Σαν πόλη τουρκεμένη…

Το σώμα μου λειτουργούσε σαν ηχείο των πιο ανομολόγητων αναστεναγμών σου. Κάθιδρος αναζητούσες κάθε φορά την εκμετάλλευση και την υποταγή του στις πιο μύχιες σκέψεις σου.

Έμπαινες μέσα μου με ορμή χωρίς να λογαριάζεις τον πόνο που ένοιωθα. Στο μυαλό σου υπήρχε μόνο η ηδονή σου. Ως τέτοια μετέφραζες τους πνιχτούς φθόγγους που άρθρωναν οι φωνητικές μου χορδές και έπνιγε, εν τη γενέσει τους, η γλώσσα σου, καθώς έψαχνε να μετρήσει κάθε σπιθαμή της στοματικής μου κοιλότητας.

Ένα κρεσέντο πάθους ανάβλυζε από κάθε πόρο του δέρματός σου. Ενός σώματος παλλόμενου επάνω στην λευκότητα του δικού μου, σημείο αντίστιξης και συμπλήρωσης. Και ‘γώ, ένοιωθα ‘σαν πόλη τουρκεμένη’ από βάρβαρους βόρειους λαούς, διψασμένους για κατάκτηση και ερήμωση.

Και όταν εκκωφαντικά τελείωνες μέσα μου, έπεφτες στο πλάι, ανήμπορος να αρθρώσεις τις προτάσεις εκείνες που θα σε βοηθούσαν να ανακαλύψεις την ζωή που άφησες μέσα μου. Ξεθεωμένος από το δικό σου μένος, άφηνες το χέρι σου να ταξιδεύει επάνω στις κοιλότητες του κορμιού μου, εκείνου του ίδιου κορμιού που διαφέντευες αλαζονικά πριν λίγο.

Και ‘γώ απλά καθόμουν, αναπνέοντας βαριά, προσπαθώντας να αντέξω το βάρος που είχες αφήσει μέσα μου. Έκλεινα τα μάτια και αποκοιμόμουν ξέροντας ότι θα σε βρω εκεί δίπλα όταν ξυπνήσω από την νάρκωση της ηδονής σου…

(το ‘Σαν πόλη τουρκεμένη’ είναι στίχος που περιλαμβάνεται στο τραγούδι ‘Μ’ άφησες σαν πόλη’ που γράφηκε από τον Σαράντη Αλιβιζάτο, μελοποιήθηκε από τον Αντώνη Βαρδή και τραγουδήθηκε μοναδικά από την Χαρούλα Αλεξίου)

(‘Female Nude’ by Frank Tusch)

Advertisements

Ανάσταση…

Σε Σταύρωσαν…

Σε Ενταφίασαν…

Αναστήθηκες…

Εύχομαι σε όλους Χρόνια Πολλά και Καλή Ανάσταση να έχουμε.
Ανάσταση πάνω από όλα σε αυτά που έχουμε ‘θαμμένα’ μέσα μας και δεν έχουμε την δύναμη να τα ‘αναστήσουμε’.
Να έρθουν Χρόνια Καλά δίπλα σε αυτούς που αγαπάμε και μας αγαπούν.

(κατά σειρά, οι τρεις πίνακες είναι οι: ‘The Crucifixion’, ‘The Trinity’ και ‘Ressurection’ όλοι ζωγραφισμένοι από τον Δομίνικο Θεοτοκόπουλο)

Εκεί που ξεκίνησαν όλα…

Εκεί που ξεκίνησαν όλα για το ταξίδι Σου. Μέσα σε Μυστικό Δείπνο, μέσα σε ένα Όρος των Ελεών. Τριγυρισμένος από αυτούς που μπόρεσαν να δουν την θεϊκή Σου υπόσταση μέσα από την Ανθρώπινη όψη σου.

Ένοιωσες άνθρωπος. Με πάθη και ελαττώματα. Όμως, περπάτησες την Οδό του Μαρτυρίου όπως μόνο ένας Θεάνθρωπος θα μπορούσε να κάνει.

