Μου την δίνει…

petite-fleurs-by-pablo-picasso.jpegΜου την δίνει να είμαι άρρωστος καλοκαιριάτικα, να έχω ‘αμυγδαλίτιδα’, να μην μπορώ να μιλήσω καλά-καλά, να μην μπορώ να σκεφτώ καλύτερα, να έχω περάσει ένα χειμώνα και μία άνοιξη μέσα στο κρυολόγημα και στην καταρροή και, από πάνω, να έχω να ετοιμαστώ για να πάω διακοπές την Παρασκευή.
Αν με ακούει κανείς εκεί πάνω, ας σταματήσει να παίζει με τα νεύρα μου.
Ευχαριστώ πολύ.

updated…

Προφανώς, η θετική σας ενέργεια λειτούργησε ευεργετικά. Τα πράγματα πάνε καλύτερα. Μακάρι να συνεχιστεί έτσι. Σας ευχαριστώ πολύ για όλα. Να είστε όλοι καλά. Τα λέμε.

(‘Petite Fleurs’ by Pablo Picasso)

Σκόρπιες σκέψεις…

thoughts.jpgΣαν ένα λαϊκό τραγούδι που μιλάει για το φιλί που έμεινε σε χείλη στεγνά από έρωτα.
Σαν ένα λαϊκό τραγούδι που μιλάει για τον πόνο της αγάπης ανάμεσα σε δυο κορμιά που έχασαν το δικαίωμα να κάνουν λάθη.
Σαν ένα λαϊκό τραγούδι που μιλάει για το πάθος ανάμεσα σε δυο ψυχές που αφέθηκαν να πέσουν στον γκρεμό της ανυποληψίας.
Μη γελάς. Δεν υπερβάλλω. Ποτέ.
Ξέρεις, ένοιωσα τόσο μόνος που δεν είχα την δύναμη ούτε εμένα να σηκώσω.
Παράλογο ή λογικό, δεν ξέρω.
Ατέλειωτες νύχτες. Ζεστές και ατέλειωτες. Η ανυπαρξία φωτός πλημμυρίζει τα μάτια και την ψυχή. Σεβαστές οι αντιλήψεις και οι ενδοιασμοί. Έλλειψη αναπνοής και βάρος μεγάλο.
Γελαστή φωτογραφία, αποτυπωμένη σε ασπρόμαυρη εκτύπωση μιας έγχρωμης εποχής.
Παράλογο ή λογικό, δεν ξέρω.
Ασυνάρτητες λέξεις, ασυνάρτητες σκέψεις, εξαρτημένες ζωές.
Ματαιοδοξία, αισιοδοξία, απαισιοδοξία.

(‘Thoughts’ by Ruth Palmer Digital)

Σκηνές παραλίας…

women-running-on-the-beach-by-pablo-picasso.jpegΗ παραλία είχε γεμίσει με κόσμο από νωρίς. Η θερμοκρασία στην ατμόσφαιρα το επέβαλλε. Μια βουτιά στην θάλασσα επιβεβλημένη. Το beach bar ζούσε στιγμές μεγάλων επιτυχιών και οι ξαπλώστρες μπροστά στην θάλασσα γεμάτες. Παρατηρώντας καλύτερα, μπορούσες να διακρίνεις ανάμεσα στους λουόμενους και δύο κοπέλες, μόνες από συνοδούς, να κάθονται σε κοντινές ξαπλώστρες. Που και που, κοίταζε η μία την άλλη, χωρίς να ανταλλάσσουν κουβέντα. Ένα μόνο μειδίαμα σχηματιζόταν στα χείλη τους, το οποίο θα μπορούσε κάποιος να το αποδώσει, ίσως, στην απέχθεια που θα μπορούσε να τρέφει η μία για την άλλη.

Από την μία μεριά η Δήμητρα, ετών 35. Πάντα κομψή, πάντα περιποιημένη. Λευκό κορμί, ανοιχτά χρώματα. Ανέκαθεν με παραπανίσια κιλά, χωρίς όμως να γίνονται αντιαισθητικά ή απωθητικά για τον οποιοδήποτε επίδοξο εραστή. Θα μπορούσες να χαρακτηρίσεις την σωματική της διάπλαση ‘αναγεννησιακή’, χωρίς να παρεξηγηθείς και χωρίς να προκαλέσεις τα δυσμενή σχόλια από μέρους της. Η σχέση της με τον Μανώλη καλά κρατεί. Ο Μανώλης, ένας άνδρας μικρότερος στην ηλικία κατά τρία χρόνια από την Δήμητρα, είναι ο σύντροφός της τα τελευταία δύο χρόνια. Προσκολλημένος, γαντζωμένος για την ακρίβεια, επάνω της, ζούσε τον απόλυτο έρωτα με την Δήμητρα. Από την μεριά της εκείνη τον έβλεπε περισσότερο σαν μια λύση ανάγκης τα κρύα βράδια του χειμώνα που γύριζε από την δουλειά της κατάκοπη και εκείνος την περίμενε σπίτι με ένα ζεστό πιάτο φαγητό και πάντα πρόθυμος να της τρίψει λίγο τα πονεμένα πόδια της. Ενίοτε, να την οδηγήσει στο κρεβάτι και να της κάνει έρωτα. Με τον καιρό, τον αγάπησε και κείνη, όχι όμως σαν σύντροφο αλλά σαν τον άνθρωπο δικό της που γνώριζε χρόνια. Στα πλάνα της ήταν ο τερματισμός της σχέσης της μαζί του, σε εύλογο χρονικό διάστημα και κάτω από τις κατάλληλες προϋποθέσεις. Κοινώς, όποτε το αποφάσιζε εκείνη και υπήρχε ο αντικαταστάτης.

Από την άλλη πλευρά η Θάλεια, ετών 37. Ξερακιανή, ανεπιτήδευτη και χωρισμένη. Δεν είχε παιδιά, δεν τα θέλησε ποτέ. Ελεύθερη κι’ ωραία, όπως συνήθιζε να λέει χαριτολογώντας. Δεν το πίστευε. Όχι το ‘ελεύθερη’ αλλά το ‘ωραία’. Πίστευε ότι το σώμα της την πρόδιδε. Μία γυναίκα ‘πετσί και κόκαλα’, ο χαρακτηρισμός της μητέρας της. ‘Εγώ με το πετσί και τα κόκαλά μου παντρεύτηκα. Όχι σαν κάτι άλλες.’ της γύριζε και η συζήτηση έληγε εκεί. Μέσα της βέβαια ήξερε, ότι δεν έκανε και το μεγαλύτερο κατόρθωμα του κόσμου, αλλά κάτι έπρεπε να αντιτάσσει στις επιθέσεις για το κορμί της. Καστανή με σκούρο δέρμα, ‘γυφτάκι’ το παρατσούκλι της και το προσωνύμιο για περιπαιχτικά σχόλια. Ελάχιστες οι φορές που χρησιμοποίησε αντηλιακό, το σοκολατί χρώμα γινόταν δεύτερη φύση της το καλοκαίρι. Στη ζωή της δεν είχε κάτι αυτόν τον καιρό.

