)

master-bedroom-by-andrew-wyeth.jpegΞύπνησε απότομα από την σκέψη, ότι μπορεί να ζει τις τελευταίες του στιγμές. Η σκέψη αυτή τον φόβισε. Όχι γιατί θα πέθαινε. Δεν τον φόβιζε ο θάνατος. Ποτέ δεν τον φοβήθηκε. Τον φόβιζε η σκέψη ότι θα πήγαινε να τον συναντήσει κοιμισμένος και όχι ξύπνιος. Τουλάχιστον τον θάνατο, ήθελε να τον συναντήσει ξύπνιος. Όρθιος. Αγέρωχος. Ήθελε να τον συναντήσει όπως του άξιζε.

Έμεινε βυθισμένος στις σκέψεις του. Δεν προσπάθησε να καταλάβει τι γινόταν γύρω του. Δεν τον ένοιαζε και ιδιαίτερα. Προετοιμαζόταν. Και η προετοιμασία απαιτούσε πλήρη αφοσίωση.

Χαρούμενες σκέψεις. Αυτό έπρεπε να κάνει. Εξάλλου, ποιος είπε ότι ο δρόμος για την άλλη ζωή, είναι στρωμένος με θλιβερές σκέψεις; Κανένας. Όσοι τον περπατάνε, έχουν γαλήνια όψη. Έτσι είχε παρατηρήσει αυτός. Χαρούμενες σκέψεις. Πόσο του έλειψαν αλήθεια;

Αναπόληση. Σε χρόνια παιδικά, νεανικά, εφηβικά, φοιτητικά. Ξαφνικά, θέλεις να θυμηθείς τα πάντα. Λογικό του φάνηκε. Οι θύμησες και οι αναμνήσεις είναι οι αποσκευές στο ταξίδι αυτό. Όσο περισσότερες έχεις, τόσο καλύτερο και πιο προετοιμασμένο ταξίδι θα κάνεις. Και έχω τέτοιες αποσκευές. Ζωή γεμάτη, ζωή πλήρης. Δεν πρέπει να με λυπάστε. Εξάλλου, ποιος σας είπε ότι δεν θέλω να ταξιδέψω;

Ζωή και θάνατος. Έννοιες αντίθετες και συμπληρωματικές. Κάτι σαν την αγάπη και το μίσος. Όχι τόσο αγαπημένες όμως. Σαν ξόρκι χρησιμοποιημένες. Όμως, τόσο στενά δεμένες με την έννοια που λέγεται ‘άνθρωπος’. Μεγάλη και δύσκολη έννοια. Ποιος μπορεί να τον καταλάβει; Ίσως, μόνο αυτός που τον έπλασε. Και πάλι, πολλές φορές, κι’ αυτός ακόμη, σηκώνει τα χέρια ψηλά.

Άφησε λίγο τις σκέψεις στην άκρη. Η επιθυμία να συνειδητοποιήσει τον κόσμο και το περιβάλλον γύρω του, λίγο πριν το τέλος, τον έκανε να προσπαθήσει να επικοινωνήσει τον γύρω χώρο. Ένοιωσε παρουσίες πολλές. Κόσμος πολύς.

– Τι γίνεται γιατρέ;
– Δεν πάει καλά. Φεύγει. Λυπάμαι.

Φεύγω ή έρχομαι; Χάνομαι ή ξαναγεννιέμαι; Τέλος ή αρχή; Δύσκολες ερωτήσεις, δύσκολες απαντήσεις. Και ποιος είμαι εγώ που θα τις δώσει; Κανένας. Δεν έζησα στο όριο. Δεν μπορώ να απαντήσω για το όριο. Δεν έζησα το μέγιστο. Δεν μπορώ να μιλήσω για το ελάχιστο.

Κουράστηκα. Φεύγω. Μάλλον. Αυτό πρέπει να είναι. Αποχαιρετισμός.

‘Σ’ αγάπησα και σ’ αγαπώ με όση δύναμη μου έδωσε η ζωή μου. Να το ξέρεις και να το θυμάσαι πάντα. Και μη με ξεχάσεις. Να με έχεις εκεί που μου αξίζει, εκεί που σου αξίζει. Να προσέχεις τον εαυτό σου’.

‘Σ’ ευχαριστώ που με ανέστησες και με παρέδωσες στον κόσμο. Με αρχές και πιστεύω. Με μυαλό και καρδιά. Να ‘σαι καλά. Θα τα πούμε’.

Κουράστηκα. Φεύγω. Μάλλον. Αυτό είναι. Καλωσόρισμα.