Έδωσες υπόσταση στην έννοια της Θυσίας. Έδειξες τον τρόπο, έδειξες την αυταπάρνηση. Με λόγια απλά, μας έμαθες τον τρόπο προς την Αιωνιότητα.

Και γυρνάς κάθε χρόνο τέτοιες μέρες, να μας τον υπενθυμίζεις. Σαν ένα randez-vous αδιάλειπτο, σαν μία υπόσχεση γραμμένη στο μέρος της καρδιάς. Μας κάνεις κοινωνούς στιγμών Θείων. Και μας Ανασταίνεις κάθε φορά, δίνοντας ελπίδα και προοπτική.

Και βρισκόμαστε μαζί σου. Εκεί που ξεκίνησαν όλα για το ταξίδι Σου. Σε ένα Μυστικό Δείπνο μέσα στην καρδιά μας, μέσα σε ένα Όρος των Ελεών της ψυχής μας…

(‘The Sacrament of the Last Supper’ by Salvador Dali)

Θείος εις τον κύβο…

Σε μένα αναφέρομαι. Όχι. Δεν έκλεισα καμία συμφωνία με την Knorr για να γίνω προϊόν της. Και όχι, δεν προσπαθώ να δρέψω καμία δάφνη από τις τόσες πολλές που έχει ο περίφημος Rubik.
Απλά, η αδερφή μου φρόντισε να με καταστήσει θείο για τρίτη φορά. Ναι σας λέω. Σήμερα, στις 14.25 περίπου, έγινα θείος για τρίτη φορά. Ένα τόσο δα πλασματάκι, μόλις 2.580 κιλά αντίκρισε τον κόσμο μας σήμερα το μεσημέρι. Έκλαψε, ανέπνευσε και δήλωσε την παρουσία της με σάρκα και οστά.

Μικρή μου ανιψιά, σε καλωσορίζω στην οικογένεια.
Σου εύχομαι, πάνω από όλα, υγεία.
Σου εύχομαι κάθε ευτυχία.
Σου εύχομαι χρόνια καλά.
Και για το τέλος, σου εύχομαι να αγαπήσεις αυτόν τον κόσμο περισσότερο απ’ ότι θα σε αγαπήσει αυτός. Μόνο έτσι θα μπορέσεις να τον αλλάξεις κάποτε…

(‘Push Ups’ by H. Roberts)

Πέρασαν μήνες…

Πέρασαν μήνες χωρίς να έχω γράψει. Βρισκόμουν σε έναν ύπνο πνευματικό που με έκανε να είμαι άλλος στη ζωή. Είχα συχνά μία αίσθηση μεταφορικής ευτυχίας. Δεν υπήρξα, υπήρξα άλλος, έζησα χωρίς να σκέφτομαι.

Σήμερα, επέστρεψα ξαφνικά σ’ αυτό που είμαι ή σ’ αυτό που με ονειρεύομαι. Συνέβη σε μια στιγμή μεγάλης κούρασης, μετά από μία μέρα σκληρής δουλειάς, χωρίς καμιά ανάπαυλα. Έγειρα το κεφάλι μου στα χέρια μου, με τους αγκώνες στηριγμένους στο παλιό επικλινές τραπέζι μου. και με τα μάτια κλειστά, με ξαναβρήκα…

Φερνάντο Πεσσόα, 16.03.1932
(Το βιβλίο της ανησυχίας)

Είναι από τις φορές που τρομάζω, όταν διαβάζω ένα κείμενο που με αγγίζει τόσο πολύ, που περιγράφει ανάγλυφα στιγμές μου. Είναι από τις φορές που διαβάζεις τη ζωή σου αποτυπωμένη σε ένα φύλλο χαρτιού, που τα γράμματα δεν είναι πια άψυχα στίγματα επάνω σε λευκό φόντο, αλλά ουσίες βγαλμένες από την ζωή σου. Είναι από τις φορές που πιστεύεις ότι σε αυτόν τον κόσμο δεν είσαι μόνος. Και η μοναξιά μοιράζεται σαν καλογινωμένο φρούτο, στα δύο…

