Ένα, δύο, τρία, …, δέκα…

blue-ii-by-joan-miro.jpgΈνα κουδούνισμα του τηλεφώνου.
Δύο αντικριστές ψυχές στις δύο άκρες των ακουστικών.
Τρία αποτσίγαρα στο τασάκι το αγαπημένο, ενθύμιο από εκείνο το ταξίδι στην Σαντορίνη.
Τέσσερα μάτια που κοιτάνε τους απέναντι τοίχους και προσπαθούν να τους διαπεράσουν για να βρεθούν τα σώματα κοντά.
Πέντε λεπτά διάρκεια τηλεφωνήματος.
Έξι ώρες ταξίδι μέσα σε ένα αμίλητο τραίνο.
Επτά ψυχές αναλώνεις για να μπορέσεις να ξεπεράσεις το παρελθόν.
Οκτώ μέρες προθεσμία μου είχες δώσει για να αποφασίσω.
Εννιά του Απρίλη ήταν σε κείνο το ταξίδι στο Πήλιο που μου’ πες ‘Σ’ αγαπώ’ και φώτισε το Σύμπαν.
Δέκα φορές θα σ’ αγαπώ και άλλες τόσες θα σε περιμένω’ σου τραγούδησα και έφυγες για να επιβεβαιώσεις την καρτερικότητά μου…

(‘Blue II’ by Joan Miro)

Advertisements

Με λένε Γιάννη…

family-by-fernando-botero.jpgΜε λένε Γιάννη. Είμαι τριάντα ετών. Παράξενη ηλικία. Όχι μεγάλος, όχι μικρός. Μικρομέγαλος θα έλεγα. Ιδιόμορφη λέξη, ιδιόμορφη αίσθηση, ιδιόμορφη ιδιότητα.

Με λένε Γιάννη. Είμαι παιδί συνηθισμένων γονέων. Το ένα από τα δύο. Γονέων που η ζωή τους κινούταν γύρω από ένα μικρό σπίτι, μία συνηθισμένη εργασία, μία φιλήσυχη ζωή. Αγαπημένοι και υγιείς. Έτσι έμαθαν, έτσι έζησαν. Σκέφτομαι πόσο τυχεροί είναι που μπόρεσαν να μεταβολίσουν την εσωστρέφειά τους σε αγάπη και να πορευτούν.

Με λένε Γιάννη. Προσπάθησα να σπουδάσω και τα κατάφερα. Όχι όμως αυτό που θα ήθελα. Μάλλον αυτό που έτυχε για να μπορέσω να πάρω απαλλαγή από τον Στρατό και να συνεχίσω να είμαι Φοιτητής. Δεν έχω παράπονο. Τελείωσα την Σχολή μου και τώρα εργάζομαι. Στον ιδιωτικό τομέα. Έχω όμως τα προσόντα και θα μπορέσω να προσληφθώ στο Δημόσιο. Έτσι θα εκπληρώσω το όνειρο των γονέων μου. Θα μπορέσω να έχω σταθερό μισθό ‘μήνα μπαίνει, μήνα βγαίνει’. Έτσι, ίσως μπορέσω και ‘γώ να μετουσιώσω την εσωστρέφειά μου σε αγάπη και να πορευτώ.

Με λένε Γιάννη. Ζω στην Αθήνα. Με τους γονείς μου. Όχι για πολύ ακόμη. Ετοιμάζομαι για το μεγάλο βήμα της ενηλικίωσής μου. Ετοιμάζομαι για γάμο. Με μία καλή, συμπαθητική, ευπαρουσίαστη κοπέλα. Στην ηλικία μου. Και εύπορη. Με αγαπά. Και ‘γώ, δεν μπορώ να πω, την αγαπώ. Μάλλον.

Με λένε Γιάννη. Αποφασίσαμε με την μέλλουσα σύζυγό μου, την Τίνα (από το Χριστίνα), να μετακομίσουμε σε μία επαρχιακή πόλη. Θα είναι λέει καλύτερα. Θα μπορούμε να έχουμε περισσότερο χρόνο για εμάς τους δύο, θα μπορέσουμε να μεγαλώσουμε τα παιδιά μας σε καλύτερο περιβάλλον, θα μπορέσουμε να έχουμε καλύτερο επίπεδο διαβίωσης. Με έπεισε. Εγώ δεν ξέρω από αυτά. Και οι δικοί μου το επικρότησαν. Ξέρουν καλύτερα και θέλουν το καλό μου. Μάλλον.

