Πάει ο παλιός ο χρόνος…

journey-by-peggy-abrams.jpgΧάραξε 31 Δεκεμβρίου. Το ρολόι χτύπησε. Σχεδόν μηχανικά, σήκωσε το χέρι του και έκλεισε το ξυπνητήρι. Άνοιξε τα μάτια του και κοίταξε το δωμάτιο. Ήξερε ότι ήταν η τελευταία φορά που ξυπνούσε μέσα σε αυτό το συγκεκριμένο δωμάτιο, πάνω σ’ αυτό το συγκεκριμένο κρεβάτι. Δεν του πήγαινε η καρδιά να σηκωθεί. Όμως έπρεπε. Είχε να κάνει κάποιες τελευταίες ετοιμασίες. Σηκώθηκε βαριεστημένα.

Στον δρόμο προς την τουαλέτα σκεφτόταν την ημέρα που είχε ξημερώσει. 365 ημέρες προετοιμαζόταν γι’ αυτή την ημέρα. ‘Σαν έτοιμος από καιρό’, που έλεγε και ο ποιητής, έπρεπε να νοιώθει, αλλά αυτός δεν ένοιωθε έτσι. ‘Αντίδραση στο αναπόφευκτο’ σκέφτηκε και άνοιξε την βρύση να πλυθεί. Έριξε τα μάτια του στον καθρέπτη. Έντρομος συνειδητοποίησε πόσο μεγάλος έδειχνε, άσχετα αν ήταν μόλις ενός έτους παρά μία ημέρα, στην γήινη μονάδα μέτρησης του χρόνου.

‘Παράξενο πράγμα που είναι ο χρόνος’ σκέφτηκε φεύγοντας από την τουαλέτα. ‘Αν και τον αντιπροσωπεύω επάξια εδώ στην γη, κάτι πρέπει να κάνω για να του αλλάξω την διάρκεια’ σκέφτηκε εντονότερα και με μία αποφασιστικότητα στο βλέμμα. ‘Δεν μπορεί, το ίδιο χρονικό διάστημα, για έναν ηλικιωμένο να είναι το 1/70 του χρόνου του, για έναν μεσόκοπο το 1/50, για έναν νέο το 1/30, για ένα παιδί το 1/10 και για μένα όλη μου η ζωή. Δεν είναι δυνατόν’ αναφώνησε απορημένος, φέρνοντας συνάμα την κούπα με το ζεστό τσάι που είχε φτιάξει, στα χείλη του. ‘Θα πρέπει να μιλήσω με τον Άχρονο Οριστή του Χρόνου. Θα πρέπει να επιληφθεί του θέματος. Δεν μπορεί να επιτρέπει να υπάρχει τόση αδικία’ ομολόγησε στον εαυτό του, αφήνοντας την κούπα πάνω στο τραπέζι και εγείροντας το κορμί του από την πολυθρόνα που καθόταν.

Φόρεσε το παλτό του, κρύο έκανε έξω δεν ήθελε να συναχωθεί, και κίνησε για τον τελευταίο όροφο της πολυκατοικίας που ζούσε. Εκεί επάνω, στο ρετιρέ του οικοδομήματος του Χρόνου, ζούσε από πάντα ο Άχρονος Οριστής του Χρόνου. Τον είχε δει ήδη μία φορά, τότε που χρειάστηκε να παραλάβει από τα χέρια του τα κλειδιά του διαμερίσματος που έμενε. Πριν από ένα χρόνο και μία μέρα, ακριβώς. Του είχε κάνει εντύπωση, σ’ εκείνη την πρώτη τους συνάντηση, η καλοσύνη και η πραότητα που είχε στο πρόσωπό του ο Άχρονος Οριστής. Φοβερό επίτευγμα, αν αναλογιστείς ότι αυτός ο άνθρωπος διαχειριζόταν τον χρόνο δισεκατομμυρίων άλλων ανθρώπων.