Η Δήμητρα πήρε το ειδικό αντηλιακό για το πρόσωπο μέσα από την τσάντα θαλάσσης που είχε μαζί της. Άπλωσε λίγο στο χέρι της και το τοποθέτησε επάνω στην μύτη της. Παράλληλα, τα μάτια της επόπτευαν τον χώρο γύρω της. ‘Τίποτε το πολύ ενδιαφέρον’ είχε καταλήξει, μετά από ενδελεχή παρατήρηση. Το βλέμμα της είχε κολλήσει σε μία ξερακιανή κοπελιά, ‘ο Θεός να την κάνει κοπέλα’, που καθόταν λίγο πιο εκεί. Την έβλεπε ξαπλωμένη επάνω στην ξαπλώστρα της και τα βλέμματα των όποιων αξιόλογων αντρών, επάνω της. Είχε σκάσει. Διερωτόταν συνέχεια, πως είναι δυνατόν αυτή να τραβάει τα βλέμματα επάνω της, την στιγμή που δεν έλεγε και τίποτα το ιδιαίτερο. Ενώ αυτή, και που καλύτερο σώμα είχε και περισσότερο ήξερε να περιποιείται τον εαυτό της, δεν προκαλούσε κανένα ενδιαφέρον στον αντρικό πληθυσμό της παραλίας. Έκλεισε το αντηλιακό, το τοποθέτησε πάλι στην τσάντα και ξάπλωσε για να μην βλέπει την ξερακιανή και φουντώνει. Μήπως όμως ζήλευε; Ποια; Αυτήν; Με τίποτα. Με τίποτα; Εξάλλου, τι την ένοιαζε τι έκαναν οι άλλοι άντρες; Αυτή είχε τον Μανώλη της. Αλήθεια, τι να κάνει αυτή η ψυχή τώρα;

‘Χαμηλή αυτό-εκτίμηση’ μουρμούρισε η Θάλεια. Αυτό είχε. Έτσι της το είχαν πει. Προσπαθούσε βελτιωθεί. Όποτε όμως κοιτούσε τον εαυτό της στον καθρέπτη, κάθε διάθεση προσπάθειας για τόνωση της αυτοπεποίθησής της κατέπεφτε. Έτσι και τώρα. Έβλεπε τους άντρες, και μάλιστα κάποιους πολύ καλούς, να την κοιτάνε συνεχώς και δεν ήξερε αν την κοιτάνε από διάθεση για flirt ή για διάθεση να περιπαίξουν την όψη της. Έβλεπε κι’ αυτήν την ξανθιά πουλάδα δίπλα της να αλείφεται συνέχεια με λάδια και άλλα και να χαριεντίζεται ασυστόλως με οτιδήποτε περπατούσε όρθιο και είχε προεξοχή στο μέρος των γεννητικών του οργάνων και συγχυζόταν περισσότερο. Αχ και να είχε το σώμα της! Σαν τα πουκάμισα θα τους άλλαζε τους άντρες. Αλήθεια, πόσο καιρό είχε να βρεθεί με κάποιον στο ίδιο κρεβάτι;

(‘Women running on the beach’ by Pablo Picasso)

Το τασάκι…

womans-hands-holding-cigarette.jpegΤο τασάκι φιλοξενούσε στιγμές προσωπικών της αναμνήσεων και σκέψεων, πάνω στα σβησμένα αποτσίγαρα. Φιλοξενούσε τις σκέψεις που είχε αφήσει στο φίλτρο του τσιγάρου της. Δύσκολες καταστάσεις, πολλά τα αποτσίγαρα. Το πήρε στα χέρια της. Δεν ήθελε να το αδειάσει στον κάδο των σκουπιδιών. Δεν ήθελε οι σκέψεις της να ακολουθήσουν το δρόμο του χαμού, της απώλειας και της λήθης. Τα συμμάζεψε σε μία πλευρά. Τα τακτοποίησε και έκανε χώρο για τα επόμενα. Πήρε ένα τσιγάρο και το άναψε.

Την βοηθούσε να σκέφτεται ο καυτός καπνός που εισχωρούσε στα στήθη της. Άλλοτε αρωματικός, άλλοτε βαρύς, άλλοτε ελαφρύς, ο καπνός λειτουργούσε σαν καθαρτικό και ταξινομούσε τις σκέψεις της. Πόσο βασανιζόταν! Πόσο πολύ ήθελε να ξεμπερδεύει από τα καθημερινά! Πόσο πολύ ήθελε να νοιώσει ανάλαφρη. Άφησε την στάχτη στο τασάκι. Το τσιγάρο ξανά στο στόμα. Οι σκέψεις ξανά στην επιφάνεια.

Άνοιξη του 1998. Ένα υπαίθριο cafe στον πεζόδρομο της Βουκουρεστίου. Έπινε καφέ μόνη της και ξεκουραζόταν από την επίσκεψη στα μαγαζιά της περιοχής για ψώνια. Το τσιγάρο και το τασάκι η παρέα της. Εκείνος έφτασε στα μισά του καφέ της. Δεν ήταν μόνος. Με άλλους δύο συναδέλφους του. Τα μάτια τους συναντήθηκαν. Συνέχισαν και μετά να συναντιόνται. Μετά από καιρό, της είπε ότι είχε βλέμμα διαπεραστικό που τον καθήλωσε. Και το δικό του δεν πήγαινε πίσω. Τίναγμα του τσιγάρου, η στάχτη στο τασάκι. Νωπές μνήμες. Θυμήθηκε εκείνες τις νύχτες που την βαριά σιωπή τους έσκιζε ο ήχος των ακροδαχτύλων του, όταν αυτά κυλούσαν αισθησιακά επάνω στο τρεμάμενο από ηδονή κορμί της. Ο απόλυτος έρωτας. Στεγνός και καθαρός από φτιασιδώματα.

