Memories…

the-farewell-by-manuel-castro.jpegΆφηνα το βλέμμα μου να τρέχει επάνω στου κορμιού σου τις κοιλότητες. Κοιμόσουν στο πλάι μου και ‘γώ καθόμουν να σε χαζεύω σαν μικρό παιδί που στήνεται έξω από ένα μαγαζί με παιχνίδια. Ήσουν για μένα το ξύλινο αλογάκι της παιδικότητάς μου. Οι λανθάνουσες μνήμες του γνωστικού μου κόσμου.

Καθόσουν πάντα απέναντί μου. Όχι πλάι μου. Ήθελες πάντα να με έχεις αντίκρυ. Έλεγες ότι με παρατηρούσες καλύτερα και βάθαινες στα απύθμενα της ψυχής μου. Και γέλαγες. Με εκείνο το γέλιο το κελαριστό, το αντρίκιο, το βγαλμένο από τους τόπους της καρδιάς σου.

Και παρατηρούσες τα σύννεφα. Και ανακάλυπτες σχήματα και εικόνες. Και μου τις έδειχνες. Και γέλαγα. Γέλαγα. Ξέρεις πόσο καιρό έχω να γελάσω έτσι; Από τότε. Και βλέπαμε τα σύννεφα να περνούν. Και μέναμε ακίνητοι και άχρονοι. Θέλαμε να σταματήσουμε τον χρόνο μέσα μας για να ζήσουμε περισσότερο την κοινή μας ζωή. Να ζήσουμε περισσότερο ο ένας την παρουσία του άλλου. Προσπαθούσαμε να κερδίσουμε την αιωνιότητα της συνύπαρξής μας.

Αλλά, πάντοτε έφευγες. Έφευγες και έμενα μόνη. Μόνη να κοιτάω έναν ουρανό χωρίς σύννεφα, χωρίς σχήματα, χωρίς εικόνες. Ούτε καν χρωματιστό. Άχρωμο. Άϋλο. Άβουλο. Έναν ουρανό χωρίς προσωπικότητα. Μία γυναίκα, εγώ, χωρίς αξιοπρέπεια.

Και πήγαινες κοντά της. Για να της δείχνεις τον ουρανό που κουβάλαγες μαζί σου και που είχα χρωματίσει με το γέλιο και την ανάσα σου. Της πρόσφερες έναν πλαστό ουρανό. Και εκείνη τον δεχόταν. Και όταν τον ξεζούμιζε, τον έφερνες πίσω σε μένα, για να μπορέσω να τον ξαναχρωματίσω, να τον κάνω ελκυστικό και θεμιτό.

Πάντοτε έφευγες. Τις στιγμές του φευγιού σου, παρατηρούσα το ρολόι. Αμείλικτο. Αδιάψευστο. Χρόνος περασμένος και ποτέ επιστρεφόμενος. Πόσες φορές δεν κοίταζα επίμονα την πόρτα με την λαχτάρα να σε ξαναδώ να την ανοίγεις αμέσως; Πόσες φορές δεν στήθηκα στο παράθυρο και περίμενα να σε δω να ανατρέπεις τα δεδομένα και να επιστρέφεις; Αλλά τίποτα. Τίποτα. Και έφευγες πάντα. Για πάντα…

(‘The Farewell’ by Manuel Castro)

Μίτωση…

Πρόφαση: ‘Θέλω να χωρίσουμε γιατί σε νοιάζομαι και δεν θέλω να χαραμιστείς μαζί μου.’…

Μετάφαση: ‘Σ’ αγαπώ, αλλά δεν μπορεί να συνεχιστεί άλλο. Νοιώθω ότι με πνίγεις. Μη φοβάσαι. Θα μείνουμε φίλοι. Στο υπόσχομαι.’…

Ανάφαση: ‘Να περάσεις να πάρεις τα πράγματά σου από το σπίτι μου. δεν θέλω να μένουν άλλο εκεί μέσα. Μου θυμίζουν εσένα και αυτό με πονάει. Ξέρω ότι σου είπα εγώ να χωρίσουμε, αλλά δεν μπορώ να τα κρατάω άλλο. Προσπαθώ να σε ξεπεράσω. Όχι, δεν μπορούμε να τα ξαναβρούμε. Πάει, έφυγα, δεν το καταλαβαίνεις;’…

Τελόφαση: ‘Ποια είναι αυτή που βγαίνεις τώρα; Την ξέρω; Ποια, αυτή η ξερακιανή με τα καστανά μαλλιά; Δεν σε πιστεύω. Μου φαίνεται ότι έχασες το γούστο σου από τότε που χωρίσαμε. Εγώ καλά είμαι. Μόνη. Προσπαθώ να τα βρω με τον εαυτό μου και να συνεχίσω. Ναι. Έτσι πίστευα και ‘γώ ότι τα έχω βρει, αλλά έκανα λάθος. Ναι, να πάμε για καφέ. Θα έρθει και εκείνη; Δεν μπορούμε να πάμε οι δυό μας; Καλά, πάρε με όποτε είναι. Θα χαρώ να σε δω. Να προσέχεις’…

(‘Femme Turquoise’ by Claude Theberge)

Η ανάγκη μας για παρηγοριά…

‘Όσο για μένα, εγώ παγιδεύω την παρηγοριά όπως ο κυνηγός παγιδεύει το θήραμά του. Τραβώ παντού, όπου πιστεύω πως θα την αντιληφθώ μέσα στο δάσος. Συχνά δεν συναντώ παρά το κενό, μα, μια στις τόσες, κάποιο θήραμα πέφτει στα πόδια μου. και, καθώς γνωρίζω ότι η παρηγοριά δεν διαρκεί παρά όσο το φύσημα του ανέμου στην κορυφή ενός δέντρου, βιάζομαι να αδράξω το σφάγιο.
Τι έχω, λοιπόν, μέσα στα χέρια μου;
Επειδή είμαι μόνος: μια γυναίκα αγαπημένη ή έναν σύντροφο στο ταξίδι της δυστυχίας. Επειδή είμαι δημιουργός: μια αψίδα λέξεων που το τέντωμά τους με κάνει να αισθάνομαι έντονα τη χαρά και την φρίκη. Επειδή είμαι φυλακισμένος: μια αιφνίδια θέα προς την ελευθερία. Επειδή είμαι υπό την απειλή του θανάτου: ένα ζώο ζωντανό και ζεστό, μια καρδιά που χτυπάει με τρόπο σπαρακτικό. Επειδή η θάλασσα με απειλεί: έναν σκληρό βράχο από γρανίτη.
Αλλά υπάρχουν κάτι παρηγοριές που φτάνουν απρόσκλητες και γεμίζουν την κάμαρα με αγαπημένους ψιθύρους. Είμαι η ευχαρίστησή σου – αγάπα τες όλες! Είμαι το ταλέντο σου – σπατάλησέ το όπως τον εαυτό σου! Είμαι ο πόθος της επιθυμίας σου – μόνο οι φιλήδονοι ζουν! Είμαι η μοναξιά σου – περιφρόνησε τους ανθρώπους! Είμαι η επιθυμία του θανάτου – κόψε!’