Με λένε Γιάννη. Παντρεύομαι σε τρεις μήνες. Η Τίνα (από το Χριστίνα), ανέλαβε όλες τις προετοιμασίες του γάμου. Εγώ πουθενά. Αυτή ξέρη καλύτερα, λέει. Τείνω να πιστέψω ότι όλη της η ζωή, από τα μικράτα της μέχρι τώρα, είχε ένα σκοπό: να επωμιστεί τις προετοιμασίες του γάμου της. Και τώρα που το όνειρο πραγματοποιήθηκε, είμαι πολύ περίεργος να ‘δω τι όνειρο θα έχει, από εδώ και πέρα, για να ελπίζει.

Με λένε Γιάννη. Συνηθισμένο όνομα, συμβιβασμένος άνθρωπος. Σαν τους περισσότερους από εσάς. Μάλλον.

(‘Family’ by Fernando Botero)

Χάραξε…

unmade-bed-by-lilo-raymond.jpegΆνοιξε τα μάτια και κοίταξε το ταβάνι του υπνοδωματίου. Γύρισε στο πλάι. Το φως του ήλιου έμπαινε δειλά-δειλά από τις γρίλιες του παντζουριού. Χάραξε και σήμερα. Συνειδητοποίησε ότι το ξυπνητήρι της δεν είχε ακουστεί. Γύρισε προς το κομοδίνο. Πήρε το ρολόι στα χέρια της και το κοίταξε με όση δύναμη τα μάτια της επέτρεπαν να έχουν μετά τον ύπνο. Επιβεβαίωσε την υποψία της. Απενεργοποίησε το ξυπνητήρι και απόθεσε το ρολόι στο κομοδίνο. Τέντωσε τα χέρια της ψηλά και τα πόδια της στην προέκτασή τους. Συνηθισμένη άσκηση για να κυκλοφορήσει το αίμα στις φλέβες της και να ξυπνήσει το κορμί της. Έμεινε να αφουγκράζεται την σιωπή του δωματίου.

– Με σκέφτεσαι;
– Ναι.
– Μ’ αγαπάς;
– Ναι.
– Με θέλεις;
– Πολύ.
– Θα είσαι κοντά μου;
– Ναι.
– Δεν το πιστεύω.
– Δεν μπορώ να κάνω κάτι γι’ αυτό.

Έκλεισε τα μάτια της. Εικόνες της χθεσινής βραδιάς πέρασαν κινηματογραφικά στο μαύρο πανί των βλεφάρων της. Απογευματινός καφές με εκείνον, κινηματογράφος με εκείνον, επιστροφή στο σπίτι με εκείνον, ερωτική συνεύρεση με εκείνον, ύπνος μόνη της.

– Δεν θέλω να σε χάσω.
– Ούτε εγώ.
– Ναι. Θέλω να είμαστε πάντα μαζί.
– Θα δείξει.
– Γιατί το λες έτσι;
– Το ‘πάντα’ είναι μεγάλη κουβέντα.
– Μ’ αρέσουν οι μεγάλες κουβέντες.
– Εγώ δεν τις αντέχω. Έπρεπε να το ξέρεις.
– Εγώ θα τις λέω.
– Δεν τρέμεις την περίπτωση της παραπλάνησης;
– Προτιμώ την παραπλάνηση από την ισοπέδωση.
– Δεν είναι κακό να πατάς στην γη.
– Δεν είναι κακό να έχεις φτερά, άσχετα αν δεν πετάξεις.

Ξαναπήρε το ρολόι στο χέρι της. Διέκρινε πιο ξεκάθαρα την ώρα. Είχε ακόμη περιθώριο για την πρωινή της ραστώνη. Οδήγησε τα χέρια της ανάμεσα στα πόδια της. Περιοχή ιδρωμένη από την ζέστη των σκεπασμάτων και από τα υγρά της χθεσινοβραδινής ερωτικής συνεύρεσης. Σκέφτηκε ότι έπρεπε να ρίξει λίγο νερό επάνω της πριν φύγει.