Χτύπησε το κουδούνι του διαμερίσματος. Η πόρτα άνοιξε αυτόματα και εισήλθε μέσα στο λιτά διακοσμημένο δωμάτιο, με τα πολλά ρολόγια στους τοίχους, τόσα όσα οι γήινες και οι συμπαντικές μονάδες μέτρησης του χρόνου. Ο Άχρονος Οριστής του Χρόνου καθόταν στο μέσο του δωματίου, πίσω από ένα γραφείο γεμάτο και αυτό με μικρά ρολόγια, πάνω σε μία αναπαυτική πολυθρόνα. Ένα πλατύ χαμόγελο διαγράφηκε στο πρόσωπό του όταν αντίκρισε τον επισκέπτη του.

– Καλώς τον. Σε τι οφείλω την τιμή της επισκέψεώς σου;
– Ξέρεις, Άχρονε Οριστή του Χρόνου, έχω ένα πρόβλημα.
– Τι πρόβλημα;
– Πιστεύω ότι η διάρκεια ορισμού του χρόνου είναι δυσανάλογη για κάθε άνθρωπο. Και αυτό το βρίσκω άδικο.
– Μα, καλέ μου, είναι λογικό να είναι δυσανάλογη.
– Γιατί;
– Γιατί ο χρόνος του κάθε ανθρώπου είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με την μνήμη του. Και είναι λογικό, κάθε ηλικία να έχει την δική της μνήμη και την δική της εμπειρία. Αν όλα ήταν ίσα, αν όλα ήταν όμοια, τότε δεν θα υπήρχε καμία ομορφιά στη ζωή. Δεν ξέρεις ότι η διαφορετικότητα δίνει νόημα και ομορφαίνει τον κόσμο;
– Δεν έχεις άδικο αλλά εγώ, που ήρθα πριν από ένα χρόνο στη γήινη ζωή και τώρα ετοιμάζομαι να φύγω από αυτή, γιατί να ζήσω τόσο λίγο; Εγώ δεν έχω φτιάξει την μνήμη μου όσο την έχει φτιάξει κάποιος που έχει ζήσει 70 χρόνια, έτσι δεν είναι; αυτό δεν είναι άδικο;
– Εσύ, μπορεί να μην έχει μνήμη εβδομηντάρη, αλλά έχεις την μνήμη όλων των ανθρώπων, ανεξαρτήτως ηλικίας, που έχουν ζήσει μέσα σε αυτή την χρονιά. Εσύ αντιπροσωπεύεις τις στιγμές όλων μαζί και καθενός χωριστά. Και πίστεψέ με, αυτό είναι το πιο σπουδαίο πράγμα που μπορεί να κάνει κάποιος γι’ αυτούς τους ανθρώπους.
– Αφού είναι έτσι, γιατί πρέπει εγώ να φύγω και να έρθει κάποιος άλλος στη θέση μου;
– Γιατί θέλω ο καθένας από εσάς, τους Ετήσιους Χρόνους, να κουβαλάει το βάρος μόνο της δικής του χρονιάς. Με τα καλά και τα άσχημα, με τα ίσια και τα ανάποδα. Γιατί έτσι προστατεύω και εσάς και τους ανθρώπους. Δημιουργώ ένα πλέγμα αναμνήσεων με οριζόντιους άξονες εσάς και κάθετους άξονες τους ανθρώπους. Έτσι δεν είναι;
– Δίκιο έχεις Άχρονε Οριστή του Χρόνου πρέπει να το παραδεχτώ, όσο κι’ αν με πονάει.
– Ήξερα ότι θα καταλάβαινες.
– Σ’ ευχαριστώ. Τώρα πρέπει να φύγω. Έχω να ετοιμαστώ. Σε κάποιες ώρες πρέπει να αποχωρήσω.
– Εγώ σ’ ευχαριστώ που ανταποκρίθηκες στις προσδοκίες όλων μας. Και τις δικές μου και των ανθρώπων. Θα σε θυμούνται νοσταλγικά. Πίστεψέ με.
– Το εύχομαι.
– Στο καλό να πας.
– Σ’ ευχαριστώ. Θα τα ξαναπούμε άραγε;
– Βεβαίως. Να είσαι σίγουρος. Όσο ζεις στις μνήμες των ανθρώπων, τόσο θα ζεις και μέσα στις καρδιές τους.

