Ο δρόμος, ο χρόνος, η ζωή… (ημέρα 1η)

Είχε πάρει να βρέχει από το πρωί. Άκουγε υπόκωφα τις στάλες της βροχής να πέφτουν με μανία επάνω στο τζάμι του δωματίου. Δεν είχε κοιμηθεί καλά το βράδυ. Σκέψεις διάφορες περνούσαν από το μυαλό του. Δεν αντιδρούσε όμως. Δεν ήξερε αν ήταν ηθελημένη η απουσία αντίδρασης ή όντως δεν μπορούσε να αντιδράσει. Τουλάχιστον καταλάβαινε. Και αυτό του έφτανε. Τα φάρμακα που του έδιναν, τον βοηθούσαν να μην πονάει. Κάτι ήταν κι’ αυτό. Εδώ και λίγη ώρα, είχε μπει στο δωμάτιο η γυναίκα του. Την ένοιωσε να περιφέρεται μέσα στο δωμάτιο. Δεν μπορούσε να την δει. Μόνο να την ακούσει και να την αισθανθεί. Την ένοιωσε να κάθεται δίπλα του, σε μία καρέκλα. Αισθάνθηκε το χέρι της να πιάνει το δικό του. Ασυναίσθητα, προσπάθησε να της το σφίξει. Δεν μπορούσε. Λυπήθηκε.

Δεν είχε κοιμηθεί καλά το βράδυ. Αν και δεν ήθελε να φύγει από το πλάι του, οι γιατροί την ανάγκασαν να φύγει. Την είχαν διαβεβαιώσει ότι δεν υπήρχε λόγος να ξενυχτίσει κοντά του. Εξάλλου, όπως της είπαν, δεν ήταν σε θέση να καταλάβει ποιος ήταν εκεί μαζί του. Με πόνο καρδιάς έφυγε. Γύρισε όμως δίπλα του, πολύ νωρίς το πρωί. Έβρεχε. Παράξενο, σκέφτηκε. Έτσι ένοιωθε κι εκείνη. Σαν μία βροχερή ημέρα. Μουντή και σκοτεινή. Και με ένα κόμπο να ανεβαίνει στο λαιμό της. Γι’ όλα αυτά που θα έχανε, έτσι κι αυτός δεν κατάφερνε να ξεπεράσει τον κίνδυνο. Κοίταξε έξω από το παράθυρο. Η βροχή συνέχιζε. Πήγε και κάθισε κοντά του. Του έπιασε το χέρι. Ένοιωσε ανατριχίλα. Χαμογέλασε και ένα δάκρυ κύλησε στο πρόσωπό της. Ένα ακόμη δάκρυ. Αποφάσισε να του μιλήσει. Έστω κι’ αν εκείνος, δεν ήταν σε θέση να την ακούσει.

Καλημέρα αγαπημένε μου. Σήμερα ξύπνησα και το κρεβάτι ήταν άδειο. Έλλειπες καρδιά μου. Έλλειπες και άδειασε το σπίτι. Φώναζα το όνομά σου, αλλά απάντηση δεν έπαιρνα. Θυμάσαι τι μου έλεγες; Ότι δεν θα λείψεις από το πλάι μου ποτέ. Ότι θα ξυπνάμε πάντα μαζί. Αθέτησες την υπόσχεσή σου. Σήμερα έλλειπες καλέ μου. Και ‘γώ μόνη. Με μια μοναξιά αβάσταχτη. Απερίγραπτη. Ασήκωτη. Να προσπαθώ να στηρίξω εμένα, και να μην βρίσκω κανένα στήριγμα. Ντύθηκα και ήρθα αμέσως. Οι γιατροί, δεν με άφησαν να μείνω το βράδυ μαζί σου. Δεν πρόκειται να τους ξανακούσω. Θα μείνω δίπλα σου, όσο χρειαστεί.

Την άκουγε και δεν μπορούσε να απλώσει το χέρι του να την ηρεμήσει. Να την καθησυχάσει. Ανήμπορος μέσα στην ακινησία του. Σκέφτηκε, να της δώσει κάποιο σημάδι. Δεν μπορούσε. Λυπήθηκε και θύμωσε. Την άκουγε να μιλάει.