– Μείνε το βράδυ.
– Δεν μπορώ. Πάλι θα τα λέμε;
– Κάνε μία εξαίρεση σήμερα.
– Δεν γίνεται. Δεν θέλω να ταλαιπωρηθώ το πρωί για να πάω στο γραφείο.
– Σε παρακαλώ.
– Δεν γίνεται.
– Ξέρεις, τέτοιες στιγμές νοιώθω σαν πουτάνα. Που τελειώνει την δουλειά της και ο πελάτης της φεύγει.
– Λες βλακείες. Δεν πρέπει να νοιώθεις έτσι. Μαζί δεν πήραμε την απόφαση να γίνεται έτσι;
– Ναι. Αλλά δεν παύει να νοιώθω έτσι.
– Σου υπόσχομαι να μείνω εδώ το Σαββατοκύριακο.
– Ναι; Μου το υπόσχεσαι;
– Ναι. Αν δεν προκύψει βέβαια κάτι άλλο.
– Δηλαδή; Σαν τι άλλο θα μπορούσε να προκύψει;
– Να δουλεύω παραδείγματος χάριν.
– Ε, και; Και τι με αυτό;
– Πάλι θα τα λέμε; Δεν θέλω να ταλαιπωρούμαι.
– Και ‘γώ δεν θέλω να νοιώθω πουτάνα. Βάλε σε μία ζυγαριά την δική σου ταλαιπωρία και το δικό μου αίσθημα και όπου γύρει πράξε τα δέοντα.
– Γίνεσαι άδικη τώρα. Και δεν το αντέχω. Φεύγω.
– Όλο φεύγεις. Βαρέθηκα. Στο καλό.
– Θα με ξεπροβοδίσεις;
– Γιατί; Για να επιβεβαιώσω το αίσθημά μου; Το δρόμο τον ξέρεις.
– Καληνύχτα.
– Στο καλό.

Σηκώθηκε και πήγε στο μπάνιο. Κοιτάχτηκε στον καθρέπτη. Άνοιξε την βρύση και έριξε λίγο νερό στο πρόσωπό της. Σκουπίστηκε. Χτένισε λίγο τα μαλλιά της. Επιβεβαίωσε ότι είχε ζεστό νερό και γδύθηκε. Οι ρώγες της ήταν ερεθισμένες αλλά πρέπει να ήταν από το κρύο. Μπήκε στην μπανιέρα. Το χλιαρό, προς το ζεστό, νερό της τύλιξε το κορμί. Ένα αίσθημα ευεξίας την τύλιξε.

Πάλι μόνη. Τι θα κάνω; Βαρέθηκα να τον βλέπω να φεύγει. Βαρέθηκα να τον ακούω να είναι μακριά μου. Για να του ‘κάθομαι’ αξίζει να είναι κοντά μου; Μόνο όταν δεν έχει δουλειά μπορεί να είναι δίπλα μου; Πόσο θα τραβήξει αυτό; Τρία χρόνια μαζί, το ίδιο βιολί. Τι θα γίνει; Δεν αντέχω άλλο. Πρέπει να βρεθεί μία λύση. Θα του προτείνω να μείνουμε μαζί. Αλλιώς, αυτός τον δρόμο του και ‘γώ τον δικό μου.

Βγήκε από το μπάνιο και σκουπίστηκε. Μύριζε όμορφα και ένοιωθε καλά. Έτοιμη για όλα. Για κάθε πράξη και κάθε απόφαση. Δρομολόγησε στο μυαλό της τις ενέργειες που θα έκανε την μέρα που ανοιγόταν μπροστά της. Ήταν καθαρή, μέσα και έξω. Δεν θα επέτρεπε σε κανένα να την κάνει να νοιώθει βρώμικη. Σήμερα θα τελείωνε αυτή την εκκρεμότητα. Τόσο καιρό την είχε αφήσει να αιωρείται. Σήμερα θα χάραζε καινούργια πορεία…

(‘Unmade bed’ by Lilo Raymond)

Όλα στο φως…

row-quietly-by-anne-magill.jpegΗ ζωή μας παιζόταν σ’ ένα θέατρο σκιών. Με φωτισμό χαμηλό να μην αναγνωρίζονται τα πρόσωπά μας που είχαν παραγνωριστεί από τον καιρό. Έτσι είχαμε καταντήσει. Δύο άνθρωποι που κινούνταν στον ίδιο χώρο με χαμηλωμένη την ένταση του φωτισμού για να μην βλέπει ο ένας τον άλλο. Μόνο ανασαίναμε και να αφουγκραζόμασταν τους ήχους μας. Ίσως γιατί μόνο αυτούς απέμεινε να αγαπάμε. Αυτούς που τους ακούμε και με κλειστά μάτια, αυτούς που τους ακούμε μέσα στον ύπνο μας και τους έχουμε αποτυπώσει μέσα στην ψυχή μας. Ένα αποτύπωμα σαν να βρισκόμαστε σε θεραπεία υπνοπαιδείας.

