Αναπαραγωγή και Επιβίωση

Κάθισε στο γραφείο της και άνοιξε τον υπολογιστή. Εδώ και κάποιες μέρες ένιωθε μία δυστοκία στην συγγραφή του πρώτου της πονήματος. Ένας από τους ήρωές της έμοιαζε λειψός. Έπρεπε να τον συμπληρώσει με συγκεκριμένα στοιχεία, αντίθετα μα και συνάμα συμπληρωματικά ως προς τον κυρίως χαρακτήρα της. Κάτι σαν το δίδυμο λίμνη με Νάρκισσος. Έψαχνε έναν Νάρκισσο, που θα αντικατόπτριζε το πρόσωπό του στη λίμνη μέχρι που θα πνιγόταν μέσα της. Ήθελε να φτάσει στο σημείο του πνιγμού ο ήρωάς της. Να τον κάνει να φτάσει στα όριά του. Να τον κάνει να δει τον ξεκάθαρο προορισμό του. Πίστευε στην κάθαρση μέσω της διαδικασίας της αποκαθήλωσης. Μέσω του δρόμου χωρίς γυρισμό.

Η Ηρώ πληκτρολόγησε τον κωδικό της στο facebook. Συνήθιζε να το αποκαλεί «πηγάδι των ευχών». Ένα μέρος με αστείρευτη ποικιλία χαρακτήρων και προσώπων. Έψαξε τα τελευταία post των φίλων της. Φίλοι κατ’ ευφημισμό, άγνωστοι οι περισσότεροι μεταξύ τους. Φίλος, φίλου από φίλο και το κουβάρι μεγάλο. Αποτυχία όμως. Τίποτα το διαφορετικό. Θα το άφηνε για αργότερα, μιας και δεν είχε να κάνει κάτι άλλο σήμερα.

Η ζωή της από την ημέρα που διαλύθηκε ο αρραβώνας της δεν περιείχε τίποτα το σημαντικό. Κάποιες διάσπαρτες εξόδους με συναδέλφους και συνεργάτες, επισκέψεις σε μουσεία με την κολλητή της που έκανε μεταπτυχιακό επάνω στην τέχνη του καμβά του 16ου αιώνα και παρακολούθηση συναυλιών φερέλπιδων νεαρών και νεανίδων με την μητέρα της στην αίθουσα του συλλόγου «Παρνασσός», εκεί απέναντι από τον Αη Γιώργη Καρύτση. Πέρα από όλα αυτά, πολύ κλεισούρα. «Καλόγρια θα καταντήσεις» η μόνιμη επωδός της μητέρας της. Δεν είχε όμως διάθεση για κάτι άλλο, μέχρι που ένιωσε την ανάγκη να αποτυπώσει σε χαρτί, λέξεις και σκέψεις που είχε από καιρό μέσα της.

Σαν ένα μελανοδοχείο γεμάτο με εκείνο το σκούρο υγρό των αναμνήσεων και των εμπειριών ένιωθε το μυαλό της, που είχε γεμίσει από περιστάσεις και καταστάσεις. Το μόνο που της έλειπε ήταν μία πένα να βουτήξει μέσα σε αυτό και να αρχίσει να γράφει ακατάπαυστα. Και να που αυτή η πένα βρέθηκε τελικά και να που τώρα η Ηρώ αποτυπώνει αυτά τα σημαντικά και ασήμαντα στιγμιότυπα. Τι παράξενο αλήθεια. Αυτή, που ποτέ της δεν είχε την τάση για συγγραφή, να ‘την τώρα να ψάχνει χαρακτήρες για το πόνημά της. Και με ιδιαίτερο θέμα, η αλήθεια είναι.

Καταπιανόταν με την έλξη και την απώθηση των δύο πιο βασικών ενστίκτων του ανθρώπινου είδους που κινούν αενάως αυτόν τον κόσμο: το ένστικτο της αναπαραγωγής και της επιβίωσης. Απίστευτη η προδιάθεσή της να καταπιαστεί με ένα τέτοιο θέμα. Φαίνεται τελικά, ότι ο αρχέγονος προορισμός της ως γυναίκα να αναπαραχθεί, την κυνηγούσε διαρκώς σαν ερινύα και δεν την άφηνε να ηρεμήσει το υποσυνείδητό της. Η επίδραση του οικογενειακού και φιλικού της περιβάλλοντος ήταν μεγάλη. Για όλους αυτούς, το γεγονός ότι ήταν ήδη 35 ετών, χωρίς οικογένεια και χωρίς παιδί θεωρούνταν αδιανόητο. Που να τους έλεγε δηλαδή ότι μέσα της δεν ένιωθε καν έτοιμη για ένα τόσο μεγάλο βήμα. Θα την είχαν στήσει στο εκτελεστικό απόσπασμα. Αναγκασμένη να φοράει πάντα την μάσκα της έτοιμης από καιρό γυναίκας και μάνας, έπρεπε να δημιουργήσει αντίβαρο στο φορτίο. Και η συγγραφή της το παρείχε.

