Αγάπη δίκοπη…

desir-accorde-by-david-graux.jpeg

Σου το ‘χω πει, σου το ‘χω πει
δεν είμαι ‘γώ για προκοπή
εγώ είμαι αγάπη δίκοπη
σου το ‘χω πει, σου το ‘χω πει…

Το τραγούδι σου, ακούς; Το τραγούδι σου. Μου τραγουδούσες αυτούς τους στίχους τόσο έντονα, τους ζούσες. Και δεν μπορούσα να το δω. Δεν ήθελα να το δω. Τους άκουγα. Ναι, τους άκουγα. Δεν ήμουν κουφή. Δεν είναι ότι δεν καταλάβαινα. Δεν ήθελα να καταλάβω. Ακούς; Όμως εσύ, τους τραγούδαγες. Άκουγα τους ήχους που έβγαιναν από το στόμα σου, από τα χείλη σου. Άκουγα τους ήχους που έβγαιναν από την ψυχή σου. Δεν τους πίστευα όμως. Όχι έλεγα. Δεν μπορεί να είναι αλήθεια. Ποιος, αυτός; Όχι ρε παιδιά. Δεν είναι έτσι όπως τα λέτε. Δεν ξέρω εγώ; Ναι, ήξερα. Δεν με πίστεψα όμως. Κάλυπτα. Κάλυπτα τα κενά μου με το μυαλό μου. Με την άρνηση του μυαλού μου να πιστέψει. Να πιστέψει το ένστικτό μου. Ένα ένστικτο που ποτέ δεν με είχε προδώσει. Όμως, με σένα, αποφάσισα να το βγάλω στην αχρηστία. Αποφάσισα να το αφήσω στην άκρη. Να γίνω μία άλλη. Ποιος, εγώ. Εγώ, με τις ιδέες τις στέρεες, με τις πεποιθήσεις τις ακράδαντες.

Και να πεις ότι δεν σε ρώτησα; Να πεις ότι δεν έψαξα για επιβεβαίωση μέσα από τα λεγόμενά σου, από τις σκέψεις σου; Άκου τους στίχους μου έλεγες και έκλεινες τα μάτια. Σήκωνες τα χέρια ψηλά και τα κατέβαζες με ορμή στα σημεία που σε σημάδευαν, στα σημεία του τραγουδιού που πίστευε το μυαλό σου ότι γράφηκαν για σένα. Έβλεπα τις κινήσεις του σώματός σου, την έκσταση του κορμιού σου και έμενα απαθής. Για μία ακόμη φορά. Πίστευα ότι ζούσες κάτι που θα ήθελες να ήσουν και όχι κάτι που ήσουν. Δεν πίστευα ότι δεν έπρεπε να σε πιστέψω.

Και σ’ αγάπησα. Και σου δώθηκα. Ολοκληρωτικά; Δεν ξέρω το ‘ολοκληρωτικά’. Δεν μπορώ να πω ‘ολοκληρωτικά’. Μπορώ να πω το ‘μέχρι εκεί που ήξερα’. Μπορώ να πω το ‘μέχρι τα όριά μου’. Και τα πάτησες. Και τα ξεπέρασες. Και τα ξεπέρασα. Και δεν το άντεξα. Και δεν μπόρεσα να τα μαζέψω. Και με άφησες σε συντρίμια. Στα συντρίμια του εαυτού μου. Ενός εαυτού μόνου. Με μία μοναξιά αβάσταχτη. Να σε θέλω, να μην σε έχω. Μοναξιά. Αβάσταχτη.

Έφυγες. Όπως είχες έρθει πριν από τρία χρόνια. Με ορμή. Με θόρυβο. Χωρίς να υπολογίσεις τίποτα. Μόνο εσένα. Σαν ‘αγάπη δίκοπη’, σαν ‘δεν είμαι εγώ για προκοπή’. Πόσο λάθος έκανα. Και δεν ήθελα να το παραδεχτώ. Δεν ήθελα να το πω παραέξω και σταφούν όλοι εναντίον μου. Και πουν αυτή την ατάκα που με σκοτώνει όποτε την ακούω. ‘Σου τα ‘λεγα εγώ, αλλά εσύ ήσουν αλλού’. Αγάπησα. Έχασα την αυτοσυγκέντρωση και την αυτοκυριαρχία μου. Και έμεινα χωρίς αυτοσυγκέντρωση. Χωρίς αυτοκυριαρχία. Έμεινα άδεια, κενή. Χωρίς τίποτα. Ούτε εσένα. Πόσο μου λείπεις να ‘ξερες. Ή μάλλον, πόσο άδεια νοιώθω χωρίς εσένα. Αλήθεια, το ξέρεις; Δεν θέλω να πιστέψω ότι το ξέρεις και δεν κάνεις τίποτα. Δεν θέλω να πιστέψω ότι ξέρεις την ανάγκη μου για σένα και δεν κάνεις τίποτα. Δεν θα το αντέξω. Καλύτερα να παραμυθιάζω τον εαυτό μου, για μία ακόμη φορά, παρά να πιστέψω το αυτονόητο. Ότι είσαι αλλού. Ότι είσαι μακρυά.