Τι μπορείς να μου κάνεις και ‘σύ; Σε τι μπορεί να φταις; Μήπως ήξερες, μήπως μπορούσες να το φανταστείς; Μαζί ξεκινήσαμε και μαζί φτάσαμε. Έχοντας αφήσει πίσω οτιδήποτε μπορεί να μας έκανε να είμαστε μαζί ακόμη και τώρα. Όχι. Δεν πονάω. Έπαψα πια να πονάω. Όχι. Το δάκρυ δεν είναι πόνου. Μην το βλέπεις έτσι. Δάκρυ απελευθέρωσης είναι. Όχι δικής μου. Δικής σου. Εξάλλου, εσύ δεν ήσουν αυτή που άντεχε;

Η ζωή μας παιζόταν σ’ ένα θέατρο σκιών. Το φως πίσω μας. Όχι μπρος μας. Ένα φως παρελθοντικό. Ένα φως ξέμακρο. Αυτό είδαμε. Το παρελθόν να μην μας ακολουθεί. Και σταθήκαμε μήπως και μας φτάσει. Προσκολληθήκαμε σε μία λανθάνουσα καρτερικότητα. Ώσπου είδαμε ότι όσο κι’ αν προσπαθούμε, το φως παραμένει εκεί, πίσω, μακριά. Και φοβήθηκα. Δεν μπορώ να ζω χωρίς φως, δεν μπορώ να ζω στο σκοτάδι. Και έσπασα. Έφυγα. Για να βρω φως, για να βρω ουρανό.

Μπορεί και να ένοιωσα καλά. Μπορεί και να ένοιωσα άσχημα. Θα δείξει. Όμως δεν θα το μάθεις. Όσο κι’ αν προσπαθείς. Δεν θα σε φέρω ξανά στη ζωή μου. Όχι. Δεν είναι εκδίκηση. Είναι πορεία προς τα μπρος. Πορεία που πρέπει να την κάνω μόνος. Μόνο έτσι θα σωθώ. Μόνο έτσι θα μπορέσω. Λάθος ή σωστό δεν ξέρω. Ξέρω ότι και τα δύο είναι εδώ. Και η κόλαση και ο παράδεισος.

Πρέπει να μου αναγνωρίσεις την εμμονή μου να μένω στο φως. Όλα μπροστά, όλα ειπωμένα, όλα ξεκάθαρα. Μη φοβάσαι για μένα. Έτσι ήμουν, έτσι είμαι και έτσι θα μείνω. Όλα στο φως. Τέρμα το ‘θέατρο σκιών’…

(Το παρόν κείμενο το έγραψα ακούγοντας το τραγούδι ‘Θέατρο Σκιών’ των Άλκη Αλκαίου – Θάνου Μικρούτσικου από την φωνή της Ρίτας Αντωνοπούλου. Ευχαριστώ την αγαπημένη μου που μας το χάρισε εδώ.)

(‘Row quietly’ by Anne Magill)

Απόφαση γραφής…

la-lettera-by-fernando-botero.jpegΑποφάσισα να σου γράψω. Δεν ξέρω αν είναι άδικος κόπος ή όχι. Σίγουρα είναι κάτι που το θέλω. Και έπαψα πια να περιορίζω τα ‘θέλω’ μου.

Αποφάσισα να σου γράψω. Μη φοβάσαι. Δεν θα είναι ένα γράμμα αυτό-λύπησης. Δεν θα σε φέρω σε δύσκολη θέση. Την δύσκολη θέση την περνάω εγώ και την έχω αποδεχθεί.

Αποφάσισα να σου γράψω. Απλά, πέρασες πάλι από το μυαλό μου. Και ήταν έντονη η παρουσία σου μέσα εκεί που δεν άντεξα να μην ψελλίσω το όνομά σου. Και πόνεσα πολύ που δεν πήρα απάντηση.

