Η μοίρα κι’ ο καιρός…


“Τα λόγια και τα χρόνια τα χαμένα
και τους καημούς που σκέπασε καπνός
η ξενιτιά τα βρήκε αδελφωμένα

Κι οι ξαφνικές χαρές που ήρθαν για μένα
ήταν σε δάσος μαύρο κεραυνός
κι οι λογισμοί που μπόρεσα για σένα

Και σου μιλώ σ’ αυλές και σε μπαλκόνια
και σε χαμένους κήπους του Θεού
κι όλο θαρρώ πως έρχονται τ’ αηδόνια
με τα χαμένα λόγια και τα χρόνια
εκεί που πρώτα ήσουνα παντού
και τώρα μες στο κρύο και στα χιόνια

Η μοίρα κι ο καιρός το ‘χαν ορίσει
στον κόσμο αυτό να ρίξω πετονιά
κι η νύχτα χίλια χρόνια να γυρίσει

Στο τέλος της γιορτής να τραγουδήσει
αυτός που δεν εγνώρισε γενιά
και του καημού την πόρτα να χτυπήσει
και του καημού την πόρτα να χτυπήσει
και του καημού την πόρτα να χτυπήσει

Δεν ήτανε ρολόι σταματημένο
σε ρημαγμένο κι άδειο σπιτικό
οι δρόμοι που με πήραν και προσμένω

Τα λόγια που δεν ξέρω σου τα δένω
με τους ανθρώπους που ‘δαν το κακό
και το ‘χουν στ’ όνομά τους κεντημένο

Αυτός που σπέρνει δάκρυα και πόνο
θερίζει την αυγή ωκεανό
μαύρα πουλιά τού δείχνουνε το δρόμο

Κι έχει τη ζωγραφιά κοντά στον ώμο,
σημάδι μυστικό και ριζικό
πως ξέφυγε απ’ τον Άδη κι απ’ τον κόσμο

Η μοίρα κι ο καιρός…”

Σήμερα πονάω. Πολύ. Δεν έχω λόγια. Στέρεψαν και αυτά. Μόνο δάκρυα. Δάκρυα που έρχονται στο χείλος των ματιών και δεν βγαίνουν. Χαμένα λόγια, χαμένα χρόνια. Κατάντησαν, με την βοήθειά μας βεβαίως, την χώρα μας ένα μπάχαλο. Φτάνει πια. Ως εδώ. Ως εδώ και μη παρέκει…

Πουθενά να πιαστείς. Πουθενά να αποθέσεις ελπίδες και οράματα. Ένα κράτος διαλυμένο. Ένα έθνος χαμένο μέσα σε κομπλεξικά υποκατάστατα ευτελούς ζωής. ως εδώ. Ως εδώ και μη παρέκει…

Πονάω. Πολύ…

(Οι στίχοι είναι του μέγιστου Μάνου Ελευθερίου. Μελοποιήθηκαν αξεπέραστα από τον Γιάννη Μαρκόπουλο. Τέτοιες περίπου εποχές όπως οι σημερινές, πολλά χρόνια πριν…)

(η φωτογραφία είναι από το Reuters)

Advertisements

Σαν πόλη τουρκεμένη…

Το σώμα μου λειτουργούσε σαν ηχείο των πιο ανομολόγητων αναστεναγμών σου. Κάθιδρος αναζητούσες κάθε φορά την εκμετάλλευση και την υποταγή του στις πιο μύχιες σκέψεις σου.

Έμπαινες μέσα μου με ορμή χωρίς να λογαριάζεις τον πόνο που ένοιωθα. Στο μυαλό σου υπήρχε μόνο η ηδονή σου. Ως τέτοια μετέφραζες τους πνιχτούς φθόγγους που άρθρωναν οι φωνητικές μου χορδές και έπνιγε, εν τη γενέσει τους, η γλώσσα σου, καθώς έψαχνε να μετρήσει κάθε σπιθαμή της στοματικής μου κοιλότητας.

Ένα κρεσέντο πάθους ανάβλυζε από κάθε πόρο του δέρματός σου. Ενός σώματος παλλόμενου επάνω στην λευκότητα του δικού μου, σημείο αντίστιξης και συμπλήρωσης. Και ‘γώ, ένοιωθα ‘σαν πόλη τουρκεμένη’ από βάρβαρους βόρειους λαούς, διψασμένους για κατάκτηση και ερήμωση.

Και όταν εκκωφαντικά τελείωνες μέσα μου, έπεφτες στο πλάι, ανήμπορος να αρθρώσεις τις προτάσεις εκείνες που θα σε βοηθούσαν να ανακαλύψεις την ζωή που άφησες μέσα μου. Ξεθεωμένος από το δικό σου μένος, άφηνες το χέρι σου να ταξιδεύει επάνω στις κοιλότητες του κορμιού μου, εκείνου του ίδιου κορμιού που διαφέντευες αλαζονικά πριν λίγο.