Χειμώνας του 2004. Στην ίδια καφετέρια. Είχε μία εμμονή με τις διαδικασίες. Με τον τόπο και τον χρόνο. Τον κοιτούσε εκλιπαρώντας μία αλλαγή στην απόφασή του. Το βλέμμα του ακόμη διαπεραστικό. Το δικό της καταβεβλημένο. Χωρίς επιστροφή. Τσιγάρο στο στόμα, στάχτη στο τασάκι. Πάλι μόνη. Αν και την ήξερε αυτή την κατάσταση, δεν την άντεχε πια. Δεν άντεχε άλλο την μοναξιά. Σιωπή αποπνικτική. Αβάσταχτη στο στέρνο. Πήρε τον δρόμο για το σπίτι της. Με το τσιγάρο στο στόμα. Δεν το συνήθιζε. Μάλλον από αμηχανία. Έφτασε χωρίς να το καταλάβει. Μπήκε μέσα, πέταξε τα ρούχα της στο πάτωμα και μπήκε στην μπανιέρα. Ο καθρέφτης απέναντι την κοιτούσε με ύφος κριτή. Του γύρισε την πλάτη και το νερό την αγκάλιασε. Βγήκε και χωρίς να σκουπιστεί, πήρε ένα τσιγάρο. Δεν το άναψε. Απλά ήθελε υποκατάστατο στα χείλη. Το έφτυσε.

Σήμερα. Η ίδια παρέα. Πάντα οι τρεις τους. Βαρέθηκε. Κουράστηκε. Άναψε άλλο ένα τσιγάρο. Εισπνοή. Αποθήκευση. Εκπνοή. Έσβησε το τσιγάρο στο μισογεμάτο τασάκι. Πήρε το πακέτο με τα τσιγάρα, το τασάκι και κατευθύνθηκε προς τον κάδο σκουπιδιών. ‘Μέχρι εδώ’ φώναξε και πέταξε και τα δύο μέσα στον κάδο. Άνοιξε τα παράθυρα. Ο δροσερός αέρας μπήκε μέσα. Έβηξε. Θα τον συνήθιζε. Έκλεισε τα μάτια και ανέπνευσε…

Για την Πηγή…

two.jpgΕξιτήριο…

Άκουσα πως οι ποιητές
είναι εγωιστές σαν τους αυτόχειρες
τρελαμένοι σαν τους σεληνιασμένους
Όσο μαθαίνω μεγαλώνω
όσο μεγαλώνω φεύγω
Πάμε…

Έτσι έγραφες τότε, τον Φεβρουάριο του ’96, στην υπέροχη ‘Πτήση’ σου. Ήξερες από τότε να πετάς. Και ήξερες από τότε να μας κάνεις κοινωνούς στο πέταγμά σου. Να μας κάνεις κοινωνούς στον ουρανό σου, εσύ, μια Τρελή του Φεγγαριού, μια Ανδρομέδα, μια Πυθία

Έγραφες για Νεράιδα και για Μά’ισσα Σελήνη, και μας μάγευες. Έγραφες για πεφταστέρια που επιστρέφουν στον ουρανό και μας ταξίδευες…

Σ’ ευχαριστούμε που μοιράστηκες λίγο από τον ουρανό σου μαζί μας Πηγή. Σ’ ευχαριστούμε από τα βάθη της καρδιάς μας. Καλό σου ταξίδι. Καλή στράτα να έχεις…

Και ναι, το ξέρεις, έχω βρει τον τρόπο να πετάω. Και ναι, το ξέρεις, θα κάνω καλές πτήσεις…

Καλή αντάμωση…

Ένας κλέφτης…

girl-defending-herself-against-love-by-william-bouguereau.jpegΜία εργάτρια μέλισσα, καθώς μπαινόβγαινε στα άνθη του κάμπου, είδε έναν άγγελο να κοιμάται στην σκιά του πεύκου και σάστισε. Λευκοντυμένος, με μακριά μαύρα μαλλιά, είχε προσκέφαλο μία πέτρα. Τα φτερά του προσεχτικά διπλωμένα…
Όταν ο άγγελος άνοιξε τα μάτια του, οι ουρανοί τής φάνηκαν τρεις.

– Είστε ένας άγγελος του Θεού;
– Ναι, είμαι ένας άγγελος του Θεού.
– Και είστε αγόρι ή κορίτσι;
– Δεν είμαι, είπε και γύρισε αλλού το κεφάλι.
– Ούτε εγώ είμαι. Η βασίλισσα τα πήρε όλα. Όμως, ήθελα να σας ρωτήσω. Εκεί στους ουρανούς που γυρνάτε, τον έρωτα τον έχετε δει; Πώς είναι;
– Ένας κλέφτης. Από σένα πήρε το κεντρί και το μέλι κι από μένα τα φτερά…

Το παραπάνω παραμύθι ανήκει στον Γιώργη Δραμουντάνη, πιο γνωστό ως Λουδοβίκο των Ανωγείων. Το δανείστηκα από το βιβλίο ‘Το πηγάδι του κρίνου’, από τις εκδόσεις ΙΑΝΟΣ. Εύχομαι, να μαγέψει την ψυχή σας, όπως μάγεψε την δική μου…

(‘Girl defending herself against love’ by William Bouguereau)

Γεωμετρικά σχήματα…

sections-of-my-destiny.jpgΣημείο…

Από εκεί ξεκίνησαν όλα. Ένα σημείο ανάμεσα σε τόσα άλλα. Εκείνος ένα. Εκείνη ένα. Σημεία στο χώρο. Μοναδιαίο και μοναδικό το καθένα. Ορισμένο με συντεταγμένες απόλυτα ορισμένες για το καθένα. Με ιδιομορφίες, με ανάγκες, με συναισθήματα, με απαιτήσεις. Κι’ όμως, τα δύο αυτά σημεία, ήρθαν να ενωθούν.

Ευθεία…

Μια ευθεία. Σύμφωνα με τον Ευκλείδη, μεταξύ δύο σημείων περνάει μία και μόνη ευθεία, η οποία είναι και ο συντομότερος δρόμος ανάμεσα στα δύο αυτά σημεία. Η ευθεία εκείνου και εκείνης, έχει αρχή και τέλος τους δυο τους, όσο αρχή και τέλος μπορεί να έχει μία ευθεία. Είναι, αξιωματικά, ο συντομότερος δρόμος ανάμεσά τους, αν και οι πεποιθήσεις τους μπορεί κάποια στιγμή να πίστευαν ότι ο συντομότερος δρόμος ανάμεσα σε δύο ανθρώπους είναι ο δρόμος της καρδιάς. Άρα, κατέληξαν στο συμπέρασμα, ότι ο συντομότερος δρόμος ανάμεσά τους είναι η ευθεία που ενώνει τις καρδιές τους. Ασταθής μάλλον δρόμος, αναγκαίος για την σχέση των δύο σημείων, εκείνου και εκείνης.