Αποφάσισα να σου γράψω. Σε θυμήθηκα. Ή μάλλον, σε θυμάμαι συχνά. Δεν περιμένω να ανταπαντήσεις καταφατικά. Δεν το χρειάζομαι. Λειτουργώ για τον εαυτό μου και δεν χρειάζομαι έξωθεν επιβεβαίωση των συναισθημάτων μου.

Αποφάσισα να σου γράψω. Θυμήθηκα τις λέξεις σου όταν κάναμε έρωτα. ‘Αναστενάζεις την ώρα της ηδονής λες και είσαι μοιρολογίστρα και κλαις τον άντρα σου’ μου είχες πει. Δεν σου απάντησα ποτέ αυτό που ήξερα. Ότι έναν νεκρό μπορείς να τον φέρεις στην ζωή μόνο όταν του ξυπνήσεις την μνήμη της ηδονής. Να που τώρα έμαθες γιατί με άκουγες να ‘μοιρολογώ’.

Αποφάσισα να σου γράψω. Δεν περιμένω απάντηση. Τις έχω βρει τις απαντήσεις. Εξάλλου, ποτέ δεν μου τις έδωσες εσύ. Εσύ πάντα ρωτούσες.

Αποφάσισα να σου γράψω. Περισσότερο για να τιμήσω τις τμηματικά κατεκτημένες στιγμές μας. Αυτές που για τόσο προσπαθήσαμε. Για να φτιάξουμε ένα συμπληρωμένο puzzle ζωής. Το κακό είναι ότι καταλάβαμε αργά ότι τα κομμάτια ήταν λειψά, άχρωμα και αταίριαστα.

Αποφάσισα να σου γράψω. Μονότονο ακούγεται. Αλλά η μονοτονία αναδεικνύει την ατονία. Η έλλειψη αρμονίας αναδεικνύει το χάος.

Αποφάσισα να σου γράψω. Μη φοβάσαι. Δεν θα σε ταλαιπωρήσω περισσότερο. Ξέρω ότι δεν θέλεις να ταλαιπωριέσαι. Προτιμάς την εύκολη οδό. Την στρωμένη, την περπατημένη. Δεν ανοίγεις δικούς σου δρόμους. Δεν αγαπάς το νέο.

Αποφάσισα να σου γράψω. Ξέρω. Που και που με πιάνει και μένα μία απελπισία. Αλλά την ξεπερνάω. Μη φωνάζεις. Την ξεπερνάω. Μόνη μου. Παρέα με ένα λευκό χαρτί και ένα μαύρο στυλό.

Αποφάσισα να σου γράψω. Μπορεί να μην το διαβάσεις ποτέ. Αλλά εγώ σου έγραψα…

(‘La Lettera’ by Fernando Botero)

17 Νοεμβρίου 2007…

‘Κι αν βγω απ’ αυτή τη φυλακή κανείς δε θα με περιμένει
οι δρόμοι θα ‘ναι αδειανοί κι η πολιτεία μου πιο ξένη
τα καφενεία όλα κλειστά κι οι φίλοι μου ξενιτεμένοι
αέρας θα με παρασέρνει κι αν βγω απ’ αυτή τη φυλακή

Κι ο ήλιος θ’ αποκοιμηθεί μες στα ερείπια της Ολύνθου
θα μοιάζουν πράγματα του μύθου κι οι φίλοι μου και οι εχθροί
μαρμαρωμένοι θα σταθούν οι ρήτορες κι οι λωποδύτες
ζητιάνοι εταίρες και προφήτες μαρμαρωμένοι θα σταθούν

Μπροστά στην πύλη θα σταθώ με τις κουβέρτες στη μασχάλη
κι αργοκουνώντας το κεφάλι θα χαιρετήσω το φρουρό
χωρίς βουλή χωρίς Θεό σαν βασιλιάς σ’ αρχαίο δράμα
θα πω τη λέξη και το γράμμα μπροστά στην πύλη θα σταθώ’…

Επτά χρόνια ήταν αυτά. Επτά χρόνια σε χρώμα μαύρο. Και ήρθε εκείνη η μέρα του ’73 να βάψει τα πάντα κόκκινα. Και να αρχίσει η αλλαγή στο χρώμα.
Δεν ξέρω αν το χρώμα παραμένει κόκκινο μετά από 34 χρόνια ή απλά οδεύει σε κάτι πιο ροζ, αλλά μέσα στις καρδιές μας θα παραμένει πάντα χρώμα.