Θυμάσαι τότε, όταν πρωτογνωριστήκαμε; Που με πολιορκούσες έντονα; Πόσο γυναίκα με έκανες να νοιώθω τότε. Και τώρα βέβαια, δεν πήγαινες πίσω. Ένοιωθα και νοιώθω γυναίκα κοντά σου. Χαιρόσουν να με βλέπεις έτσι. Είχες τον τρόπο σου να το πετυχαίνεις. Το βλέμμα σου. Το άγγιγμά σου. Το χάδι σου. Τα λόγια σου. Όλα μαζί και το καθένα χωριστά. Πάντα σου έκανα την δύσκολη. Και πάντα, ερχόσουν με πιο πολύ ορμή. Πόσο ποθητή ένοιωθα και νοιώθω κοντά σου.

Έφερε στο νου του, εικόνες από τις λέξεις της. Πάντα του άρεσε. Πάντα την εύρισκε πολύ ωραία γυναίκα. Αισθάνθηκε όμορφα.

Ξέρεις, πιστεύω ότι αυτό είναι ένα στοιχείο, που βοήθησε το γάμο μας να αντέξει. Αυτή η έντονη ερωτική διάθεση που υπήρχε μεταξύ μας. Ακόμη και σε στιγμές που υπήρξαν προβλήματα, αυτή η επιθυμία μας βοήθησε να τα ξεπερνάμε. Μας ζέσταινε και μας τόνωνε. Ποτέ δεν αποποιηθήκαμε τους ρόλους μας σαν ζευγάρι. Πάντα εσύ ήσουν ο άντρας και πάντα εγώ ήμουν η γυναίκα. Μου άρεσε αυτό. Και μου αρέσει. Και το χρωστάω σε σένα.

Αισθάνθηκε πολύ πιο όμορφα.

Δεν πρόλαβε να συνεχίσει. Χτύπησε η πόρτα. Φώναξε ‘εμπρός’ και η μητέρα του φάνηκε στο άνοιγμά της.

– Καλημέρα. Πως είναι;
– Καλημέρα. Σταθερή η κατάστασή του, λένε οι γιατροί. Περιμένουν. Θα δείξει.
– Εσύ; Πως είσαι;
– Προσπαθώ. Εσείς;
– Επίσης.
– Καταλαβαίνει τίποτα;
– Οι γιατροί λένε πως όχι. Εγώ πιστεύω πως ναι.
– Και ‘γώ, το ίδιο πιστεύω. Πάντα, ήταν γερή κράση. Πάντα πολεμιστής.
– Ναι. Πάντα.
– Πάμε να πιούμε ένα καφέ; Ήρθα άρον-άρον και δεν πρόλαβα να πιω.
– Ναι, πάμε. Και ‘γώ θα ήθελα έναν.

Έσκυψε, του έδωσε ένα φιλί στο μέτωπο και έφυγε.

Έμεινε μόνος με τις σκέψεις του. Η εξομολόγηση της γυναίκας του, του έκανε καλό. Βυθίστηκε στις σκέψεις του. Πέρασε από τα κλειστά του μάτια, η εικόνα της. Την είδε να του γελάει. Της γέλασε κι’ αυτός. Την είδε να φεύγει από κοντά του. Προσπάθησε να τρέξει να την φτάσει. Δεν μπορούσε. Ξαναπροσπάθησε. Η πνευματική προσπάθεια, τον εξάντλησε. Κοιμήθηκε. Για ώρες πολλές. Του φάνηκε σαν προεόρτια. Σαν να προετοιμαζόταν. Ξύπνησε το άλλο πρωί. Η βροχή, συνέχιζε να χτυπάει το τζάμι του δωματίου. Ένοιωσε κρύο. Η ψύχρα του τέλους…

(συνεχίζεται…)

(‘Together’ by Dagmar Zupan)

Advertisements

4 comments on “Ο δρόμος, ο χρόνος, η ζωή… (ημέρα 1η)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s