Το μόνο που μου έχει μείνει από σένα, είναι κάποιοι ήχοι στο τηλέφωνο. Η φωνή σου, όταν απαντάς τις κλήσεις που σου κάνω και δεν μιλάω. Με έχεις καταλάβει έτσι; Το ξέρω. Και γι’ αυτό συνεχίζω. Και γι’ αυτό δέχομαι να ταπεινώνομαι. Να πέφτω τόσο χαμηλά για να μπορώ να σηκώνομαι. Να έχω την ψευδαίσθηση της ανάτασης από το πάτο που έχω πιάσει.

Σε θυμάμαι να σηκώνεις τα χέρια ψηλά και να τα κατεβάζεις με ορμή. Τότε στον αέρα. Τώρα στην ψυχή μου, στην καρδιά μου. Δίκοπη καρδιά. Έτσι είμαι τώρα. Με έκανες σαν εσένα. Με καρδιά δίκοπη, με χωρίς προκοπή. Σου αξίζουν συγχαρητήρια. Αγάπησα εσένα και έμεινα με ένα τραγούδι. Καλή συναλλαγή, αλλά δεν ήμουν έτοιμη.

(οι στίχοι εισαγωγής ανήκουν στον Αντώνη Παπαϊωάννου)

(‘Desir accorde’ by David Graux)

Advertisements

19 comments on “Αγάπη δίκοπη…

  1. Είναι αυτοί οι έρωτες που έρχονται κάποια
    μοναδική φορά, στη ζωή όλων…
    Κάποιοι προσπερνάνε με δικλείδα ασφαλείας
    τη λογική. Κάποιοι ξεπερνάνε τα όρια και
    μπήγουν το «δίκοπο» μαχαίρι στην ψυχή τους,
    ως τη λαβή…και μένουν έρημοι τόποι…
    Γίνονται μαχαίρια δίκοπα οι ίδιοι, για όποιον
    τους πλησιάσει…

    «Βαρύς καιρός,ασήκωτος, βαρύς σαν την καρδιά μου,
    από τα μάτια μ’ έδεσες, τσάκισες τα φτερά μου,
    η αγάπη μαύρη θάλασσα, ναυάγια μόνο ξέρει,
    πουκάμισο από φωτιά, και δίκοπο μαχαίρι.»
    Μ. Μητσιάς
    στίχοι:Θόδωρος Ποάλας

  2. Δίκοπη είναι, και πάλι καλά.
    Ευχαριστημένοι είμαστε.
    Αυτά τα σπαράγματα είναι το νήμα που μας βεβαιώνει πως ζούμε.
    Είναι το υφάδι της σοφίας μας.
    Λίγη ανάπαυλα, επισκευές στο λιμάνι και
    τάκ-τάκ, ο αργαλειός που ανυπομονεί να συνεχίσει το υφαντό της ζωής μας !

  3. Αγαπημένο τραγούδι…
    Και, χάρη στο κείμενο, έρχεται αυθόρμητα στο νου ο ποιητής:
    «Που’ναι η μέρα η δίκοπη που’χε τα πάντα αλλάξει;»

    Μια μέρα ν’ ανοίξουν όλα, αλλιώς: κι έρωτες κι όνειρα και προσμονές και πικράδες.
    Όλα. Κυρίως, ο μέσα μας εαυτός.

  4. Συγνώμη παιδιά, βρέθηκα τυχαία εδώ και σας στέλνω τους χαιρετισμούς μου. Ένα απλό τραγούδι έγραψα, δεν περίμενα να προξενήσει τόσο κακό

  5. καλα δεν το πιστευωωωωωωω!
    που ειναι καλε το γραπτο;;;;
    που εισαι καλε εσυυυυυ;;;;;
    🙂
    🙂

    βρε μπας και την εκανες για διακοπουλες και δεν μας το ‘πεςςςςςς;;;;;;

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s