Συμφωνία ζωής…

Advertisements

Hangover…

Γύρισε πλευρό στο διπλό της κρεβάτι. Το χέρι της κατευθύνθηκε στο χώρο που εκτείνεται από την μέση του κρεβατιού προς την άλλη άκρη του. Συνηθισμένη από την ερημιά που επικρατούσε τα πρωινά της σε εκείνη την πλευρά, παραξενεύτηκε όταν έπιασε την σάρκα ενός ξένου σώματος δίπλα της. Το χθεσινοβραδινό ξενύχτι και η κατανάλωση λίτρων ποτού δεν της είχαν αφήσει τα περιθώρια εκείνα που θα της επέτρεπαν να είχε νηφάλιο μυαλό το πρωί για να θυμάται το ανδρικό κορμί που πλάγιαζε δίπλα της.

Έμεινε για λίγο να το παρατηρεί, μήπως και θυμηθεί τις στιγμές μαζί του. Το άγνωστο κορμί παρέμενε ακίνητο δίπλα της, παρατημένο μέσα στον κόσμο του ονείρου που έβλεπε στον ύπνο του ο κάτοχός του. Το μυαλό της ξυπνούσε σιγά-σιγά από την προσωρινή αμνησία που χάριζε ο βραδινός ύπνος. Δημήτρη ονόμαζαν τον κάτοχο του αντρικού κορμιού. Έτσι της είχε συστηθεί τουλάχιστον. Η σκηνή της γνωριμίας τους πέρασε κινηματογραφικά από μπροστά της και θυμήθηκε τα δυο γαλάζια του μάτια να τρυπάν τα δικά της καστανά και να κυλάνε στο μυαλό της σαν ιός σε ηλεκτρονικό υπολογιστή και να της μπλοκάρουν κάθε επεξεργασία αντίστασης απέναντί τους.

Το βλέμμα της ακολούθησε την κορυφογραμμή του τριχωτού στέρνου και της καλοσχηματισμένης κοιλιάς, για να φτάσει στο σημείο εκείνο που την ενθουσίαζε περισσότερο σε έναν άντρα: το πέος του. Το είδε ημι-ερεθισμένο να κείται επάνω στο αριστερό του μπούτι. Το μέγεθός του ικανοποιητικό για τις απαιτήσεις της. ‘Καλά πρέπει να πέρασα χθες το βράδυ, αν κρίνουμε από τα δεδόμενα’ μειδίασε προς τον εαυτό της. Το χέρι της τεντώθηκε προς το μέρος του. Πρώτα ο δείκτης του χεριού της ακούμπησε απαλά την ευαίσθητη περιοχή. Το υπόλοιπο σώμα του Δημήτρη κινήθηκε, χωρίς όμως να αλλάξει στάση και κατάσταση.

‘Τώρα θα δεις αν ξυπνάς ή όχι’ ψιθύρισε και η παλάμη της άνοιξε για να δεχθεί το ανδρικό μόριο στην αγκαλιά της. Το χούφτωσε γερά. Με σταδιακά αυξανόμενες παλμικές κινήσεις το έκανε να περάσει από την ημι-διέγερση στην πλήρη διέγερση. Ο Δημήτρης άνοιξε τα βλέφαρά του και την κοίταξε κατάματα.

– Έτσι ξυπνάτε τον άντρα στα μέρη σας;
– Συνήθως. Αν είναι πιο δικός μας άνθρωπος, σκύβουμε και παίρνουμε το πέος του στο στόμα μας.
– Και γιατί δεν το κάνεις και σε μένα;
– Μα, δεν σε γνωρίζω.
– Μα, εχθές το βράδυ …γνωριστήκαμε, έτσι δεν είναι;
– Σαρκικά κούκλε μου. Το κορμί σου γνώρισα. Όχι εσένα.
– Και επιθυμείς να συνεχίσεις την γνωριμία απ’ ότι αισθάνομαι.
– Μέσα είσαι.

Το στόμα αντικατέστησε την παλάμη της. Το ερεθισμένο πέος του Δημήτρη ανεβοκατέβαινε ρυθμικά στην στοματική της κοιλότητα. Τα χείλη της λείαιναν το δέρμα και η γλώσσα ύγραινε την βάλανό του. Μικρές δαγκωματιές στην περιφέρεια του πέους, ανέβαζαν κατακόρυφα την ηδονή και των δυο τους.

Ο Δημήτρης είχε ερεθιστεί για τα καλά και έφτανε η ώρα να τελειώσει. Δεν ήθελε όμως τόσο σύντομα. Της τράβηξε το κεφάλι από το πέος του και την φίλησε στο στόμα. Ένοιωσε την γεύση του στη γλώσσα της. Την ξάπλωσε και της άνοιξε τα μπούτια. Έσκυψε, έβγαλε την γλώσσα, την σκλήρυνε και την κατεύθυνε προς την κλειτορίδα της. Έπαιξε για λίγο μαζί της, κάνοντάς την σκληρή και υγρή. Τη δάγκωσε ελαφρά. Συνέχισε την πορεία της γλώσσας προς τον κόλπο της. Μέρος υγρό και ζουμερό. Μύριζε πολύ όμορφα, αν σκεφτεί κανείς τις συνθήκες που επικρατούσαν. Ρούφηξε τα υγρά της και έσπρωξε την γλώσσα του με δύναμη μέσα στην σχισμή της.

Ένα κύμα ανείπωτης ηδονής ανέβηκε στο λαιμό της και την έπνιξε την ώρα που ο Δημήτρης έχωνε μέσα της την γλώσσα του. ‘Χαρισματικός νέος’ σκέφτηκε και ένα γέλιο ξέφυγε από το λαρύγγι της, παρέα με έναν βογγητό πάθους. Έσφιγγε τα σεντόνια με τα δάχτυλά της και τέντωνε το κορμί της σε κάθε εισχώρηση της γλώσσας του Δημήτρη. Την έγλυφε συνεχώς, μέσα-έξω και γύρω από τον κόλπο της. Δεν άντεχε άλλο. Τον ήθελε μέσα της. ‘Μπες μέσα άντρα μου και σκίσε με’ του φώναξε πιάνοντάς του το κεφάλι και πιέζοντάς το επάνω της.