‘Στα χέρια σου αφήνω το τιμόνι,
Κι’ η πιο μεγάλη νύχτα ξημερώνει’…

(οι στίχοι του τέλους, ανήκουν στον Άλκη Αλκαίο)

(‘Master Bedroom’ by Andrew Wyeth)

‘Άδειου’ μέτρηση…

kiss-on-ice-and-fire-hommage-to-auguste-rodin-by-ina-mar.jpeg– Το ‘άδειο’, πως το μετράς;
– Με της καρδιάς τους παλμούς.
– Σταμάτησαν κι’ αυτοί. Άδειασαν.
– Ποτέ δεν αδειάζουν. Απλά, ακούγονται διαφορετικά.
– Πόσο διαφορετικά;
– Πιο απαλοί. Πιο λείοι. Πιο ήρεμοι.
– Κι’ αυτό είναι καλό;
– Ξεκουράζονται και παίρνουν δυνάμεις. Για να χτυπήσουν δυνατότερα και εντονότερα αργότερα. Στο μέλλον. Όταν πια θα έχεις βρει τον εαυτό σου. Όταν θα έχει εκλείψει η ανάγκη να μετράς το ‘άδειο’.
– Σκέφτηκα να φύγω.
– Πιστεύεις ότι θα έλυνες το πρόβλημα;
– Δεν θα χρειαζόταν να προσπαθώ να μετρήσω κάτι, το οποίο δεν θα μου παρουσιαζόταν συνέχεια μπροστά μου.
– Και γιατί δεν το έκανες;
– Μάταιος κόπος. Πάλι εδώ θα ήμουν. Κολλημένη στο να μετράω το ‘άδειο’. Να το μάθω καλά. Να το πονέσω και να με πονέσει, όσο αντέχει και αντέχω. Να το κατακτήσω. Να γίνει κτήμα μου. Και μετά, να το γεμίσω. Με μένα, με σένα. Με μας. Αλλά, κουράστηκα. Μου είναι πια βαρύ φορτίο. Αβάσταχτο.
– Χωράμε στο ‘άδειο’;
– Αν το φτιάξουμε στα μέτρα μας, χωράμε. Και τότε, δεν θα είναι ‘άδειο’. Θα έχει εμάς. Θα είμαστε εμείς. Οντότητες. Ψυχές. Ανάσες. Ζωές.
– Παλμοί καρδιάς.
– Έντονοι.
– Δικοί μας.
– Δικοί μας.
– Είδες που δεν είναι αβάσταχτο.
– Είδες που δεν το έχεις μετρήσει ποτέ;
– Ούτε εσύ ήξερες πριν το κάνεις.
– Αναγκάστηκα. Και έμαθα.
– Εγώ δεν θα αναγκαστώ. Θέλω.
– Δεν σου ‘πρέπει’. Δεν σου αξίζει.
– Δικό μου θέμα. Εσύ να νοιαστείς μόνο για την εκμάθηση.
– Είναι και δικό μου θέμα. Με αφορά. Με αφοράς.
– Το ξέρω. Και μ’ αρέσει.
– Θα αντέξεις;
– Αν μείνεις κοντά μου.
– Θα μείνω.
– Θα αντέξω.

(‘Kiss on Ice and Fire – Hommage to August Rodin’ by Ina Mar)

Ο δρόμος, ο χρόνος, η ζωή… (ημέρα 2η)

personda-en-la-muerte-by-frida-kahlo.jpegΚρύωνε. Ένα κρύο ακαταμάχητο. Είχε ακούσει να μιλάνε για το βάρος της ψυχής, για εκείνα τα 21 γραμμάρια που βαραίνουν το σώμα των ανθρώπων. Δεν είχε ακούσει ποτέ για την θερμότητά της. Τώρα που την ένοιωθε να φεύγει από πάνω του, διαπίστωσε ότι η θερμότητα που σκορπάει η ψυχή στο σώμα, είναι δυσανάλογη του βάρους της. Χαμογέλασε μέσα του με την διαπίστωσή του. Χαμογέλασε μέσα του με την ανακρίβεια των νόμων της φυσικής που διέπουν το σύμπαν. Το σύμπαν μπορεί να διέπεται από νόμους, το ανθρώπινο σώμα ποτέ, σκέφτηκε. Προσπάθησε να μυρίσει τον αέρα του δωματίου για να καταλάβει την παρουσία άλλου ατόμου εκεί μέσα. Δεν αντιλήφθηκε κάτι. Μόνο τον ήχο της βροχής στο κλειστό τζάμι άκουγε. Πάντα ήθελε να πεθάνει μία βροχερή μέρα.