Τρίγωνο…

Η καρδιά δεν ξέρει από σχήματα και δρόμους. Λειτουργεί αυτόνομα και αυτεξούσια. Με δικά της ‘θέλω’, με δικές της ανάγκες και απαιτήσεις. Έτσι, εύκολα πια, η ευθεία μπορεί να εκτραπεί. Μπορεί να αξιώσει, να περνάει κι’ από ένα άλλο σημείο, εκτός της ευθείας. Να δίνει υπόσταση σε ένα διαφορετικό σημείο, ένα σημείο εκτός της υπάρχουσας ευθείας. Και τότε, προκύπτει το τρίγωνο. Τρεις γωνιές, τρεις πλευρές, τρεις ευθείες τεμνόμενες ανά δύο. Και αναλόγως των πλευρών, ή καλύτερα των ευθειών που διανύει η καρδιά, δημιουργούνται και τα αντίστοιχα τρίγωνα. Σκαληνό, ισοσκελές, ισόπλευρο. Και επειδή η καρδιά δεν ξέρει από ισορροπίες, το τρίγωνο προκύπτει πάντα σκαληνό. Ένα σχήμα ιδιόμορφο, εντελώς ασύμμετρο και ανισοβαρές. Δύσκολη η ύπαρξή του για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Κύκλος…

Και όταν σπάσει το τρίγωνο, ένα τουλάχιστον σημείο αυτονομείται. Και δημιουργεί γύρω του ένα προστατευτικό κλοιό, για να μπορέσει να ξεπεράσει την κατάσταση του τριγώνου. Δημιουργεί έναν κύκλο, με κέντρο τον εαυτό του και ακτίνα ίση με το κοντινότερο σε αυτό σημείο, που ξέρει ότι δεν θα το προδώσει. Και τις περισσότερες φορές, το σημείο αυτό είναι το ένα και το αυτό, με το κέντρο του κύκλου. Κλείνεται στον εαυτό του. Αρχή και τέλος το ίδιο, κέντρο και ακτίνα το ίδιο. Ώσπου, να βρει το επόμενο σημείο και πια να προσπαθήσει να ενωθεί μαζί του, όχι πια με την ευθεία της καρδιάς, αλλά με την ευθεία της λογικής. Και τότε, ο κύκλος της ζωής κλείνει. Και τότε, ο κύκλος της ζωής ανοίγει.

(‘Sections of my destiny’ by Marlene Healey)

Ακούς;;;

metamorphosis-of-narcissus-by-salvador-dali.jpegΚι’ όμως, δεν είναι δύσκολο. Προσπάθησε. Ξαναπροσπάθησε. Πέσε και σήκω. Μην το βάζεις κάτω. Όχι, δεν κουράστηκες. Δεν σου επιτρέπεται να κουραστείς. Εσύ πάντα μπορείς. Πάντα μπορούσες και πάντα θα μπορείς. Έτσι δεν είναι; Μην απαντήσεις. Ξέρω την απάντηση. Και ‘συ την ξέρεις, μην κάνεις το χαζό. Σε ξέρω. Έλα λοιπόν. Τι περιμένεις. Μην περιμένεις. Μόνος. Έλα. Πάμε. Μπροστά εσύ, εγώ ακολουθώ. Κάνε το βήμα. Οπωσδήποτε. Δεν θα δειλιάσεις τώρα. Εσύ να δειλιάσεις; Όχι βέβαια. Έχω μεγάλες προσδοκίες από εσένα. Δεν το ήξερες; Ε, μάθε το. Και βέβαια όχι μόνο εγώ. Όλοι μας. Έτσι σε μάθαμε, έτσι πρέπει να αντιδράσεις. Μην κλείνεις τα μάτια, μη σκύβεις, μην κλαις. Το κλάμα είναι αδυναμία και η αδυναμία πληρώνεται. Στο έχω μάθει, στο έχω πει. Να με ακούς. Ακούς; Οπωσδήποτε. Τι κάνεις εκεί; Στέκεσαι; Δεν προχωράς; Αργείς. Απελπιστικά. Έλα, πάμε. Πάμε. Ακούς; Θα το πω πολλές φορές; Πάμε, τώρα. Προχώρα. Έλα. Φύγαμε. Τι έπαθες και δεν κουνιέσαι; Δεν με ακούς πια; Αυτά σου έμαθα εγώ; Να φύγω; Να πάω που; Μακριά σου; Και ποιον θα έχεις δίπλα σου; Κανέναν; Πιστεύεις ότι θα το αντέξεις; Το προτιμάς; Αλήθεια; Δεν ξέρεις τι πάει να πει μοναξιά καλέ μου. Μεγάλωσες στο ‘μαζί’. Στο ‘μόνος’ είσαι άμαθος καλέ μου. Αυτό που σου λέω. Είσαι άμαθος. Είσαι απαίδευτος. Γι’ αυτό είμαι εδώ. Επειδή, μόνος δεν ξέρεις. Τι κάνεις εκεί; Μην το κάνεις αυτό, ακούς; Μη. Ακούς; Όχι, όχι, όχι…

(‘Metamorphosis of Narcissus’ by Salvador Dali)

Κουτιά…

senecio-by-paul-klee.jpegΆναψε ένα αρωματικό stick και κάθισε δίπλα στο τζάκι, στην θέση της. Πήρε το πακέτο με τα τσιγάρα και άναψε ένα. Το σκέτο gin αναπαυόταν μέσα στο ποτήρι της, ακριβώς δίπλα από το δεξί της πόδι. Ήταν γυμνή, φορούσε μόνο το εσώρουχό της. Ένα δαντελένιο μωβ, που αγκάλιαζε όμορφα την περιφέρειά της. Από τα ηχεία του στερεοφωνικού, η φωνή της Αρβανιτάκη πλημμύριζε τον χώρο. Έκλεισε τα μάτια.