Stig Dagerman
συγγραφέας, δημοσιογράφος, καταθλιπτικός, σχιζοφρενής, αυτόχειρας
5 Οκτωβρίου 1923 – 4 Νοεμβρίου 1954

‘Η ανάγκη μας για παρηγοριά’ – Εκδόσεις ΜΕΛΑΝΙ

One world…

antique-map-cartographica-iii.jpegΈνας κόσμος μικρός…
Μέσα από το πάτημα ενός κουμπιού…
Μέσα από τα μάτια ενός ταξιδευτή…
Μέσα από την ανάμνηση μιας μυρωδιάς…
Μέσα από την αίσθηση ενός φιλιού…
Γεμάτος εικόνες και χρώματα…
Ζωηρά, μουντά, φωτισμένα, νυχτερινά…

Ένας κόσμος μικρός…
Όχι πολύ μακριά…
Εδώ δίπλα, αντίκρυ…
Μπροστά σε κουρασμένα και άυπνα μάτια…

Ένας κόσμος εδώ

Εκλογές 2007 – Απορίες…

xartis-color.jpgΠιστεύω, ότι ήταν από τις πιο παράξενες εκλογικές αναμετρήσεις που έχουν γίνει στην Ελλάδα. Για να μην πω η πιο παράξενη. Μέσα από καταστροφές και παροχές, οδηγηθήκαμε στην κάλπη. Το αποτέλεσμα γνωστό και με καθαρά μηνύματα προς πολλαπλούς αποδέκτες. Πολλοί από εμάς το κατέγραψαν στα blog τους. Πολλοί από εμάς το συζήτησαν στους χώρους εργασίας τους, στο οικογενειακό τους περιβάλλον, στον χώρο που κινούνται και ζουν. Προσωπικά, δεν έχω τίποτε παραπάνω να προσθέσω. Ο χρόνος και η ιστορία θα κρίνει νικητές και ηττημένους. Εμείς θα είμαστε παρατηρητές και κριτές αυτών.

Έχω όμως μία απορία. Αλήθεια, πως σας φάνηκε η όψη που εμφάνισαν οι δύο αρχηγοί των μεγάλων κομμάτων μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων; Και θα πω τι εννοώ.

Κατά τις 23.00 με 24.00, εμφανίζεται ο Κ. Καραμανλής στο μπαλκόνι του γραφείου του στην Ρηγίλλης, αγκαζέ με τα της Νατάσσας, για να χαιρετήσει το πλήθος που τον επευφημούσε. Εμφανίστηκε με ένα χαμόγελο του στυλ: ‘τι μ@λ@κί@ πήγα και έκανα και ξαναβγήκα’. Με το ζόρι προσπαθούσε να γελάσει. Με το ζόρι του έβγαινε. Ευτυχώς συγκρατήθηκε για να μη βάλει τα κλάματα.

Από την άλλη, ο Γ. Παπανδρέου αρχικά εμφανίστηκε συντετριμμένος από το αποτέλεσμα των εκλογών και της προσωπικής του ευθύνης γι’ αυτό αλλά στην συνέχεια δεν μπόρεσε να κρύψει τα χαμόγελά του. Λες και ήθελε να πει: ‘εγώ εδώ τελειώνω και ηρεμώ και πάω να κάνω jogging’. Το οποίο χαμόγελο έγινε πιο πλατύ, όταν πια έφυγε από την Χαριλάου Τρικούπη.

Και έρχομαι να αναρωτηθώ ο άνθρωπος: ‘μήπως μας δουλεύουν ψιλό γαζί και δεν το έχουμε πάρει χαμπάρι;’

Αυτά και τέρμα με τις Εκλογές 2007. Του χρόνου πάλι.

17 Σεπτεμβρίου 2007…

me_faneronomai.jpgΤα γεγονότα τρέχουν με ιλιγγιώδεις ρυθμούς.

Εκλογές, κυβέρνηση, αντιπολίτευση, αλλαγές αρχηγών κομμάτων, δελφίνοι βαρέων κυβικών, δηλώσεις του τύπου ‘νικήσαμε (ή χάσαμε) και πήραμε το μήνυμα’, δηλώσεις του τύπου ‘είμαι παρών’, δηλώσεις του τύπου ‘αυτογνωσία και αυτοσυγκράτηση’.

Και μέσα σε όλο αυτόν τον αχταρμά, πριν από 38 χρόνια, στις 17 Σεπτεμβρίου 1969, ένα αγοράκι γεννιόταν για να μπορέσει να ζήσει τέτοιες πρωτόγνωρες στιγμές. Εγώ. Ας πρόσεχα.

Bloggers, εκλογές και ΣΚΑΪ…

Παρακολουθώ ΣΚΑΪ και την πολύ-διαφημισμένη εκπομπή του για τις ‘ΕΚΛΟΓΕΣ 2007’, που συμμετέχουν bloggers. Προσωπικά, είμαι εδώ μέσα στα blogs, πάνω από ενάμιση χρόνο. Πουθενά δεν τους έχω συναντήσει. Πουθενά. Τι συμβαίνει; Αυτοί θεωρούνται αντιπροσωπευτικό δείγμα όλων εμάς; Ή έχουν άλλες άκρες που όλοι οι υπόλοιποι δεν έχουν; Κι’ αν εγώ εξανίσταμαι, όλοι οι bloggers που ξεκίνησαν το blogging πολύ νωρίτερα από εμένα και έχουν άποψη, τι πρέπει να κάνουν; Κοροϊδευόμαστε ή μου φαίνεται;

Τα 300 μου…

three-candles-by-marc-chagall.jpeg1, 2, 3, …, 300.

Τόσα έγραψα έως τώρα.
Τόσα ανέβασα.
Τόσα πόνεσα.
Τόσα έδωσα.
Τόσα ασπαστήκατε.

