Απρόσμενη επίσκεψη…

death-and-life-by-gustav-klimt.jpgΉρθες απρόσκλητος στο σπίτι. Για να πω την αλήθεια, δεν σε περίμενα τόσο νωρίς. Δεν θυμάμαι να ρώτησα ποιος είναι πριν ανοίξω. Άνοιξα απρόθυμα την πόρτα και ξαφνιάστηκα. Μπήκες μέσα χωρίς κουβέντα, απλά παραμερίζοντάς με. Δεν έφερα αντίσταση. Ίσως γιατί η επιβλητική παρουσία σου δεν μου άφησε περιθώρια για αντιρρήσεις. Μου φάνηκες ντυμένος διαφορετικά απ’ ότι σε είχα συνηθίσει μέχρι τώρα. Αλλαγμένος πολύ. Κατευθύνθηκες προς το σαλόνι και κάθισες στην μεγάλη πολυθρόνα. Σε ακολούθησα και έκατσα απέναντί σου, στην άκρη του καναπέ. Το βλέμμα σου εξέτασε το χώρο. Δεν είπες τίποτα. Έσπασα πρώτη την σιωπή.

– Δεν σε περίμενα τόσο νωρίς.
– Το ξέρω. Είμαι καλός στις εκπλήξεις.
– Ναι, όντως. Κτυπάς εκεί που δεν σε περιμένουν.
– Και εκεί που με περιμένουν, πάλι κτυπάω απροειδοποίητα.
– Τι να σε κεράσω;
– Τίποτα. Δεν θα μείνω πολύ.
– Μου φαίνεσαι παράξενος.
– Δηλαδή;
– Να, άλλα ρούχα, άλλη όψη.
– Μπα. Σου φαίνεται. Πάντα έτσι ντύνομαι.
– Ξέρεις ότι μοιάζεις πολύ με τον αδερφό σου;
– Μας το λένε πολλοί. Έχουμε κοινά χαρακτηριστικά και χαρίσματα.
– Ακριβώς. Και οι δύο εμφανίζεστε ξαφνικά και χωρίς προειδοποίηση. Στο είπα εξάλλου. Και έχετε τόσο ανάλαφρο και θανατερό συνάμα άγγιγμα. Ερωτεύσιμο μέχρι παρεξηγήσεως.
– Υπερβάλλεις. Για εκείνον μπορεί να ισχύει. Για μένα όχι.
– Λάθος κάνεις. Μάλλον υποτιμάς τον εαυτό σου.
– Εκείνος είναι πιο γλυκός. Πιο αποδεκτός. Πιο γήινος θα μπορούσα να πω. Ρώτα όποιον μας έχει γνωρίσει. Θα σου πει τα ίδια. Πιστεύω ότι είμαστε οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Αντίθετοι και συμπληρωματικοί.
– Μου αρέσει να σε ακούω να μιλάς. Όπως και τον αδερφό σου βέβαια.
– Ένα από τα χαρίσματα και των δυο μας. Μιλάμε κατευθείαν στην καρδιά των άλλων.
– Ναι. Κατευθείαν στην καρδιά. Τι κάνουμε τώρα;
– Θα φύγουμε.
– Να αλλάξω και έρχομαι.
– Θα σε περιμένω εδώ.

Πήγα στο δωμάτιο και φόρεσα ρούχα απλά, καθημερινά. Καθαρά, για να έχω την αίσθηση της φρεσκάδας στο σώμα μου. Ξαναγύρισα στο σαλόνι. Ήταν εκεί και με περίμενε. Δεν είχε σηκωθεί από την πολυθρόνα. Πήγα κοντά του. Μου χαμογέλασε και μου έπιασε το χέρι. Σηκώθηκε και με φίλησε γλυκά στο στόμα. Δεν αντιστάθηκα. Προχώρησε μπροστά, κρατώντας μου πάντα το χέρι. Το μόνο που γύρισε να μου πει ήταν: ‘Ποτέ δεν θα σε αφήσω όπως έκανε πριν από χρόνια ο αδερφός μου. Με μένα παρέα θα περπατάς για πάντα’. Και κράτησε την υπόσχεσή του…

Το επόμενο πρωί, την βρήκε ο αδερφός της καθισμένη στην μεγάλη πολυθρόνα του σαλονιού της, νεκρή. Η όψη της είχε μία γλυκιά έκφραση, σαν εκείνη που είχε όταν ήταν ερωτευμένη. Κάλεσε ασθενοφόρο. Στο τραπέζι επάνω, ένα φύλλο χαρτί έγραφε το όνομά του. Το πήρε και το διάβασε:

‘Αγαπημένε μου αδερφέ,
Ήρθε η ώρα. Δεν το περίμενα τόσο νωρίς, αλλά βλέπεις ‘άλλα οι άνθρωποι θέλουν, άλλα οι θεοί κελεύουν’. Η καρδιά μου πια δεν με υπακούει. Δεν σου είπα τίποτα για να μην σε στεναχωρήσω. Δεν θέλω να στεναχωριέσαι για τίποτα. Ούτε για μένα. Έτσι ήταν γραφτό να γίνει, έτσι έγινε.
Και κάτι τελευταίο. Ο Χάρος ξέρεις δεν είναι τόσο άσχημος όσο τον περιγράφουν οι άνθρωποι. Υπό μία οπτική γωνία, μοιάζει με τον αδερφό του, τον Έρωτα. Μόνο που ο δεύτερος έχει ένα γράμμα περισσότερο στο όνομά του για να μοιάζει πλουσιότερος.
Φεύγω αδερφέ μου. Δεν έχω άλλο χρόνο. Να προσέχεις τον εαυτό σου.
Σε φιλώ.
Αντίο’

(‘Death and Life’ by Gustav Klimt)