Κουτί 1…

Ο Πέτρος είχε φύγει από το σπίτι εδώ και περίπου ένα χρόνο. Απλά, όπως είχε έρθει. Δεν θα την χάλαγε ιδιαίτερα το γεγονός, αν δεν της είχε φερθεί όπως της φέρθηκε. Πάντα πίστευε ότι ο Πέτρος νοιαζόταν μόνο για τον εαυτό του, αλλά αυτό ξεπερνούσε κάθε όριο. Πίστευε ότι κάπου μέσα του, την αγαπούσε. Της απέδειξε, ότι ήταν τόσο μέσα του, που δεν μπορούσε να φανεί με τίποτα. Έκανε το λάθος να τον εμπιστευτεί, για μία ακόμη φορά, Όταν πήρε απόφαση να χωρίσουν, την πόνεσε τόσο όσο της πήρε να του ετοιμάσει την βαλίτσα του. Κάπου 2 ώρες και κάτι. Βαρύ το τίμημα του χωρισμού. Κουτί κλειστό.

Κουτί 2…

Χτύπησε το κινητό της. Απρόθυμα το σήκωσε χωρίς να κοιτάξει την αναγνώριση κλήσεων. Η κολλητή της, την καλούσε να βρεθούν σε ένα club να πιούν ένα ποτό, παρέα με κάποιους συναδέλφους της. Βρίσκοντας μια δικαιολογία, πιο πολύ για την παρέα της φίλης της παρά για την ίδια, αρνήθηκε και έκλεισε το τηλέφωνο. Η Αντιγόνη, η φίλη της, της είχε σταθεί καλύτερα και από αδερφή. Εκεί, κάθε φορά που την χρειάστηκε. Εκεί στον χωρισμό, εκεί στην μοναξιά, εκεί πάντα. Χωρίς παράπονο, χωρίς αντίρρηση. Καλή κοπέλα. Ένοιωθε να της γίνεται βάρος. Βαρύ το τίμημα της συμπόνιας. Κουτί κλειστό.

Κουτί 3…

Άνοιξε την τσάντα της, να πάρει το εφεδρικό πακέτο τσιγάρα που είχε πάντα μαζί της. Παρατήρησε ότι το πορτοφόλι της ήταν ανοικτό. Είδε την φωτογραφία της μητέρας της, που είχε μαζί της. Η γλυκιά της η μητέρα! Πάντα χαμογελαστή και ευγενική. Το στήριγμά της. Η φίλη της. Ο άνθρωπός της. Βέβαια, δεν επρόκειτο να της συγχωρήσει, το ότι έβλεπε και δεν μίλαγε. Από την άλλη, αν μίλαγε θα την άκουγε; ‘Γιατί δεν μίλαγες ρε μάνα’ της έλεγε συνέχεια, όποτε η συζήτηση ερχόταν γύρω από το γνωστό θέμα ‘Πέτρος’. ‘Και τι να έλεγα κορίτσι μου; Αφού δεν άκουγες, αφού ήσουν κολλημένη. Τι να πω;’ Δίκιο είχε. Βαρύ το τίμημα του κολλήματος. Κουτί κλειστό.

Κουτί 4…

‘Σε χρειάζομαι και
το καινούργιο παρκέ
με το πόδι πληγώνω…’

Σκυμμένο κεφάλι, τα χέρια δεμένα στην μέση, ξυπόλυτη, το πέλμα κόκκινο από την τριβή στο πάτωμα. Είναι δυνατόν ένα τραγούδι να αντιπροσωπεύει την αντίδρασή σου τόσο εύστοχα; Μπορεί. Γίνεται. Αντίδραση; Εκτόνωση. Πόνος. Κλάμα. Βαρύ το τίμημα της απελπισίας. Κουτί κλειστό.

Κουτί 5…

Λάθος χρόνος, λάθος άνθρωπος. Όχι ο δικός της. Ο δικός του. Απαντήσεις σε ερωτήματα άλλων είχε πάψει πια να δίνει. Αρκετά προβλήματα είχε η ίδια. Άλλο ένα στην πλάτη της δεν θα το άντεχε. Το ήθελε όμως. ‘Μην ψάχνεις να βρεις σε μένα τις απαντήσεις που ξέρεις ήδη’ του είπε εκείνο το βράδυ που την είχε αγκαλιά. Έφυγε. Μακριά; Δεν ήξερε. Τον άφησε, χωρίς να του ζητήσει τίποτα. Βαρύ το τίμημα του χρόνου. Κουτί ανοικτό.

Πάντα έβαζε την ζωή της σε κουτιά. Της άρεσε η νοικοκυροσύνη. Τα τακτοποιούσε σε θέσεις, σε στοίβες. Διαφανή, για να ξέρει το περιεχόμενο ανά πάσα στιγμή. Συμμόρφωση και διαμόρφωση. Την ενοχλούσαν τα ανοικτά κουτιά. Προσπαθούσε πάντα να τα έχει όλα κλειστά. Την ενοχλούσε ο ζωτικός αέρας που κατανάλωνε ένα ανοικτό κουτί. Προσπάθησε να κλείσει το κουτί του λάθος χρόνου. Δεν είχε αποφασίσει όμως, τι θα βάλει μέσα και τι θα αφήσει απ’ έξω. ‘Δεν πειράζει’ σκέφτηκε. ‘Εξάλλου, μπορώ να αναπνέω ημιτελώς για λίγο ακόμη’.

Πήρε άλλο ένα τσιγάρο. Το stick είχε τελειώσει. Άναψε άλλο ένα, με το ίδιο σπίρτο που είχε ανάψει άλλο ένα τσιγάρο. Το gin καλός σύντροφος τα βράδια, αλλά ο χρόνος πάντα αμείλικτος όταν δεν έχεις κλείσει τις συναλλαγές μαζί του…

(οι στίχοι ανήκουν στη Λίνα Νικολακοπούλου)

(‘Senecio’ by Paul Klee)