Είναι η δική μου η Βουλή.
Οι Τριακόσιοι μου.
Σαν αυτούς του Λεωνίδα.
Στέκουν εδώ, φιλώντας τις Θερμοπύλες του νου μου.

Ενάμιση χρόνο τώρα περίπου.
Σας ευχαριστώ πολύ για την προσοχή σας.
Σας ευχαριστώ πολύ για την συμπαράσταση.

Να είστε καλά.

(‘Three candles’ by Marc Chagall)

Απόγευμα – Πρωί – Μεσημέρι (μεσημέρι)…

toscano-valley-i-by-art-fronckowiak.jpegΤελικά, δεν άντεξα να περιμένω μιάμιση ώρα. Έφυγα πολύ νωρίτερα. Μάλλον βαριόμουν αφόρητα. Μπορεί βέβαια και να σερνόμουν πίσω από την Ελένη με μεγαλύτερη ευκολία απ’ ότι περίμενα ή περίμενε. Θα δείξει. Χωρίς πολλά-πολλά, ξεκίνησα κατά τις 12.15. Δεν ήθελα πάνω από ένα τέταρτο για να βρεθώ στο σπίτι της. Και δεν έπεσα έξω. Στις 12.27 ήμουν εκεί. Της έκανα ένα τηλέφωνο από το κινητό. Δεν δυσκολεύτηκε να μου πει να ανέβω επάνω, μιας και δεν είχε ετοιμαστεί ακόμη. Μου είπε ότι ήταν μόνη. Ενδιαφέρον.

Με υποδέχθηκε φορώντας μία μαύρη σατέν ρόμπα, η οποία έπεφτε απαλά επάνω στους ώμους της. ‘Τελικά υπάρχει Θεός’, σκέφτηκα. Γέλασα από μέσα μου. Έσκυψα και την φίλησα για συλλυπητήρια. Μύριζε υπέροχα. Πέρασα στα ενδότερα. Κάθισα σε μία πολυθρόνα και μου είπε να μου προσφέρει καφέ. Δεν δέχθηκα. Λάθος μου, εκ των υστέρων. Κάθισε δίπλα μου. Νόμιζα ότι ο χρόνος είχε σταματήσει. Λάθος μου. Πολλά λάθη μαζεμένα. Έχανα την επαφή με την συνείδηση και την αυτοκυριαρχία μου. Λάθος μου. Μου έπιασε το χέρι και με κοίταξε στα μάτια.

– Μου έλειψες.
– Και μένα.
– Και γιατί δεν κάναμε κάτι γι’ αυτό.
– Είσαι παντρεμένη με τον καλύτερό μου φίλο.
– Ήμουν. Όχι τώρα πια.
– Μα, δεν έχουν περάσει ούτε 72 ώρες.
– Το ξέρω. Τυπικά. Ουσιαστικά έχουν περάσει πολύ περισσότερες.
– Και γιατί το ανεχόσουν;
– Δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς. Εξαρτιόμουν από αυτόν. Όχι όμως τώρα. Τώρα, όλα τέλειωσαν. Καιρός να κοιτάξω και την Ελένη λίγο. Δεν συμφωνείς;
– Καλά τα λες, αλλά δεν είναι λίγο πρόστυχο;
– Πρόστυχο είναι να το λες και δεν είναι να το κάνεις;
– Μάλλον.
– Φίλησέ με.
– Τι λες; Έτσι, τώρα, σήμερα;
– Ναι. Τι έχεις να φοβηθείς;
– Θα αργήσουμε να πάμε στο νεκροταφείο.
– Και λες να βαρεθεί και να φύγει ο Κώστας;
– Όχι. Για να λέμε και του στραβού το δίκιο, δεν πρόκειται να πάει πουθενά. Αλλά, τι θα πει ο κόσμος;
– Ο κόσμος ας κοιτάξει τον εαυτό του. Πίσω από κάθε κλειστή πόρτα παίζεται ένα αντίστοιχο έργο με διαφορετικούς ρόλους και διαφορετική πλοκή. Εμάς, μας έτυχε κάτι τέτοιο. Δέχεσαι τον ρόλο σου;
– Τον δέχομαι.
– Έλα λοιπόν, τι περιμένεις;

Πρέπει να είχα ποθημένο την ηθοποιία. Μπήκα στον ρόλο μου πολύ εύκολα. Σχεδόν λες και ζούσα την ζωή μου. Της έβγαλα την ρόμπα. Το γυμνό κορμί της φάνηκε λαμπερό και ερεθισμένο. Όταν έβγαλα και τα δικά μου ρούχα, φάνηκε και το δικό μου κορμί λαμπερό και ερεθισμένο. Έπεσε στα γόνατα και πήρε το μόριό μου μέσα στο στόμα της. Ξανασκέφτηκα ‘ότι υπάρχει Θεός’. Λάθος μου. Με οδήγησε στο κρεβάτι της. Για μια στιγμή κοντοστάθηκα. Το κατάλαβε. ‘Έχω να κάνω έρωτα πάνω από ένα χρόνο. Μη φοβάσαι’ μου είπε και με απενοχοποίησε. Λάθος μου. Έπεσε στα τέσσερα και με κάλεσε να μπω από πίσω της. Τρελάθηκα. Κρατιόμουν να μην τελειώσω από την ηδονή που με κατελάμβανε. Λάθος μου. Γύρισε και ξάπλωσε. Με πήρε κανονικά. Βογκούσαμε ηδυπαθώς. Έχασα κάθε επαφή με το περιβάλλον. Λάθος μου. Ήταν πια αργά να κάνω οτιδήποτε, όταν άκουσα μια φωνή πίσω μου να φωνάζει, σε έξαλλη κατάσταση, ‘Ελένη, Δημήτρη, τι κάνετε εκεί;’. Γύρισα και είδα τον Κώστα να κάθεται στην πόρτα της κρεβατοκάμαρας με τα κλειδιά του αυτοκινήτου στο ένα χέρι και μία σακούλα με ψώνια στην άλλη. Το μόνο που πρόλαβα να δω, έως ότου λιποθυμήσω, ήταν τον Κώστα να πέφτει με γδούπο πάνω στο μαρμάρινο δάπεδο του διαδρόμου. Εγώ ευτυχώς, έπεσα στα μαλακά. Πάνω στο κρεβάτι.