Και αυτός το ήθελε. Πήρε το μόριό του στα χέρια του, το πέρασε γύρω από την υγρή περιοχή, το χτύπησε κάνα-δυό φορές επάνω στα χείλη του κόλπου και το έχωσε με δύναμη μέσα της. Μέσα – έξω. Με παλμό. Μέσα δυνατά και γρήγορα, έξω αργά και απαλά. Και κάθε φορά κοιτώντας την στα μάτια. Έπεσε επάνω της και πήρε τις ρώγες της στο στόμα του εναλλάξ. Ένα ρούφηγμα στην δεξιά, ένα δάγκωμα στην αριστερή. Την ένοιωθε παραδομένη στην ηδονή που της χάριζε. Κι’ αυτός βέβαια δεν πήγαινε πίσω. Της είπε να γυρίσει, να πέσει στα τέσσερα. Υποταγμένη γύρισε. Χωρίς κουβέντα, χωρίς διαμαρτυρία. ‘Όχι από πίσω’ του φώναξε ξεψυχισμένα. ‘Μη φοβάσαι’ της απάντησε και ξαναμπήκε μέσα στον κόλπο της. Ένοιωθε τα υγρά του να πιέζουν την άκρη του πέους του, να θέλουν να βγουν, να εκραγούν. Με το αριστερό χέρι της έπιασε τα μαλλιά και τα τράβηξε με δύναμη πίσω. Με το δεξί, έπιασε το πέος του, το έβγαλε από τον κόλπο της και τελείωσε επάνω στον κώλο της. ‘Χύνω μωρό μου’ φώναξε ο Δημήτρης, ‘Και ‘γώ χύνω αγόρι μου’ του φώναξε και εκείνη.

Ο Δημήτρης έπεσε επάνω της, από πίσω. Δεν είχαν δύναμη ούτε να αλλάξουν θέση. Ανέπνεαν αργά, βαθιά, αποκαμωμένα. Τους πήρε ο ύπνος με την πεποίθηση και των δύο ότι το επόμενο ξύπνημα θα τους βρει να είναι πια γνωστοί μεταξύ τους…

(‘Yearning’ by Alain Dumas)

Μια Κυριακή…

Σε βλέπω να γυρνάς μέσα στο σπίτι σαν χαμένη. Καμουφλάρεις την απόγνωσή σου με την πραγματοποίηση καθημερινών ανούσιων οικιακών εργασιών. ‘Πρέπει να καθαρίσουμε για να μην μας καταπιεί η σκόνη’ η μόνιμη επωδός σε κάθε σου κίνηση. ‘Πρέπει να κινούμαστε για να μην σκεφτόμαστε’ συμπεραίνω και σε κοιτάω να περιστρέφεσαι στον χώρο σαν χορεύτρια επάνω στους πάγους. Με κινήσεις πλαστικές, με κινήσεις γρήγορες και ακριβείς.

Υπόκρουση μόνο ξένη μουσική. Φοβάσαι να ακούσεις στίχους που τους καταλαβαίνεις αμέσως και μπορεί να σου φέρουν στο μυαλό θύμισες παλιές και πονεμένες. Που και που ο ρυθμός των τραγουδιών σε συνεπαίρνει και το στροβίλισμά σου γίνεται πιο γρήγορο και ρυθμικό. Δεν με αφήνεις να αλλάξω σταθμό ραδιοφώνου. Ξαναγυρνώ στο διάβασμα των κυριακάτικων εφημερίδων.

Κάθεσαι στον υπολογιστή. Ανοίγεις σελίδες γνωστές. Ψάχνεις στα ‘Αγαπημένα’ σου. Αναρωτιέμαι αν βρίσκομαι εκεί μέσα. Δεν σε ρωτάω φυσικά. Προτιμώ να κρατήσω την απατηλή ελπίδα της ύπαρξής μου εκεί μέσα από την τυχόν αρνητική απάντηση, η οποία όμως εμπεριέχει την βεβαιότητα που αναζητώ σε όλη μου την ζωή.

Που και που, με την άκρη του ματιού μου σε βλέπω να ταξιδεύεις το βλέμμα σου μέσα στον χώρο. Προσπαθείς να τον αποκωδικοποιήσεις. Προσπαθείς να τον ανιχνεύσεις. Να του δώσεις στίγμα και προσωπικότητα. Το δικό σου στίγμα, την δική σου προσωπικότητα. Στην πορεία του βλέμματός σου, εμπόδιο και καταφύγιο μαζί, υπάρχει η δική μου φιγούρα. Γνώριμη και ξένη συνάμα, σαν εκείνες τις φωτογραφίες των παιδικών μας αναγνωστικών που αποτυπώθηκαν ανεξίτηλα στο DNA μας αλλά ποτέ δεν τις ζήσαμε.

Μου γελάς. Ξαναφεύγεις γρήγορα, προτού προλάβω να σηκώσω τα μάτια μου από το φύλλο της εφημερίδας που έχω μπροστά μου, κοιτάξω τα δικά σου και σου ομολογήσω ότι ‘σ’ αγαπώ’. Ένα ακόμη βλέμμα μου χτυπάει την πλάτη σου και ένα ακόμη ‘σ’ αγαπώ’ μου χαϊδεύει την πίσω κοιλότητα των αυτιών σου και αντί ο ήχος του να κατευθυνθεί στο μυαλό σου, διαχέεται στο δωμάτιο.

Πληκτρολογείς γρήγορα. Η σκέψη σου προσηλωμένη στην ακολουθία των γραμμάτων, των στίξεων των λέξεων και των αντιστίξεων των συνειρμών. Διαβάζεις κείμενα, σχολιάζεις σε διάλογο με τον εαυτό σου, δίνεις συγχαρητήρια σιωπηρά στον γράφοντα τα κείμενα. Σε συνεπαίρνει η διαδικασία. Ξεχνιέσαι. Αφήνεσαι ανάμεσα σε λέξεις και νοήματα.

Εικόνες και video αποτυπώνονται στην οθόνη. Γρήγορα. Ανακατεμένα. Προλαβαίνεις να μαζέψεις μόνο εκείνες που σου αφήνουν ένα άλλο αισθητικό αποτέλεσμα. Διαμαρτύρεσαι για εκείνες που διαταράσσουν την αισθητική σου.