(‘Δημοσθένους λέξις’ του Διονύση Σαββόπουλου)

Αμνησία λέξεων…

virtues-ii-by-chris-paschke.jpegΞέχασα τις λέξεις που ήθελα να γράψω.
Έμειναν μόνο οι εικόνες αυτών των λέξεων. Σαν ένας πίνακας βουβός που γεμίζει με χρώματα τα μάτια και λέει όλα αυτά που η ψυχή φωνάζει.

Ξέχασα τις λέξεις που ήθελα να γράψω.
Έμειναν μόνο οι ήχοι αυτών των λέξεων. Σαν ένα ορατόριο παιγμένο σε εκκλησιαστικό όργανο που ο ήχος του σκεπάζει κάθε σκέψη και την κάνει να μοιάζει σαν ετεροχρονισμένη παρέμβαση μέσα στην αρμονία του σύμπαντος.

Ξέχασα τις λέξεις που ήθελα να γράψω.
Έμειναν μόνο τα σημάδια τους επάνω στο άσπρο χαρτί. Σαν ιδεογράμματα κινέζικου αλφαβηταριού σχηματισμένα με απαράμιλλη τέχνη και άπιαστη δεξιοτεχνία πάνω σε πάπυρο φτιαγμένο από καιρό.

Ξέχασα τις λέξεις που ήθελα να γράψω.
Λησμόνησα να τις κλειδώσω στο κουτί του μυαλού μου και τις άφησα ελεύθερες να περιπλανιόνται στο στόμα, στα μάτια, στα αυτιά μου. Ξεθάρρεψαν και έφυγαν για να αναπνεύσουν ελεύθερα, να γεμίσουν χρώματα, αισθήματα και ανάσες. Για να ξαναγυρίσουν πίσω ολοκληρωμένες. Για να γυρίσουν πίσω έτοιμες. Για να αποκτήσουν ‘θέλω’ και ‘μπορώ’…

(‘Virtues II’ by Chris Paschke)

Πιωμένες εικόνες…

birth-of-liquid-desires-by-salvador-dali.jpeg

‘Έξω φυσάει αέρας κι όμως μέσα μου
μέσα σ’ αυτό το σπίτι πριγκηπέσα μου,
το φως σου και το φως χορεύουν γύρω μας
απίστευτος ο κόσμος κι ο χαρακτήρας μας’…