Με πιο ανάλαφρη καρδιά, ο Ετήσιος Χρόνος επέστρεψε στο διαμέρισμά του. Η συνομιλία που είχε με τον Άχρονο Οριστή του Χρόνου τον είχε κάνει να νοιώσει καλύτερα και να συνειδητοποιήσει την σπουδαιότητά του στην πορεία του Χρόνου. Κοίταξε το ρολόι που κρεμόταν στον τοίχο του καθιστικού. Του απέμεναν λίγες ώρες μέχρι να την τελική αποχώρησή του. Έριξε μια ματιά στις βαλίτσες του, πιστοποίησε ότι είχε βάλει μέσα όλα εκείνα τα γεγονότα που είχαν συμβεί κατά την διάρκεια της ζωής του και τις έκλεισε ερμητικά. Ντύθηκε με τα καλά του ρούχα και αφού έφτιαξε μία ακόμη κούπα ζεστό τσάι, έκατσε ανάλαφρα στην πολυθρόνα του να δει τηλεόραση. Όλα τα δελτία ειδήσεων ανήγγειλαν την αποχώρησή του με χαρά. Αν και του φαινόταν παράξενη αυτή η χαρά, εντούτοις δεν έβαλε στεναχώρια στην καρδιά του. Υπομονετικά, περίμενε να περάσει η ώρα για να σηκωθεί και να φύγει. Όχι, δεν θα πήγαινε μακριά. Στον από πάνω όροφο θα πήγαινε. Εκεί. Μαζί με τους υπόλοιπους Ετήσιους Χρόνους. Στο διαμέρισμα των Αναμνήσεων και των Περασμένων Μεγαλείων. Η ώρα έφτανε. Να! Το κουδούνι χτύπαγε. Έπρεπε να φύγει. Από την πόρτα Εξόδου. Να μην συναντήσει τον Νέο Ετήσιο Χρόνο. Έθιμο βλέπεις. Σηκώθηκε, έριξε το παλτό του στους ώμους του, πήρε τις βαλίτσες του και κίνησε για την πόρτα. Έριξε μία τελευταία ματιά στον χώρο και άνοιξε την πόρτα…

Εύχομαι Χρόνια Καλά και Καλή Χρονιά σε όλους μας. Χρονιά Υγείας, Ευτυχίας, Γαλήνης και Δημιουργικότητας. Κάθε καλό να είναι μπροστά και κάθε άσχημο να το αφήσουμε πίσω. Καλή Χρονιά και πάλι αδέρφια και ότι επιθυμείτε…

(‘Journey’ by Peggy Abrams)

Advertisements

Bloggers – Ιστορίες του Διαδικτύου…

bloggers.jpgΤο ταξίδι ξεκίνησε πριν από τέσσερις, περίπου, μήνες. Ένα ταξίδι άγνωστο σε μένα, αλλά παράλληλα ερεθιστικά ενδιαφέρον. Το ταξίδι είχε προορισμό την συγγραφή, από κοινού, ενός βιβλίου με κείμενα από blogger. Μου έγινε πρόταση και ‘γώ την αποδέχτηκα. Τώρα, αν έπραξα σωστά ή όχι, αυτό το αφήνω στην κρίση σας.

Το σκαρί ναυπηγήθηκε στα τυπογραφεία του Εκδοτικού Οίκου ‘Εκδόσεις Σοκόλη – Κουλεδάκη’, που τους ευχαριστούμε από καρδιάς.

Καπετάνιος του πλοίου και εμπνευστής του ταξιδιού είναι ο artbomber, ο οποίος και προλογίζει την έκδοση.

