17 Νοεμβρίου 2007…

‘Κι αν βγω απ’ αυτή τη φυλακή κανείς δε θα με περιμένει
οι δρόμοι θα ‘ναι αδειανοί κι η πολιτεία μου πιο ξένη
τα καφενεία όλα κλειστά κι οι φίλοι μου ξενιτεμένοι
αέρας θα με παρασέρνει κι αν βγω απ’ αυτή τη φυλακή

Κι ο ήλιος θ’ αποκοιμηθεί μες στα ερείπια της Ολύνθου
θα μοιάζουν πράγματα του μύθου κι οι φίλοι μου και οι εχθροί
μαρμαρωμένοι θα σταθούν οι ρήτορες κι οι λωποδύτες
ζητιάνοι εταίρες και προφήτες μαρμαρωμένοι θα σταθούν

Μπροστά στην πύλη θα σταθώ με τις κουβέρτες στη μασχάλη
κι αργοκουνώντας το κεφάλι θα χαιρετήσω το φρουρό
χωρίς βουλή χωρίς Θεό σαν βασιλιάς σ’ αρχαίο δράμα
θα πω τη λέξη και το γράμμα μπροστά στην πύλη θα σταθώ’…

Επτά χρόνια ήταν αυτά. Επτά χρόνια σε χρώμα μαύρο. Και ήρθε εκείνη η μέρα του ’73 να βάψει τα πάντα κόκκινα. Και να αρχίσει η αλλαγή στο χρώμα.
Δεν ξέρω αν το χρώμα παραμένει κόκκινο μετά από 34 χρόνια ή απλά οδεύει σε κάτι πιο ροζ, αλλά μέσα στις καρδιές μας θα παραμένει πάντα χρώμα.

(‘Δημοσθένους λέξις’ του Διονύση Σαββόπουλου)