(‘La Reproduction Interdite’ by Rene Magritte)

Amsterdam…

Dans le port d`Amsterdam
Y a des marins qui chantent
Les rêves qui les hantent
Au large d`Amsterdam
Dans le port d`Amsterdam
Y a des marins qui dorment
Comme des oriflammes
Le long des berges mornes
Dans le port d`Amsterdam
Y a des marins qui meurent
Pleins de bière et de drames
Aux premières lueurs
Mais dans le port d`Amsterdam
Y a des marins qui naissent
Dans la chaleur épaisse
Des langueurs océanes

Dans le port d`Amsterdam
Y a des marins qui mangent
Sur des nappes trop blanches
Des poissons ruisselants
Ils vous montrent des dents
A croquer la fortune
A décroisser la lune
A bouffer des haubans
Et ça sent la morue
Jusque dans le coeur des frites
Que leurs grosses mains invitent
A revenir en plus
Puis se lèvent en riant
Dans un bruit de tempête
Referment leur braguette
Et sortent en rotant

Dans le port d`Amsterdam
Y a des marins qui dansent
En se frottant la panse
Sur la panse des femmes
Et ils tournent et ils dansent
Comme des soleils crachés
Dans le son déchiré
D`un accordéon rance
Ils se tordent le cou
Pour mieux s`entendre rire
Jusqu`à ce que tout à coup
L`accordéon expire
Alors le geste grave
Alors le regard fier
Ils ramènent leur batave
Jusqu`en pleine lumière

Dans le port d`Amsterdam
Y a des marins qui boivent
Et qui boivent et reboivent
Et qui reboivent encore
Ils boivent à la santé
Des putains d`Amsterdam
De Hambourg ou d`ailleurs
Enfin ils boivent aux dames
Qui leur donnent leur joli corps
Qui leur donnent leur vertu
Pour une pièce en or
Et quand ils ont bien bu
Se plantent le nez au ciel
Se mouchent dans les étoiles
Et ils pissent comme je pleure
Sur les femmes infidèles
Dans le port d`Amsterdam
Dans le port d`Amsterdam.

Music & Lyrics by Jasques Brel

Χαρισμένο σε όσους τα λιμάνια υπήρξαν πάντα ο τόπος αρχής ενός ταξιδιού και όχι ο τόπος κατάληξής του…

Σε είδα…

Σε είδα. Εκεί μέσα. Στο μαύρο Opel Astra. Τα βλέμματά μας διασταυρώθηκαν την ώρα που κοιτούσες τον πλαϊνό καθρέφτη του αυτοκινήτου σου και τακτοποιούσες τα ξανθά σου μαλλιά. Έκανες πως δεν με είδες, αλλά τα χέρια σου κινήθηκαν πιο έντονα όταν οι ματιές μας όρισαν ευθεία στον χώρο. Έβαλες ταχύτητα και πέρασες το φανάρι με περισσή αυτοπεποίθηση. Διερωτήθηκα, όση ώρα περίμενα να ξανανάψει πράσινο, για την δύναμη της ενστικτώδους ματιάς στο είδωλο ενός καθρέπτη. Άναψε πράσινο. Οι σκέψεις διαλύθηκαν.

Και εσένα είδα. Μη νομίζεις. Μέσα στο ασημί Hundai Accent. Που έβαφες με την μαύρη mascara σου τις βλεφαρίδες. Εκεί. Στην διάρκεια δύο πράσινων αναμάτων του φαναριού. Με τον τροχονόμο μπροστά, να αναρωτιέται για την χαμένη του ζωή μέσα στην κίνηση του πρωινού και για την αστοχία του στο ‘Στοίχημα’ του προηγούμενου Σαββατοκύριακου. Οι κινήσεις σου ρομποτικής ακρίβειας. Κάθε μάτι βαμμένο στον ελάχιστο χρόνο. Και το αποτέλεσμα τέλειο. Έμεινα να σε κοιτάω με θαυμασμό.