Συνταξιδιώτες του εμείς, απλοί bloggers και επίδοξοι συγγραφείς καθώς και αναγνωρισμένοι συγγραφείς, με σειρά εμφανίσεως:
Ανδρέας Μπελεγρής
Koptoraptou
Life and Times of Orestis Collins
Οι προβληματισμοί ενός τρελού-Contra Mundus
yiaNNi’s PiPe dreams in a yiaNNi’s dreamland
Άκης Φουντιάδης
Nallotinos
ellinikos…diplos
talisker – το μυστικό
ΟΝΕΙΡΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑ
It takes a thought to make a word
Aka Argos
bladewalker – Διαδρομές στην Κόψη του Ξυραφιού
ang3lian
Haris Home
ΚΟΥΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
Purple Clementine
Με το φεγγάρι αγκαλιά
Γαβριήλ
Φιλοσοφίες ολκής. Emporas
Ιφιγένεια
Η τριαντάρα…
Λένα Ντεβίνγκα
Αναστασία Καλλιοντζή

Καλοτάξιδο εύχομαι και ζητάω την επιείκειά σας στις κρίσεις σας…

Υ.γ. Ζητάω συγνώμη από όσους συμμετέχοντες στην έκδοση δεν έχω το Link για την σελίδα τους, αλλά στάθηκε αδύνατο να το βρω.