Πρέπει να είχε αποκοιμηθεί πάλι. Τον ξύπνησαν οι ομιλίες των δύο γυναικών της ζωής του, της γυναίκας και της μητέρας του. Τις ένοιωσε δίπλα στο παράθυρο, να μιλάνε χαμηλόφωνα και να κλαίνε στο τέλος κάθε πρότασης.

– Τον χάνω μητέρα. Το ακούς; Τον χάνω.
– Ηρέμησε κορίτσι μου. Ο γιός μου είναι πολεμιστής. Θα τα καταφέρει. Θα δεις. Θα διαψεύσει τους γιατρούς.
– Δεν θα μπορέσει. Το είπαν ξεκάθαρα. Ώρες του έμειναν. Δεν ανταποκρίνεται στην θεραπεία. Το άκουσες και μόνη σου.
– Έχω ελπίδες.
– Εγώ, καμία.
– Σταμάτα. Μην το λες έτσι. Η ελπίδα πεθαίνει τελευταία.
– Η δική μου έχει πεθάνει ήδη. Και τώρα περιμένω να πεθάνει κι εκείνος. Τι θα κάνω τώρα; Μπορείς να μου πεις;
– Τίποτα. Δεν μπορείς να κάνεις τίποτα.
– Αυτό με τρελαίνει. Να βλέπεις τον άνθρωπό σου ανήμπορο και να μην μπορείς να τον βοηθήσεις.
– Δεν μπορούσες να κάνεις τίποτε παραπάνω. Τίποτε.
– Δεν θέλω να τον χάσω.
– Ούτε εγώ. Αλλά, αν είναι θέλημα Θεού, δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα. Ότι γράφει δεν ξεγράφει.
– Δεν μπορώ την μοιρολατρία.
– Ούτε ‘γώ. Αλλά, έτσι είναι. Δεν αλλάζει.
– Φοβάμαι.
– Και ‘γώ.

Το κλάμα της γυναίκας του έγινε πιο έντονο. Η μητέρα του προσπαθούσε να την ηρεμήσει, πνίγοντας τα δικά της δάκρυα. Δεν ήθελε να τις ακούει άλλο. Κοιμήθηκε.

‘Το γελεκάκι που φορείς
Εγώ στο ‘χω ραμμένο
Με πίκρες και με βάσανα
Στο ‘χω φοδραρισμένο.’

Η μελωδική φωνή της μητέρας του, τον ξύπνησε. Το τραγούδι που του έλεγε όταν ήταν μικρός για να τον κοιμίσει. Τα παιδικά του χρόνια στο προσκήνιο. Πόση ζεστασιά πλημμύρισε την καρδιά του. Η μητέρα του, είχε πάντα τον τρόπο να τον κάνει να νοιώθει έτσι. Ακόμη και τώρα. Ακόμη και τώρα, που η ψυχή του σκορπούσε στον άνεμο.

‘Φόρα το μωρό μου, φόρα το μικρό μου
Γιατί δεν θα το ξαναφορέσεις άλλο πια
Φόρα το για να ‘σαι, για να με θυμάσαι
Για μετάξι έχω τα σγουρά σου τα μαλλιά.’

Ξανακοιμήθηκε πριν προλάβει να ακούσει τον λυγμό της μητέρας του, καθώς τελείωνε το νανούρισμα…

(συνεχίζεται…)

(‘Personda en la Muerte’ by Frida Kahlo)

Μοναξιά…

Μοναξιά,
Αμόνι που σφυρηλατείται επάνω σου η ζωή μου…

Μοναξιά,
Έργο παιγμένο από ηθοποιούς άμαθους σε δύσκολους ρόλους…

Μοναξιά,
Όμορφες λέξεις ειπωμένες από χείλη στεγνά…

Μοναξιά,
Ανίερη συμμαχία των ‘θέλω’ μου με τα ‘πρέπει’ μου…

Μοναξιά,
Αν ήξερα ότι θα σε αγαπήσω τόσο πολύ,
θα προτιμούσα να μην γεννιόμουν ποτέ…

Μοναξιά,
Αν ήξερα ότι θα σε μισήσω τόσο πολύ,
θα προτιμούσα να πέθαινα πριν σε γνωρίσω…

(‘Musk 1’ by Rabi Khan)

Ο δρόμος, ο χρόνος, η ζωή… (ημέρα 1η)

