Το νέο μου ‘παιχνίδι’…

facebook.jpgΉρθε στα χέρια μου το απόγευμα του Σαββάτου. ‘Όμορφο περιτύλιγμα’ η πρώτη σκέψη. Το άνοιξα με προσοχή. ‘Και το εσωτερικό δείχνει ενδιαφέρον’ σκέφτηκα καθώς το περιεργαζόμουν. Πάτησα τα κουμπιά του. Πολλά, πολύχρωμα, ιδιόμορφα. Προχώρησα με προσοχή στους δαιδαλώδης διαδρόμους του. Ανακαλύπτοντας ολοένα και καινούργια πράγματα, καινούργιες σκέψεις.
Όχι. Δεν πήρα κανένα νέο παιχνίδι για τον η/υ. Το Σάββατο το απόγευμα αποφάσισα να μπω στο facebook.
Ανακάλυψα και πολλούς από εσάς μέσα του. Άλλους με το όνομά τους, άλλους με το διαδικτυακό τους όνομα. Χάρηκα.
Όπως χάρηκα και από την διάθεση για παιχνίδι, για παλιμπαιδισμό που επικρατεί μέσα εκεί. Πράγματα που έξω, στον πραγματικό κόσμο, θα φοβόμασταν, ή καλύτερα θα ντρεπόμασταν, να κάνουμε, εκεί μέσα αφήνουμε στην άκρη τις ντροπές και γινόμαστε μία παρέα.
Και όσον αφορά την περιρρέουσα διάθεση για flirting, μέσα στο παιχνίδι είναι και αυτή. Αρκεί να τηρούνται οι κανόνες που βάζει ο καθένας.
Εν γένει, μου άρεσε. Και θα συνεχίσω να κάνω facebooking. Εύχομαι να συναντηθώ και με τους υπόλοιπους από εσάς…

Advertisements

Το ΘΕΜΑ των ημερών…

Εδώ και ένα μήνα, τουλάχιστον, η πολιτική και καθημερινή ζωή του τόπου ταλανίζετε από το γεγονός της ‘απόπειρας αυτοκτονίας’ του κου Ζαχόπουλου, καθώς και από τα παρελκόμενα αυτής:

το δημοφιλές DVD με τις περιπτύξεις του Γ.Γ. με την κα Τσέκου,
ποιος το είδε,
ποιος όχι,
γιατί το είδε,
γιατί δεν το είδε,
αν το είδε γιατί δεν το είπε,
αν δεν το είδε γιατί δεν το είδε,
ποιος το πήρε,
ποιος το έδωσε,
γιατί το πήρε,
γιατί το έδωσε,
υπάρχει εκβιασμός,
υπάρχει ενοχή,
υπάρχει αθωότητα,
υπάρχει ξέπλυμα χρημάτων,
υπάρχουν χρήματα,
τα 5,5 εκ. ευρώ του Θέμου είναι μαύρα,
είναι άσπρα,
είναι ασπρόμαυρα,
ο Μάκης φταίει,
ο Μάκης δεν φταίει,
ο Μάκης φταίει και δεν φταίει
η Κυβέρνηση τι κάνει,
τι δεν κάνει,
γιατί το κάνει,
γιατί δεν το κάνει,
ποιος άπλωσε τα ρούχα στην ταράτσα, ε;;;

Όλα αυτά και άλλα τόσα. Και εμείς απλοί παρατηρητές δελτίων ειδήσεων, δελτίων εκβιασμών, δελτίων γενικώς με παράθυρα, πόρτες και μπαλκονόπορτες. Ριγμένοι μέσα σε έναν κυκεώνα αποκαλύψεων και αποκρύψεων, συμμέτοχοι μιας κατάστασης που θυμίζει κωλοχανείο, που μυρίζει σήψη και αποσύνθεση. Όπου και να γυρίσεις το ίδιο θέμα. Ένα ΘΕΜΑ.