Και ‘γώ απλά καθόμουν, αναπνέοντας βαριά, προσπαθώντας να αντέξω το βάρος που είχες αφήσει μέσα μου. Έκλεινα τα μάτια και αποκοιμόμουν ξέροντας ότι θα σε βρω εκεί δίπλα όταν ξυπνήσω από την νάρκωση της ηδονής σου…

(το ‘Σαν πόλη τουρκεμένη’ είναι στίχος που περιλαμβάνεται στο τραγούδι ‘Μ’ άφησες σαν πόλη’ που γράφηκε από τον Σαράντη Αλιβιζάτο, μελοποιήθηκε από τον Αντώνη Βαρδή και τραγουδήθηκε μοναδικά από την Χαρούλα Αλεξίου)

(‘Female Nude’ by Frank Tusch)

Amsterdam…

Dans le port d`Amsterdam
Y a des marins qui chantent
Les rêves qui les hantent
Au large d`Amsterdam
Dans le port d`Amsterdam
Y a des marins qui dorment
Comme des oriflammes
Le long des berges mornes
Dans le port d`Amsterdam
Y a des marins qui meurent
Pleins de bière et de drames
Aux premières lueurs
Mais dans le port d`Amsterdam
Y a des marins qui naissent
Dans la chaleur épaisse
Des langueurs océanes

Dans le port d`Amsterdam
Y a des marins qui mangent
Sur des nappes trop blanches
Des poissons ruisselants
Ils vous montrent des dents
A croquer la fortune
A décroisser la lune
A bouffer des haubans
Et ça sent la morue
Jusque dans le coeur des frites
Que leurs grosses mains invitent
A revenir en plus
Puis se lèvent en riant
Dans un bruit de tempête
Referment leur braguette
Et sortent en rotant

Dans le port d`Amsterdam
Y a des marins qui dansent
En se frottant la panse
Sur la panse des femmes
Et ils tournent et ils dansent
Comme des soleils crachés
Dans le son déchiré
D`un accordéon rance
Ils se tordent le cou
Pour mieux s`entendre rire
Jusqu`à ce que tout à coup
L`accordéon expire
Alors le geste grave
Alors le regard fier
Ils ramènent leur batave
Jusqu`en pleine lumière

Dans le port d`Amsterdam
Y a des marins qui boivent
Et qui boivent et reboivent
Et qui reboivent encore
Ils boivent à la santé
Des putains d`Amsterdam
De Hambourg ou d`ailleurs
Enfin ils boivent aux dames
Qui leur donnent leur joli corps
Qui leur donnent leur vertu
Pour une pièce en or
Et quand ils ont bien bu
Se plantent le nez au ciel
Se mouchent dans les étoiles
Et ils pissent comme je pleure
Sur les femmes infidèles
Dans le port d`Amsterdam
Dans le port d`Amsterdam.

Music & Lyrics by Jasques Brel

Χαρισμένο σε όσους τα λιμάνια υπήρξαν πάντα ο τόπος αρχής ενός ταξιδιού και όχι ο τόπος κατάληξής του…

Πανσέληνος…

portrait-of-marjorie-ferry-by-tamara-de-lempicka.jpgΚανένα χνώτο στον χώρο πέρα από το δικό σου. Άδειο σπίτι από την παρουσία άλλης μυρωδιάς πέρα της δικής σου. Περιφερόμενες αναμνήσεις σε κενούς χώρους που δεν μπορούν να βρουν στασίδι για ανάπαυση.

Στην μέση ενός μικρού σπιτιού που ‘χω νοικιάσει
το γέλιο ενός μωρού παιδιού με έχει αγκαλιάσει.
Τα ζήτησα όλα απ’ τη ζωή μου,
τα πλήρωσα με τη ψυχή μου
να έχει ένα τόπο η καρδιά πριν να γεράσει…

Έριξε στον ώμο της μία εσάρπα. Έφτιαξε ένα καφέ και πήγε κοντά στο παράθυρο. Έξω έβρεχε. Ένα ψιλόβροχο εκνευριστικό. Ίδια αρρώστια κατευθυνόμενη από τον Θεό. Δεν άντεχε να βλέπει στο δρόμο τους ανθρώπους να τρέχουν να προφυλαχθούν από το πιτσίλισμα της βροχής. Αξιολύπητοι πραγματικά. Έστρεψε το βλέμμα της στο εσωτερικό του σπιτιού. Βαρύτερη λύπη, πράγματι.

Έχει πανσέληνο απόψε κι είναι ωραία
είναι αλλιώτικη η σιωπή χωρίς παρέα.
Δεν νοιώθω θλίψη, μα μου ‘χει λείψει
το κοριτσάκι αυτό που αγάπησες τυχαία.
Δεν νιώθω θλίψη, μα μου ‘χει λείψει
το λάγνο ψέμα σου, που τα ‘κανε όλα ωραία.