Έτσι περνάει η ώρα. Έτσι περνάει η μέρα. Όσο το δυνατόν πιο ανέγγιχτα. Όσο το δυνατόν πιο επιδερμικά.

Και ‘γώ σε παρακολουθώ. Από απόσταση, αν και τόσο κοντά. Σε περιμένω. Στο λέω συνέχεια. Περιμένω την παρουσία σου. Να την τοποθετήσω δίπλα στην δική μου. Να την κάνω σύνολο. Να την κάνω ένα…

(‘On their Way’ by Denis Jully)

ID-ογράφως…

Έγραψα κείμενο ‘κλεμμένο’ από τον Γιώργο Σκούρτη από την συλλογή με σκέψεις του με τίτλο ‘Νύχταθλο – όσα γράφτηκαν στις μπάρες’. Συγγραφέας αγαπημένος και ιδιαίτερος.
Το scan-άρησα και το post-αρα, όπως προστάζει το εγχείρημα.
Στην διαδικασία με έβαλε η κοπελιά από εδώ. Την ευχαριστώ πολύ.
Προσκαλώ όλους εσάς που δεν έχετε αποτυπώσει την ιδιαίτερη προσωπική σας ‘υπογραφή’ να συμμετάσχετε στην εν λόγω προσπάθεια. Πρόσκληση – πρόκληση για κάθε έναν από εσάς τολμηρό…

Το αρχείο με τις ‘προσωπικές’ υπογραφές του καθενός συμμετάσχοντα βρίσκεται εδώ: http://autographcollectors.blogspot.com.
Α! Και μην ξεχάσετε να τους ειδοποιήσετε. Εντάξει;;;

Χρόνια πολλά μητέρα…

Πέρυσι, τέτοια μέρα, έγραψα ένα κείμενο με τίτλο «’Εν δυνάμει’ μητέρα». Είχα σκοπό να γράψω και φέτος ένα κείμενο για την γιορτή της μητέρας. Διαβάζοντάς το όμως σήμερα το πρωί, αποφάσισα ότι τα φετινά μου λόγια δεν μπορεί να είναι καλύτερα από εκείνα που πέρυσι αποτύπωσα στο χαρτί. Γι’ αυτό λοιπόν σας το παραδίδω ξανά. Εκείνο το κείμενο. Εκείνες τις εικόνες. Εκείνα τα αισθήματα. Δικό σας.

Πνίγομαι κάθε τέτοια Κυριακή…
Τις ατελείωτες ώρες της μοναξιάς μου…
Ξυπνάω σε ένα σπίτι άδειο από εσένα…
Άδειο από την μυρωδιά σου, από τον όγκο σου, από την αίσθηση της ύπαρξής σου…
Σηκώνομαι νωχελικά…
Νωχελικά πηγαίνω να πλυθώ, νωχελικά φτιάχνω καφέ…
Τον φτιάχνω ελαφρύ, για να συνεχίσω να κοιμίζω τα αντανακλαστικά μου και να μην καταλαβαίνουν την απουσία σου…
Κάθομαι στο παράθυρο, όρθια…
Βλέπω τον δρόμο και περιμένω να σε δω…
Μάταια…
Μία ακόμη Κυριακή που δεν έχεις έρθεις…
Το ξέρω, το αντιλαμβάνομαι, δεν θέλω να το δεχτώ…
Κοιτάω έξω, κοιτάω μέσα…
Η ίδια άδεια αίσθηση, η ίδια άδεια πραγματικότητα…
Κάποτε ίσως μου πεις, ότι βιώνω τα πράγματα σε υπερθετικό βαθμό…
Δεν θα είχες άδικο…
Βίωνα και βιώνω έτσι τη ζωή μου…
Με αισθήματα υπέρμετρα, με αισθήσεις σε εγρήγορση…
Και γι’ αυτό δεν δέχομαι την μη παρουσία σου…
Και γι’ αυτό δεν αντέχω την μοναξιά μου…
Σε περιμένω καιρό τώρα…
Μου το είχες υποσχεθεί…
Το θυμάσαι;;;
Ότι θα έρθεις, ότι θα σε ζήσω, ότι θα σε αγκαλιάσω, ότι θα σε φιλήσω, ότι θα είσαι εδώ, δίπλα μου, κοντά μου…
Να ανασαίνω την ανάσα σου και να ακούω τον χτύπο της καρδιάς σου…
Πίστεψα στα λόγια σου…
Πίστεψα στις υποσχέσεις σου…
Δεν πιστεύω να δείλιασες;;;
Ποτέ δεν σου άφησα περιθώρια να δειλιάσεις…
Πάντα πρότασσα τα στήθη μου για να νοιώσεις καλά και να έρθεις…
Όμως φοβάσαι…
Σου έλεγα ‘εγώ είμαι εδώ’, όμως δεν θέλεις να το πιστέψεις…
Άκου με, σε παρακαλώ…
Θα στο ξαναπώ…
‘Εγώ είμαι εδώ’, τ’ ακούς;;;
Το βλέμμα μου, χτυπάει τον τοίχο και επιστρέφει πονεμένο…
Η ανάσα μου, ακουμπάει στο στήθος μου και δεν θέλει να βγει…
Και όλα αυτά, για σένα…
Εσύ το βλέμμα μου, εσύ και η ανάσα μου…
Ξέρεις, πήγα και σου ψώνισα…
Ναι, πάλι από εκείνο το μαγαζί που είναι κοντά στο σπίτι μου…
Οι κοπέλες που δουλεύουν εκεί, έχουν γίνει φίλες μου…
Τους κάνει εντύπωση που το μέγεθός σου δεν έχει αλλάξει τόσα χρόνια…
‘Παραξενιές της φύσης’ τους λέω και γελάμε…
Και κλαίω…
Πόσο κλαίω να ‘ξερες…
Κάθε βράδυ…
Και στον ύπνο μου…
Κλαίω τόσο, που έχω στερέψει από δάκρυα…
Πια, κλαίω βουβά…
Υπόκωφα…
Μισό κλάμα…
Μόνο ήχος, χωρίς θέαμα…
Αθέατο κλάμα…
Χμ…
Γελάω με την κατάντια μου, αλλά έτσι είναι…
Περνάει η ώρα και δεν έχεις φανεί…
Προφανώς, δεν θα έρθεις και σήμερα…
Εγώ όμως, θα σε περιμένω…
Να το ξέρεις…
Δεν θα πάψω να σε περιμένω…
Με την ίδια λαχτάρα…
Με τον ίδιο καημό…
Με την ίδια προσμονή…
Να σε πάρω στην αγκαλιά μου, να σε κρατήσω σφικτά…
Να σου χαϊδέψω το κεφάλι και να σου μυρίσω το στήθος…
Να σε ταΐσω από το γάλα μου και να σε κοιμίσω με την φωνή μου…
Θα σε περιμένω άγγελέ μου…
Όποτε κι’ αν έρθεις…
Εδώ θα είμαι…
Όσα χρόνια κι’ αν περάσουν…
Θα αντέξω…
Θα γίνω η καλύτερη μανούλα του κόσμου…
Για σένα αγγελούδι μου…
Για σένα σπλάχνο μου…

