Άπιστη από πίστη…

cafe-du-coin-by-trish-biddle.jpeg– Καλό παιδί αυτός ο Κώστας.
– Ναι, πολύ καλό.
– Προχωράει μεταξύ σας;
– Αυτός θέλει, αλλά εγώ δεν μπορώ. Δεν αφήνομαι.
– Γιατί;
– Φοβάμαι.
– Τι;
– Μήπως με πουλήσουν πάλι. Ναι, πάλι γαμώτο. Αφού τα ξέρεις. Κάθε φορά που δόθηκα, μετά με πούλησαν. Πούλησαν καθετί δικό μου. Από το κορμί μου, από την ψυχή μου, από τα υπάρχοντά μου. Ποιόν να πιάσω και ποιόν να αφήσω; Όλοι τους φέρθηκαν το ίδιο απαίσια. Και να πεις ότι ήμουν πρωτάρα; Το είχα ξαναδεί το έργο, κι’ όμως εκεί. Ακάθεκτη έτρεχα προς την καταστροφή. Και τώρα, έχω μείνει μόνη, παρέα με την μοναξιά και την απελπισία μου.
– Και γιατί δεν κάνεις κάτι να ξεφύγεις;
– Δηλαδή;
– Να τον εμπιστευτείς. Να τον αφήσεις να σε πλησιάσει. Αλλά, εσύ να μην αφεθείς. Γλέντα, αλλά από απόσταση.
– Και πως μπορεί να γίνει αυτό φιλενάδα; Έρωτας από απόσταση;
– Και γιατί όχι;
– Εγώ δεν είμαι για τέτοια. Ή εκεί και ολοκληρωτικά ή πουθενά. Κατάλαβες; Εδώ, και το ξέρεις, εγκατέλειψα σχέσεις που ήταν ακόμη ζεστές, που ήταν επάνω στα καλύτερά τους, και τις διέκοψα για να βρω τον έρωτα, έτσι όπως τον είχα πλάσει εγώ στο μυαλό μου και όχι όπως μου τον έδιναν. Και τότε, απίστησα. Υπήρξα άπιστη από πίστη, από πίστη στον έρωτα που είχα οραματιστεί, που με μάγευε. Και το πλήρωσα. Λάθος άνθρωποι, λάθος κορμί, λάθος αποτέλεσμα.
– Κάνε την υπέρβασή σου, τώρα που ξέρεις, τώρα που μπορείς να το αντιμετωπίσεις στην αρχή του.
– Και να φερθώ έτσι απαίσια, όπως μου φέρθηκαν;
– Γιατί όχι;
– Και να κάνω αυτά που μου έκαναν;
– Πάρε την εκδίκησή σου.
– Δεν κάνω εγώ τέτοια. Μπορεί να έχω πάθει πολλά, αλλά την πίκρα μου δεν θα την πληρώσει κάποιος που δεν μου φταίει σε τίποτα.
– Ναι, πήγαινε με το σταυρό στο χέρι και θα προκόψεις. Δεν κοιτάς λίγο να ξεφύγεις, να αλλάξεις, να δεις με άλλο μάτι τη ζωή.
– Και τι θα καταλάβω; Να έχω άλλα στο κεφάλι μου; Να τυραννιέμαι γιατί φέρομαι άσχημα και ανέντιμα, σε έναν άνθρωπο τόσο γλυκό και τρυφερό; Αυτά γλυκιά μου για να τα κάνεις, πρέπει να έχεις μεγαλώσει διαφορετικά. Πρέπει να κυλάει στο αίμα σου η πουτανιά. Και δυστυχώς, η κυρά-Ελένη, η μάνα μου, δεν μεγάλωσε πουτάνα, ούτε στο κορμί ούτε στην ψυχή.
– Το ξέρω καλή μου. Και δεν είπα να γίνεις πουτάνα. Απλά, να ζήσεις λίγο τη ζωή σου. Λίγο. Όσο αντέχεις. Δεν σου είπα να καταστρέψεις το παλικάρι. Να ζήσεις. Να δεις, για μία φορά στη ζωή σου, εσένα πρώτα και όχι τον άλλο. Πάρε, χωρίς να δώσεις. Άδραξε, χωρίς να ματώσεις.
– Πόσο εύκολο ακούγεται. Πόσο εύκολο.
– Και εύκολο να γίνει είναι. Απλά, απαίτησε. Απλά, φέρσου σαν κάποια που της στέρησαν τη ζωή της και θέλει πίσω τα χαμένα. Κανένας δεν θα σε κατακρίνει για την πράξη σου. Κανένας δεν θα σε καταδικάσει γιατί ζητάς εσένα πίσω. Ζητάς εσένα. Τον εαυτό σου. Κάτσε πίσω και απόλαυσε αυτά που ο Κώστας σου δίνει. Και από την άλλη αν το δεις, και αυτός θα πάρει. Θα πάρει αυτό που θέλει. Λίγες ώρες ζωής με σένα. Με το αντικείμενο του πόθου του. Χωρίς δεσμεύσεις. Χωρίς πολλά λόγια.
– Πόσο όμορφα τα λες. Κι’ αν εγώ περάσω στο άλλο στάδιο; Θυμηθώ τον παλιό καλό εαυτό μου και πέσω με τα μούτρα; Μετά, ποιος με συνεφέρει; Ποιος με σηκώνει; Δεν αντέχω άλλο πέσιμο καλή μου. Δεν αντέχω. Δώσαμε. Το μαγαζί ξεπούλησε. Και ξεπούλησε φτηνά. Ούτε το κεφάλαιό του δεν έβγαλε. Και δεν ήταν και λίγο. Δεν ήταν καθόλου λίγο.
– Τώρα λες βλακείες. Το κεφάλαιο είναι πάντα εκεί. Εσύ, δεν το αξιοποιείς όπως πρέπει και πιστεύεις ότι χάθηκε. Μάθε να πουλάς με τους δικούς σου όρους. Κι’ αν ξαναπέσεις στις εκπτώσεις, μη φοβηθείς. Άπαξ και έμαθες να πουλάς σωστά, θα επανέλθεις. Με κάποιες απώλειες, ναι. Αλλά θα επανέλθεις. Πίστεψέ με.
– Λες να το κάνω;
– Έχεις να χάσεις τίποτα;
– Εμένα.
– Σε τόσες περιπτώσεις δεν σε έχασες. Τώρα, που ξέρεις κιόλας, θα χαθείς;
– Λες;
– Λέω…

(ο τίτλος πάρθηκε από κείμενο της Μάρως Βαμβουνάκη)

(‘Café du Coin’ by Trish Biddle)