Το πεφταστέρι που ξαναπήγε στον ουρανό…

illustration-of-earth-and-glowing-star-by-ron-russell.jpg«Μη με διώχνεις», είπε το αστέρι στον ουρανό.
«Μη φοβάσαι, θα έχεις ένα όμορφο ταξίδι», του απάντησε εκείνος.
«Βοήθεια αδέρφια δεν θέλω να πάω πουθενά», φώναξε τρομαγμένο το αστέρι καθώς άρχισε να πέφτει προς τη γη.
Όσοι είδαν το πεφταστέρι ευχήθηκαν κάτι. Άλλος ήθελε, υγεία, άλλος αγάπη, άλλος ένα καινούριο αυτοκίνητο, μα το αγόρι που αγνάντευε τη θάλασσα, έκανε μια διαφορετική ευχή: «Αυτό το πεφταστέρι να γίνει δικό μου» είπε. Και μετά ξάπλωσε στο κρεβάτι του και αποκοιμήθηκε…
Το πεφταστέρι, που είχε πέσει πάνω στα βράχια, αποφάσισε να περάσει τη νύχτα του εκεί, κοιτάζοντας τους φίλους του στον ουρανό. Στην αρχή, ένιωθε ζήλια και πίκρα, μα σιγά-σιγά, αφέθηκε στη γλύκα της βραδιάς, χάζεψε τα φώτα των καραβιών που χόρευαν στη θάλασσα και μαγεύτηκε από τη μελωδία των κυμάτων.
Το άλλο πρωί ο ήλιος βρήκε το λιμάνι σε μεγάλες φούριες. Αυτοκίνητα έφερναν και έπαιρναν κόσμο στα καράβια, μεγάλα φορτηγά κουβαλούσαν εμπορεύματα. Ένας χαμός!
Το πεφταστέρι, πανικοβλήθηκε και κούρνιασε στα βράχια. «Άπαπα δεν πάω πουθενά πια, θα κάτσω εδώ, που δε θα με πειράξει κανείς», σκέφτηκε. Σε λίγο στάθηκε δίπλα του ένας σκύλος, εκείνο τρόμαξε κι άρχισε να προσεύχεται να μην το πάρει χαμπάρι το κοπρόσκυλο και το καταβροχθίσει. Ευτυχώς, ο σκύλος δεν είδε το πεφταστέρι και έφυγε για να βρει το αφεντικό του.
Το μεσημέρι ο ήλιος τσουρούφλιζε και το πεφταστέρι σκλήρυνε και πήρε ένα όμορφο χρυσαφί χρώμα. Αυτό ήταν, έγινε ένας αστερίας! Όταν σχόλασε το αγόρι που αγνάντευε τη θάλασσα, κατέβηκε στα βράχια να ψάξει το αστέρι του και μόλις το βρήκε το κράτησε με αγάπη στα δυο του χέρια και το πήρε μαζί του.
Το πεφταστέρι ένιωσε ασφάλεια. Μα επειδή ήταν φοβητσιάρικο, ρώτησε το αγόρι: «θα με προσέχεις, έτσι;» «φυσικά θα σε προσέχω», του απάντησε εκείνο χαϊδεύοντάς το. Τα πράγματα όμως δεν ήταν και τόσο εύκολα.
Μόλις η μαμά του αγοριού είδε τον αστερία είπε στο γιο της: «πάλι μάζεψες βρωμιές; Αμέσως στο σκουπιδοτενεκέ αυτή η βλακεία που κρατάς και πλύνε καλά τα χέρια σου, για να φάμε». Το αγόρι στεναχωρήθηκε. Δεν μπορούσε να πετάξει το θησαυρό του.
Έκρυψε το πεφταστέρι κάτω από τα βιβλία του, μα ήξερε πως δεν θα μπορούσε να το κρατήσει για πολύ εκεί μιας κι η μαμά του τα έβρισκε όλα. Έσπαγε το κεφάλι του για να βρει μια λύση και την άλλη μέρα πήρε μαζί του το πεφταστέρι του στο σχολείο. Λίγο πριν μπει στην τάξη, το ρώτησε: «Αστεράκι μου, αν δεν μπορώ να σε κρατήσω εγώ, που θα ήθελες να πας;» «Α, μα να γυρίσω στον ουρανό, πουθενά αλλού», του απάντησε εκείνο.
Σε λίγες ώρες, η δασκάλα ζήτησε από τα παιδιά να μπουν ήσυχα στη σειρά γιατί θα πήγαιναν να επισκεφτούν στο νοσοκομείο, ένα συμμαθητή τους, που από όσο ήξεραν ήταν τόσο άρρωστος, που για να του περάσει ο πόνος θα πήγαινε στον ουρανό. Όλοι του είχαν πάρει από ένα δωράκι. Κι επειδή το άρρωστο παιδί δεν είχε πια μαλλιά, για να μην του κόψουν τη φόρα προς τον ουρανό, το αγόρι, του είχε αγοράσει ένα όμορφο σκουφάκι για να μην κρυώνει. Τότε του ήρθε μια ιδέα. Πήρε το αστέρι του και το έβαλε πάνω στο σκουφάκι. Το τύλιξε καλά με το κορδόνι από το παπούτσι του και όταν έφτασε στο νοσοκομείο, το χάρισε στο φιλαράκο του, που ξετρελάθηκε από τη χαρά του.
Σε μερικές μέρες το άρρωστο αγόρι αφού μάζεψε την αγάπη όλου του κόσμου, έφυγε τελικά για τον ουρανό φορώντας το σκουφάκι του. Έτσι έφυγε μαζί του και το πεφταστέρι. Που όταν έφτασε επάνω πήρε πάλι την παλιά του θέση, ανάμεσα στους φίλους του και τους είπε όσα έγινα κάτω στη γη.
Το αγόρι που αγνάντευε τη θάλασσα, μεγάλωνε ευτυχισμένο, γιατί τα βράδια έβλεπε πάντα το αστέρι του, που του έστελνε λαμπερά φιλιά και ήξερε πως παρόλο που δεν το είχε κοντά του, ήταν για πάντα δικό του, ήταν χαρούμενο και το αγαπούσε, όπως όταν το κράταγε στα χέρια του.
Κι από τότε, έλεγε πως όταν έχεις αγαπήσει κάτι, θες μόνο το καλό του, και όπου κι αν βρίσκεται στην πραγματικότητα για σένα, δεν μπορεί να πάει πιο μακριά από την καρδιά σου.

Το κείμενο που παραθέτω, όπως πολύ σωστά οι περισσότεροι από εσάς θα ξέρετε, γράφτηκε από μία καρδιά που δεν είναι πια ανάμεσά μας. Απλά, νοιώθω την ανάγκη, μέρες που είναι, να θυμηθώ το πόσο όμορφα αυτή η κοπέλα έγραφε. Και να σκεφτώ ότι θα μας λείψει η σκέψη της για πολύ. Να είσαι καλά εκεί που βρίσκεσαι Πηγή μας. Και να μας στέλνεις την αγάπη σου.