Είχε φτάσει όμως σε αδιέξοδο. Ο χαρακτήρας που αντιπροσώπευε την «επιβίωση» κάπου χανόταν μέσα στην λαίλαπα της «αναπαραγωγής». Αυτή ποτέ δεν αντιμετώπισε πρόβλημα επιβίωσης. Μέσα στο οικείο πατρικό περιβάλλον της σιγουριάς και της γαλήνης, ποτέ δεν ήρθε πρόσωπο με πρόσωπο με την διαφορετικότητα των ενστίκτων. Μόνο μέσα από περιγραφές που διάβαζε σε ρεπορτάζ δημοσιογράφων και ειδησεογραφικών πρακτορείων ή όταν η τηλεοπτική κάμερα αποτύπωνε εικόνες από μια ζωή διαφορετική από την δική της. Καμία ιδία επαφή. Ο γρίφος της φαινόταν άλυτος. Γι’ αυτό και η αναζήτηση «μέσα στο πηγάδι των ευχών» απαραίτητη.

Έκανε refresh στην σελίδα της στο facebook. Μία ανάρτηση της έκανε εντύπωση. Κάποιος Άρης είχε γράψει: «σε ένα κόσμο ανέραστο, μόνο τα αγάλματα σώνονται για να διαδίδουν τα πάθη που δεν τολμήσαμε να πούμε… και μόνο εκείνα μπορούν να ζουν, όταν όλοι εμείς οι υπόλοιποι έχουμε χάσει στο παιχνίδι της ζωής». Η φράση της έκανε εντύπωση. Μπήκε στο προφίλ του Άρη. Συμπαθητική φυσιογνωμία, ευγενικό πρόσωπο με βλέμμα ήρεμο και καθησυχαστικό. Ετών 27. Φοιτητής Καλών Τεχνών και με μελέτες επάνω στην μουσική και στο βιολί. “Αναπάντεχο και φυσικό συνάμα” σκέφτηκε.

“Λες εδώ να είναι ο προορισμός αυτού που ψάχνω;” ψιθύρισε και η φωνή της γέμισε το δωμάτιο. Πίστεψε ότι βρήκε την όψη της «επιβίωσης» πέρα από τα λογικά πλαίσια της καθημερινότητας, αλλά παράλληλα και μία «αναπαραγωγή» στο πρόσωπο του παλικαριού αυτού. Την «αναπαραγωγή» γενικά ή την «αναπαραγωγή» της ειδικά; Θα του έστελνε μήνυμα. Το έκανε χωρίς δεύτερη σκέψη.

Με το μυαλό της, άρχισε να πλάθει τον πιθανό διάλογο με το αγόρι για εκείνη, ίσως άντρας για κάποιες άλλες. Η ηλικιακή διαφορά τους δεν έδινε τα εχέγγυα για κάτι παραπάνω από μία απλή επαφή. Από μία απλή συνομιλία χωρίς περαιτέρω επιπτώσεις. “Πολύ συντηρητική σε βρίσκω Ηρώ μου” σκέφτηκε και ένα χαμόγελο διαγράφηκε στα χείλη της. “Λες να καταντήσω και ‘γώ σαν όλες εκείνες τις γυναίκες που αρέσκονται να επικοινωνούν και να κοινωνούν με νεώτερους, κατά πολύ, άντρες από αυτές;” συνέχισε την σκέψη της και το χαμόγελο παρέμεινε στα χείλη.

“Θα το ήθελε άραγε; It takes two to tango δεν λένε; Θέλει δύο το ταγκό, όπως και να το κάνουμε” επιβεβαίωσε στον εαυτό της. Και είχε περάσει καιρός που είχε να το χορέψει με κάποιον σύντροφο. Το πλήρωμα του χρόνου μπορεί να είχε φτάσει. Μέσω μιας αναζήτησης, μιας τυχαίας φράσης. “Τελικά, όλα στην ζωή δεν είναι στιγμές και στιγμιότυπα;”

Καμία απάντηση όμως δεν ερχόταν. Πέρασαν δυο, τρία λεπτά. Ξανάκανε refresh. Ο Άρης είχε βγει εκτός. Ένιωσε την καρδιά της να χτυπάει γρήγορα. “Μπα, χτυπάει και έτσι;” Πάτησε επανειλημμένα το πλήκτρο της ανανέωσης. Πουθενά το αγόρι. “Που να πήγε;”. Επανήλθε στα μηνύματα. Του έγραψε ένα «Έφυγες ξαφνικά και δεν μπορέσαμε να τα πούμε», ένα «Μου έχεις κάνει εντύπωση», ένα «Θα ήθελες να επικοινωνήσουμε περισσότερο;». Το έστειλε. Χωρίς δεύτερη σκέψη. Άλλωστε, η αναπαραγωγή και η επιβίωση είναι ένστικτα ριζωμένα στο DNA μας. Χωρίς φτιασίδια και μάσκες. Δεν θέλουν δεύτερη σκέψη…

(«Tango Argentino II» by Willem Haenraets)