Κάθισε στην γωνία του τριθέσιου καναπέ σε εμβρυϊκή στάση. Ήθελε να κλάψει και ο μόνος τρόπος για να αντέξει το κλάμα της ήταν να επιστρέψει νοερά στις απαρχές της ζωής της. Εκεί μέσα που όλα ήταν όμορφα, ζεστά και η προστασία δεδομένη. Πήρε στην αγκαλιά της και το μαξιλαράκι εκείνο που είχε κερδίσει στην χριστουγεννιάτικη γιορτή της τάξης της, πριν από κάμποσα χρόνια ομολογουμένως, που το θεωρούσε σαν το μοναδικό της πράγμα που τις έφερνε μνήμες αθώες και ζεστές. Δεν άργησε να νοιώσει το κλάμα της να κυλάει στο πρόσωπό της.

Είναι σκληρό για μια γυναίκα να ‘ναι μόνη
στο λέω τώρα που η αλήθεια δεν θυμώνει.
Όση και να ‘ναι η δύναμή μου,
θέλω έναν άνθρωπο μαζί μου
Η μοναξιά στήνει παγίδες και πληγώνει…

Ο ήχος του ψυγείου της που ξεκινάει την κυκλοφορία του εσωτερικού υγρού του, έσπασε την ησυχία της. Πόσο της έλειψε η εκφορά του ονόματός της από χείλη που είχε φιλήσει με πάθος το προηγούμενο βράδυ. Πόσο της είχαν λείψει δυο μάτια λαμπερά να την κοιτάνε. Άναψε ένα τσιγάρο. Φύσηξε τον καπνό. Τον έβλεπε να ανεβαίνει ελαφρύς προς το ταβάνι. Σκέφτηκε ότι αυτός τουλάχιστον είχε την δύναμη να ανέβει ψηλά και να ξεφύγει. Μειδίασε.

Μα έχει πανσέληνο απόψε κι είναι ωραία
το σπίτι μου έρημο μα κάνουμε παρέα.
Δεν νοιώθω θλίψη, μα μου ‘χει λείψει
το κοριτσάκι αυτό που αγάπησες τυχαία.
Δεν νοιώθω θλίψη, μα μου ‘χει λείψει
το λάγνο ψέμα σου, που τα ‘κανε όλα ωραία.

Άργησε να σηκωθεί να πάει για ύπνο. Το άδειο διπλό κρεβάτι της φαινόταν πολύ μικρό. Σκεπάστηκε με επιπλέον κουβέρτα. Κρύωνε. Στον ύπνο της ήλθε πάλι εκείνος. Και έφυγε πάλι στο ίδιο όνειρο. Πετάχτηκε απότομα. Το κρεβάτι συνέχιζε να είναι απείραχτο στην πλευρά του. Πήρε ένα υπνωτικό χάπι από το συρτάρι δίπλα της. Την βοηθούσε να μην ονειρεύεται…

(Ο τίτλος & οι στίχοι που είναι σκορπισμένοι ανάμεσα στο κείμενο ανήκουν στην Χαρούλα Αλεξίου)

(‘Portrait of Marjorie Ferry’ by Tamara de Lempicka)

Βοριάς φυσάει τα λόγια μου…

number-26-1951-by-jackson-pollock.jpgΤο χιόνι καίει τον καρπό
Και την αγάπη ο χρόνος
Στην κούπα μου παλιό κρασί
Κι εσύ καινούργιος πόνος

Βοριάς φυσάει τα λόγια μου
Νοτιάς τα φέρνει πίσω
Κι από τα φύλλα της καρδιάς
Δεν ξέρω να σε σβήσω

Για να μη γίνεις σύννεφο
Καρφώθηκα στο χώμα
Κι άφησες τα τραγούδια μου
Ρούχα με δίχως σώμα

Βοριάς φυσάει τα λόγια μου
Νοτιάς τα φέρνει πίσω
Κι από τα φύλλα της καρδιάς
Δεν ξέρω να σε σβήσω

Δεν είναι η ζήλια μάτια μου
που σαν καπνός με πνίγει
Είναι που κάποτε θα ‘ρθεις
Κι η αγάπη θα ‘χει φύγει

Απόψε το βράδυ θυμήθηκα αυτούς τους στίχους. Ίσως γιατί μοιάζουν με μαντινάδες ενός κρητικού λυράρη που τις τραγουδάει συνοδεία της λύρας του και ενός λαούτου. Και που στο τέλος του κάθε στίχου, κοντυλιές από το δοξάρι του προσδίδουν βάρος και υπόσταση στον πόνο του.