Εσάς σας άκουσα. Από το ανοικτό παράθυρό μου. Οι φωνές της κυρίας σου διαπερνούσαν τα κλειστά παράθυρα του κόκκινου Suzuki Vitara. Και εσύ αμίλητος. Στωικά να υπομένεις το ξέσπασμά της. Αλήθεια, δεν έχει καταλάβει ότι έχεις κουραστεί να την ακούς να σου κάνει το ίδιο κήρυγμα κάθε πρωί; Αλήθεια, δεν έχει καταλάβει ότι δεν την ακούς πια; Με κοίταξες με απορημένο βλέμμα και γύρισες το χέρι σου στο ραδιόφωνο. Άνοιξες την ένταση του ήχου και έπνιξες τις φωνές της μέσα στους λαρυγγισμούς που άφηνε το ξενόφερτο τραγούδι που ακουγόταν.

Τέλος, εσένα. Ναι, εσένα που αποβιβάστηκες από το γαλάζιο Citroen Xsara. Που αποχαιρέτησες τον καλό σου, έσκυψες το κεφάλι και κατευθύνθηκες για τον Σταθμό του ΜΕΤΡΟ στην Κατεχάκη. Που έβγαλες από την τσάντα σου το κινητό και πληκτρολόγησες ένα αριθμό. Που γέλασες, κοιτώντας γύρω σου, μόλις άκουσες την φωνή από την άλλη πλευρά. Στάθηκες ακίνητη. Για ένα λεπτό, μέχρι να τελειώσεις το τηλέφωνο. Πάλι με γέλιο. Ξέρω. Το σήμα χάνεται καθώς κινείσαι. Το ξέρω καλή μου…

(Διαδρομή Ζωγράφου – Κοκκινοπούλου – Κατεχάκη – Μεσογείων)

(‘Bulls Eye II’ by Anke Schofield)

Πανσέληνος…

portrait-of-marjorie-ferry-by-tamara-de-lempicka.jpgΚανένα χνώτο στον χώρο πέρα από το δικό σου. Άδειο σπίτι από την παρουσία άλλης μυρωδιάς πέρα της δικής σου. Περιφερόμενες αναμνήσεις σε κενούς χώρους που δεν μπορούν να βρουν στασίδι για ανάπαυση.

Στην μέση ενός μικρού σπιτιού που ‘χω νοικιάσει
το γέλιο ενός μωρού παιδιού με έχει αγκαλιάσει.
Τα ζήτησα όλα απ’ τη ζωή μου,
τα πλήρωσα με τη ψυχή μου
να έχει ένα τόπο η καρδιά πριν να γεράσει…

Έριξε στον ώμο της μία εσάρπα. Έφτιαξε ένα καφέ και πήγε κοντά στο παράθυρο. Έξω έβρεχε. Ένα ψιλόβροχο εκνευριστικό. Ίδια αρρώστια κατευθυνόμενη από τον Θεό. Δεν άντεχε να βλέπει στο δρόμο τους ανθρώπους να τρέχουν να προφυλαχθούν από το πιτσίλισμα της βροχής. Αξιολύπητοι πραγματικά. Έστρεψε το βλέμμα της στο εσωτερικό του σπιτιού. Βαρύτερη λύπη, πράγματι.

Έχει πανσέληνο απόψε κι είναι ωραία
είναι αλλιώτικη η σιωπή χωρίς παρέα.
Δεν νοιώθω θλίψη, μα μου ‘χει λείψει
το κοριτσάκι αυτό που αγάπησες τυχαία.
Δεν νιώθω θλίψη, μα μου ‘χει λείψει
το λάγνο ψέμα σου, που τα ‘κανε όλα ωραία.

