Απόγευμα – Πρωί – Μεσημέρι (πρωί)…

morning-light-tuscany-by-nancy-otoole.jpegΣηκώθηκα με ένα φούσκωμα στο στομάχι. Ο απόηχος της χθεσινής συνομιλίας με την Ελένη σε συνδυασμό με τα τέσσερα κομμάτια πίτσα special που καταβρόχθισα με περισσή, οφείλω να πω, λαιμαργία, δημιούργησαν έναν φονικό εχθρό για το ταλαιπωρημένο στομάχι μου. Το σίγουρο ήταν ότι έπρεπε να κόψω μαχαίρι τις οποιεσδήποτε συνομιλίες με την Ελένη από τούδε και στο εξής. Και φυσικά, είχα μία άνευ προηγουμένου ευκαιρία να το κάνω αυτό το μεσημέρι στην κηδεία του άντρα της και καλού μου φίλου, Κώστα.

Ντύθηκα για το γραφείο, φορώντας μαύρο παντελόνι και άσπρο πουκάμισο παίρνοντας μαζί μου την μοναδική γραβάτα σε μαύρο χρώμα που είχα. Το γεγονός ότι μπορεί να με πέρναγαν για νεκροθάφτη δεν με πείραζε καθόλου, μιας και ήταν πάντα το όνειρό μου να μπορώ να μπερδέψω τους γύρω μου για την ταυτότητά μου. Ύστερα από 1 ώρα προετοιμασίας και μισό φούσκωμα λιγότερο, βγήκα από την πόρτα του διαμερίσματος, κρατώντας τον πίνακα για να τον οδηγήσω στην τελευταία του κατοικία, τον πάτο του κάδου απορριμμάτων. Και έτσι που ήμουν ντυμένος, του απέδιδα όλες εκείνες τις τιμές που του άρμοζαν.

Ο δρόμος για το γραφείο παρουσίαζε την καθημερινή απαίσια εικόνα συνωστισμού του. Εικόνα που την είχα πια συνηθίσει, σε βαθμό να διερωτώμαι αν έχει συμβεί κάτι στο πολιτικό σκηνικό της χώρας όταν δεν είχε κίνηση. Έφτασα, ως συνήθως, με 15’ καθυστέρηση στο γραφείο. ‘Ακαδημαϊκό τέταρτο’ το ονόμαζα μιας και ήθελα να περνιέμαι για έξυπνος και πολυμαθής. Παρήγγειλα καφέ και τοστ από το κυλικείο του μεγάρου. Το φούσκωμα είχε υποχωρήσει και ένοιωθα ένα κενό στο στομάχι που έπρεπε επειγόντως να γεμίσει. Στρώθηκα για δουλειά, ανοίγοντας τον Η/Υ και σερφάρωντας στο internet. Διάβασα όλα τα mails μου, ακόμη και τα spam. Με τα πολλά, κοίταξα το ρολόι μου και είδα ότι είχε περάσει μία ώρα ήδη. Σηκώθηκα να περπατήσω λίγο γιατί είχα πιαστεί.

Πήρα μαζί μου ένα φάκελο, για να μην φανεί ότι χάζευα, και βγήκα από το γραφείο μου. Στο διάδρομο συνάντησα κι’ άλλους συναδέλφους με φακέλους, χαιρετηθήκαμε, μιλήσαμε περί ανέμων και υδάτων και ξαναγυρίσαμε στα γραφεία μας. Βαριόμουν είναι η αλήθεια αλλά δεν μπορούσα να κάνω και τίποτε άλλο. Ξανακάθισα στον Η/Υ και επιδόθηκα στο σερφάρισμα. Ευτυχώς δεν είχα ιδιαίτερες παρεμβολές από εξωγενείς παράγοντες όπως τηλέφωνα, συναδέλφους και προϊσταμένους. Όχι τίποτε άλλο, αλλά δεν υπήρχε και καμία γυναίκα άξια αναφοράς ανάμεσά τους. Η παραγγελία του δεύτερου καφέ δεν άργησε να πραγματοποιηθεί.