Δεν ξέρω γιατί σιγοτραγουδώ αυτούς τους στίχους. Ίσως γιατί τους ακούω σαν τραγούδισμα ενός κύματος στην ακτή μιας παραλίας. Ήσυχους και εκκωφαντικούς συνάμα. Να καθρεφτίζουν στοιχεία της φύσης. Να στοιχειώνουν τις σκέψεις μου.

Μένουν τα λόγια μου εκκρεμή. Ανήμπορα να πιαστούν από κάπου και να ολοκληρωθούν. Προσπαθούν, αλλά δεν το καταφέρνουν πάντα. Τρομάζω. Φοβάμαι. Δεν θέλω τα λόγια μου να χαθούν. Μην τα αφήσεις να χαθούν. Θα είναι κρίμα και άδικο…

(Οι στίχοι ανήκουν στον Άλκη Αλκαίο. Μελοποιήθηκαν και τραγουδήθηκαν από τον Μίλτο Πασχαλίδη)

(‘Number 26, 1951’ by Jackson Pollock)

Όλα στο φως…

row-quietly-by-anne-magill.jpegΗ ζωή μας παιζόταν σ’ ένα θέατρο σκιών. Με φωτισμό χαμηλό να μην αναγνωρίζονται τα πρόσωπά μας που είχαν παραγνωριστεί από τον καιρό. Έτσι είχαμε καταντήσει. Δύο άνθρωποι που κινούνταν στον ίδιο χώρο με χαμηλωμένη την ένταση του φωτισμού για να μην βλέπει ο ένας τον άλλο. Μόνο ανασαίναμε και να αφουγκραζόμασταν τους ήχους μας. Ίσως γιατί μόνο αυτούς απέμεινε να αγαπάμε. Αυτούς που τους ακούμε και με κλειστά μάτια, αυτούς που τους ακούμε μέσα στον ύπνο μας και τους έχουμε αποτυπώσει μέσα στην ψυχή μας. Ένα αποτύπωμα σαν να βρισκόμαστε σε θεραπεία υπνοπαιδείας.

Τι μπορείς να μου κάνεις και ‘σύ; Σε τι μπορεί να φταις; Μήπως ήξερες, μήπως μπορούσες να το φανταστείς; Μαζί ξεκινήσαμε και μαζί φτάσαμε. Έχοντας αφήσει πίσω οτιδήποτε μπορεί να μας έκανε να είμαστε μαζί ακόμη και τώρα. Όχι. Δεν πονάω. Έπαψα πια να πονάω. Όχι. Το δάκρυ δεν είναι πόνου. Μην το βλέπεις έτσι. Δάκρυ απελευθέρωσης είναι. Όχι δικής μου. Δικής σου. Εξάλλου, εσύ δεν ήσουν αυτή που άντεχε;

Η ζωή μας παιζόταν σ’ ένα θέατρο σκιών. Το φως πίσω μας. Όχι μπρος μας. Ένα φως παρελθοντικό. Ένα φως ξέμακρο. Αυτό είδαμε. Το παρελθόν να μην μας ακολουθεί. Και σταθήκαμε μήπως και μας φτάσει. Προσκολληθήκαμε σε μία λανθάνουσα καρτερικότητα. Ώσπου είδαμε ότι όσο κι’ αν προσπαθούμε, το φως παραμένει εκεί, πίσω, μακριά. Και φοβήθηκα. Δεν μπορώ να ζω χωρίς φως, δεν μπορώ να ζω στο σκοτάδι. Και έσπασα. Έφυγα. Για να βρω φως, για να βρω ουρανό.

Μπορεί και να ένοιωσα καλά. Μπορεί και να ένοιωσα άσχημα. Θα δείξει. Όμως δεν θα το μάθεις. Όσο κι’ αν προσπαθείς. Δεν θα σε φέρω ξανά στη ζωή μου. Όχι. Δεν είναι εκδίκηση. Είναι πορεία προς τα μπρος. Πορεία που πρέπει να την κάνω μόνος. Μόνο έτσι θα σωθώ. Μόνο έτσι θα μπορέσω. Λάθος ή σωστό δεν ξέρω. Ξέρω ότι και τα δύο είναι εδώ. Και η κόλαση και ο παράδεισος.

Πρέπει να μου αναγνωρίσεις την εμμονή μου να μένω στο φως. Όλα μπροστά, όλα ειπωμένα, όλα ξεκάθαρα. Μη φοβάσαι για μένα. Έτσι ήμουν, έτσι είμαι και έτσι θα μείνω. Όλα στο φως. Τέρμα το ‘θέατρο σκιών’…

(Το παρόν κείμενο το έγραψα ακούγοντας το τραγούδι ‘Θέατρο Σκιών’ των Άλκη Αλκαίου – Θάνου Μικρούτσικου από την φωνή της Ρίτας Αντωνοπούλου. Ευχαριστώ την αγαπημένη μου που μας το χάρισε εδώ.)