Χρόνια καλά σε όλους…

(‘Illustration of Earth and Glowing Star’ by Ron Russell)

Καλά Χριστούγεννα…

christmas-morning.jpgΧρόνια Πολλά…

Χρόνια Καλά…

Με Υγεία και Ευτυχία…

Δίπλα σε Αγαπημένα Πρόσωπα. Πρόσωπα που θα φέρνουν στιγμές ήρεμες και γεμάτες…

Και για όσους μόνοι είναι, εύχομαι του χρόνου να έχουν δίπλα τους αυτό που πραγματικά τους ταιριάζει και τους γεμίζει…

υ.γ. Για το βιβλίο, θα μιλήσω μετά τα Χριστούγεννα…

Τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα…

the-seven-deadly-sins-by-thomas-ferrin.jpgΛαγνεία (luxuria)
Ήσουν εκεί, καθισμένη στην πολυθρόνα, αναπαυτικά, στο απέναντι τραπέζι. Γέλαγες ακατάπαυστα. Με ανέκδοτα ανούσια και γλυκανάλατα. Μάλλον ήθελες να μου τραβήξεις την προσοχή. Το κατάφερες. Το ήξερες. Πάντα ήσουν σίγουρη για τις κινήσεις σου. Και μάλιστα, όπως διαπίστωσα αργότερα, ποτέ δεν έκανες κάτι χωρίς να έχεις προβλέψει την έκβαση του αποτελέσματος.
Και ‘γω έπεσα επάνω στην γοητεία σου. Με φόρα μικρού παιδιού που τρέχει επάνω στο παιχνίδι του. Χωρίς περιορισμούς ήθελα να γευτώ αυτό που τα μάτια μου έβλεπαν και τα αυτιά μου άκουγαν να κελαρύζει απέναντί μου. Σε πόθησα από την πρώτη στιγμή.

Απληστία (avaritia)
Θολή ματιά. Έλλειψη διορατικότητας. Στο είπα. Πήρα φόρα και έπεσα επάνω σου. Χωρίς να βλέπω, να διαβλέπω και να προβλέπω. Πρόσεχα τα μάτια σου, χωρίς να τα διαβάζω. Χωρίς να βλέπω μέσα τους. Χωρίς να μπορώ να κρίνω τις ματιές σου, τα βλέμματά σου. Άπληστα χόρταινα τον τρόπο σου. Και ‘σύ μοναδικά με συντόνιζες με την ιδιορρυθμία και την διάθεσή σου.

Λαιμαργία (gula)
Θυμάμαι την πρώτη μας φορά επάνω στο κρεβάτι. Το απαλό σου δέρμα να αναριγεί κάτω από το τρεχαλητό της παλάμης μου επάνω του. Να σκληραίνουν οι ρώγες σου όταν τις ρούφαγα στο στόμα μου και τις δάγκωνα απαλά με τα δόντια μου. Και ‘γω να νοιώθω σαν τον λιμασμένο επαίτη που του προσφέρουν τόσα καλούδια που δεν τα βάζει ο νους και λαίμαργα απλώνει τα χέρια του να φάει όσα περισσότερα μπορεί.

Οκνηρία (acedia)
Απολάμβανα. Εσένα, εμένα, εμάς. Γιατί να το κρύψω; Ποτέ δεν το έκρυψα. Θυμάσαι; Και από την μεγάλη απόλαυση, μεταβλήθηκα σε λίμνη στάσιμη. Σε κορμί εν υπνώσει. Και μαζί με το κορμί και η ψυχή. Φοβόμουν να κουνηθώ μήπως και χάσω εσένα. Τελικά, έχασα εμένα.

Οργή (ira)
Και η οκνηρία μου μεταβλήθηκε σε οργή. Σε οργή μου. Από μένα για μένα. Για τον εαυτό μου. Για το πώς είχα καταντήσει. Σιχάθηκα κάθε μου έκφανση. Παρατηρούσα στον καθρέφτη τον εαυτό μου και δεν αναγνώριζα εμένα. Και πήρα απόφαση. Να φύγω, να ξεφύγω, να διαφύγω. Και έκανα πράξη το πείσμα μου. Όπως είχα κάνει πράξη και την παράδοσή μου.