‘Πες τα ρε Σωκράτη’ φωνάζω και κατεβάζω την τελευταία γουλιά από την σκέτη βότκα που υπάρχει στο ποτήρι μου. Σκέτη. Χωρίς λεμόνι, χωρίς παγάκια. Απλά παγωμένη. ‘Ταιριάζουμε’ σκέφτηκα και ξαναγέμισα το ποτήρι.
Εκείνη. Στην σκέψη, στο μυαλό. Μέσα, έξω, παντού. Αντέχεται; Μπα, δεν νομίζω. ‘Θέλω να μ’ αγαπάς τόσο όσο να είσαι κοντά μου’ της λέω πάντα. Και αυτή συμφωνεί. ‘Δεν θα ξανακάνω το λάθος να δοθώ και να μην κρατήσω κάτι για μένα’. Τότε συμφωνώ και ‘γώ.
Ένα παιχνίδι συμφωνιών. Ένα ‘συμβόλαιο’ που γράφεται και σβήνεται καθημερινά. Που κάθε λέξη του περιλαμβάνει πολύ σκέψη. Και θα γράφεται μέχρι να ‘πέσουν’ και οι τελικές υπογραφές. Και από τα δύο μέρη. Και για τα δύο μέρη.
Ζαλίζομαι. Μιλάει το ποτό. Ή μιλάω εγώ; Αδιευκρίνιστο. Δεν το αποχωρίζομαι. Συνεχίζω ακάθεκτος. Φαντάζομαι συνομιλίες. Φαντάζομαι χάδια. Φαντάζομαι εσένα.
Μεθάω μάλλον. Σηκώνομαι. Παραπατώ. Παίρνω στροφές γύρω από τον εαυτό μου. Χορεύω ένα ζεϊμπέκικο σε ρυθμό δικό μου. Ακούω τον χτύπο της καρδιάς μου και τραγουδάω. Όμορφα είναι. Θα ήθελα να μηδένιζα το κοντέρ της ζωής μου και να ξεκίναγα από την αρχή. Να σε έβρισκα νωρίτερα. Σε χρόνια καθαρά, σε χρόνια απερπάτητα και ανέμελα. Όπως σου ταιριάζει. Όπως μας ταιριάζει.
‘Μου αξίζεις και σου αξίζω’ μου λες. Να ένας ακόμη όρος του συμβολαίου μας. ‘Αμοιβαία συναίσθηση της αξίας του έτερου διέπει τον καθένα από τους συμβαλλομένους’ θα γράφει. Μ’ αρέσει η έκφραση. Πίνω ακόμη μια γουλιά για χάρη της. Αδειάζει ένα ακόμη ποτήρι.
Πέφτω στον καναπέ. Παραδίδω το κορμί μου επάνω του. Με σηκώνει. Με αντέχει. Δεν παραπονιέται. Επιτελεί την δουλειά του με ευσυνειδησία και αγόγγυστα. Τον παραδέχομαι. Λίγα πράγματα στην ζωή μου, συμπεριλαμβανομένου και του εαυτού μου, λειτουργούν γύρω μου με ευσυνειδησία και αγόγγυστα. Ευκαιρία για μία γουλιά ακόμη. Κοιτάω το ταβάνι του δωματίου. Λαμπυρίζει παράξενα στις αναλαμπές φωτός των κεριών που καίνε γύρω. Παράξενες εικόνες, παράξενες σκιές. Και ούτε μία γνωστή, ούτε μία δικιά μου. Ξένες σκιές στο ταβάνι μου. Λες και ζουν άλλες ψυχές μέσα στο χώρο μου. Αφήνω το ποτό στο τραπεζάκι και παραπατώντας πηγαίνω να ρίξω λίγο νερό στο πρόσωπό μου. Φαίνεται με βάρυναν οι ψυχές που αντίκρισα στο ταβάνι της ζωής μου και δεν το άντεξα.
Το νερό με έβγαλε από τις αλλότριες ψυχές και με επανέφερε σε σένα. Θυμήθηκα την χθεσινοβραδινή μας συζήτηση. ‘Θέλω να μ’ αγαπάς, να με λατρεύεις, να μου συγχωρείς τα πάντα, να μου δικαιολογείς τα πάντα, να με δέχεσαι όπως είμαι, να με ανέχεσαι, να με έχεις, να μην με έχεις, να με παρηγορείς, να με προσέχεις. Ζητάω πολλά;’ με ρώτησες με φόβο. ‘Ζητάς να είμαι Θεός ή η μάνα σου; Μόνο αυτοί οι δύο μπορούν να κάνουν αυτά που λες’ σου επέστρεψα την ερώτηση. ‘Ζητάω να θέλεις και να μπορείς’ μου απάντησες, οδηγώντας με εκ του ασφαλούς σε θετική απάντηση. ‘Και θέλω και μπορώ’ χωρίς δεύτερη σκέψη αποκρίθηκα και σε επιβεβαίωσα. Γέλασες και με φίλησες. Απλά. Γυναικεία. Ερωτικά.
Θυμήθηκα τα υγρά σου χείλη. Και έκλεισα τα μάτια μου με την σκέψη σου…

(οι στίχοι στην αρχή είναι από την ‘Πριγκηπέσα’ του Σωκράτη Μάλαμα)

(‘Birth of Liquid Desires’ by Salvador Dali)

Ετοιμάσου…

lazy-hazy-days-by-jack-vettriano.jpegΕτοιμάσου! Έρχομαι να σε κλέψω. Να σε πάω ταξίδι. Ναι. Ταξίδι οι δυο μας. Ναι. Σαν αυτά που ξέρουμε να πραγματοποιούμε τα δυο μας. Μη μου λες ότι δεν προλαβαίνεις να ετοιμαστείς. Δεν θέλω χαζά. Προλαβαίνεις και με το παραπάνω. Εξάλλου, εγώ θέλω εσένα και όχι τα ρούχα που θα φοράς.