(‘Row quietly’ by Anne Magill)

17 Νοεμβρίου 2007…

‘Κι αν βγω απ’ αυτή τη φυλακή κανείς δε θα με περιμένει
οι δρόμοι θα ‘ναι αδειανοί κι η πολιτεία μου πιο ξένη
τα καφενεία όλα κλειστά κι οι φίλοι μου ξενιτεμένοι
αέρας θα με παρασέρνει κι αν βγω απ’ αυτή τη φυλακή

Κι ο ήλιος θ’ αποκοιμηθεί μες στα ερείπια της Ολύνθου
θα μοιάζουν πράγματα του μύθου κι οι φίλοι μου και οι εχθροί
μαρμαρωμένοι θα σταθούν οι ρήτορες κι οι λωποδύτες
ζητιάνοι εταίρες και προφήτες μαρμαρωμένοι θα σταθούν

Μπροστά στην πύλη θα σταθώ με τις κουβέρτες στη μασχάλη
κι αργοκουνώντας το κεφάλι θα χαιρετήσω το φρουρό
χωρίς βουλή χωρίς Θεό σαν βασιλιάς σ’ αρχαίο δράμα
θα πω τη λέξη και το γράμμα μπροστά στην πύλη θα σταθώ’…

Επτά χρόνια ήταν αυτά. Επτά χρόνια σε χρώμα μαύρο. Και ήρθε εκείνη η μέρα του ’73 να βάψει τα πάντα κόκκινα. Και να αρχίσει η αλλαγή στο χρώμα.
Δεν ξέρω αν το χρώμα παραμένει κόκκινο μετά από 34 χρόνια ή απλά οδεύει σε κάτι πιο ροζ, αλλά μέσα στις καρδιές μας θα παραμένει πάντα χρώμα.

(‘Δημοσθένους λέξις’ του Διονύση Σαββόπουλου)

Πιωμένες εικόνες…

birth-of-liquid-desires-by-salvador-dali.jpeg

‘Έξω φυσάει αέρας κι όμως μέσα μου
μέσα σ’ αυτό το σπίτι πριγκηπέσα μου,
το φως σου και το φως χορεύουν γύρω μας
απίστευτος ο κόσμος κι ο χαρακτήρας μας’…

‘Πες τα ρε Σωκράτη’ φωνάζω και κατεβάζω την τελευταία γουλιά από την σκέτη βότκα που υπάρχει στο ποτήρι μου. Σκέτη. Χωρίς λεμόνι, χωρίς παγάκια. Απλά παγωμένη. ‘Ταιριάζουμε’ σκέφτηκα και ξαναγέμισα το ποτήρι.
Εκείνη. Στην σκέψη, στο μυαλό. Μέσα, έξω, παντού. Αντέχεται; Μπα, δεν νομίζω. ‘Θέλω να μ’ αγαπάς τόσο όσο να είσαι κοντά μου’ της λέω πάντα. Και αυτή συμφωνεί. ‘Δεν θα ξανακάνω το λάθος να δοθώ και να μην κρατήσω κάτι για μένα’. Τότε συμφωνώ και ‘γώ.
Ένα παιχνίδι συμφωνιών. Ένα ‘συμβόλαιο’ που γράφεται και σβήνεται καθημερινά. Που κάθε λέξη του περιλαμβάνει πολύ σκέψη. Και θα γράφεται μέχρι να ‘πέσουν’ και οι τελικές υπογραφές. Και από τα δύο μέρη. Και για τα δύο μέρη.
Ζαλίζομαι. Μιλάει το ποτό. Ή μιλάω εγώ; Αδιευκρίνιστο. Δεν το αποχωρίζομαι. Συνεχίζω ακάθεκτος. Φαντάζομαι συνομιλίες. Φαντάζομαι χάδια. Φαντάζομαι εσένα.
Μεθάω μάλλον. Σηκώνομαι. Παραπατώ. Παίρνω στροφές γύρω από τον εαυτό μου. Χορεύω ένα ζεϊμπέκικο σε ρυθμό δικό μου. Ακούω τον χτύπο της καρδιάς μου και τραγουδάω. Όμορφα είναι. Θα ήθελα να μηδένιζα το κοντέρ της ζωής μου και να ξεκίναγα από την αρχή. Να σε έβρισκα νωρίτερα. Σε χρόνια καθαρά, σε χρόνια απερπάτητα και ανέμελα. Όπως σου ταιριάζει. Όπως μας ταιριάζει.
‘Μου αξίζεις και σου αξίζω’ μου λες. Να ένας ακόμη όρος του συμβολαίου μας. ‘Αμοιβαία συναίσθηση της αξίας του έτερου διέπει τον καθένα από τους συμβαλλομένους’ θα γράφει. Μ’ αρέσει η έκφραση. Πίνω ακόμη μια γουλιά για χάρη της. Αδειάζει ένα ακόμη ποτήρι.
Πέφτω στον καναπέ. Παραδίδω το κορμί μου επάνω του. Με σηκώνει. Με αντέχει. Δεν παραπονιέται. Επιτελεί την δουλειά του με ευσυνειδησία και αγόγγυστα. Τον παραδέχομαι. Λίγα πράγματα στην ζωή μου, συμπεριλαμβανομένου και του εαυτού μου, λειτουργούν γύρω μου με ευσυνειδησία και αγόγγυστα. Ευκαιρία για μία γουλιά ακόμη. Κοιτάω το ταβάνι του δωματίου. Λαμπυρίζει παράξενα στις αναλαμπές φωτός των κεριών που καίνε γύρω. Παράξενες εικόνες, παράξενες σκιές. Και ούτε μία γνωστή, ούτε μία δικιά μου. Ξένες σκιές στο ταβάνι μου. Λες και ζουν άλλες ψυχές μέσα στο χώρο μου. Αφήνω το ποτό στο τραπεζάκι και παραπατώντας πηγαίνω να ρίξω λίγο νερό στο πρόσωπό μου. Φαίνεται με βάρυναν οι ψυχές που αντίκρισα στο ταβάνι της ζωής μου και δεν το άντεξα.
Το νερό με έβγαλε από τις αλλότριες ψυχές και με επανέφερε σε σένα. Θυμήθηκα την χθεσινοβραδινή μας συζήτηση. ‘Θέλω να μ’ αγαπάς, να με λατρεύεις, να μου συγχωρείς τα πάντα, να μου δικαιολογείς τα πάντα, να με δέχεσαι όπως είμαι, να με ανέχεσαι, να με έχεις, να μην με έχεις, να με παρηγορείς, να με προσέχεις. Ζητάω πολλά;’ με ρώτησες με φόβο. ‘Ζητάς να είμαι Θεός ή η μάνα σου; Μόνο αυτοί οι δύο μπορούν να κάνουν αυτά που λες’ σου επέστρεψα την ερώτηση. ‘Ζητάω να θέλεις και να μπορείς’ μου απάντησες, οδηγώντας με εκ του ασφαλούς σε θετική απάντηση. ‘Και θέλω και μπορώ’ χωρίς δεύτερη σκέψη αποκρίθηκα και σε επιβεβαίωσα. Γέλασες και με φίλησες. Απλά. Γυναικεία. Ερωτικά.
Θυμήθηκα τα υγρά σου χείλη. Και έκλεισα τα μάτια μου με την σκέψη σου…