Ζήλεια (invidia)
Και έφυγα. Τα κατάφερα. Αλλά το βλέμμα μου παρέμενε εκεί. Επάνω σου. Δίπλα σου. Γύρω σου. Το ένοιωθες. Κάπου-κάπου μου το έλεγες. ‘Σε νοιώθω κοντά μου, αν και δεν είσαι δίπλα μου’ μου αποκρινόσουν με χάρη όταν μιλάγαμε στο τηλέφωνο. Ήθελα να είμαι δίπλα σου. Γιατί να μην το παραδεχτώ; Ζήλευα που ήσουν μακριά μου. Όμως, είχα πάρει μία απόφαση. Με πονούσε, αλλά την είχα πάρει. Ζήλευα, αλλά έπρεπε να εμμείνω στην απόφασή μου.

Αλαζονεία (superbia)
Και επέμεινα και έμεινα. Μακριά σου. Χώρια σου. Αποδεσμεύτηκα. Οριστικά και αμετάκλητα. Και τώρα, αποστασιοποιημένος από την σχέση μας, το ομολογώ. Δεν πρόκειται να ξαναπέσω στο ίδιο λάθος!

Τα αμαρτήματα ονομάζονται «θανάσιμα» γιατί σύμφωνα με την εκκλησία μπορούν να στερήσουν τη θεία χάρη και να οδηγήσουν στην αιώνια καταδίκη της ψυχής του ανθρώπου, εκτός αν συγχωρεθούν με την εξομολόγηση. Και αμαρτία εξομολογούμενη δεν χρεώνεται σαν αμαρτία…

(πληροφορίες άντλησα από την Βικιπαίδεια)

(‘The Seven deadly Sins’ by Thomas Ferrin)

Στον ύπνο μου χθες βράδυ…

en-brazos-de-morfeo-by-jose-aguilar.jpgΉρθες στον ύπνο μου χθες το βράδυ. Ντυμένη στα λευκά. Μου φάνηκε παράξενο, μιας και το λευκό δεν είναι το χρώμα σου. Μου είπες ότι έτσι πια θα εμφανίζεσαι μπροστά μου. Στα λευκά, στα καθάρια, στα άχρωμα. Για να μπορώ να διακρίνω εσένα όπως πραγματικά είσαι και όχι όπως θέλεις να φαίνεσαι. Σε ρώτησα γιατί δεν το κάνεις και στην πραγματικότητα αυτό. Μου είπες ότι εκεί έξω δεν είμαστε μόνοι μας, εγώ και εσύ. Εκεί είναι και όλοι αυτοί από τους οποίους θέλεις να κρυφτείς.

Ήρθες στον ύπνο μου χθες βράδυ. Ήμασταν λέει σε ένα χώρο φωτεινό και ζεστό. Όπως σου αρέσει. Καθίσαμε σε ένα καναπέ και έπεσες στην αγκαλιά μου και κοιμήθηκες, κρατώντας τα χέρια μου στα δικά σου χέρια. Σε ένοιωσα να ηρεμείς, όπως δεν σε έχω νοιώσει μέχρι τώρα. Εγώ δεν μπορούσα να κάνω τίποτα, πέρα από το να κοιτάω τα μαλλιά σου, το πρόσωπό σου, το σώμα σου. Ούτε καν να σε ακουμπάω. Μόνο να σε βλέπω. Έτρεχα το βλέμμα μου επάνω στο σώμα σου και έψαχνα κάθε σημείο του σώματός σου που είχα ακουμπήσει με τα χέρια μου. Κουράστηκα. Έκλεισα τα μάτια και με πήρε ο ύπνος μέσα στο όνειρό μου. Με ξύπνησε η υγρή αίσθηση του φιλιού σου στο μάγουλό μου. Με κοίταξες και μου είπες ότι όση ώρα κοιμόσουν ένοιωθες τα χέρια μου να σε αγγίζουν. Γέλασα και σε φίλησα. Δεν σου έλυσα την απορία πως ήταν δυνατόν να σε είχα αγγίξει χωρίς χέρια.