Χρόνια πολλά μητέρα μου. Χρόνια πολλά σε όλες τις μητέρες του κόσμου. Να είστε καλά. Να είστε γερές. Και να μας αγαπάτε με τον ίδιο τρόπο που κάνετε όλα αυτά τα χρόνια…

(‘Mother and Child’ by Laura Monahan)

Ένα ταξίδι στην καρδιά & ένα φιλί στα χείλη…

Το γνωστό ψητοπωλείο ήταν εκεί πάνω από εκατό χρόνια. Αυτή, το ήξερε τα τελευταία είκοσι. Το έμαθε, αρχικά, από τους πελάτες της και τις ανάσες τους που μύριζαν κρεμμύδι, σκόρδο και μπαχαρικά. Μετά, πελάτης και η ίδια, το γνώρισε και από μέσα. Στέκι απλό, χωρίς ιδιαίτερες ‘φιοριτούρες’ και ‘δήθεν’ διακόσμηση. Πουλούσε λαϊκό αίσθημα χωρίς περιτύλιγμα και αυτό της άρεσε.

Από πάντα, ήταν χώρος συνάντησης ‘καλοφαγάδων’, πολιτικών, καλλιτεχνών και κάθε λογής επωνύμων. Το αποδείκνυαν οι πάμπολλες φωτογραφίες του τωρινού ιδιοκτήτη με κάθε έναν από αυτούς. Οι φωτογραφίες αυτές ήταν τα διαπιστευτήρια του ‘φαγάδικου’ στα πολιτικά και πολιτιστικά σαλόνια αυτού του τόπου. Ο ιδιοκτήτης υπερήφανος και χαμογελαστός στις φωτογραφίες, εξαργύρωνε το δωρεάν φαγητό που παρείχε στους επωνύμους, με μία στιγμή δημοσιότητας. Αυτός βέβαια, σε αντίθεση με τα λεγόμενα του Andy Warhol, είχε πολλά δεκαπεντάλεπτα δημοσιότητας.

Τέτοιες σκέψεις έκανε, κάθε φορά που έμπαινε εκεί μέσα. Και ήταν πολύ συχνά. Σχεδόν, μία φορά κάθε δεκαπέντε μέρες.

Σάββατο μεσημέρι, κοντά στις γιορτές των Χριστουγέννων. Ο κόσμος πολύς, κατέκλυζε τους δρόμους και τα μαγαζιά της πολύβουης πρωτεύουσας. Έτσι και αυτή, μιας και δεν είχε ιδιαίτερες υποχρεώσεις, ξεχύθηκε στους δρόμους. Η δουλειά της είχε μειωθεί με τα χρόνια. Κάτι ο φόβος της αρρώστιας, κάτι η ηλικία της. Είχε περάσει τα πρώτα ‘–ήντα’ και οι μεταμορφώσεις στο πρόσωπο και στο σώμα της, ήταν, υπέρ του δέοντος, εμφανείς. Όσο κι’ αν προσπαθούσε να παραμείνει ‘φρέσκια’ και σφριγηλή, ο χρόνος που περνούσε πάνω στο κορμί της, είχε άλλη άποψη.

Είχε βγει βόλτα από το πρωί, να χαρεί την κίνηση και τη ζωή που προσφερόταν αφειδώς στους δρόμους. Ο δρόμος της την έφερε στο γνωστό ψητοπωλείο. Της φάνηκε, ότι ο κόσμος μέσα στο μαγαζί ήταν περισσότερος από αυτόν εκτός. Σκέφτηκε ότι δύσκολα θα έβρισκε τραπέζι. Μπήκε μέσα στο μαγαζί και κοίταξε τριγύρω να βρει έναν άδειο χώρο να καθίσει. Εκ πρώτης όψεως, αυτό φαινόταν ανέφικτο. Προχώρησε παραμέσα. Το βλέμμα της έπεσε επάνω σε ένα ζευγάρι που ετοιμαζόταν να πληρώσει. Σαν το αγρίμι που οσμίζεται την λεία του και ορμάει σ’ αυτή, προχώρησε με αποφασιστικότητα προς το μέρος του ζευγαριού. Στη θετική απάντηση του ζευγαριού ότι είχαν τελειώσει και ότι περίμεναν να πληρώσουν για να φύγουν, κάθισε όρθια από επάνω τους μέχρι να πραγματοποιηθεί η συναλλαγή και να σηκωθούν.

Όση ώρα περίμενε, έριχνε κλεφτές ματιές στο ζευγάρι. Δεν έπρεπε να ήταν πάνω από 35 ετών το αγόρι και 30 ετών το κορίτσι. Τρυφερές ματιές, ερωτικά αγγίγματα, γέλια στα μάτια και στα χείλια. ‘Έρωτας είναι η αιτία’ σκέφτηκε και ένα χαμόγελο ξαπόστασε στα χείλη της. Κάποτε την ενοχλούσε να βλέπει ερωτευμένους ανθρώπους. Η εύπλαστη ευτυχία την ενοχλούσε. Με τα χρόνια την συνήθισε. Τώρα, απλά την προσπερνάει ή την χαζεύει.