(οι στίχοι στην αρχή είναι από την ‘Πριγκηπέσα’ του Σωκράτη Μάλαμα)

(‘Birth of Liquid Desires’ by Salvador Dali)

Κουτιά…

senecio-by-paul-klee.jpegΆναψε ένα αρωματικό stick και κάθισε δίπλα στο τζάκι, στην θέση της. Πήρε το πακέτο με τα τσιγάρα και άναψε ένα. Το σκέτο gin αναπαυόταν μέσα στο ποτήρι της, ακριβώς δίπλα από το δεξί της πόδι. Ήταν γυμνή, φορούσε μόνο το εσώρουχό της. Ένα δαντελένιο μωβ, που αγκάλιαζε όμορφα την περιφέρειά της. Από τα ηχεία του στερεοφωνικού, η φωνή της Αρβανιτάκη πλημμύριζε τον χώρο. Έκλεισε τα μάτια.

Κουτί 1…

Ο Πέτρος είχε φύγει από το σπίτι εδώ και περίπου ένα χρόνο. Απλά, όπως είχε έρθει. Δεν θα την χάλαγε ιδιαίτερα το γεγονός, αν δεν της είχε φερθεί όπως της φέρθηκε. Πάντα πίστευε ότι ο Πέτρος νοιαζόταν μόνο για τον εαυτό του, αλλά αυτό ξεπερνούσε κάθε όριο. Πίστευε ότι κάπου μέσα του, την αγαπούσε. Της απέδειξε, ότι ήταν τόσο μέσα του, που δεν μπορούσε να φανεί με τίποτα. Έκανε το λάθος να τον εμπιστευτεί, για μία ακόμη φορά, Όταν πήρε απόφαση να χωρίσουν, την πόνεσε τόσο όσο της πήρε να του ετοιμάσει την βαλίτσα του. Κάπου 2 ώρες και κάτι. Βαρύ το τίμημα του χωρισμού. Κουτί κλειστό.