Πειράζει που εγώ το βλέπω ανάθεμα και οπισθοδρόμηση; Πειράζει που εγώ δεν θέλω πια να βλέπω ειδήσεις, δεν θέλω πια να ακούω ειδήσεις, δεν θέλω πια να βλέπω κανέναν από δαύτους, δεν θέλω πια να ακούω κανέναν από δαύτους; Πειράζει που θέλω να μείνω στην κοσμάρα μου, να κλειστώ μέσα της και να αναπνέω τον καθαρό μου αέρα; Αν πειράζει, αμάρτησα και ‘γώ. Αν πειράζει, έβαλα και ‘γώ ένα λιθαράκι στην απόπειρα αυτοκτονίας του κου Ζαχόπουλου και τα συνακόλουθά της.

Συγχωρήστε με…

Εν συνεχεία…

enigma-without-end-by-salvador-dali.jpgΜέρες μέρες να χτυπήσει το τηλέφωνο
μήνες χρόνια;
Δεν ηχείς.

Εκλήθη ο έμπιστός μου ωριλά
μου έκανε ακουόγραμμα
μια χαρά, μου λέει, ακούς
τι σ’ έπιασε.

Εκλήθη εν συνεχεία ξανά ο τεχνικός.
Δεν χτυπάει του είπα.

Σε ξεβίδωσε, σ’ έκανε φύλλο και φτερό
καλώδια μπαταρίες
λάδωμα στην φωνή σου

εντάξει η συσκευή

η ζημιά είναι από μέσα
σ’ το είπα και την άλλη φορά
θριαμβολόγησε ο ηλεκτρολόγος
έχει βλάβη η επαφή
πρέπει να σκάψω

– άσ’ το
αφού είναι η επαφή
θα σκάψω εγώ
ξέρω να την θάψω
δεν είναι τίποτα ξέρω.

Αντιστάθηκα με ένα ποίημα της Κικής Δημουλά με τίτλο ‘Εν συνεχεία’, που περιλαμβάνεται στην ποιητική της συλλογή ‘Μεταφερθήκαμε παραπλεύρως’ των εκδόσεων Ίκαρος (Αθήνα 2007).

Την ευκαιρία για αντίσταση μου την παρείχε ο φίλτατος ‘ο άλλος ρο’ και τον ευχαριστώ πολύ.

Με την σειρά μου την μεταλαμπαδεύω σε όσους πιστεύουν ότι η ποίηση στην ζωή μας μπορεί να πει περισσότερα απ’ ότι τα μάτια μας βλέπουν και τ’ αυτιά μας ακούν καθημερινά…

(‘Enigma without end’ by Salvador Dali)

Βοριάς φυσάει τα λόγια μου…

number-26-1951-by-jackson-pollock.jpgΤο χιόνι καίει τον καρπό
Και την αγάπη ο χρόνος
Στην κούπα μου παλιό κρασί
Κι εσύ καινούργιος πόνος

Βοριάς φυσάει τα λόγια μου
Νοτιάς τα φέρνει πίσω
Κι από τα φύλλα της καρδιάς
Δεν ξέρω να σε σβήσω

Για να μη γίνεις σύννεφο
Καρφώθηκα στο χώμα
Κι άφησες τα τραγούδια μου
Ρούχα με δίχως σώμα

Βοριάς φυσάει τα λόγια μου
Νοτιάς τα φέρνει πίσω
Κι από τα φύλλα της καρδιάς
Δεν ξέρω να σε σβήσω

Δεν είναι η ζήλια μάτια μου
που σαν καπνός με πνίγει
Είναι που κάποτε θα ‘ρθεις
Κι η αγάπη θα ‘χει φύγει

Απόψε το βράδυ θυμήθηκα αυτούς τους στίχους. Ίσως γιατί μοιάζουν με μαντινάδες ενός κρητικού λυράρη που τις τραγουδάει συνοδεία της λύρας του και ενός λαούτου. Και που στο τέλος του κάθε στίχου, κοντυλιές από το δοξάρι του προσδίδουν βάρος και υπόσταση στον πόνο του.

Δεν ξέρω γιατί σιγοτραγουδώ αυτούς τους στίχους. Ίσως γιατί τους ακούω σαν τραγούδισμα ενός κύματος στην ακτή μιας παραλίας. Ήσυχους και εκκωφαντικούς συνάμα. Να καθρεφτίζουν στοιχεία της φύσης. Να στοιχειώνουν τις σκέψεις μου.

