Η μοίρα κι’ ο καιρός…


“Τα λόγια και τα χρόνια τα χαμένα
και τους καημούς που σκέπασε καπνός
η ξενιτιά τα βρήκε αδελφωμένα

Κι οι ξαφνικές χαρές που ήρθαν για μένα
ήταν σε δάσος μαύρο κεραυνός
κι οι λογισμοί που μπόρεσα για σένα

Και σου μιλώ σ’ αυλές και σε μπαλκόνια
και σε χαμένους κήπους του Θεού
κι όλο θαρρώ πως έρχονται τ’ αηδόνια
με τα χαμένα λόγια και τα χρόνια
εκεί που πρώτα ήσουνα παντού
και τώρα μες στο κρύο και στα χιόνια

Η μοίρα κι ο καιρός το ‘χαν ορίσει
στον κόσμο αυτό να ρίξω πετονιά
κι η νύχτα χίλια χρόνια να γυρίσει

Στο τέλος της γιορτής να τραγουδήσει
αυτός που δεν εγνώρισε γενιά
και του καημού την πόρτα να χτυπήσει
και του καημού την πόρτα να χτυπήσει
και του καημού την πόρτα να χτυπήσει

Δεν ήτανε ρολόι σταματημένο
σε ρημαγμένο κι άδειο σπιτικό
οι δρόμοι που με πήραν και προσμένω

Τα λόγια που δεν ξέρω σου τα δένω
με τους ανθρώπους που ‘δαν το κακό
και το ‘χουν στ’ όνομά τους κεντημένο

Αυτός που σπέρνει δάκρυα και πόνο
θερίζει την αυγή ωκεανό
μαύρα πουλιά τού δείχνουνε το δρόμο

Κι έχει τη ζωγραφιά κοντά στον ώμο,
σημάδι μυστικό και ριζικό
πως ξέφυγε απ’ τον Άδη κι απ’ τον κόσμο

Η μοίρα κι ο καιρός…”

Σήμερα πονάω. Πολύ. Δεν έχω λόγια. Στέρεψαν και αυτά. Μόνο δάκρυα. Δάκρυα που έρχονται στο χείλος των ματιών και δεν βγαίνουν. Χαμένα λόγια, χαμένα χρόνια. Κατάντησαν, με την βοήθειά μας βεβαίως, την χώρα μας ένα μπάχαλο. Φτάνει πια. Ως εδώ. Ως εδώ και μη παρέκει…

Πουθενά να πιαστείς. Πουθενά να αποθέσεις ελπίδες και οράματα. Ένα κράτος διαλυμένο. Ένα έθνος χαμένο μέσα σε κομπλεξικά υποκατάστατα ευτελούς ζωής. ως εδώ. Ως εδώ και μη παρέκει…

Πονάω. Πολύ…

(Οι στίχοι είναι του μέγιστου Μάνου Ελευθερίου. Μελοποιήθηκαν αξεπέραστα από τον Γιάννη Μαρκόπουλο. Τέτοιες περίπου εποχές όπως οι σημερινές, πολλά χρόνια πριν…)

(η φωτογραφία είναι από το Reuters)

Advertisements