Κάθισε στην γωνία του τριθέσιου καναπέ σε εμβρυϊκή στάση. Ήθελε να κλάψει και ο μόνος τρόπος για να αντέξει το κλάμα της ήταν να επιστρέψει νοερά στις απαρχές της ζωής της. Εκεί μέσα που όλα ήταν όμορφα, ζεστά και η προστασία δεδομένη. Πήρε στην αγκαλιά της και το μαξιλαράκι εκείνο που είχε κερδίσει στην χριστουγεννιάτικη γιορτή της τάξης της, πριν από κάμποσα χρόνια ομολογουμένως, που το θεωρούσε σαν το μοναδικό της πράγμα που τις έφερνε μνήμες αθώες και ζεστές. Δεν άργησε να νοιώσει το κλάμα της να κυλάει στο πρόσωπό της.

Είναι σκληρό για μια γυναίκα να ‘ναι μόνη
στο λέω τώρα που η αλήθεια δεν θυμώνει.
Όση και να ‘ναι η δύναμή μου,
θέλω έναν άνθρωπο μαζί μου
Η μοναξιά στήνει παγίδες και πληγώνει…

Ο ήχος του ψυγείου της που ξεκινάει την κυκλοφορία του εσωτερικού υγρού του, έσπασε την ησυχία της. Πόσο της έλειψε η εκφορά του ονόματός της από χείλη που είχε φιλήσει με πάθος το προηγούμενο βράδυ. Πόσο της είχαν λείψει δυο μάτια λαμπερά να την κοιτάνε. Άναψε ένα τσιγάρο. Φύσηξε τον καπνό. Τον έβλεπε να ανεβαίνει ελαφρύς προς το ταβάνι. Σκέφτηκε ότι αυτός τουλάχιστον είχε την δύναμη να ανέβει ψηλά και να ξεφύγει. Μειδίασε.

Μα έχει πανσέληνο απόψε κι είναι ωραία
το σπίτι μου έρημο μα κάνουμε παρέα.
Δεν νοιώθω θλίψη, μα μου ‘χει λείψει
το κοριτσάκι αυτό που αγάπησες τυχαία.
Δεν νοιώθω θλίψη, μα μου ‘χει λείψει
το λάγνο ψέμα σου, που τα ‘κανε όλα ωραία.

Άργησε να σηκωθεί να πάει για ύπνο. Το άδειο διπλό κρεβάτι της φαινόταν πολύ μικρό. Σκεπάστηκε με επιπλέον κουβέρτα. Κρύωνε. Στον ύπνο της ήλθε πάλι εκείνος. Και έφυγε πάλι στο ίδιο όνειρο. Πετάχτηκε απότομα. Το κρεβάτι συνέχιζε να είναι απείραχτο στην πλευρά του. Πήρε ένα υπνωτικό χάπι από το συρτάρι δίπλα της. Την βοηθούσε να μην ονειρεύεται…

(Ο τίτλος & οι στίχοι που είναι σκορπισμένοι ανάμεσα στο κείμενο ανήκουν στην Χαρούλα Αλεξίου)

(‘Portrait of Marjorie Ferry’ by Tamara de Lempicka)

Πρωταπριλιά μου…

Θα πω την μεγαλύτερη αλήθεια σήμερα.
Έτσι, γιατί οι εξαιρέσεις επιβεβαιώνουν τον κανόνα.

Και θέλω να με πιστέψεις.
Έτσι, γιατί εμείς δεν είμαστε άνθρωποι των κανόνων.

Και μην σε νοιάζει για τους άλλους.
Εκείνοι μπορούν να ζουν σε ένα συνεχές ψέμα, καλυμμένο με ψήγματα αληθείας.

Να σε νοιάζει μόνο για εμάς.
Εμείς δεν χρειαζόμαστε αληθοφανή ψέματα για να προχωρήσουμε.

Θα σου πω ‘σ’ αγαπώ’.
Και πίστεψέ με, σου λέω την μεγαλύτερη αλήθεια μου…

Υ.γ. 1: Καλό μήνα σε όλες και σε όλους σας. Με το καλό να μας μπει…
Υ.γ. 2: Επιστρέφω δριμύτερος οσονούπω…