Μένουν τα λόγια μου εκκρεμή. Ανήμπορα να πιαστούν από κάπου και να ολοκληρωθούν. Προσπαθούν, αλλά δεν το καταφέρνουν πάντα. Τρομάζω. Φοβάμαι. Δεν θέλω τα λόγια μου να χαθούν. Μην τα αφήσεις να χαθούν. Θα είναι κρίμα και άδικο…

(Οι στίχοι ανήκουν στον Άλκη Αλκαίο. Μελοποιήθηκαν και τραγουδήθηκαν από τον Μίλτο Πασχαλίδη)

(‘Number 26, 1951’ by Jackson Pollock)

Απρόσμενη επίσκεψη…

death-and-life-by-gustav-klimt.jpgΉρθες απρόσκλητος στο σπίτι. Για να πω την αλήθεια, δεν σε περίμενα τόσο νωρίς. Δεν θυμάμαι να ρώτησα ποιος είναι πριν ανοίξω. Άνοιξα απρόθυμα την πόρτα και ξαφνιάστηκα. Μπήκες μέσα χωρίς κουβέντα, απλά παραμερίζοντάς με. Δεν έφερα αντίσταση. Ίσως γιατί η επιβλητική παρουσία σου δεν μου άφησε περιθώρια για αντιρρήσεις. Μου φάνηκες ντυμένος διαφορετικά απ’ ότι σε είχα συνηθίσει μέχρι τώρα. Αλλαγμένος πολύ. Κατευθύνθηκες προς το σαλόνι και κάθισες στην μεγάλη πολυθρόνα. Σε ακολούθησα και έκατσα απέναντί σου, στην άκρη του καναπέ. Το βλέμμα σου εξέτασε το χώρο. Δεν είπες τίποτα. Έσπασα πρώτη την σιωπή.

– Δεν σε περίμενα τόσο νωρίς.
– Το ξέρω. Είμαι καλός στις εκπλήξεις.
– Ναι, όντως. Κτυπάς εκεί που δεν σε περιμένουν.
– Και εκεί που με περιμένουν, πάλι κτυπάω απροειδοποίητα.
– Τι να σε κεράσω;
– Τίποτα. Δεν θα μείνω πολύ.
– Μου φαίνεσαι παράξενος.
– Δηλαδή;
– Να, άλλα ρούχα, άλλη όψη.
– Μπα. Σου φαίνεται. Πάντα έτσι ντύνομαι.
– Ξέρεις ότι μοιάζεις πολύ με τον αδερφό σου;
– Μας το λένε πολλοί. Έχουμε κοινά χαρακτηριστικά και χαρίσματα.
– Ακριβώς. Και οι δύο εμφανίζεστε ξαφνικά και χωρίς προειδοποίηση. Στο είπα εξάλλου. Και έχετε τόσο ανάλαφρο και θανατερό συνάμα άγγιγμα. Ερωτεύσιμο μέχρι παρεξηγήσεως.
– Υπερβάλλεις. Για εκείνον μπορεί να ισχύει. Για μένα όχι.
– Λάθος κάνεις. Μάλλον υποτιμάς τον εαυτό σου.
– Εκείνος είναι πιο γλυκός. Πιο αποδεκτός. Πιο γήινος θα μπορούσα να πω. Ρώτα όποιον μας έχει γνωρίσει. Θα σου πει τα ίδια. Πιστεύω ότι είμαστε οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Αντίθετοι και συμπληρωματικοί.
– Μου αρέσει να σε ακούω να μιλάς. Όπως και τον αδερφό σου βέβαια.
– Ένα από τα χαρίσματα και των δυο μας. Μιλάμε κατευθείαν στην καρδιά των άλλων.
– Ναι. Κατευθείαν στην καρδιά. Τι κάνουμε τώρα;
– Θα φύγουμε.
– Να αλλάξω και έρχομαι.
– Θα σε περιμένω εδώ.