Είχε πάρει να βρέχει από το πρωί. Άκουγε υπόκωφα τις στάλες της βροχής να πέφτουν με μανία επάνω στο τζάμι του δωματίου. Δεν είχε κοιμηθεί καλά το βράδυ. Σκέψεις διάφορες περνούσαν από το μυαλό του. Δεν αντιδρούσε όμως. Δεν ήξερε αν ήταν ηθελημένη η απουσία αντίδρασης ή όντως δεν μπορούσε να αντιδράσει. Τουλάχιστον καταλάβαινε. Και αυτό του έφτανε. Τα φάρμακα που του έδιναν, τον βοηθούσαν να μην πονάει. Κάτι ήταν κι’ αυτό. Εδώ και λίγη ώρα, είχε μπει στο δωμάτιο η γυναίκα του. Την ένοιωσε να περιφέρεται μέσα στο δωμάτιο. Δεν μπορούσε να την δει. Μόνο να την ακούσει και να την αισθανθεί. Την ένοιωσε να κάθεται δίπλα του, σε μία καρέκλα. Αισθάνθηκε το χέρι της να πιάνει το δικό του. Ασυναίσθητα, προσπάθησε να της το σφίξει. Δεν μπορούσε. Λυπήθηκε.

Δεν είχε κοιμηθεί καλά το βράδυ. Αν και δεν ήθελε να φύγει από το πλάι του, οι γιατροί την ανάγκασαν να φύγει. Την είχαν διαβεβαιώσει ότι δεν υπήρχε λόγος να ξενυχτίσει κοντά του. Εξάλλου, όπως της είπαν, δεν ήταν σε θέση να καταλάβει ποιος ήταν εκεί μαζί του. Με πόνο καρδιάς έφυγε. Γύρισε όμως δίπλα του, πολύ νωρίς το πρωί. Έβρεχε. Παράξενο, σκέφτηκε. Έτσι ένοιωθε κι εκείνη. Σαν μία βροχερή ημέρα. Μουντή και σκοτεινή. Και με ένα κόμπο να ανεβαίνει στο λαιμό της. Γι’ όλα αυτά που θα έχανε, έτσι κι αυτός δεν κατάφερνε να ξεπεράσει τον κίνδυνο. Κοίταξε έξω από το παράθυρο. Η βροχή συνέχιζε. Πήγε και κάθισε κοντά του. Του έπιασε το χέρι. Ένοιωσε ανατριχίλα. Χαμογέλασε και ένα δάκρυ κύλησε στο πρόσωπό της. Ένα ακόμη δάκρυ. Αποφάσισε να του μιλήσει. Έστω κι’ αν εκείνος, δεν ήταν σε θέση να την ακούσει.

Καλημέρα αγαπημένε μου. Σήμερα ξύπνησα και το κρεβάτι ήταν άδειο. Έλλειπες καρδιά μου. Έλλειπες και άδειασε το σπίτι. Φώναζα το όνομά σου, αλλά απάντηση δεν έπαιρνα. Θυμάσαι τι μου έλεγες; Ότι δεν θα λείψεις από το πλάι μου ποτέ. Ότι θα ξυπνάμε πάντα μαζί. Αθέτησες την υπόσχεσή σου. Σήμερα έλλειπες καλέ μου. Και ‘γώ μόνη. Με μια μοναξιά αβάσταχτη. Απερίγραπτη. Ασήκωτη. Να προσπαθώ να στηρίξω εμένα, και να μην βρίσκω κανένα στήριγμα. Ντύθηκα και ήρθα αμέσως. Οι γιατροί, δεν με άφησαν να μείνω το βράδυ μαζί σου. Δεν πρόκειται να τους ξανακούσω. Θα μείνω δίπλα σου, όσο χρειαστεί.

Την άκουγε και δεν μπορούσε να απλώσει το χέρι του να την ηρεμήσει. Να την καθησυχάσει. Ανήμπορος μέσα στην ακινησία του. Σκέφτηκε, να της δώσει κάποιο σημάδι. Δεν μπορούσε. Λυπήθηκε και θύμωσε. Την άκουγε να μιλάει.

Θυμάσαι τότε, όταν πρωτογνωριστήκαμε; Που με πολιορκούσες έντονα; Πόσο γυναίκα με έκανες να νοιώθω τότε. Και τώρα βέβαια, δεν πήγαινες πίσω. Ένοιωθα και νοιώθω γυναίκα κοντά σου. Χαιρόσουν να με βλέπεις έτσι. Είχες τον τρόπο σου να το πετυχαίνεις. Το βλέμμα σου. Το άγγιγμά σου. Το χάδι σου. Τα λόγια σου. Όλα μαζί και το καθένα χωριστά. Πάντα σου έκανα την δύσκολη. Και πάντα, ερχόσουν με πιο πολύ ορμή. Πόσο ποθητή ένοιωθα και νοιώθω κοντά σου.