Το ζευγάρι έφυγε αγκαλιασμένο και εκείνη κάθισε στο τραπέζι. Παρήγγειλε, έφαγε και έβγαλε να κάνει ένα τσιγάρο πριν πληρώσει τον λογαριασμό και φύγει. Κοίταξε τον χώρο. Κόσμος καθιστός, όρθιος, στατικός, άστατος. Ρούφηξε την τελευταία ρουφηξιά από το τσιγάρο και έβγαλε το πορτοφόλι της να πληρώσει. Φώναξε έναν σερβιτόρο και του έδωσε τα χρήματα. Δεν κάθισε να περιμένει τα ρέστα. Μέρες που ήταν, πάντα άφηνε γενναιόδωρο φιλοδώρημα. Σηκώθηκε να φύγει. Βγήκε στον δρόμο και ανακατεύτηκε με τον κόσμο. Κατευθύνθηκε προς το σπίτι της. Δεν είχε όρεξη για περισσότερη βαβούρα. Ήθελε να πάει να ξαπλώσει, να ηρεμήσει λίγο. Εξάλλου, το βράδυ είχε δουλειά.

Έφτασε σχετικά γρήγορα σπίτι. Ξεντύθηκε και έμεινε γυμνή. Της άρεσε να μένει γυμνή μέσα στο σπίτι. Να χαίρεται την γύμνια της όταν ήταν μόνη. Κοιτάχτηκε στον καθρέπτη. Μπορεί το σώμα της να είχε ‘σπάσει’, αλλά πάντα έμενε ένα σώμα θελκτικό. Το χάιδεψε από πάνω μέχρι κάτω. Ερεθίστηκε. Έτσι ερεθισμένη ξάπλωσε.

Δεν πρέπει να είχε περάσει πάνω από μισή ώρα και το κουδούνι του σπιτιού της ήχησε, σπάζοντας σε κομμάτια την ηρεμία της μεσημεριανής ανάπαυσης. Με έκδηλη την απορία για το ποιος ήταν, σηκώθηκε και ρίχνοντας μία διαφανή ρόμπα επάνω της, πήγε να ανοίξει. Κοιτώντας από το ματάκι, αναγνώρισε τον σερβιτόρο που την εξυπηρέτησε πριν από ώρα στο ψητοπωλείο. Του άνοιξε παραξενεμένη.

– Συμβαίνει κάτι νεαρέ μου;
– Όχι κυρία. Δεν συμβαίνει κάτι. Ή μάλλον συμβαίνει αλλά δεν συμβαίνει.
– Ήρθες εδώ για να με τρελάνεις παιδί μου; Τι χαζομάρες λες;
– Θα σας εξηγήσω κυρία. Να, όταν γύρισα να σας δώσω τα ρέστα, βρήκα αυτό (πρότεινε τα χέρια του δείχνοντάς της ένα κόκκινο φουλάρι) κάτω από την καρέκλα που καθόσασταν. Θα πρέπει να σας έπεσε. Βγήκα στον δρόμο να σας προλάβω, αλλά είχατε φύγει. Και αποφάσισα να σας το φέρω μέχρι εδώ. Μπορεί να το χρειαζόσασταν και να μην ξέρατε που το είχατε χάσει.
– Δεν πάμε καλά μου φαίνεται. Αυτό είναι το φουλάρι μου. Απορώ. Πίστεψα ότι το είχα βάλει μέσα στην τσέπη μου και αυτό πρέπει να έπεσε. Σ’ ευχαριστώ που μου το έφερες μέχρι εδώ. Αλλά, αλήθεια, πως ήξερες που να με βρεις; Με πήρες από πίσω;
– Όχι κυρία. Δεν σας πήρα από πίσω. Σας ξέρω εδώ και καιρό. Κάποιες φορές, στο παρελθόν, έχουμε ανταλλάξει ρόλους. Εσείς ‘πουλήσατε’ και ‘γώ ‘αγόρασα’. Δεν με θυμάστε βλέπω.
– Τώρα που το λες, κάτι μου θυμίζεις.
– Αλήθεια;
– Ναι. Θα περάσεις μέσα να σε φιλέψω κάτι; Τόσο κόπο έκανες.
– Ευχαριστώ κυρία. Δεν θέλω τίποτα. Μου φτάνει που σας μίλησα. Για να πω την αλήθεια, χάρηκα πολύ που ξεχάσατε το φουλάρι σας. Όλη την ώρα στο μαγαζί σας κοιτούσα, αλλά δεν μπόρεσα να έρθω να σας μιλήσω. Να λοιπόν που βρέθηκε η ευκαιρία.
– Μάλιστα. Όντως, βρέθηκε η ευκαιρία.
– Τώρα να φύγω. Να μην σας κρατάω. Πρέπει να σας ξύπνησα.
– Θέλεις να έρθεις να ξαπλώσουμε μαζί; Έχω καιρό να ‘εξυπηρετήσω’ έναν ‘πελάτη’ σαν εσένα. Ένα νεαρό παλικάρι.
– Και ‘γώ κυρία, έχω καιρό να πάω ‘πελάτης’ σε ένα τόσο αξέχαστο ‘μαγαζί’ όπως το δικό σας.
– Μη στέκεσαι λοιπόν στην πόρτα. Έλα μέσα.

Χωρίς δεύτερη κουβέντα πέρασε μέσα και πιο μέσα και πιο μέσα. Ώσπου μπήκε μέσα της με φόρα μικρού παιδιού που τρέχει να χαρεί το παιχνίδι του στην αλάνα της γειτονιάς, παρέα με άλλα παιδάκια.

Tης έκανε έρωτα. Του έκανε έρωτα. Ώρα πολύ. Ξεψυχισμένοι έπεσαν δίπλα-δίπλα. Έβαλε το χέρι της επάνω στο στέρνο του και το ταξίδεψε γύρω από την περιοχή της καρδιά του. Χτυπούσε τρελά. Αναρωτήθηκε πόσες αντρικές καρδιές είχε ακούσει να χτυπάνε αποκαμωμένες από την ερωτική πράξη του κατόχου τους μαζί της. Και ούτε μία από αυτές δεν χτύπησε ερωτικά για εκείνη. Εκείνη ήταν πάντα το ‘αντικείμενο του πόθου’ και όχι ‘η γυναίκα για το σπίτι’. Πόσο την ενοχλούσε αυτός ο διαχωρισμός. Λες και υπήρξε ποτέ κάποιος που είχε μπει στον κόπο να εξακριβώσει την ευστάθεια του διαχωρισμού.