Πήγα στο δωμάτιο και φόρεσα ρούχα απλά, καθημερινά. Καθαρά, για να έχω την αίσθηση της φρεσκάδας στο σώμα μου. Ξαναγύρισα στο σαλόνι. Ήταν εκεί και με περίμενε. Δεν είχε σηκωθεί από την πολυθρόνα. Πήγα κοντά του. Μου χαμογέλασε και μου έπιασε το χέρι. Σηκώθηκε και με φίλησε γλυκά στο στόμα. Δεν αντιστάθηκα. Προχώρησε μπροστά, κρατώντας μου πάντα το χέρι. Το μόνο που γύρισε να μου πει ήταν: ‘Ποτέ δεν θα σε αφήσω όπως έκανε πριν από χρόνια ο αδερφός μου. Με μένα παρέα θα περπατάς για πάντα’. Και κράτησε την υπόσχεσή του…

Το επόμενο πρωί, την βρήκε ο αδερφός της καθισμένη στην μεγάλη πολυθρόνα του σαλονιού της, νεκρή. Η όψη της είχε μία γλυκιά έκφραση, σαν εκείνη που είχε όταν ήταν ερωτευμένη. Κάλεσε ασθενοφόρο. Στο τραπέζι επάνω, ένα φύλλο χαρτί έγραφε το όνομά του. Το πήρε και το διάβασε:

‘Αγαπημένε μου αδερφέ,
Ήρθε η ώρα. Δεν το περίμενα τόσο νωρίς, αλλά βλέπεις ‘άλλα οι άνθρωποι θέλουν, άλλα οι θεοί κελεύουν’. Η καρδιά μου πια δεν με υπακούει. Δεν σου είπα τίποτα για να μην σε στεναχωρήσω. Δεν θέλω να στεναχωριέσαι για τίποτα. Ούτε για μένα. Έτσι ήταν γραφτό να γίνει, έτσι έγινε.
Και κάτι τελευταίο. Ο Χάρος ξέρεις δεν είναι τόσο άσχημος όσο τον περιγράφουν οι άνθρωποι. Υπό μία οπτική γωνία, μοιάζει με τον αδερφό του, τον Έρωτα. Μόνο που ο δεύτερος έχει ένα γράμμα περισσότερο στο όνομά του για να μοιάζει πλουσιότερος.
Φεύγω αδερφέ μου. Δεν έχω άλλο χρόνο. Να προσέχεις τον εαυτό σου.
Σε φιλώ.
Αντίο’

(‘Death and Life’ by Gustav Klimt)

Reflection…

girl-before-a-mirror-c1932.jpgΑντικρίζω το κορμί μου στον καθρέφτη. Έχει πάψει από καιρό να είναι ευγενικός μαζί μου. Μάλλον με μισεί πια. Όπως και εγώ εμένα. Αντικατοπτρισμός όχι μόνο της όψης αλλά και του είναι μου. Αλήθεια, ποτέ δεν είχα σκεφτεί πόσο εύκολα αντικατοπτρίζεται το έσω στο έξω…

Ψάχνω τα σημάδια που μου έχουν αφήσει τα χάδια σου. Θυμάσαι; Εκείνα που μου έλεγες ότι χαράζεις επάνω στο κορμί μου για να βρίσκεις εύκολα το δρόμο σου για την καρδιά μου. Αχνοφαίνονται με γυμνό μάτι. Εσύ όμως μπορούσες να τα διακρίνεις εύκολα. Ίσως γιατί εσύ τα είχες χαρτογραφήσει στο μυαλό σου. Ίσως γιατί εσύ κρατούσες το μαχαίρι που τα όργωσε…

Βρήκες το κορμί μου και πειραματίστηκες. Και ‘γώ σε άφησα ελεύθερο να μπορέσεις να δημιουργήσεις. Τελικά, κατέληξε η σχέση μας να είναι σαν εκείνη ανάμεσα στον καλλιτέχνη και το δημιούργημά του, όταν ο πρώτος πουλάει το δεύτερο. Πληρώθηκες και με άφησες. Χωρίς πόνο, χωρίς πάθος. Έτσι απλά. Τόσο απλά, όσο θα βρεις κάποιο άλλο κορμί να εμπνευστείς…

Αντικρίζω το κορμί μου στον καθρέφτη. Πόσο το μισώ που δεν μπόρεσε να σε κρατήσει…

(‘Girl before a mirror’ by Pablo Picasso)