Κουτί 2…

Χτύπησε το κινητό της. Απρόθυμα το σήκωσε χωρίς να κοιτάξει την αναγνώριση κλήσεων. Η κολλητή της, την καλούσε να βρεθούν σε ένα club να πιούν ένα ποτό, παρέα με κάποιους συναδέλφους της. Βρίσκοντας μια δικαιολογία, πιο πολύ για την παρέα της φίλης της παρά για την ίδια, αρνήθηκε και έκλεισε το τηλέφωνο. Η Αντιγόνη, η φίλη της, της είχε σταθεί καλύτερα και από αδερφή. Εκεί, κάθε φορά που την χρειάστηκε. Εκεί στον χωρισμό, εκεί στην μοναξιά, εκεί πάντα. Χωρίς παράπονο, χωρίς αντίρρηση. Καλή κοπέλα. Ένοιωθε να της γίνεται βάρος. Βαρύ το τίμημα της συμπόνιας. Κουτί κλειστό.

Κουτί 3…

Άνοιξε την τσάντα της, να πάρει το εφεδρικό πακέτο τσιγάρα που είχε πάντα μαζί της. Παρατήρησε ότι το πορτοφόλι της ήταν ανοικτό. Είδε την φωτογραφία της μητέρας της, που είχε μαζί της. Η γλυκιά της η μητέρα! Πάντα χαμογελαστή και ευγενική. Το στήριγμά της. Η φίλη της. Ο άνθρωπός της. Βέβαια, δεν επρόκειτο να της συγχωρήσει, το ότι έβλεπε και δεν μίλαγε. Από την άλλη, αν μίλαγε θα την άκουγε; ‘Γιατί δεν μίλαγες ρε μάνα’ της έλεγε συνέχεια, όποτε η συζήτηση ερχόταν γύρω από το γνωστό θέμα ‘Πέτρος’. ‘Και τι να έλεγα κορίτσι μου; Αφού δεν άκουγες, αφού ήσουν κολλημένη. Τι να πω;’ Δίκιο είχε. Βαρύ το τίμημα του κολλήματος. Κουτί κλειστό.

Κουτί 4…

‘Σε χρειάζομαι και
το καινούργιο παρκέ
με το πόδι πληγώνω…’

Σκυμμένο κεφάλι, τα χέρια δεμένα στην μέση, ξυπόλυτη, το πέλμα κόκκινο από την τριβή στο πάτωμα. Είναι δυνατόν ένα τραγούδι να αντιπροσωπεύει την αντίδρασή σου τόσο εύστοχα; Μπορεί. Γίνεται. Αντίδραση; Εκτόνωση. Πόνος. Κλάμα. Βαρύ το τίμημα της απελπισίας. Κουτί κλειστό.

Κουτί 5…

Λάθος χρόνος, λάθος άνθρωπος. Όχι ο δικός της. Ο δικός του. Απαντήσεις σε ερωτήματα άλλων είχε πάψει πια να δίνει. Αρκετά προβλήματα είχε η ίδια. Άλλο ένα στην πλάτη της δεν θα το άντεχε. Το ήθελε όμως. ‘Μην ψάχνεις να βρεις σε μένα τις απαντήσεις που ξέρεις ήδη’ του είπε εκείνο το βράδυ που την είχε αγκαλιά. Έφυγε. Μακριά; Δεν ήξερε. Τον άφησε, χωρίς να του ζητήσει τίποτα. Βαρύ το τίμημα του χρόνου. Κουτί ανοικτό.

Πάντα έβαζε την ζωή της σε κουτιά. Της άρεσε η νοικοκυροσύνη. Τα τακτοποιούσε σε θέσεις, σε στοίβες. Διαφανή, για να ξέρει το περιεχόμενο ανά πάσα στιγμή. Συμμόρφωση και διαμόρφωση. Την ενοχλούσαν τα ανοικτά κουτιά. Προσπαθούσε πάντα να τα έχει όλα κλειστά. Την ενοχλούσε ο ζωτικός αέρας που κατανάλωνε ένα ανοικτό κουτί. Προσπάθησε να κλείσει το κουτί του λάθος χρόνου. Δεν είχε αποφασίσει όμως, τι θα βάλει μέσα και τι θα αφήσει απ’ έξω. ‘Δεν πειράζει’ σκέφτηκε. ‘Εξάλλου, μπορώ να αναπνέω ημιτελώς για λίγο ακόμη’.

Πήρε άλλο ένα τσιγάρο. Το stick είχε τελειώσει. Άναψε άλλο ένα, με το ίδιο σπίρτο που είχε ανάψει άλλο ένα τσιγάρο. Το gin καλός σύντροφος τα βράδια, αλλά ο χρόνος πάντα αμείλικτος όταν δεν έχεις κλείσει τις συναλλαγές μαζί του…

(οι στίχοι ανήκουν στη Λίνα Νικολακοπούλου)

(‘Senecio’ by Paul Klee)

Αγάπη δίκοπη…

desir-accorde-by-david-graux.jpeg

Σου το ‘χω πει, σου το ‘χω πει
δεν είμαι ‘γώ για προκοπή
εγώ είμαι αγάπη δίκοπη
σου το ‘χω πει, σου το ‘χω πει…

