Στίγματα και ψήγματα…

Ένας απρόσκλητος αναστεναγμός φωλιάζει τις τελευταίες ημέρες μέσα στα σωθικά μου. Φυσάω με δύναμη να τον βγάλω από μέσα μου. Δεν δύναμαι. Αντιστέκεται σθεναρά στις προσπάθειές μου.

Πάλη με τον εαυτό μου ή πάλη με το εγώ μου; Αναπροσαρμογή στόχων και σκοπεύσεων. Εύκολο ακούγεται. Ποιος όμως είναι εκείνος που μπόρεσε να το κάνει εν μία νυκτί;

Ένα κεφάλι βαρύ και δυο μάτια που δεν ανοίγουν. Ένα Σαββατοκύριακο έγκλειστος σε ένα γραφείο, μπροστά από ένα υπολογιστή. Ανέξοδα αδιέξοδα για εκείνους που έχουν μετατρέψει την ζωή τους σε ένα στίβο επαγγελματικό. Όχι. Εγώ δεν είμαι έτσι. Θέλω να φύγω. Θέλω να ξεφύγω.

Κραυγή στο πουθενά. Κραυγή από το πουθενά. Θα τους ξαφνιάσω. Το έχω βάλει σκοπό. Απότομα. Θα φωνάξω και θα διαλυθούν όλα. Και όλοι. Αυτοί που την ζωή μου θέλησαν ενέχυρο των δικών τους φόβων και προσδοκιών. Και ‘γώ τους την έδωσα απλόχερα χωρίς να κρατήσω άμυνες. Που ποτέ δεν έμαθα. Που ποτέ δεν μου τις δίδαξε κανένας.

Δεν μπορώ να διαβάσω πλέον. Οι οφθαλμοί μου έμαθαν να διακρίνουν pixel και όχι γράμματα. Στίγματα και ψήγματα. Μιας άλλης εποχής. Έξω από εμένα.

Φωνάζω. Ξεφυσάω. Πνίγομαι…

(‘The scream’ by Edvard Munch)

Advertisements

Εργασιακή βορά…

Βαρέθηκα να ακούω τις εργαζόμενες μητέρες να σέρνουν στον εργασιακό διάβα τους, τα κατορθώματα, τις αρρώστιες, τα προτερήματα και τα ελαττώματα των παιδιών τους, σαν παράσημα της δικής τους άγονης ζωής. Με λόγια παχιά και πλατιά, όπως ποτέ δεν μίλησαν για τον δικό τους εαυτό ή για τον σύντροφο της ζωής τους.

Όχι. Δεν έχω κάτι προσωπικό εναντίον τους. Ίσα-ίσα. Τις αγαπώ και τις σέβομαι όλες. Και πάνω απ’ όλα τις θεωρώ τυχερές και ευλογημένες γιατί μπόρεσαν να κυοφορήσουν μία ζωή στα σπλάχνα τους. Μπόρεσαν να συμμετάσχουν, ψυχή τε και σώματι, στην δημιουργία της ζωής. Στην συνέχεια του κόσμου. Στην διαιώνιση του είδους.

Όμως, καμία συλλογική σύμβαση εργασίας ή ιδιωτικό συμφωνητικό δεν μου υπαγορεύει ότι στον εργασιακό μου χώρο θα είμαι αναγκασμένος να ακούω όλα αυτά τα γλυκανάλατα σχόλια για τα καμάρια της καθεμιάς.
Και από την άλλη, ρώτησαν ποτέ αυτά τα καμάρια αν θέλουν η προσωπική τους ζωή να γίνεται βορά στα αδηφάγα αυτιά του καθενός συναδέλφου, όσο καλοπροαίρετος και αν είναι;

(‘Les Jeux Terribles’ by Giorgio De Chirico)

Ανάμνηση πραγματικότητας…

Αφενός τυχαία, εντέχνως μοιραία. Κάπως έτσι σε φαντάστηκα μέσα στην άχλη του ονείρου μου. Όταν ξαπλωμένος σε ένα διπλό κρεβάτι ονειρεύτηκα όλες εκείνες τις στιγμές της πλήρωσης, που έγιναν πλάι σου στιγμές εκπλήρωσης. Και έμεινες εκεί, μέσα στο όνειρο και στην πραγματικότητα, να ζεις έναν έρωτα, αντίγραφο πίνακα αναγεννησιακού ζωγράφου, απόμακρη και κοντινή, έρωτά μου.

Όργωσα το μυαλό μου με την προδότρα σκέψη μου που σε ακολουθούσε. Δεν σε άφηνα στιγμή. Μου άρεσε να είσαι εκεί. Μου άρεσε να σε ζω σε μία μη πραγματικότητα. Έξω από καθετί συμβατικό. Σαν μία ανολοκλήρωτη εικόνα που μόνο το περίγραμμά της σχηματίζεται.

Κι’ όταν έφτασε η στιγμή του αποχωρισμού, στάθηκες ακίνητη μπροστά μου. Το πρόσωπό σου φωτίστηκε και στα μάτια σου φάνηκαν δύο σταγόνες βροχής. Δεν τις κατάλαβα, παρά μόνο όταν έσταξαν επάνω στα χέρια μου. Τις έφερα κοντά στο στόμα μου και τις γεύτηκα. Έτσι ένοιωσα πόσο πικρή μπορεί να είναι η θλίψη.

Δεν έφερα αντίσταση. Σε άφησα να φύγεις χωρίς κουβέντα. Χωρίς λόγια. Το ξέρεις ότι πάντα άφηνα τις εικόνες να γεμίζουν τον λεκτικό χώρο ανάμεσά μας. Έτσι έκανα και τώρα. Οι εικόνες πάντα αφήνουν καλύτερη ανάμνηση. Πίστεψέ με…

(‘Antonia’ by Charlie Mackesy)