Προπατορικό αμάρτημα…

now-by-joani.jpgΔευτέρα
Μ’ άφησες και κοιμήθηκα εκεί που όλα ξεκινάν. Ανάμεσα στα ανοιγμένα σκέλια σου, εκεί, στο ψηλότερό τους σημείο, πάνω στο αιδοίο σου, αναπνέοντας την υγρασία του έρωτά σου…

Τρίτη
Πάλι βρέθηκα στο ίδιο σημείο. Άθελά μου, σε έφερα σε οργασμό. Φώναξες. Σε κοίταξα με έκπληξη. Μου είπες: Πειράζει που φώναξα;. Σου απάντησα: Δεν έχω κάνει άλλη γυναίκα να φωνάξει. Μου απάντησες: Όλες οι άλλες φοβήθηκαν…

Τετάρτη
Κοιμάσαι και ‘γώ κάθομαι απέναντι από το κρεβάτι και σε κοιτάω. Έξω, ο ήχος από την βροχή αντισταθμίζει την πληρότητα της μοναξιάς μου. Δεν σε ξυπνάω. Ούτε καν έρχομαι να ξαπλώσω δίπλα σου. Φοβάμαι μήπως αναστατώσω την ηρεμία των ονείρων σου. Κοιμάμαι στο πάτωμα…

Πέμπτη
Βυθίζομαι στο φωτεινό σκοτάδι του αιδοίου σου. Μέρα με την μέρα, όλο και περισσότερο. Αποκοιμιέμαι μέσα σου μετά το τέλος της πράξης. Δεν θέλω να χάσω με τίποτα εκείνη την στιγμή που ασυναίσθητα θα μας έρθει η επιθυμία να σκίσουμε ο ένας τις σάρκες του άλλου και να βυθιστούμε ακόμη περισσότερο στο καινό της ύπαρξής μας, τυφλωμένοι από το πάθος της αλληλεξάρτησης…

Παρασκευή
Σχήμα κλειστό το κορμί. Είσοδοι και έξοδοι. Ανακαλύπτω τις σχισμές. Περιδιαβαίνω τις ανωμαλίες. Επισκοπώ τις εξάρσεις. Κι’ όμως. Είσαι εκεί. Αφημένη στην θέληση των δακτύλων μου. Νοιώθω ένα ρίγος να γεννάται. Όχι, δεν είναι ρίγος πόνου. Μοιάζει σαν τέτοιο. Το προσπερνάω και το επιβλέπω. Στο σημείο που ενώνονται οι δύο κόσμοι των ποδιών σου, κάτι φουσκώνει. Υφή βελούδινου υφάσματος αντικρίζουν τ’ αποτυπώματά μου. Υγρασία. Ξανά. Ανασηκώνεις το κορμί, παράλληλα με έναν ήχο κοφτερό. Τινάζεσαι. Ο ήχος διαπερνά τα χείλη σου και απλώνεται στο ανέραστο δωμάτιο. Ξεψυχάς από ηδονή. Κλείνω τα μάτια και ξαπλώνω πλάι σου. Μπορώ να κοιμηθώ πλήρης, έχοντας δει το θαύμα του κόσμου…

Σάββατο
Μόνος. Το κρεβάτι πεδίο ξένο. Το λευκό τέλμα των σεντονιών απειλητικό. Κοιμάμαι στο πάτωμα, κοιτώντας την πόρτα του δωματίου, εκπληρώνοντας την αρχέγονη αποστολή του άντρα-κυνηγού για φύλαξη της ημέτερης σπηλιάς, γραμμένη στο πανάρχαιο DNA μου…

Κυριακή
Φοβάμαι την νύχτα. Ψάχνω το ξημέρωμα στις παρυφές ενός ποτηριού γεμάτου με βότκα. Το βρίσκω κάποτε. Εξαντλημένος από την κάθαρση. Κι’ όμως, καμία κάθαρση δεν είναι αρκετή γνωρίζοντας ότι το αμάρτημα είναι προπατορικό…

(Σκέψεις ανασύρθηκαν διαβάζοντας το βιβλίο της Marguerite Duras ‘Η αρρώστια του θανάτου’ και έγιναν εικόνες βλέποντας εσένα να κοιμάσαι στο πλάι μου)

(‘Now!’ by Joani)