Ένοιωσα την δροσιά ενός ποτηριού νερού επάνω στο πρόσωπό μου. Ξύπνησα από τον λήθαργό μου. Συνειδητοποίησα ότι ένα όργανο του σώματός μου δεν είχε μπει σε λήθαργο. Το μόριό μου στεκόταν στο ύψος του. Σκέφτηκα να εξετάσω την ανεξαρτητοποίηση του οργάνου μου, σε σχέση με το υπόλοιπο σώμα, αργότερα στο internet. Κοίταξα γύρω μου. Η Ελένη στεκόταν μπροστά μου γυμνή. Ανασηκώθηκα λίγο. Ο Κώστας κείτονταν αναίσθητος ακόμη. Γύρισα στην Ελένη και την κοίταξα με έκπληξη.

– Τι με κοιτάς με αυτό το ύφος; Πρώτη φορά βλέπεις πεθαμένο;
– Πέθανε;
– Ναι. Από ανακοπή καρδιάς.
– Είσαι τρελή, παρανοϊκή και ανισόρροπη. Τι έκανες; Με χρησιμοποίησες για να τον ξεκάνεις; Με παγίδεψες και ‘γώ έπεσα με τα μούτρα στην παγίδα σου.
– Γιατί χρυσέ μου; Δεν το ευχαριστήθηκες; Τι φωνάζεις;
– Καλά, είσαι εντελώς τρελή; Πέθανε, το καταλαβαίνεις;
– Μικρολεπτομέρειες. Ασήμαντες.
– Τον δολοφονήσαμε.
– Εγώ. Εσύ δεν ήξερες.
– Και δεν σε νοιάζει;
– Καθόλου. Είχε έρθει το πλήρωμα του χρόνου γι’ αυτόν.
– Τι ακούω Θεέ μου; Τι ακούω και δεν ουρλιάζω. Καλή μου καταλαβαίνεις τι λες; Τον σκοτώσαμε. Πέθανε.
– Ε, και; Εκεί δεν θα πάμε κάποια μέρα όλοι μας; Άλλος νωρίτερα, άλλος αργότερα.
– Δεν σε πιστεύω. Πάω να τηλεφωνήσω στην αστυνομία. Να τους πω ότι έγινε.
– Και θα σε πιστέψουν νομίζεις; Οι ενδείξεις οδηγούν στην σύλληψη στα πράσα από τον άντρα μου των δύο μας, την ώρα που πηδιόμασταν και μάλιστα πολύ καλά; Ή έχεις αντίρρηση και γι’ αυτό;

Έμεινα στο κρεβάτι αποσβολωμένος. Σκεφτόμουν τα λεγόμενα της Ελένης. Από την μία το μυαλό μου διαφωνούσε με τον τρόπο που προσέγγιζε το γεγονός, από την άλλη το μόριό μου συμφωνούσε καθολικά μαζί της. Ακόμη παρέμενε στητό και θεληματικό. Έκλεισα τα μάτια και ξάπλωσα εντελώς. Δεν μπορούσα να κάνω τίποτα. Με είχε παγιδέψει αριστοτεχνικά. Της έβγαζα το καπέλο. Άξια. Και στο μυαλό και στο σώμα. Ένοιωσα την παλάμη της να χουφτώνει το μόριό μου και να το οδηγεί στο στόμα της. Αφέθηκα. Τελείωσα μέσα στην στοματική της κοιλότητα. Δεν είπαμε κουβέντα. Σηκώθηκα. Πέρασα πάνω από το νεκρό σώμα του, πάλαι ποτέ, φίλου μου Κώστα και πήγα να ντυθώ. Άκουσα την Ελένη να τηλεφωνεί στην Άμεσο Δράση και να ιστορεί το γεγονός του θανάτου του άντρα της, παραλείποντας τις πικάντικες λεπτομέρειες. Ανακουφίσθηκα όταν αντιλήφθηκα ότι κράτησε μία στάση διακριτικότητας απέναντι στο συμβάν. Ντύθηκα βιαστικά. Δεν προλαβαίναμε να πούμε πολλά. Δώσαμε rendez-vous για μεθαύριο, στην πραγματική κηδεία του Κώστα. Θα πέρναγα νωρίτερα, ως συνήθως. Βγήκα από την πολυκατοικία και έψαξα για κάποιο φαγάδικο. Η ένταση της ημέρας μου έφερνε λιγούρα. Τα αίτια θα τα έψαχνα αργότερα στο internet. Το απόγευμά μου προμήνυε έντονο σερφάρισμα. Τέλος, αποφάσισα να μην ξανασηκώσω τηλέφωνο απόγευμα…

(‘Toscano Valley I’ by Art Fronckowiak)

Απόγευμα – Πρωί – Μεσημέρι (πρωί)…

morning-light-tuscany-by-nancy-otoole.jpegΣηκώθηκα με ένα φούσκωμα στο στομάχι. Ο απόηχος της χθεσινής συνομιλίας με την Ελένη σε συνδυασμό με τα τέσσερα κομμάτια πίτσα special που καταβρόχθισα με περισσή, οφείλω να πω, λαιμαργία, δημιούργησαν έναν φονικό εχθρό για το ταλαιπωρημένο στομάχι μου. Το σίγουρο ήταν ότι έπρεπε να κόψω μαχαίρι τις οποιεσδήποτε συνομιλίες με την Ελένη από τούδε και στο εξής. Και φυσικά, είχα μία άνευ προηγουμένου ευκαιρία να το κάνω αυτό το μεσημέρι στην κηδεία του άντρα της και καλού μου φίλου, Κώστα.

Ντύθηκα για το γραφείο, φορώντας μαύρο παντελόνι και άσπρο πουκάμισο παίρνοντας μαζί μου την μοναδική γραβάτα σε μαύρο χρώμα που είχα. Το γεγονός ότι μπορεί να με πέρναγαν για νεκροθάφτη δεν με πείραζε καθόλου, μιας και ήταν πάντα το όνειρό μου να μπορώ να μπερδέψω τους γύρω μου για την ταυτότητά μου. Ύστερα από 1 ώρα προετοιμασίας και μισό φούσκωμα λιγότερο, βγήκα από την πόρτα του διαμερίσματος, κρατώντας τον πίνακα για να τον οδηγήσω στην τελευταία του κατοικία, τον πάτο του κάδου απορριμμάτων. Και έτσι που ήμουν ντυμένος, του απέδιδα όλες εκείνες τις τιμές που του άρμοζαν.