Έφερε στο νου του, εικόνες από τις λέξεις της. Πάντα του άρεσε. Πάντα την εύρισκε πολύ ωραία γυναίκα. Αισθάνθηκε όμορφα.

Ξέρεις, πιστεύω ότι αυτό είναι ένα στοιχείο, που βοήθησε το γάμο μας να αντέξει. Αυτή η έντονη ερωτική διάθεση που υπήρχε μεταξύ μας. Ακόμη και σε στιγμές που υπήρξαν προβλήματα, αυτή η επιθυμία μας βοήθησε να τα ξεπερνάμε. Μας ζέσταινε και μας τόνωνε. Ποτέ δεν αποποιηθήκαμε τους ρόλους μας σαν ζευγάρι. Πάντα εσύ ήσουν ο άντρας και πάντα εγώ ήμουν η γυναίκα. Μου άρεσε αυτό. Και μου αρέσει. Και το χρωστάω σε σένα.

Αισθάνθηκε πολύ πιο όμορφα.

Δεν πρόλαβε να συνεχίσει. Χτύπησε η πόρτα. Φώναξε ‘εμπρός’ και η μητέρα του φάνηκε στο άνοιγμά της.

– Καλημέρα. Πως είναι;
– Καλημέρα. Σταθερή η κατάστασή του, λένε οι γιατροί. Περιμένουν. Θα δείξει.
– Εσύ; Πως είσαι;
– Προσπαθώ. Εσείς;
– Επίσης.
– Καταλαβαίνει τίποτα;
– Οι γιατροί λένε πως όχι. Εγώ πιστεύω πως ναι.
– Και ‘γώ, το ίδιο πιστεύω. Πάντα, ήταν γερή κράση. Πάντα πολεμιστής.
– Ναι. Πάντα.
– Πάμε να πιούμε ένα καφέ; Ήρθα άρον-άρον και δεν πρόλαβα να πιω.
– Ναι, πάμε. Και ‘γώ θα ήθελα έναν.

Έσκυψε, του έδωσε ένα φιλί στο μέτωπο και έφυγε.

Έμεινε μόνος με τις σκέψεις του. Η εξομολόγηση της γυναίκας του, του έκανε καλό. Βυθίστηκε στις σκέψεις του. Πέρασε από τα κλειστά του μάτια, η εικόνα της. Την είδε να του γελάει. Της γέλασε κι’ αυτός. Την είδε να φεύγει από κοντά του. Προσπάθησε να τρέξει να την φτάσει. Δεν μπορούσε. Ξαναπροσπάθησε. Η πνευματική προσπάθεια, τον εξάντλησε. Κοιμήθηκε. Για ώρες πολλές. Του φάνηκε σαν προεόρτια. Σαν να προετοιμαζόταν. Ξύπνησε το άλλο πρωί. Η βροχή, συνέχιζε να χτυπάει το τζάμι του δωματίου. Ένοιωσε κρύο. Η ψύχρα του τέλους…

(συνεχίζεται…)

(‘Together’ by Dagmar Zupan)

Ο δρόμος, ο χρόνος, η ζωή… (η αρχή)

Ο δρόμος προς το σπίτι του, δεν είχε καμία αλλαγή. Τα τελευταία 10 χρόνια, ίδια σπίτια, ίδια δένδρα, ίδια πεζοδρόμια. Απόλυτη έλλειψη του διαφορετικού. Οδηγούσε διαδικαστικά, εκτελεστικά. Που και που, άφηνε το αυτοκίνητο να ρολλάρει πάνω στην άχρωμη άσφαλτο, χωρίς δική του επέμβαση.

Το ποδήλατο που διάσχισε κάθετα τον δρόμο, από την δεξιά πλευρά της κίνησής του, ήταν μία κάποια αλλαγή στην ίδια επαναλαμβανόμενη εικόνα της διαδρομής του. Αναπάντεχη και πλήρως απρόσμενη. Η στρέψη του τιμονιού στην αντίθετη κατεύθυνση, είχε ως αποτέλεσμα την πρόσκρουση του αυτοκινήτου επάνω σε έναν στύλο φωτισμού. Το συνεργείο που διενήργησε τον απεγκλωβισμό του, χρειάστηκε πολύ ώρα να ολοκληρώσει τις εργασίες του, μιας και η μάζα των σιδερικών και του σώματός του, μορφωμένη από τα χέρια κάποιου ιμπρεσιονιστή γλύπτη, απαίτησε χειρουργικής φύσεως επεμβάσεις για να διαχωριστεί.