Αυτή όμως η καρδιά χτυπούσε διαφορετικά. Το ήξερε, το ένοιωθε. Άσχετα αν δεν της το έλεγε ο κάτοχός της. Αυτή, το ένοιωθε σε κάθε χτυποκάρδι. Το έβλεπε σε κάθε παιχνιδιάρικο βλέμμα που της έριχνε, καθώς ανατρίχιαζε το δέρμα του κάτω από το ταξιδιάρικο χέρι της. Απολάμβανε κάθε στιγμή μαζί του. Κάτι που είχε να κάνει καιρό με κάποιον άντρα, ίσως και ποτέ.

Η απόλαυση τελείωσε απότομα, όταν ο νεαρός αποφάσισε ότι έπρεπε να φύγει.

– Φεύγω.
– Κιόλας αγόρι μου;
– Δεν θέλω, αλλά πρέπει να γυρίσω στο μαγαζί. Πήρα άδεια για λίγη ώρα.
– Καλά. Αν είναι για την δουλειά να φύγεις. Θα ξανάρθεις;
– Θέλετε; Θέλεις;
– Για να στο λέω, πάει να πει ότι το θέλω. Και το θέλω πολύ.
– Θα ξανάρθω.
– Θα σε περιμένω.

Ο νεαρός ντύθηκε γρήγορα. Της πρότεινε να της δώσει χρήματα. Δεν τα δέχτηκε. Δώρο. Όχι για κείνον, αν και έπρεπε για την ταλαιπωρία που τράβηξε για χάρη της. Μα για την ίδια. Για εκείνο το ταξίδι του χεριού της επάνω στην καρδιά του. Ζήτησε να μάθει το όνομά του. Δημήτρη τον έλεγαν, Τάκη τον φώναζαν. Εκείνη θα τον φώναζε Δημήτρη. Όπως τον βάφτισε ο νονός του, όπως το αποφάσισε η μάνα που τον γέννησε.

Του άνοιξε την πόρτα να φύγει. Ένα φιλί στα χείλη της άφησε παρακαταθήκη. Σκέφτηκε, καθώς τον έβλεπε να ξεμακραίνει, ότι το υπόλοιπο βράδυ θα περάσει γρήγορα. Είχε να θυμάται ένα ταξίδι στην καρδιά και ένα φιλί στα χείλη…

(‘Figures Harmony in Brown’ by Shane Wilson)

Πρωινό…

Ξύπνησε και έτρεξε αμέσως να ανοίξει τον υπολογιστή. Σε λίγη ώρα θα ήξερε τα πάντα. Δεν άργησε να συνδεθεί στο internet και στα mail του. Ήταν εκεί, πρώτο – πρώτο στην λίστα με τα ‘Εισερχόμενα’. Το άνοιξε και έκατσε να το διαβάσει.

‘Αγόρι μου,

Έχει πάει τρεις η ώρα και ακόμη δεν έχω καταφέρει να κοιμηθώ. Σε σκέφτομαι συνέχεια. Μου λείπεις. Όμως, δεν μπορώ να κάνω κάτι άλλο. Σου είχα υποσχεθεί ‘κάτι’. Αυτό το ‘κάτι’ το έχεις μπροστά στα μάτια σου και το διαβάζεις. Δεν περιμένω κάποια απάντηση άμεση. Αυτό που θέλω είναι να καταλάβεις τις έννοιες και τα συναισθήματά μου πίσω από τις λέξεις μου.

Αποφάσισα να σου γράψω αυτό το γράμμα, γιατί αποδείχτηκε ότι δεν μπορείς να ακούσεις πια τα λόγια μου, αν τα άκουσες ποτέ. Αποφάσισα να γράψω αυτό το γράμμα, γιατί κουράστηκα να επαναλαμβάνω τα ίδια και τα ίδια πράγματα τόσες φορές. Αποφάσισα να γράψω αυτό το γράμμα, γιατί πονάω να σκοτώνω την αγάπη μας κάθε φορά που μπαίνω στη διαδικασία να σου μιλήσω για τους λόγους που χωρίσαμε.

Θέλω να ξέρεις, ότι αυτό το γράμμα θα αποτελέσει την τελευταία προσπάθειά μου να συνειδητοποιήσεις τι μας συμβαίνει, έτσι όπως το βλέπω εγώ, και φτάσαμε σ’ αυτό το σημείο. Δεν ξέρω το αποτέλεσμα αυτού του εγχειρήματος, αλλά δεν μου έχεις αφήσει περιθώρια για τίποτε άλλο.

Κάθομαι και σκέφτομαι αυτά τα οποία έχουμε περάσει μαζί και τελικά συνειδητοποιώ ότι δεν περίμενα ποτέ εμείς οι δύο να καταλήξουμε έτσι. Καταφέραμε να οδηγήσουμε, ο καθένας από την πλευρά μας, την σχέση μας σε αδιέξοδο. Ένα αδιέξοδο που κοστίζει και στους δύο μας, άσχετα αν πιστεύεις ότι εγώ πονάω περισσότερο, ως γυναίκα. Και οι δύο πονάμε. Και οι δύο σπαράζουμε.

Άντρα μου μοναδικέ, πιστεύω να ξέρεις πόσο πολύ σ’ αγαπάω. Πιστεύω να ξέρεις τον πόνο που νοιώθω τώρα που είσαι μακριά μου. Όμως, έχεις διερωτηθεί γιατί να είμαστε αναγκασμένοι να περνάμε αυτή την κατάσταση; Έχεις διερωτηθεί γιατί να είμαστε αναγκασμένοι να είμαστε χώρια; Έχεις διερωτηθεί που φταίξαμε;

Από τις συζητήσεις που κάνουμε, δεν μου δείχνεις κάτι τέτοιο. Με τρομάζει το γεγονός ότι δεν έχεις κάτσει να δεις τι έχει φταίξει στη σχέση μας, στον τρόπο συμπεριφοράς του ενός προς τον άλλο, στη ζωή μας την ίδια.