Ο δρόμος για το γραφείο παρουσίαζε την καθημερινή απαίσια εικόνα συνωστισμού του. Εικόνα που την είχα πια συνηθίσει, σε βαθμό να διερωτώμαι αν έχει συμβεί κάτι στο πολιτικό σκηνικό της χώρας όταν δεν είχε κίνηση. Έφτασα, ως συνήθως, με 15’ καθυστέρηση στο γραφείο. ‘Ακαδημαϊκό τέταρτο’ το ονόμαζα μιας και ήθελα να περνιέμαι για έξυπνος και πολυμαθής. Παρήγγειλα καφέ και τοστ από το κυλικείο του μεγάρου. Το φούσκωμα είχε υποχωρήσει και ένοιωθα ένα κενό στο στομάχι που έπρεπε επειγόντως να γεμίσει. Στρώθηκα για δουλειά, ανοίγοντας τον Η/Υ και σερφάρωντας στο internet. Διάβασα όλα τα mails μου, ακόμη και τα spam. Με τα πολλά, κοίταξα το ρολόι μου και είδα ότι είχε περάσει μία ώρα ήδη. Σηκώθηκα να περπατήσω λίγο γιατί είχα πιαστεί.

Πήρα μαζί μου ένα φάκελο, για να μην φανεί ότι χάζευα, και βγήκα από το γραφείο μου. Στο διάδρομο συνάντησα κι’ άλλους συναδέλφους με φακέλους, χαιρετηθήκαμε, μιλήσαμε περί ανέμων και υδάτων και ξαναγυρίσαμε στα γραφεία μας. Βαριόμουν είναι η αλήθεια αλλά δεν μπορούσα να κάνω και τίποτε άλλο. Ξανακάθισα στον Η/Υ και επιδόθηκα στο σερφάρισμα. Ευτυχώς δεν είχα ιδιαίτερες παρεμβολές από εξωγενείς παράγοντες όπως τηλέφωνα, συναδέλφους και προϊσταμένους. Όχι τίποτε άλλο, αλλά δεν υπήρχε και καμία γυναίκα άξια αναφοράς ανάμεσά τους. Η παραγγελία του δεύτερου καφέ δεν άργησε να πραγματοποιηθεί.

Κοίταξα επίμονα το τηλέφωνο δίπλα μου. Μια φωνή ερχόταν από αυτό. ‘Τα έχω χάσει τελείως; Έπαθα παράκρουση και δεν το ξέρω; Δεν πάμε καλά’ σκέφτηκα. Η φωνή γινόταν πιο δυνατή. Με καλούσε να σηκώσω το ακουστικό και να καλέσω το νούμερο της Ελένης. ‘Δεν πάμε καλά’ ξανασκέφτηκα. Όμως η φωνή εκεί. Επίμονη και επιτακτική. Ενέδωσα, αν και δεν το κάνω συχνά να ενδίδω σε φωνές από το υπερπέραν. Πληκτρολόγησα τον αριθμό της Ελένης. Χτύπησε μία, δύο, τρεις φορές. Σκέφτηκα ότι μπορεί και να την γλύτωσα. Η τέταρτη ήταν και φαρμακερή. Η φωνή της Ελένης παρουσιάστηκε στην άλλη άκρη του σύρματος, πιο αισθησιακή από ποτέ.

– Καλημέρα.
– Καλημέρα. Ποιος είναι;
– Εγώ Ελένη. Ο Δημήτρης. Ενοχλώ;
– Όχι. Μόλις έκανα μπάνιο και ξεκινάω σιγά-σιγά να ετοιμαστώ. Τελικά, τα μεγάλα πνεύματα συναντώνται.
– Τι εννοείς;
– Γιατί μου τηλεφώνησες;
– Μία εσωτερική φωνή με οδήγησε. Δεν έκανα καλά;
– Ίσα-ίσα. Και ‘γώ σε σκεφτόμουν. Γι’ αυτό είπα ότι τα μεγάλα πνεύματα συναντώνται. Λες η φωνή να ήταν δική μου;
– Δεν ξέρω. Μπορεί. Και ειλικρινά, δεν ξέρω τον λόγο που σε πήρα. Δεν είχα καμία επιθυμία να σου τηλεφωνήσω, προτού ακούσω την φωνή. Νοιώθω σαν την Ζαν τ’ Άρκ στο πιο αντρικό της. Λες η μοναξιά να με τρελαίνει;
– Καλέ μου, δεν τρελαίνει η μοναξιά. Άλλα πράγματα τρελαίνουν. Πίστεψέ με. Είσαι στη δουλειά;
– Ναι.
– Δεν θα έρθεις στην κηδεία;
– Θα έρθω.
– Θέλεις να περάσεις να με πάρεις από το σπίτι να πάμε μαζί; Όπως ξέρεις, δεν έχω κανέναν άλλο.
– Να περάσω. Τι ώρα;
– Κατά τις μία. Δεν είναι μακριά το νεκροταφείο από εδώ.
– Εντάξει. Στις μία θα τα πούμε από κοντά.
– Σε περιμένω.
– Τα λέμε.
– Γεια.
– Γεια.

Έκλεισα το τηλέφωνο και ανακάθισα στην καρέκλα μου. Παράξενο. Είχα την εντύπωση πως πάω να βγω randez-vous με γυναίκα παρά ότι πάω σε κηδεία. Κοίταξα το ρολόι μου. Ήταν μόλις 11.30. Είχα μιάμιση ώρα στη διάθεσή μου. Έβαλα το μυαλό μου να σκεφτεί. Ξεκίνησα το πρωί με την βεβαιότητα ότι θα κόψω οποιαδήποτε επαφή με αυτή την γυναίκα και τώρα κάνω το εντελώς αντίθετο. Γιατί; Μήπως η έλλειψη οποιασδήποτε γυναικείας παρουσίας δίπλα μου το τελευταίο διάστημα με έκανε να ενδίδω στην πρώτη γυναίκα που ξυπνάει μέσα μου αισθήματα με τόση ευκολία και να μην λαμβάνω υπ’ όψιν μου τις όποιες αμφιβολίες έχω; Μήπως με σέρνει η γυναικεία αύρα και δεν σκέφτομαι; Λες; Άφησα τις σκέψεις στην άκρη. Ένοιωσα πάλι ένα κενό στο στομάχι. Η ώρα του δεύτερου τοστ είχε έρθει. Παρήγγειλα ένα με συνοδεία αναψυκτικού.