Ετοιμάσου λοιπόν! Θα περάσω το μεσημέρι με τον ‘γαλαζούλη’ να σε πάρω. Όχι, δεν θα σου πω που θα πάμε. Έκπληξη! Ναι. Ξέρω ότι σου αρέσουν οι εκπλήξεις. Εξάλλου, κάθε μας ταξίδι είναι μία έκπληξη. Είναι μία φυγή από την πλήξη. Ναι, ξέρω ότι έχουμε απομακρυνθεί και μας χρειάζεται λίγος χρόνος μαζί. Μόνοι μας. Εσύ και ‘γώ. Να βλέπουμε και να ακούμε ο ένας τον άλλο. Να φλερτάρουμε ο ένας τον άλλο. Να προσφέρουμε στιγμές μοναδικές ο ένας στον άλλο.

Ετοιμάσου λοιπόν! Τα πολλά λόγια είναι φτώχεια. Άντε!!!

Καλό Σαββατοκύριακο σε όλους…

(‘Lazy Hazy Days’ by Jack Vettriano)

Ταυτόχρονα…

rhythm-and-blues-by-drew-darcy.jpegΒράδυ Σαββάτου. Σε ένα internet – café μιας επαρχιακής πόλης. Τριγύρω παιδιά μαζεμένα. Φωνές και γέλια γεμίζουν την ατμόσφαιρα. Βρέχει έξω. Βλέπεις, τέλειο το περιβάλλον. Εσύ δίπλα μου. Χωρίς κουβέντες, μόνο ματιές και κρυφά γέλια. Μάλλον έρωτας μοιάζει. Όχι. Δεν βλέπω λάθος και το ξέρεις.

Πριν κάμποση ώρα ήμασταν επάνω σε ένα κρεβάτι ενός ξενοδοχείου. Με άγγιζες με χέρια τρεμάμενα από πόθο. Ένα πόθο που δεν ήθελες να δείξεις. ‘Φοβάμαι να σου δείξω πόσο πολύ σε θέλω’ μου είπες χθες το βράδυ. ‘Ποτέ δεν φοβήθηκα να σου δείξω πόσο πολύ σε θέλω’ σου λέω τώρα. Αηδίες. Μπα, δεν νομίζω. Γελάς πάλι.

Συνεχίζουν οι σκέψεις μου να είναι ακατάσχετες και κομματιαστές. ‘Πως μπορείς να σκεφτείς καθαρά σε καιρούς βρώμικους και ταλαιπωρημένους;’ έλεγε εκείνο το σύνθημα στον τοίχο ενός σχολείου υπό κατάληψη. ‘Παιδικές ψυχές το έγραψαν αυτό;’ σκέφτηκα φωναχτά δείχνοντάς το και γέλασες συνωμοτικά.

‘Φοβάμαι’. Η μόνιμη επωδός των σκέψεών σου. ‘Είμαι εδώ’ σου απαντάω με λόγια, ματιές και αγγίγματα. Συνεχίζεις να φοβάσαι, συνεχίζω να είμαι εδώ.

Μου κάνεις έρωτα. Παραδίνομαι. Παραλύω. Όμορφο ρήμα βρίσκω να σου εκφράσω τον πόθο μου. Όμορφο τρόπο βρίσκεις να με επιβεβαιώνεις σαν άντρα. Κορμιά παραδομένα σε εκατέρωθεν αγγίγματα. Η βροχή σιγοντάρει τον ρυθμικό παλμό των χτύπων της καρδιάς. Βροχή έξω, ξέπλυμα μέσα. Ποτίζουν τα αισθήματα και ανθίζουν. Σπορά και συγκομιδή. Ταυτόχρονα.

(‘Rhythm and Blues’ by Drew Darcy)

Αποτυχημένο ποστάρισμα…

Μάταια προσπάθησα να ‘ανεβάσω’ ένα post. Το WordPress αντιστέκεται σθεναρά. Μάλλον μου κάνει πόλεμο νεύρων. Δεν πειράζει. Κάθε εμπόδιο για καλό δεν λένε; Τουλάχιστον τα μάτια που ήθελα να το διαβάσουν το διάβασαν. Έτσι, είναι σαν να το ‘ανέβασα’. Την καλημέρα μου και Καλό Σαββατοκύριακο σε όλους. Από Εβδομάδα τα λέμε. Φιλιά…