Θέλεις να είναι ο συνεχής αγώνας για επιβίωση, θέλεις να είναι η ρουτίνα που, αναπόφευκτα, υπήρξε ανάμεσά μας, θέλεις να είναι η έλλειψη ερωτικού ενδιαφέροντος μεταξύ μας; Δεν ξέρω. Όμως, εγώ το ψάχνω. Εσύ, έχεις επαναπαυτεί στα δικά μου λόγια και στις δικές μου αιτιολογήσεις και δεν έχεις κάνει καμία κίνηση, καμία σκέψη προς αυτή την κατεύθυνση.

Μου έλεγες, και συνεχίζεις να μου λες, ότι με αγαπάς. Ότι δεν αντέχεις μακριά μου, ότι όλα θα αλλάξουν, ότι όλα θα πάνε καλά, αρκεί να είμαστε μαζί. Και σε ρωτάω: πως μπορούμε να είμαστε ξανά μαζί, όταν εσύ δεν έχεις κάνει καμία προσπάθεια να μου αποδείξεις ότι μπορώ να βασιστώ επάνω σου, ότι η ζωή μας δεν θα είναι ίδια όπως πριν. Δεν ζητάω θεαματικές αλλαγές. Ζητάω απλά κατανόηση και συμμετοχή στην κοινή μας ζωή. Ζητάω, απλά, να είσαι εκεί. Και για μένα και για σένα. Δεν αντέχω να σε βλέπω να ζεις απλά για να αναπνέεις. Δεν αντέχω να σε βλέπω να είσαι εκεί ‘ωσεί παρόν’. Δεν το αντέχω. Σ’ αγαπάω πολύ για να σε βλέπω έτσι.

Μέχρι τώρα, πάλευα και για τους δυο μας. Κουράστηκα. Δεν λέω, το έκανα από αγάπη για σένα, για τη ζωή μας, για την οικογένειά μας. Όμως, δεν αντέχω άλλο. Δεν αντέχω. Στο φώναζα καιρό. Στο φώναζα. Σε παρακαλούσα να με βοηθήσεις. Σε παρακαλούσα να μου δώσεις το χέρι σου. Όμως εσύ, στον κόσμο σου. Όμως εσύ, στην βόλεψή σου. Πίστευες, ότι επειδή δεν μιλούσαμε, όλα ήταν καλά. Όλα ήταν ήρεμα και γαλήνια. Είχες ξεχάσει, προφανώς, ότι η ηρεμία πριν την καταιγίδα έτσι είναι. Και δεν έκανες τίποτα να αποτρέψεις αυτήν την καταιγίδα.

Αγόρι μου, κάνω μία απέλπιδα προσπάθεια να σε ‘ξυπνήσω’, να σε αφυπνίσω. Μου λείπεις, αλλά αυτό δεν πάει να πει ότι θα είμαστε ξανά μαζί άνευ όρων. Δεν πάει να πει ότι θα ξεχάσω ότι έχει συμβεί και θα ζήσουμε πάλι μαζί. Κάνε κάτι. Μίλα μου. Σκέψου. Νοιώσε τα λάθη μας. Βρες τα και σβήσε τα. Μπορείς. Το ξέρω. Σε εκλιπαρώ. Σε παρακαλώ. Μην μας πετάξεις έτσι. Μην μας διαλύσεις έτσι. Και κάνε το σύντομα, γρήγορα. Δεν θέλω να ζήσω τους στίχους του Αλκαίου: ‘είναι που κάποτε θα ‘ρθεις κι’ αγάπη θα ‘χει φύγει’. Δεν θέλω. Μη με πετάς. Σε παρακαλώ. Μη με πετάς.

Αγόρι μου, δεν αντέχω να σου γράψω άλλο. Ελπίζω και εύχομαι να κατάλαβες. Εύχομαι να ‘δεις’ και να ενεργήσεις. Είμαι εδώ. Μην αργήσεις.Το κορίτσι σου’

Έμεινε να κοιτάζει την οθόνη του υπολογιστή αποσβολωμένος. Δεν περίμενε κάτι τέτοιο. Δεν τον είχε προϊδεάσει για κάτι τέτοιο. Πήρε να ξαναδιαβάσει το κείμενο. Περνούσαν οι λέξεις μπροστά του και τις ένοιωθε σαν χτυπήματα σφυριού στο κεφάλι του. Έκλεισε τα μάτια και έγειρε πίσω στην καρέκλα. Θα μπορούσε να κλάψει για να εκτονώσει την πίεση που ένοιωθε, αλλά ένας άντρας ποτέ δεν κλαίει. Σηκώθηκε και πήγε στην τουαλέτα να ρίξει λίγο νερό στο πρόσωπό του. Έφτιαξε καφέ και έκατσε στην πολυθρόνα να κάνει και ένα τσιγάρο. Έμεινε να σκέφτεται το γράμμα που διάβασε. Τράβηξε μια ρουφηξιά και ήπιε μια γουλιά καφέ. Έπρεπε να κάνει κάτι.

-.-.-

Ξαναδιάβασε το γράμμα πριν το στείλει. Ήξερε ότι περίμενε ‘κάτι’ από αυτή. Σίγουρα θα τον αιφνιδίαζε αυτό το ‘κάτι’, αλλά μόνο με ένα ξάφνιασμα μπορεί να τον έκανε να λειτουργήσει ξανά. Της θύμιζε μηχανή που έπρεπε να της ρίξεις το κατάλληλο λιπαντικό για να λειτουργήσει σωστά και σύμφωνα με τις δυνατότητές της. Πίστευε ότι αυτό το γράμμα θα δουλέψει σαν το καλό λιπαντικό για την καρδιά και το μυαλό του. Έτσι πίστευε ή τουλάχιστον, έτσι ήθελε να πιστεύει. Πάτησε το ‘Αποστολή’ και αφού σιγουρεύτηκε ότι το mail στάλθηκε σωστά, έκλεισε την σύνδεση με το internet και τον η/υ. Πήγε για ύπνο με την ελπίδα ότι η επόμενη μέρα θα ήταν διαφορετική.