(συνεχίζεται)…

(‘Morning Light Tuscany’ by Nancy O’Toole)

Απόγευμα – Πρωί – Μεσημέρι (απόγευμα)…

tuscan-afternoon-by-steve-thoms.jpegΈχοντας ολοκληρώσει ένα γενναίο πιάτο μακαρόνια με κόκκινη σάλτσα τόνου, συνοδευόμενο από λευκό κρασί, αποφάσισα να φτιάξω τον απογευματινό μου καφέ και να κάτσω να τον απολαύσω καθισμένος κοντά στο μεγάλο παράθυρο του καθιστικού. Ο βροχερός καιρός προμηνυόταν να παραμείνει βροχερός για τουλάχιστον τις επόμενες τρεις ώρες, κάτι που ενθάρρυνε το εγχείρημά μου. Κρατώντας στο ένα χέρι τον αχνιστό καφέ και στο άλλο το τελευταίο βιβλίο του Αχιλλέα Κυριακίδη, περπάτησα από την κουζίνα ως το καθιστικό και αφού απέθεσα τα συμπαρομαρτούντα, καφέ και βιβλίο, στο τραπεζάκι δίπλα στην πολυθρόνα, απέθεσα τον εαυτό μου φαρδύ πλατύ επάνω της. Η αίσθηση του βουλιάγματος μέσα στα μαλακά μαξιλάρια της πλάτης και του καθίσματος έκαναν το σώμα μου να νοιώσει υπέροχα μετά από μια κουραστική μέρα στο άβολο κάθισμα του εργασιακού μου χώρου.

Η ανάγνωση του βιβλίου κυλούσε ευχάριστα. Ο καφές κρύωνε και έφτανε στην επιθυμητή θερμοκρασία για πόση και ένοιωθα ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος του κόσμου, επαναλαμβάνοντας συνέχεια στον εαυτό μου ότι η ευτυχία για τον κάθε άνθρωπο βρίσκεται στα μικρά πράγματα που ομορφαίνουν την καθημερινότητά του. Ή, τουλάχιστον, την κάνουν υποφερτή.

Ο ήχος του τηλεφώνου ήρθε να ταράξει τα ηχητικά κύματα της ατμόσφαιρας, καθώς και την ψυχική μου ηρεμία. Αναθεματίζοντας την τύχη μου, σηκώθηκα ράθυμα να απαντήσω στο επίμονο κάλεσμα αυτού που διατάρασσε την απογευματινή μου σιέστα. Η ένδειξη στην οθόνη του τηλεφώνου δεν μαρτυρούσε την προέλευση του τηλεφωνήματος, μιας και η απόκρυψη του αριθμού λειτουργούσε άψογα. Απάντησα με στόμφο, έχοντας στο μυαλό ότι πρόκειται, πιθανότατα, για κάποιον απίθανο πωλητή πιστωτικών καρτών τράπεζας.

– Παρακαλώ;
– Ο κύριος Αναγνωστόπουλος;
– Ο ίδιος. Ποιος είναι;
– Απορώ πως δεν αναγνώρισες την φωνή μου ακόμη Δημήτρη.
– Θα μου πείτε ποια είστε κυρία μου;
– Η Ελένη είμαι Δημήτρη. Με αναγνώρισες τώρα;

Για να πω την αλήθεια, κάτι είχα αντιληφθεί, αλλά δεν ήθελα να το πιστέψω. Ένοιωσα έκπληξη, όχι τόσο για την επαλήθευση, όσο για τον σκοπό της επικοινωνίας.

– Καλησπέρα Ελένη. Απ’ όλους τους ανθρώπους που μπορεί να με έπαιρναν τηλέφωνο, είσαι ο τελευταίος που περίμενα να κάνει αυτή την κίνηση.
– Με αδικείς τώρα.
– Χάθηκες τόσα χρόνια. Και εσύ και ο καλός μου φίλος, ο Κώστας, ο άντρας σου. Έτσι δεν είναι;
– Δημήτρη, ο Κώστας πέθανε. Εχθές το απόγευμα. Από ανακοπή καρδιάς επάνω στο κρεβάτι, την ώρα που έκανε έρωτα.

Έμεινα να κοιτάω αποσβολωμένος τον πίνακα απέναντι στον τοίχο που αναπαριστούσε ένα βουκολικό τοπίο με ένα βοσκό να παίζει την φλογέρα του και έναν σκύλο να τρέχει πίσω από ένα κοπάδι πρόβατα. Συνειδητοποίησα ότι ήθελε καθάρισμα, είχε πιάσει ένα στρώμα σκόνης ευδιάκριτο από μακριά, καθώς και ότι έπρεπε να το πασάρω στον πρώτο παλαιοπώλη που θα εύρισκα. Επίσης, συνειδητοποίησα ότι ο φίλος μου αποχαιρέτησε τα εγκόσμια, τουλάχιστον ευχαριστημένος.

– Λυπάμαι. Δεν ξέρω τι άλλο να πω. Ζωή σε σένα καλή μου. Τι να πω. Είχε πρόβλημα χρόνιο ή ξαφνικά;
– Είχε ‘πάρει’ κάποια κιλά τα τελευταία χρόνια, αλλά ποτέ δεν είχε παρουσιάσει κάτι. Σ’ ευχαριστώ πάντως. Η κηδεία είναι αύριο το μεσημέρι, στις 15.00 στο Νεκροταφείο Ζωγράφου.
– Θα έρθω να τον αποχαιρετήσω.
– Σε περιμένω.
– Και να συμπαρασταθώ και σε σένα. Δεν είναι και λίγο πράγμα να πεθαίνει ο άντρας σου και μάλιστα την ώρα που κάνετε έρωτα.
– Δεν πέθανε την ώρα που κάναμε μαζί έρωτα. Με την ερωμένη του έκανε έρωτα και της έμεινε στα χέρια, επάνω στην κορύφωση. Και μετά, η ηλίθια, αντί να καλέσει ένα ασθενοφόρο, προσπάθησε να βρει εμένα στο τηλέφωνο να μου πει τι θα κάνει. Η ηλίθια. Εγώ δεν μπορούσα να απαντήσω, βλέπεις ήμουν στο κομμωτήριο για κούρεμα και βάψιμο στις ρίζες, και δεν μπορούσα να απαντήσω αμέσως. Όταν απάντησα ήταν ήδη πολύ αργά. Καταλαβαίνεις.
– Καταλαβαίνω. Λυπάμαι. Ο συχωρεμένος πάντα προτιμούσε τις γυναίκες με ‘περιορισμένη ευθύνη’ και αυτό τον έφαγε. Ας είναι ελαφρύ το χώμα που θα τον καλύψει.
– Αχ, μην γίνεσαι μελό. Μην προσπαθείς να του αναγνωρίσεις ελαφρυντικά σε παρακαλώ. Λοιπόν, επειδή έχω να πάω να αγοράσω ένα μαύρο φόρεμα για αύριο, σε αφήνω και τα λέμε από κοντά. Φιλιά.
– Καλά ψώνια. Και πάλι, τα συλλυπητήρια μου. Ζωή σε σένα.
– Ευχαριστώ. Γεια.
– Γεια.