Κοίταξα επίμονα το τηλέφωνο δίπλα μου. Μια φωνή ερχόταν από αυτό. ‘Τα έχω χάσει τελείως; Έπαθα παράκρουση και δεν το ξέρω; Δεν πάμε καλά’ σκέφτηκα. Η φωνή γινόταν πιο δυνατή. Με καλούσε να σηκώσω το ακουστικό και να καλέσω το νούμερο της Ελένης. ‘Δεν πάμε καλά’ ξανασκέφτηκα. Όμως η φωνή εκεί. Επίμονη και επιτακτική. Ενέδωσα, αν και δεν το κάνω συχνά να ενδίδω σε φωνές από το υπερπέραν. Πληκτρολόγησα τον αριθμό της Ελένης. Χτύπησε μία, δύο, τρεις φορές. Σκέφτηκα ότι μπορεί και να την γλύτωσα. Η τέταρτη ήταν και φαρμακερή. Η φωνή της Ελένης παρουσιάστηκε στην άλλη άκρη του σύρματος, πιο αισθησιακή από ποτέ.

– Καλημέρα.
– Καλημέρα. Ποιος είναι;
– Εγώ Ελένη. Ο Δημήτρης. Ενοχλώ;
– Όχι. Μόλις έκανα μπάνιο και ξεκινάω σιγά-σιγά να ετοιμαστώ. Τελικά, τα μεγάλα πνεύματα συναντώνται.
– Τι εννοείς;
– Γιατί μου τηλεφώνησες;
– Μία εσωτερική φωνή με οδήγησε. Δεν έκανα καλά;
– Ίσα-ίσα. Και ‘γώ σε σκεφτόμουν. Γι’ αυτό είπα ότι τα μεγάλα πνεύματα συναντώνται. Λες η φωνή να ήταν δική μου;
– Δεν ξέρω. Μπορεί. Και ειλικρινά, δεν ξέρω τον λόγο που σε πήρα. Δεν είχα καμία επιθυμία να σου τηλεφωνήσω, προτού ακούσω την φωνή. Νοιώθω σαν την Ζαν τ’ Άρκ στο πιο αντρικό της. Λες η μοναξιά να με τρελαίνει;
– Καλέ μου, δεν τρελαίνει η μοναξιά. Άλλα πράγματα τρελαίνουν. Πίστεψέ με. Είσαι στη δουλειά;
– Ναι.
– Δεν θα έρθεις στην κηδεία;
– Θα έρθω.
– Θέλεις να περάσεις να με πάρεις από το σπίτι να πάμε μαζί; Όπως ξέρεις, δεν έχω κανέναν άλλο.
– Να περάσω. Τι ώρα;
– Κατά τις μία. Δεν είναι μακριά το νεκροταφείο από εδώ.
– Εντάξει. Στις μία θα τα πούμε από κοντά.
– Σε περιμένω.
– Τα λέμε.
– Γεια.
– Γεια.

Έκλεισα το τηλέφωνο και ανακάθισα στην καρέκλα μου. Παράξενο. Είχα την εντύπωση πως πάω να βγω randez-vous με γυναίκα παρά ότι πάω σε κηδεία. Κοίταξα το ρολόι μου. Ήταν μόλις 11.30. Είχα μιάμιση ώρα στη διάθεσή μου. Έβαλα το μυαλό μου να σκεφτεί. Ξεκίνησα το πρωί με την βεβαιότητα ότι θα κόψω οποιαδήποτε επαφή με αυτή την γυναίκα και τώρα κάνω το εντελώς αντίθετο. Γιατί; Μήπως η έλλειψη οποιασδήποτε γυναικείας παρουσίας δίπλα μου το τελευταίο διάστημα με έκανε να ενδίδω στην πρώτη γυναίκα που ξυπνάει μέσα μου αισθήματα με τόση ευκολία και να μην λαμβάνω υπ’ όψιν μου τις όποιες αμφιβολίες έχω; Μήπως με σέρνει η γυναικεία αύρα και δεν σκέφτομαι; Λες; Άφησα τις σκέψεις στην άκρη. Ένοιωσα πάλι ένα κενό στο στομάχι. Η ώρα του δεύτερου τοστ είχε έρθει. Παρήγγειλα ένα με συνοδεία αναψυκτικού.

(συνεχίζεται)…

(‘Morning Light Tuscany’ by Nancy O’Toole)

Advertisements

7 comments on “Απόγευμα – Πρωί – Μεσημέρι (πρωί)…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s