Άπιστη από πίστη…

cafe-du-coin-by-trish-biddle.jpeg– Καλό παιδί αυτός ο Κώστας.
– Ναι, πολύ καλό.
– Προχωράει μεταξύ σας;
– Αυτός θέλει, αλλά εγώ δεν μπορώ. Δεν αφήνομαι.
– Γιατί;
– Φοβάμαι.
– Τι;
– Μήπως με πουλήσουν πάλι. Ναι, πάλι γαμώτο. Αφού τα ξέρεις. Κάθε φορά που δόθηκα, μετά με πούλησαν. Πούλησαν καθετί δικό μου. Από το κορμί μου, από την ψυχή μου, από τα υπάρχοντά μου. Ποιόν να πιάσω και ποιόν να αφήσω; Όλοι τους φέρθηκαν το ίδιο απαίσια. Και να πεις ότι ήμουν πρωτάρα; Το είχα ξαναδεί το έργο, κι’ όμως εκεί. Ακάθεκτη έτρεχα προς την καταστροφή. Και τώρα, έχω μείνει μόνη, παρέα με την μοναξιά και την απελπισία μου.
– Και γιατί δεν κάνεις κάτι να ξεφύγεις;
– Δηλαδή;
– Να τον εμπιστευτείς. Να τον αφήσεις να σε πλησιάσει. Αλλά, εσύ να μην αφεθείς. Γλέντα, αλλά από απόσταση.
– Και πως μπορεί να γίνει αυτό φιλενάδα; Έρωτας από απόσταση;
– Και γιατί όχι;
– Εγώ δεν είμαι για τέτοια. Ή εκεί και ολοκληρωτικά ή πουθενά. Κατάλαβες; Εδώ, και το ξέρεις, εγκατέλειψα σχέσεις που ήταν ακόμη ζεστές, που ήταν επάνω στα καλύτερά τους, και τις διέκοψα για να βρω τον έρωτα, έτσι όπως τον είχα πλάσει εγώ στο μυαλό μου και όχι όπως μου τον έδιναν. Και τότε, απίστησα. Υπήρξα άπιστη από πίστη, από πίστη στον έρωτα που είχα οραματιστεί, που με μάγευε. Και το πλήρωσα. Λάθος άνθρωποι, λάθος κορμί, λάθος αποτέλεσμα.
– Κάνε την υπέρβασή σου, τώρα που ξέρεις, τώρα που μπορείς να το αντιμετωπίσεις στην αρχή του.
– Και να φερθώ έτσι απαίσια, όπως μου φέρθηκαν;
– Γιατί όχι;
– Και να κάνω αυτά που μου έκαναν;
– Πάρε την εκδίκησή σου.
– Δεν κάνω εγώ τέτοια. Μπορεί να έχω πάθει πολλά, αλλά την πίκρα μου δεν θα την πληρώσει κάποιος που δεν μου φταίει σε τίποτα.
– Ναι, πήγαινε με το σταυρό στο χέρι και θα προκόψεις. Δεν κοιτάς λίγο να ξεφύγεις, να αλλάξεις, να δεις με άλλο μάτι τη ζωή.
– Και τι θα καταλάβω; Να έχω άλλα στο κεφάλι μου; Να τυραννιέμαι γιατί φέρομαι άσχημα και ανέντιμα, σε έναν άνθρωπο τόσο γλυκό και τρυφερό; Αυτά γλυκιά μου για να τα κάνεις, πρέπει να έχεις μεγαλώσει διαφορετικά. Πρέπει να κυλάει στο αίμα σου η πουτανιά. Και δυστυχώς, η κυρά-Ελένη, η μάνα μου, δεν μεγάλωσε πουτάνα, ούτε στο κορμί ούτε στην ψυχή.
– Το ξέρω καλή μου. Και δεν είπα να γίνεις πουτάνα. Απλά, να ζήσεις λίγο τη ζωή σου. Λίγο. Όσο αντέχεις. Δεν σου είπα να καταστρέψεις το παλικάρι. Να ζήσεις. Να δεις, για μία φορά στη ζωή σου, εσένα πρώτα και όχι τον άλλο. Πάρε, χωρίς να δώσεις. Άδραξε, χωρίς να ματώσεις.
– Πόσο εύκολο ακούγεται. Πόσο εύκολο.
– Και εύκολο να γίνει είναι. Απλά, απαίτησε. Απλά, φέρσου σαν κάποια που της στέρησαν τη ζωή της και θέλει πίσω τα χαμένα. Κανένας δεν θα σε κατακρίνει για την πράξη σου. Κανένας δεν θα σε καταδικάσει γιατί ζητάς εσένα πίσω. Ζητάς εσένα. Τον εαυτό σου. Κάτσε πίσω και απόλαυσε αυτά που ο Κώστας σου δίνει. Και από την άλλη αν το δεις, και αυτός θα πάρει. Θα πάρει αυτό που θέλει. Λίγες ώρες ζωής με σένα. Με το αντικείμενο του πόθου του. Χωρίς δεσμεύσεις. Χωρίς πολλά λόγια.
– Πόσο όμορφα τα λες. Κι’ αν εγώ περάσω στο άλλο στάδιο; Θυμηθώ τον παλιό καλό εαυτό μου και πέσω με τα μούτρα; Μετά, ποιος με συνεφέρει; Ποιος με σηκώνει; Δεν αντέχω άλλο πέσιμο καλή μου. Δεν αντέχω. Δώσαμε. Το μαγαζί ξεπούλησε. Και ξεπούλησε φτηνά. Ούτε το κεφάλαιό του δεν έβγαλε. Και δεν ήταν και λίγο. Δεν ήταν καθόλου λίγο.
– Τώρα λες βλακείες. Το κεφάλαιο είναι πάντα εκεί. Εσύ, δεν το αξιοποιείς όπως πρέπει και πιστεύεις ότι χάθηκε. Μάθε να πουλάς με τους δικούς σου όρους. Κι’ αν ξαναπέσεις στις εκπτώσεις, μη φοβηθείς. Άπαξ και έμαθες να πουλάς σωστά, θα επανέλθεις. Με κάποιες απώλειες, ναι. Αλλά θα επανέλθεις. Πίστεψέ με.
– Λες να το κάνω;
– Έχεις να χάσεις τίποτα;
– Εμένα.
– Σε τόσες περιπτώσεις δεν σε έχασες. Τώρα, που ξέρεις κιόλας, θα χαθείς;
– Λες;
– Λέω…

(ο τίτλος πάρθηκε από κείμενο της Μάρως Βαμβουνάκη)

(‘Café du Coin’ by Trish Biddle)

Προορισμοί…

nude-i-by-giorgio-mariani.jpegΒράδυ καλοκαιριού, ζεστού και ασφυκτικού, σαν το φετινό. Όχι πολλά χρόνια πριν. Ίσως και κανένα. Δεν έχει σημασία. Εξάλλου, κάθε ιστορία πρέπει να είναι διαχρονική, να μην έχει περιορισμένα πλαίσια χρόνου και χώρου. Δυο κορμιά. Πάνω σε ένα σιδερένιο κρεβάτι. Γυμνά, ιδρωμένα, αναστατωμένα, με τη μυρωδιά του έρωτα διάχυτη επάνω τους. Εκείνος, με ακουμπισμένο το πρόσωπο επάνω στο στέρνο της. Εκείνη, να αφουγκράζεται την ανάσα του στην καρδιά της.