Γύρισα στην πολυθρόνα μου. Σκηνές περασμένων χρόνων περνούσαν από το μυαλό μου. Τότε που ήμασταν ακόμη νέοι, η Ελένη, ο Κώστας και ‘γω. Τότε που μαλώναμε σαν τα κοκόρια, ο Κώστας και ‘γω, για την καρδιά και το σώμα της Ελένης. Ιδιαίτερα για το σώμα. Το αποτέλεσμα ήταν να το έχουμε γευτεί και οι δύο, αλλά αυτό ήταν κάτι που ο Κώστας δεν το είχε μάθει ποτέ. Τελικά, ο Κώστας κέρδισε την καρδιά της Ελένης και παντρεύτηκαν. Από τότε, σιγά-σιγά χαθήκαμε. Εγώ παρέμεινα εργένης παρέα με τα βιβλία μου και περιστασιακές σχέσεις, ο Κώστας παντρεμένος υπέρβαρος με ερωμένη και η Ελένη παντρεμένη συλφίδα χωρίς εραστή αλλά με καλοβαμμένα μαλλιά. Διερωτήθηκα, για μία ακόμη φορά, πως τα φέρνει έτσι η ζωή. Ούτε στα πιο τρελά μας όνειρα. Με αυτές τις σκέψεις να με πλημμυρίζουν, πήγα στον τοίχο που είχα κρεμασμένο τον πίνακα με το βουκολικό τοπίο και τον ξεκρέμασα. Το πρωί, φεύγοντας για το γραφείο, θα τον πετούσα στον κάδο απορριμμάτων.

(συνεχίζεται)…

(‘Tuscan Afternoon’ by Steve Thoms)

Αναπόφευκτα αδιέξοδα (τέλος)…

invisible-face-by-salvador-dali.jpegΗ διάρκεια του χρόνου που περνάει, είναι αντιστρόφως ανάλογη της λαχτάρας που καρτεράς ένα γεγονός. Οι δύο μέρες της φάνηκαν μεγαλύτερης διάρκειας. Όμως πέρασαν. Ανεπιστρεπτί.

Το πρωινό εκείνο ξύπνησε, παραδόξως, πριν χτυπήσει το ξυπνητήρι. Περιποιήθηκε τον εαυτό της πιο οργανωμένα και πιο περίτεχνα απ’ ότι μία άλλη, πιο συνηθισμένη, ημέρα. Με διάθεση καλή και λόγω του αποτελέσματος που έβλεπε στον καθρέπτη, κάθισε στην βεράντα να πιεί τον καφέ της. Το βλέμμα της καρφωμένο ως συνήθως, στην γαλήνια θάλασσα που έκλεβε αυταρχικά οποιαδήποτε άλλη εικόνα από τον ορίζοντά της. Κοίταξε το ρολόι της. Σε δύο ώρες.

Σκέψεις παντού μέσα στο μυαλό της. Για όλα και για τίποτε. Σκέψεις αυτοαναιρούμενες. Σκέψεις ευχάριστες. Σκέψεις δυσάρεστες. Δύο ώρες, δύο μέρες, γεμάτες με σκέψεις. Κουράστηκε μάλλον να σκέφτεται. Η πραγματικότητα θα επιβεβαιώσει ή θα διαψεύσει την αλήθεια τους. Αληθινά ψέματα ή ψεύτικες αλήθειες. Έκλεισε τα μάτια και έγειρε το κεφάλι πίσω. Σκέφτηκε έναν τραγούδι. ‘Εγώ σ’ αγάπησα εδώ’ λέει στην αρχή του. Ξανάνοιξε τα μάτια. Προτιμούσε την θέα της θάλασσας από την ανάμνηση της ζωής της.

Ένα αυτοκίνητο πλησίασε και σταμάτησε μπροστά. Δεν το είχε ξαναδεί. ‘Μπράβο του. Αγόρασε καινούργιο’ σκέφτηκε αμέσως και δεν έπεσε έξω. Τον είδε να βγαίνει από την θέση του οδηγού. Ένα νεύμα μάλλον νευρικό, η πρώτη κίνησή του. Ένα ‘γειά’ μάλλον τυπικό, η πρώτη λέξη του. Ο δρόμος προς το διαμέρισμα γνωστός. Τον περπάτησε με βήματα σταθερά και μάλλον γρήγορα. Τον περίμενε με ανοιχτή την πόρτα. Έβγαλε τα μαύρα γυαλιά ηλίου που φορούσε και αντίκρισε τα μάτια του. Είχαν ακόμη εκείνο το πράσινο του βρεγμένου δάσους. Ασυναίσθητα, αγκαλιάστηκαν και φιλήθηκαν.

Το βλέμμα του περιπλανήθηκε στον χώρο. ‘Δεν άλλαξε τίποτα’ σκέφτηκε αλλά δεν της το είπε. ‘Μόνο οι φωτογραφίες μου λείπουν’ ήταν το συμπλήρωμα της σκέψης του. Βγήκαν στο μπαλκόνι. Και εκείνου του άρεσε να κάθεται και να ρεμβάζει, βλέποντας την θάλασσα όσο πιάνει το μάτι του. ‘Ένα καφέ μέτριο με γάλα’ ήταν η απάντηση στην ερώτησή της για να του προσφέρει κάτι. ‘Τώρα πράγματι δεν θυμάται τι πίνω ή κάνει την ανήξερη;’ το συνεπακόλουθο της απάντησης. Έμεινε μόνος όση ώρα ετοιμαζόταν ο καφές του.