Από τα έγγραφα που υπήρχαν μέσα στο αυτοκίνητο, εντοπίστηκαν και ειδοποιήθηκαν οι κοντινοί συγγενείς του, η γυναίκα και η μητέρα του. Δύο γυναίκες διαφορετικές, δύο κόσμοι ξένοι, με κοινό σημείο σύγκλισης εκείνον. Έφτασαν στο νοσοκομείο που είχε μεταφερθεί με διαφορά λίγης ώρας, αλλά με την ίδια έκφραση στα μάτια (απελπισίας), με την ίδια ερώτηση στα χείλη (θα ζήσει; θα γίνει καλά;) και την ίδια προσμονή στ’ αυτιά για την απάντηση του γιατρού (ναι).

Η απάντηση που έλαβαν από τον θεράποντα ιατρό, καθ’όλα επαγγελματική και απρόσωπη: ‘Προς το παρόν βρίσκεται σε κωματώδη κατάσταση. Το επόμενο 48ωρο θα μας επιτρέψει να κάνουμε πιο ακριβή εκτίμηση της πορείας του. Πάντως, δεν έχουμε χάσει τις ελπίδες μας.’.

Το προσωπικό του νοσοκομείου παρέχει κάθε δυνατή βοήθεια και το δωμάτιο που τοποθετήθηκε, κάθε δυνατή ηρεμία και απομόνωση για γρήγορη ανάρρωση. Οι δύο γυναίκες, εναλλάξ ή κατά μόνας, βρίσκονται στο πλευρό του αγαπημένου προσώπου. Αυτός, ‘ντυμένος’ με λευκούς επιδέσμους σε όλο το σώμα, ατενίζει το άπειρο της ζωής του, με μάτια ανοιχτά και ανέκφραστα.

Νοιώθει το κάθετί που γίνεται γύρω του. Νοιώθει την ένταση στο πρόσωπο και στα μάτια της γυναίκας του, νοιώθει τον πόνο στην ψυχή και στην φωνή της μάνας του. Οι γιατροί, διαβεβαιώνουν αυτές τις δύο γυναίκες, ότι αυτός είναι σε κώμα κι’ ότι δεν μπορεί να αντιληφθεί τι γίνεται γύρω του. Ίσως και να τον βολεύει η ψευδαίσθηση των γιατρών. Ίσως και να θέλει να μείνει μόνος με τον εαυτό του, αυτές τις στιγμές. Δεν αντιδρά. Μαζεύει αντιδράσεις, σκέφτεται και επαναπροσδιορίζει την ζωή του. Όση του απέμεινε. Όση θα ήθελε να ζήσει…

(συνεχίζεται…)

Βροχή…

Βροχή…
Νερό, που πέφτει και γλυστράει,
σε τζάμια ταξιδεμένα από τον καιρό…

Βροχή…
Νερό, που πέφτει και ξεπλένει,
τα αποτυπώματα του ήλιου και καθαρίζει την μνήμη από τις ηλιόλουστες ημέρες…

Βροχή…
Νερό, που πέφτει και κυλάει,
σχηματίζοντας υδάτινους δρόμους σε μάτια ερεθισμένα από θεάματα άνυδρα…

Βροχή…
Νερό, που πέφτει και δροσίζει,
την πλάση την εύπλαστη από ηλιοκαμένες υπάρξεις σε πλατείες χωρίς σκιά…

Βροχή…
Νερό, που πέφτει και θυμίζει,
εσένα που έκλεισες την πόρτα πίσω σου και άφησες τον ήχο σου να ξεχαστεί στην σιωπή της ψιχάλας…

Το κόσμημα της θλίψης…

apparition-of-the-face-of-aphrodite-by-salvador-dali.jpegΈτσι μεγάλωσε. Με μία θλίψη απροσδιόριστη στα μάτια. Όχι ότι το ήθελε. Έτσι ήταν φτιαγμένη, έτσι ήταν μαθημένη. Να φοράει συνέχεια στο πρόσωπο, στα μάτια, μία θλίψη. Μία θλίψη κόσμημα. Προσπάθησε, πολλές φορές, να την εξορκίσει. Καλύτερη λύση, το γέλιο. Γελούσε συνέχεια. Σε σημείο παρεξήγησης. Κανένας δεν μπορούσε να καταλάβει το λόγο του πηγαίου γέλιου της. Μόνο αυτή ήξερε, μόνο αυτή ήθελε να ξέρει. ‘Το κόσμημα της θλίψης, θέλει ένα γελαστό πρόσωπο για να δείχνει καλύτερο’ είπε κάποια στιγμή στην καλύτερή της φίλη. Και γέλασε.