Σήκωσε το κεφάλι του και άπλωσε το χέρι του επάνω στο κορμί της. Αυτό, ανακάλυψε εκ νέου τις πτυχές του σώματός της. Ενός σώματος που τον γέμιζε ηδονικούς αναστεναγμούς, ανομολόγητες σκέψεις και βίαιες εκτονώσεις. Την κοίταξε στα μάτια, καθώς χάιδευε τις ρώγες της που ήταν ήδη ερεθισμένες. Άφησε το χέρι του να κυλήσει κατά μήκος της νοητής γραμμής που ενώνει το λαιμό με το εφηβαίο της. Το ακούμπησε. Υγρό.

Εκείνη, έχει κλειστά τα μάτια και αισθάνεται. Η ανάσα της είναι κοφτή, αισθαντική. Που και που, ήχοι απόλαυσης αναβλύζουν από το κλειστό της στόμα. Συσπάται ολόκληρη.

‘Πάντα αναζητούσα ένα κορμί που να με ταξιδεύει’ γύρισε και της είπε, σπάζοντας το φράγμα της ερωτικής σιωπής που είχε απλωθεί ανάμεσά τους. ‘Και τώρα το βρήκες;’ ρώτησε λάγνα εκείνη. ‘Ναι’ ομολόγησε κοφτά και γέρνοντας τα χείλη του στα δικά της, την φίλησε. Απομακρύνθηκε λίγο από κοντά της. Έβαλε το χέρι του σαν αντιστήριγμα στο κεφάλι του και γυρισμένος στο πλάι, την κοίταξε.

Ένοιωσε την ανάγκη να της εξομολογηθεί τον έρωτά του. Ένοιωσε την ανάγκη να την ‘κοινωνήσει’ στις σκέψεις του για εκείνη. Ξεκίνησε να της μιλάει χωρίς δεύτερη σκέψη.

‘Είσαι αυτό που πάντα περίμενα. Αυτό, που πάντα ήθελα. Ανάλωσα τη ζωή μου, ψάχνοντας εικόνες να γεμίσω την ψυχή μου. Ψάχνοντας να βρω μέρη και τοποθεσίες που θα μου μείνουν αξέχαστες και θα με συγκλονίσουν. Γύρισα μέρη, είδα ανθρώπους, ανακάλυψα πολιτισμούς, ιδέες και τρόπο ζωής. Όμως, τίποτε απ’ όλα αυτά δεν συγκρίνονται με το θαύμα που ανακαλύπτουν τα μάτια μου, κάθε φορά που βλέπω εσένα.

Αρχικά, τα μάτια σου. Δεν θα ακουστεί τετριμμένο αν πω ότι είναι δυο θάλασσες βαθιές, που ο ήλιος δεν φτάνει να τις φωτίσει ολοκληρωτικά. Δυο θάλασσες δικές μου. Μόνο εγώ μπορώ να τις εξερευνήσω, μόνο εγώ μπορώ να βουτήξω μέσα τους και να βγω σώος. Όλη σου η ψυχή, στα μάτια σου. Όλη εσύ, στα μάτια σου. Υγρά ή στεγνά, ανοιχτά ή κλειστά, όλα εκεί μέσα. Όλος εκεί μέσα. Σαν ταξίδι στο απέραντο βαθύ καθάριο των ελληνικών θαλασσών, που τις λούζει ο ήλιος, το φεγγάρι και τ’ αστέρια.

Ύστερα, τα χείλη σου. Το γλυκό φιλί σου. Πάθος. Πόσο μου αρέσει το πάθος! Πόσο μου αρέσει η αίσθηση των χειλιών σου. Απαλά και αισθησιακά. Γλυκά και τρυφερά. Τα προσεγγίζω ευλαβικά, τα φιλάω αισθαντικά. Κλείνω τα μάτια και αισθάνομαι. Τόση γλύκα. Σαν καλοκαιρινό γλυκό του κουταλιού, φτιαγμένο από χέρι νοικοκυράς στην χώρα ενός νησιού του Αιγαίου. Φτιαγμένο με αγάπη και πάθος για την τελειότητα.

Το μυαλό μου, ορίζει σαν συνέχεια του ταξιδιού, τα στήθη σου. Στήθη γεμάτα και ζωντανά. Με ρώγες σκληρές. Τις ρουφάω. Τις γλύφω. Τις δαγκώνω. Κι’ όμως, αυτές εκεί να αντιστέκονται στο χάδι μου, να γίνονται όλο πιο σκληρές και ροδοκόκκινες. Σαν φρεσκοκομμένο καρπούζι. Κόκκινο και ζουμερό. Να τρως και να μην χορταίνεις.

Και τότε επαναστατώ. Όλος ο ανδρισμός μου στο μεγαλείο του. Καίγομαι να εισχωρήσω μέσα σου. Και μπαίνω. Και τότε το ταξίδι απογειώνεται. Και τότε το ταξίδι ξεφεύγει από τα ανθρώπινα όρια. Και ανεβαίνει στ’ αστέρια. Και ενώνεται με το ‘υπέρτατο ον’. Κάνω έρωτα μαζί σου και ολοκληρώνομαι. Και βλέπω χίλια ηλιοβασιλέματα στα μάτια σου. Σαν τα ηλιοβασιλέματα στην Οία.

Και όταν τελειώνω και δεν μπορώ να πάρω ανάσα, γέρνω πλάι σου αποκαμωμένος. Και ‘συ τρυφερά μου χαϊδεύεις τα μαλλιά και μου ψιθυρίζεις πόσο μ’ αγαπάς. Και τότε μέσα μου, εύχομαι να έρθει το πιο όμορφο ταξίδι απ’ όλα. Να γεννηθεί μέσα σου ο καρπός του έρωτά μας. Να γίνουμε ένα στο πρόσωπο μιας νέας ζωής. Να ήξερες πόσο το περιμένω. Αγάπη μου’.

Αυτά είπε και έσκυψε και την φίλησε. Εκείνη, τον αγκάλιασε τρυφερά και δεν είπε κουβέντα. Απλά, ένοιωσε να κυλάει στο μάγουλό της ένα δάκρυ χαράς και ένα γέλιο ολάνθιστο εμφανίστηκε στα χείλη της.

Χαρισμένο στη γυναίκα που με έκανε να νοιώσω…

(ευχαριστώ την αγαπημένη μου και την nebula in caelo που μου έδωσαν την ευκαιρία να ταξιδέψω σε μνήμες ηδονικά αποτυπωμένες στο μυαλό μου. συγνώμη που δεν θα προτείνω κανέναν σας. όποιος θέλει, μπορεί να συνεχίσει.)