-.-.-

Την αγαπούσε και δεν καταλάβαινε γιατί πίστευε εκείνη ότι αυτός δεν κάνει κάτι για την σχέση τους. Πίστευε ότι η αγάπη του αρκούσε για να είναι για πάντα μαζί. Ήταν δίπλα της και στα καλά και στα άσχημα. Τι ζητούσε τώρα; Είχε προσπαθήσει να την καταλάβει, να καταλάβει τους λόγους, αλλά έφτανε πάντα στο ίδιο αποτέλεσμα: ‘τρώγεται με τα ρούχα της’. Αυτό πίστευε τώρα, αυτό πίστευε πάντα. Πίστευε ότι κάνει καπρίτσια που θα της περάσουν. Έτσι έκανε πάντα. Καπρίτσια. Και αυτός ήταν πάντα εκεί να τα ανέχεται και να τα υπομένει. Αυτός, που γινότανε χαλί να τον πατήσει, που της πρόσφερε τα πάντα. Τι φταίει αυτός αν δεν μπορεί να μπει στην ψυχοσύνθεσή της και να καταλάβει τι θέλει; Μήπως του είχε δώσει να καταλάβει; Όλο γενικόλογα και θεωρίες. Ποτέ κάτι συγκεκριμένο. Εξάλλου και οι φίλοι του το ίδιο του έλεγαν. Ότι κάθε γυναίκα συμπεριφέρεται έτσι. Είναι στα γονίδιά τους η πολυπλοκότητα και η ιδιαιτερότητα στην ψυχοσύνθεση. Ούτε ο πρώτος που το περνάει είναι, ούτε και ο τελευταίος. Τον συμβούλεψαν να υπομείνει για μία ακόμη φορά. Να πάει με τα νερά της και όλα θα γίνουν όπως πριν. Αλλά, το σημερινό γράμμα της δεν το είχε προβλέψει κανένας. Την αποτύπωση των λεγόμενών της σε γραπτό λόγο δεν την είχε προβλέψει κανένας. Και κανένας δεν θα ήξερε τι έπρεπε να κάνει τώρα. Ήταν σίγουρος γι’ αυτό.

-.-.-

Ξύπνησε με ένα συναίσθημα κενού. Μία διαίσθηση κακή. Μπορούσε να προβλέψει από πού εκπορευόταν αυτό το συναίσθημα, αλλά δεν ήθελε να προκαταλάβει οτιδήποτε. Θα περίμενε. Για μία ακόμη φορά θα περίμενε. Σηκώθηκε και πήγε να πλυθεί. Άνοιξε το νερό στην μπανιέρα, γδύθηκε και μπήκε να κάνει ένα μπάνιο. Άφησε το νερό να πλημμυρίσει τις σκέψεις της και ένοιωσε καλύτερα. Σκουπίστηκε, έπλυνε τα δόντια της και πήγε να κάνει έναν καφέ. Σήμερα είχε ρεπό από την δουλειά της. Θα έμενε σπίτι και θα περίμενε.

-.-.-

Σηκώθηκε από την πολυθρόνα και ξανακάθισε μπροστά στην οθόνη του η/υ. Ξαναδιάβασε το γραπτό της. Προσπάθησε να αδειάσει τον εαυτό του από οποιοδήποτε συναίσθημα και από οποιαδήποτε σκέψη για να μπορέσει να διαβάσει με ‘άλλο μάτι’ το κείμενο. Έκλεισε τα μάτια, αφουγκράστηκε την αναπνοή του και πήρε βαθιές ανάσες. Ξανάνοιξε τα μάτια και ξεκίνησε το διάβασμα. Διάβαζε φωναχτά για να λαμβάνουν μέρος όσες περισσότερες από τις αισθήσεις του γινόταν. Το διάβασε δύο και τρεις φορές. Ξανά και ξανά. Με παύσεις, με διαφορετικό τόνο στην φωνή, πιο ήρεμα, πιο έντονα. Τίποτα το διαφορετικό όμως. Τίποτα. Κατευθύνθηκε στο τηλέφωνο. Το σήκωσε. Πληκτρολόγησε τον αριθμό του κινητού της. Θα της ζητούσε μία συνάντηση.

-.-.-

Το κινητό της ήχησε στο δωμάτιο, σπάζοντας εκκωφαντικά την σιωπή της. Απάντησε. Ήταν εκείνος. Της ζητούσε συνάντηση για να συζητήσουν το κείμενο που του έστειλε. Δεν παρέλειψε να της αναφέρει ότι τον είχε βρει απροετοίμαστο αυτή της η κίνηση. Μάλλον περίμενε μία δήλωση επανασύνδεσης από μέρους της παρά κάτι τέτοιο. Του απάντησε ότι την ξέρει πολύ λίγο τελικά. Έκλεισαν το τηλέφωνο. Δεν κανόνισαν καμία συνάντηση. Δεν υπήρχε λόγος. Εξάλλου, ο καθένας πορεύεται στην ζωή του κατά το πώς νοιώθει και αισθάνεται. Δεν μπορείς να αναγκάσεις κανέναν να καταλάβει, αν ο ίδιος δεν το θέλει. Έμεινε μόνη με τις σκέψεις της. Τουλάχιστον, αυτή τις καταλάβαινε.

-.-.-

Έκλεισε το τηλέφωνο και πήγε να ντυθεί. Ένοιωθε να πνίγεται μέσα στο σπίτι και ήθελε να βγει μια βόλτα. Θα πέρναγε να δει και τους φίλους του. Θα συζήταγαν τα γεγονότα και θα προσπαθούσαν να καταλάβουν τι πήγε στραβά. Σίγουρα, οι γυναίκες είναι πιο απρόβλεπτες κι’ από το πιο απρόβλεπτο σενάριο ζωής. Ποιος ήταν αυτός που θα τις καταλάβαινε; Ο Θεός; Αυτός, ένας απλός άντρας ήταν εξάλλου…

(Το ως άνω κείμενο αποτυπώθηκε στο βιβλίο ‘Bloggers – Ιστορίες του Διαδικτύου’. Περισσότερα, διαβάστε εδώ)

(‘Black and White Morning’ by Harold Silverman)