Κάποτε, η ζωή της πρόσφερε το κλάμα. Ένα κλάμα άηχο, βγαλμένο από της καρδιάς της τα βάθη. Ένοιωσε το υγρό στοιχείο να της καίει το πρόσωπο. Έτρεξε να κοιταχτεί στον καθρέπτη. Δεν είχε ξαναδεί το πρόσωπό της κλαμένο. Και ήταν η πρώτη φορά, που το κόσμημα της θλίψης έλαμπε. Μία λάμψη απόκοσμη, διαφορετική. Κι’ από τότε, δεν έπαψε να κλαίει. Δεν έπαψε να στολίζει το κόσμημα της θλίψης της, με το κλάμα της ψυχής της.

(‘Apparition of the face of Aphrodite’ by Salvador Dali)

Για την Αμαλία…

Μην πάρεις φακελάκι - Μην δώσεις φακελάκι

«Ο ασθενής έχει το δικαίωμα του σεβασμού του προσώπου του και της ανθρώπινης αξιοπρέπειάς του»
(σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 47 του Ν. 2071/ 1992)

«Να γίνουν εξαίρεση οι αλμπάνηδες ρε παιδια, όχι ο κανόνας…»
(Αμαλία Καλυβίνου, 1977-2007)

Από την ηλικία των οκτώ ετών, η Αμαλία ξεκίνησε να πονάει. Παρά τις συνεχείς επισκέψεις της σε γιατρούς και νοσοκομεία, κανένας δεν κατάφερε να διαγνώσει εγκαίρως το καλόηθες νευρίνωμα στο πόδι της. Δεκαεπτά χρόνια αργότερα, η Αμαλία έμαθε ότι το νευρίνωμα είχε πια μεταλλαχθεί σε κακόηθες νεόπλασμα.Για τα επόμενα πέντε χρόνια η Αμαλία είχε να παλέψει όχι μόνο με τον καρκίνο, αλλά και με την παθογένεια ενός Εθνικού Συστήματος Υγείας που επιλέγει να κλείνει τα μάτια στα φακελάκια και επιμένει να κωλυσιεργεί με παράλογες γραφειοκρατικές διαδικασίες. Πέρα από τις ακτινοβολίες και τη χημειοθεραπεία, η Αμαλία είχε να αντιμετωπίσει την οικονομική εκμετάλλευση από γιατρούς που στάθηκαν απέναντί της και όχι δίπλα της. Πέρα από τον πόνο, είχε να υπομείνει την απληστία των ιδιωτικών κλινικών και την ταλαιπωρία στις ουρές των ασφαλιστικών ταμείων για μία σφραγίδα.

Η Αμαλία άφησε την τελευταία της πνοή την Παρασκευή 25 Μαϊου 2007. Ήταν μόλις 30 ετών.

Πριν φύγει, πρόλαβε να καταγράψει την εμπειρία της και να τη μοιραστεί μαζί μας μέσα από το διαδικτυακό της ημερολόγιο. Στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://fakellaki.blogspot.com, η νεαρή φιλόλογος κατήγγειλε επώνυμα τους γιατρούς που αναγκάστηκε να δωροδοκήσει, επαινώντας παράλληλα εκείνους που επέλεξαν να τιμήσουν τον όρκο που έδωσαν στον Ιπποκράτη. Η μαρτυρία της συγκίνησε χιλιάδες ανθρώπους, που της στάθηκαν συμπαραστάτες στον άνισο αγώνα της μέχρι το τέλος.

«Ο στόχος της Αμαλίας ήταν να πει την ιστορία της, ώστε μέσα απ’ αυτήν να αφυπνίσει όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους και συνειδήσεις. Κυρίως ήθελε να δείξει ότι υπάρχουν τρόποι αντίστασης στην αυθαιρεσία και την εξουσία των ασυνείδητων και ανάλγητων γιατρών, αλλά και των γραφειοκρατών υπαλλήλων του συστήματος υγείας.»