Ήρθες στον ύπνο μου χθες βράδυ. Ένοιωσα κάποια στιγμή την ανάσα σου να καίει το πρόσωπό μου. Ζεστάθηκα. Ξύπνησα. Κοίταξα δίπλα μου. Έλλειπες. Συνειδητοποίησα ότι ήταν όνειρο. Προσπάθησα να κοιμηθώ αμέσως, μήπως και έρθεις πάλι κοντά μου. Αλλά μάταια. Έλλειπες. Και από το όνειρο και από την πραγματικότητά μου…

(‘En brazos de Morfeo’ by Jose Aguilar)

Δεν θα σε προδώσω…

etre-deux-by-denis-nolet.jpegΌχι. Δεν θα σε προδώσω. Όχι. Αυτό δεν θα το δεις από εμένα. Εγώ, σε αγάπησα πολύ. Κι’ όποιος αγαπάει πολύ δεν προδίδει. Περισσότερο δίδει και ανταποδίδει. Μ’ ακούς;

Όχι. Δεν θα σε προδώσω. Εγώ είμαι φτιαγμένος από εκείνο το μείγμα που δεν αντέχει προσμίξεις με ψεύτικα αισθήματα. Προτιμώ την φυγή από την ατίμωση. Μ’ ακούς;

Όχι. Δεν θα σε προδώσω. Είδα και αυτούς που πρόδωσαν που κατάντησαν. Σε ένα σπίτι κλειστό, με παράθυρα ανοιχτά αλλά πουθενά φως. Δεν θέλω την ζωή μου σκιερή. Μ’ ακούς;

Όχι. Δεν θα σε προδώσω. Ήσουν για μένα ανάσα και χτύπος καρδιάς. Δεν γεννήθηκα για να πάψω να αναπνέω αυτοβούλως. Μ’ ακούς;

Όχι. Δεν θα σε προδώσω. Ότι κι’ αν μου έκανες. Ότι κι’ αν σου έκανα…

(‘Etre Deux’ by Denis Nolet)

Άτιτλο…

red-and-white-by-edvard-munch.jpegΤόσες σκέψεις. Τόσα λόγια ανείπωτα. Όλα μέσα στο μυαλό. Όλα μέσα εκεί κρυμμένα. Αφανέρωτα από όλους κι’ από όλα. Δεν βγαίνουν. Χάνονται μέσα στον ρυθμό της μέρας και στην λήθη της νύχτας. Παράξενο πράγμα. Θέλω τόσο πολύ να τα πω, να τα αποτυπώσω. Όμως κρύβονται καλά. Ίσως να φοβούνται να βγουν. Λες και θέλουν να προστατευτούν από εκείνα που δεν τους αξίζουν. Ίσως και αυτά να θέλουν τον χρόνο και τον χώρο τους. Δυστοκία θα μου πεις. Έλλειψη σιγουριάς θα σου πω. Φόβος, άγχος, έλλειψη. Όχι. Δεν θα προδώσω τον εαυτό μου. Θα του αφήσω τα περιθώριά του. Να βρει μόνος του εκείνη την στιγμή, εκείνη την ώρα που θα τα φανερώσει. Μόνο μέσα από την ελευθερία έρχεται η ολοκλήρωση. Λόγια παρηγοριάς; Όχι καλέ μου. Λόγια σταράτα, αντρίκια. Λόγια χωρίς ψευδαισθήσεις. Λόγια γεμάτα αισθήσεις ανθρώπινες. Αυτά…

Καλό Σαββατοκύριακο σε όλους. Με σκέψεις ελεύθερες και ανεξάρτητες. Με σκέψεις δικές σας. από εσάς για εσάς…

(‘Red and White’ by Edvard Munch)

Απορία…

Τελικά ποιος είναι πιο ευτυχισμένος, ο μαλάκας ή ο ηλίθιος; Δεν ξέρω. Υποθέτω ο συνδυασμός τους…
(συγνώμη, αλλά τα έχω πάρει).

Καλό Σαββατοκύριακο και μακριά απ’ ότι εισβάλλει στη ζωή σας χωρίς την θέλησή σας…