(‘Nude I’ by Giorgio Mariani)

Αγάπη δίκοπη…

desir-accorde-by-david-graux.jpeg

Σου το ‘χω πει, σου το ‘χω πει
δεν είμαι ‘γώ για προκοπή
εγώ είμαι αγάπη δίκοπη
σου το ‘χω πει, σου το ‘χω πει…

Το τραγούδι σου, ακούς; Το τραγούδι σου. Μου τραγουδούσες αυτούς τους στίχους τόσο έντονα, τους ζούσες. Και δεν μπορούσα να το δω. Δεν ήθελα να το δω. Τους άκουγα. Ναι, τους άκουγα. Δεν ήμουν κουφή. Δεν είναι ότι δεν καταλάβαινα. Δεν ήθελα να καταλάβω. Ακούς; Όμως εσύ, τους τραγούδαγες. Άκουγα τους ήχους που έβγαιναν από το στόμα σου, από τα χείλη σου. Άκουγα τους ήχους που έβγαιναν από την ψυχή σου. Δεν τους πίστευα όμως. Όχι έλεγα. Δεν μπορεί να είναι αλήθεια. Ποιος, αυτός; Όχι ρε παιδιά. Δεν είναι έτσι όπως τα λέτε. Δεν ξέρω εγώ; Ναι, ήξερα. Δεν με πίστεψα όμως. Κάλυπτα. Κάλυπτα τα κενά μου με το μυαλό μου. Με την άρνηση του μυαλού μου να πιστέψει. Να πιστέψει το ένστικτό μου. Ένα ένστικτο που ποτέ δεν με είχε προδώσει. Όμως, με σένα, αποφάσισα να το βγάλω στην αχρηστία. Αποφάσισα να το αφήσω στην άκρη. Να γίνω μία άλλη. Ποιος, εγώ. Εγώ, με τις ιδέες τις στέρεες, με τις πεποιθήσεις τις ακράδαντες.

Και να πεις ότι δεν σε ρώτησα; Να πεις ότι δεν έψαξα για επιβεβαίωση μέσα από τα λεγόμενά σου, από τις σκέψεις σου; Άκου τους στίχους μου έλεγες και έκλεινες τα μάτια. Σήκωνες τα χέρια ψηλά και τα κατέβαζες με ορμή στα σημεία που σε σημάδευαν, στα σημεία του τραγουδιού που πίστευε το μυαλό σου ότι γράφηκαν για σένα. Έβλεπα τις κινήσεις του σώματός σου, την έκσταση του κορμιού σου και έμενα απαθής. Για μία ακόμη φορά. Πίστευα ότι ζούσες κάτι που θα ήθελες να ήσουν και όχι κάτι που ήσουν. Δεν πίστευα ότι δεν έπρεπε να σε πιστέψω.

Και σ’ αγάπησα. Και σου δώθηκα. Ολοκληρωτικά; Δεν ξέρω το ‘ολοκληρωτικά’. Δεν μπορώ να πω ‘ολοκληρωτικά’. Μπορώ να πω το ‘μέχρι εκεί που ήξερα’. Μπορώ να πω το ‘μέχρι τα όριά μου’. Και τα πάτησες. Και τα ξεπέρασες. Και τα ξεπέρασα. Και δεν το άντεξα. Και δεν μπόρεσα να τα μαζέψω. Και με άφησες σε συντρίμια. Στα συντρίμια του εαυτού μου. Ενός εαυτού μόνου. Με μία μοναξιά αβάσταχτη. Να σε θέλω, να μην σε έχω. Μοναξιά. Αβάσταχτη.

Έφυγες. Όπως είχες έρθει πριν από τρία χρόνια. Με ορμή. Με θόρυβο. Χωρίς να υπολογίσεις τίποτα. Μόνο εσένα. Σαν ‘αγάπη δίκοπη’, σαν ‘δεν είμαι εγώ για προκοπή’. Πόσο λάθος έκανα. Και δεν ήθελα να το παραδεχτώ. Δεν ήθελα να το πω παραέξω και σταφούν όλοι εναντίον μου. Και πουν αυτή την ατάκα που με σκοτώνει όποτε την ακούω. ‘Σου τα ‘λεγα εγώ, αλλά εσύ ήσουν αλλού’. Αγάπησα. Έχασα την αυτοσυγκέντρωση και την αυτοκυριαρχία μου. Και έμεινα χωρίς αυτοσυγκέντρωση. Χωρίς αυτοκυριαρχία. Έμεινα άδεια, κενή. Χωρίς τίποτα. Ούτε εσένα. Πόσο μου λείπεις να ‘ξερες. Ή μάλλον, πόσο άδεια νοιώθω χωρίς εσένα. Αλήθεια, το ξέρεις; Δεν θέλω να πιστέψω ότι το ξέρεις και δεν κάνεις τίποτα. Δεν θέλω να πιστέψω ότι ξέρεις την ανάγκη μου για σένα και δεν κάνεις τίποτα. Δεν θα το αντέξω. Καλύτερα να παραμυθιάζω τον εαυτό μου, για μία ακόμη φορά, παρά να πιστέψω το αυτονόητο. Ότι είσαι αλλού. Ότι είσαι μακρυά.

Το μόνο που μου έχει μείνει από σένα, είναι κάποιοι ήχοι στο τηλέφωνο. Η φωνή σου, όταν απαντάς τις κλήσεις που σου κάνω και δεν μιλάω. Με έχεις καταλάβει έτσι; Το ξέρω. Και γι’ αυτό συνεχίζω. Και γι’ αυτό δέχομαι να ταπεινώνομαι. Να πέφτω τόσο χαμηλά για να μπορώ να σηκώνομαι. Να έχω την ψευδαίσθηση της ανάτασης από το πάτο που έχω πιάσει.

Σε θυμάμαι να σηκώνεις τα χέρια ψηλά και να τα κατεβάζεις με ορμή. Τότε στον αέρα. Τώρα στην ψυχή μου, στην καρδιά μου. Δίκοπη καρδιά. Έτσι είμαι τώρα. Με έκανες σαν εσένα. Με καρδιά δίκοπη, με χωρίς προκοπή. Σου αξίζουν συγχαρητήρια. Αγάπησα εσένα και έμεινα με ένα τραγούδι. Καλή συναλλαγή, αλλά δεν ήμουν έτοιμη.

(οι στίχοι εισαγωγής ανήκουν στον Αντώνη Παπαϊωάννου)

(‘Desir accorde’ by David Graux)