(Δικαία Τσαβαρή και Γεωργία Καλυβίνου – μητέρα και αδελφή της Αμαλίας)

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 77 του Ν. 2071/ 1992, θεωρείται πειθαρχικό παράπτωμα για τους γιατρούς του ΕΣΥ:

«Η δωροληψία και ιδίως η λήψη αμοιβής και η αποδοχή οποιασδήποτε άλλης περιουσιακής παροχής, για την προσφορά οποιασδήποτε ιατρικής υπηρεσίας»

Η Αμαλία Καλυβίνου αγωνίστηκε για πράγματα που θεωρούνται αυτονόητα σε ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος. Δυστυχώς δεν είναι και τόσο αυτονόητα στην Ελλάδα. Συνεχίζοντας την προσπάθεια που ξεκίνησε η Αμαλία, διαμαρτυρόμαστε δημόσια και απαιτούμε:

* ΝΑ ΠΑΡΘΟΥΝ ΑΜΕΣΑ ΜΕΤΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΩΣΤΕ ΝΑ ΣΤΑΜΑΤΗΣΟΥΝ ΤΑ ΦΑΚΕΛΑΚΙΑ ΚΑΙ Η ΑΝΙΣΟΤΗΤΑ ΠΟΥ ΕΠΙΦΕΡΟΥΝ ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΩΝ ΑΣΘΕΝΩΝ* ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΠΙΟ ΕΥΕΛΙΚΤΟΣ Ο ΚΡΑΤΙΚΟΣ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΩΣΤΕ ΝΑ ΜΗ ΘΡΗΝΗΣΟΥΜΕ ΞΑΝΑ ΘΥΜΑΤΑ ΕΞΑΙΤΙΑΣ ΧΡΟΝΟΒΟΡΩΝ ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΩΝ* ΝΑ ΕΠΙΒΛΗΘΕΙ ΑΥΣΤΗΡΟΤΕΡΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ ΣΤΗ ΔΙΑΠΛΟΚΗ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΚΑΙ ΙΑΤΡΙΚΟΥ ΚΑΤΕΣΤΗΜΕΝΟΥ

* ΝΑ ΑΞΙΟΠΟΙΗΘΟΥΝ ΟΙ ΑΝΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΤΕΣ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑΚΕΣ ΥΠΟΔΟΜΕΣ ΚΑΙ ΝΑ ΥΠΑΡΞΕΙ ΣΥΝΕΧΗΣ ΚΑΙ ΑΡΤΙΑ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΚΑΤΑΡΤΙΣΗ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΓΙΑΤΡΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΝΟΣΗΛΕΥΤΕΣ ΤΟΥ Ε.Σ.Υ.

* ΝΑ ΚΑΘΙΕΡΩΘΕΙ Η ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΙΑΤΡΙΚΟΥ ΦΑΚΕΛΟΥ ΤΟΥ ΑΣΘΕΝΟΥΣ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΩΣ, ΩΣΤΕ ΝΑ ΕΠΙΣΠΕΥΔΕΤΑΙ Η ΣΩΣΤΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΚΑΙ ΘΕΡΑΠΕΙΑ.

ΑΣ ΠΑΨΕΙ ΠΛΕΟΝ Η ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ ΤΩΝ ΚΥΒΕΡΝΩΝΤΩΝ, ΠΟΥ ΠΡΟΤΙΜΟΥΝ ΝΑ ΛΑΔΩΝΟΝΤΑΙ ΟΙ ΓΙΑΤΡΟΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΠΑΡΑ ΝΑ ΑΜΕΙΒΟΝΤΑΙ ΑΞΙΟΠΡΕΠΩΣ ΑΠΟ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ.

* ΟΧΙ ΑΛΛΑ ΦΑΚΕΛΑΚΙΑ

* ΟΧΙ ΑΛΛΗ ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΑ

* ΟΧΙ ΑΛΛΟΣ ΕΜΠΑΙΓΜΟΣ

ΔΙΚΑΙΟΥΜΑΣΤΕ ΔΩΡΕΑΝ ΚΑΙ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΗ ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ. ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ.Την επόμενη φορά που θα χρειαστεί να δώσετε φακελάκι, μην το κάνετε. Προτιμήστε καλύτερα να κάνετε μια δωρεά. Η τελευταία επιθυμία της Αμαλίας ήταν η ενίσχυση της υπό ανέγερση Ογκολογικής Μονάδας Παίδων.(Σύλλογος Ελπίδα, τηλ: 210-7757153, e-mail: inf0@elpida.org, λογαριασμός Εθνικής Τράπεζας: 080/480898-36, λογαριασμός Alphabank: 152-002-002-000-515)

Θυμηθείτε να αναφέρετε ότι η δωρεά σας είναι «για την Αμαλία»