Την άκουσε να πλησιάζει:
– Έτοιμος ο καφές.
– Ευχαριστώ.
– Τον πέτυχα;
– Βεβαίως. Πάντα μου ετοίμαζες πολύ καλό καφέ. Το ξέχασες;
– Όχι. Δεν το ξέχασα. Αλλά η επιβεβαίωση είναι πάντα αποδεκτή.
– Πως τα περνάς;
– Καλά. Εσύ;
– Τα ίδια. Τώρα που περίμενα να έρθεις, συνειδητοποίησα πόσο πολύ μου έλλειψε το σπίτι αυτό. Είχα ξεχάσει πόσο όμορφα ήταν. Πόση γαλήνη με γέμιζε ο χώρος, το περιβάλλον, η θάλασσα.
– Ναι. Και στους δυό μας έκανε καλό, κάποτε. Όχι όμως τώρα. Ξέρεις, αποφάσισα να το πουλήσω.
– Γιατί;
– Προσωπικοί λόγοι.
– Μα, αυτό το σπίτι ήταν η ψυχή σου. Προσωπική σου επιλογή και διακαής πόθος. Πως κι έτσι;
– Σου είπα. Προσωπικοί λόγοι. Πιστεύω, ότι το πλήρωμα του χρόνου έφτασε γι’ αυτό το σπίτι. Και δεν συντρέχει λόγος περαιτέρω κατοχής του από μέρους μου.
– Εντάξει. Σεβαστό.
– Ευχαριστώ για την κατανόηση. Για να προχωρήσει όμως η διαδικασία, χρειάζεται και η δική σου συναίνεση.
– Μα καλά. Δεν έχεις το πληρεξούσιο που σου είχα κάνει; Τι παραπάνω χρειάζεσαι;
– Ο συμβολαιογράφος χρειάζεται και δική σου υπογραφή. Δεν αρκείται στο πληρεξούσιο.
– Καλά. Να πάω να το τακτοποιήσω. Αυτό με ήθελες;
– Ναι. Αυτό.
– Και με αυτή την κίνηση, κλείνει κάθε ‘υπόλοιπο’ μεταξύ μας;
– Ναι.
– Στεγνές και κοφτές απαντήσεις. Τόσο πολύ με έχεις βγάλει από την ζωή σου;
– Δεν έπρεπε; Και ‘συ το ίδιο δεν έχεις κάνει;
– Ακολουθώ τα βήματά σου. Συμπεριφέρομαι αντίστοιχα. Δεν επικοινωνείς, δεν επικοινωνώ. Απλά.
– Τόσο εγωιστής ακόμη; Τόσο;
– Εγώ ή εσύ;
– Και οι δύο, μάλλον. Κοιτάξαμε το ‘εγώ’ μας και χάσαμε το ‘εμείς’. Και να πεις ότι δεν περνάγαμε καλά;
– Σωστός ο χρόνος που χρησιμοποίησες. Σωστή και η επισήμανση. Σωστά όλα. Όλα τα άλλα, εκτός από την ζωή μας. Αλλού ο ένας, αλλού ο άλλος. Ποιος θα το φανταζόταν. Να έχουμε να μιλήσουμε τρία ολόκληρα χρόνια.
– Είπαμε. Εγωισμός είναι αυτός. Μεγάλο πράγμα. Ανυπέρβλητο. Δυσθεώρητο τείχος.
– Μόνοι το χτίσαμε. Και βάλαμε τόσο καλά υλικά, που μας ήταν αδύνατο να το σπάσουμε.
– Θα ήθελες να το σπάσεις;
– Εσύ;
– Εσένα ρωτάω.
– Καλά, είμαστε ανεκδιήγητοι. Ακόμη και τώρα, προσπαθούμε να εκμαιεύσουμε απάντηση από τον άλλο, για να μην εκθέσουμε τον εαυτό μας. Τελικά δεν διορθωνόμαστε.
– Δεν έχεις άδικο. Γνωρίζουμε ο ένας τον άλλο τόσο καλά, που τελικά ο λόγος που χωρίσαμε έχει να κάνει με το ότι αναγνωρίζαμε στον άλλο τον εαυτό μας τόσο πολύ, που δεν αντέχαμε να ζούμε άλλο μαζί του. Καταφέραμε να κάνουμε ο ένας τον άλλο, αντικατοπτρισμό του εαυτού μας. Και ένας αντικατοπτρισμός, ποτέ δεν κρατάει για πάντα.
– Μ’ αρέσουν οι φιλοσοφικές προσεγγίσεις του προβλήματος. Όμως, δεν επιφέρουν καμία αλλαγή. Μάλλον τις λέμε για να τις ακούμε, παρά γιατί τις πιστεύουμε. Αν τις πιστεύαμε, θα είχαμε κάνει κάτι να τις πολεμήσουμε. Αλλά τις αφήσαμε να δράσουν ανενόχλητες. Και τώρα, μένουν να πέσουν οι τελευταίες υπογραφές για να ολοκληρωθεί η ‘αποκαθήλωση’ ενός ‘καλού γάμου’, όπως συνήθιζαν να λένε για τον γάμο μας οι απέξω.
– Είσαι σκληρός.
– Οι καταστάσεις με έκαναν έτσι. Θα φύγω.
– Ναι. Πιστεύω ότι θα ήταν το καλύτερο.
– Να πάω κι’ από τον συμβολαιογράφο.
– Ναι. Είναι εδώ στην πόλη.
– Το ξέρω.

Σηκώθηκε. Τον ακολούθησε. Δεν είπαν τίποτα. Ούτε φιλήθηκαν. Ούτε γύρισε να την δει. Ούτε την κοίταξε όταν έβαλε μπροστά το αυτοκίνητο. Μάζεψε τον καφέ του. Δεν τον είχε πιεί. Άφησε τα ποτήρια στον νεροχύτη. Πήγε στην κρεβατοκάμαρα να αλλάξει. Είχε καλή μέρα έξω. Δεν θα έχανε το μπάνιο της.

(‘Invisible Face’ by Salvador Dali)

Το χρώμα της ηδονής…

magic-moment-by-robert-duval.jpegΤο χρώμα της ηδονής
είναι του αίματος
Είναι το χρώμα των κρυφών
αναστεναγμών και
της μυρωδιάς του αγιοκλήματος
Το χρώμα της ηδονής
είναι του χώματος
που ρουφάει τις ρίζες
Είναι της πληγής που
άφησε σημάδι
Το χρώμα της ηδονής
είναι της Μνήμης
Είναι του βλέμματος των
Οραμάτων που χάθηκαν
Το χρώμα της ηδονής
είναι του νοτισμένου αγάλματος
του Πάνα
Είναι της ταραγμένης ένωσης
των σωμάτων
Της άμωμης γεύσης
των υγρών του Έρωτα
Το χρώμα της ηδονής
είναι το ηδονόχρουν
της Ίριδος

Γιώργος Σκούρτης
Ασκήσεις έρωτα

(‘Magic Moment’ by Robert Duval)