Το τραγούδι σου, ακούς; Το τραγούδι σου. Μου τραγουδούσες αυτούς τους στίχους τόσο έντονα, τους ζούσες. Και δεν μπορούσα να το δω. Δεν ήθελα να το δω. Τους άκουγα. Ναι, τους άκουγα. Δεν ήμουν κουφή. Δεν είναι ότι δεν καταλάβαινα. Δεν ήθελα να καταλάβω. Ακούς; Όμως εσύ, τους τραγούδαγες. Άκουγα τους ήχους που έβγαιναν από το στόμα σου, από τα χείλη σου. Άκουγα τους ήχους που έβγαιναν από την ψυχή σου. Δεν τους πίστευα όμως. Όχι έλεγα. Δεν μπορεί να είναι αλήθεια. Ποιος, αυτός; Όχι ρε παιδιά. Δεν είναι έτσι όπως τα λέτε. Δεν ξέρω εγώ; Ναι, ήξερα. Δεν με πίστεψα όμως. Κάλυπτα. Κάλυπτα τα κενά μου με το μυαλό μου. Με την άρνηση του μυαλού μου να πιστέψει. Να πιστέψει το ένστικτό μου. Ένα ένστικτο που ποτέ δεν με είχε προδώσει. Όμως, με σένα, αποφάσισα να το βγάλω στην αχρηστία. Αποφάσισα να το αφήσω στην άκρη. Να γίνω μία άλλη. Ποιος, εγώ. Εγώ, με τις ιδέες τις στέρεες, με τις πεποιθήσεις τις ακράδαντες.

Και να πεις ότι δεν σε ρώτησα; Να πεις ότι δεν έψαξα για επιβεβαίωση μέσα από τα λεγόμενά σου, από τις σκέψεις σου; Άκου τους στίχους μου έλεγες και έκλεινες τα μάτια. Σήκωνες τα χέρια ψηλά και τα κατέβαζες με ορμή στα σημεία που σε σημάδευαν, στα σημεία του τραγουδιού που πίστευε το μυαλό σου ότι γράφηκαν για σένα. Έβλεπα τις κινήσεις του σώματός σου, την έκσταση του κορμιού σου και έμενα απαθής. Για μία ακόμη φορά. Πίστευα ότι ζούσες κάτι που θα ήθελες να ήσουν και όχι κάτι που ήσουν. Δεν πίστευα ότι δεν έπρεπε να σε πιστέψω.

Και σ’ αγάπησα. Και σου δώθηκα. Ολοκληρωτικά; Δεν ξέρω το ‘ολοκληρωτικά’. Δεν μπορώ να πω ‘ολοκληρωτικά’. Μπορώ να πω το ‘μέχρι εκεί που ήξερα’. Μπορώ να πω το ‘μέχρι τα όριά μου’. Και τα πάτησες. Και τα ξεπέρασες. Και τα ξεπέρασα. Και δεν το άντεξα. Και δεν μπόρεσα να τα μαζέψω. Και με άφησες σε συντρίμια. Στα συντρίμια του εαυτού μου. Ενός εαυτού μόνου. Με μία μοναξιά αβάσταχτη. Να σε θέλω, να μην σε έχω. Μοναξιά. Αβάσταχτη.

Έφυγες. Όπως είχες έρθει πριν από τρία χρόνια. Με ορμή. Με θόρυβο. Χωρίς να υπολογίσεις τίποτα. Μόνο εσένα. Σαν ‘αγάπη δίκοπη’, σαν ‘δεν είμαι εγώ για προκοπή’. Πόσο λάθος έκανα. Και δεν ήθελα να το παραδεχτώ. Δεν ήθελα να το πω παραέξω και σταφούν όλοι εναντίον μου. Και πουν αυτή την ατάκα που με σκοτώνει όποτε την ακούω. ‘Σου τα ‘λεγα εγώ, αλλά εσύ ήσουν αλλού’. Αγάπησα. Έχασα την αυτοσυγκέντρωση και την αυτοκυριαρχία μου. Και έμεινα χωρίς αυτοσυγκέντρωση. Χωρίς αυτοκυριαρχία. Έμεινα άδεια, κενή. Χωρίς τίποτα. Ούτε εσένα. Πόσο μου λείπεις να ‘ξερες. Ή μάλλον, πόσο άδεια νοιώθω χωρίς εσένα. Αλήθεια, το ξέρεις; Δεν θέλω να πιστέψω ότι το ξέρεις και δεν κάνεις τίποτα. Δεν θέλω να πιστέψω ότι ξέρεις την ανάγκη μου για σένα και δεν κάνεις τίποτα. Δεν θα το αντέξω. Καλύτερα να παραμυθιάζω τον εαυτό μου, για μία ακόμη φορά, παρά να πιστέψω το αυτονόητο. Ότι είσαι αλλού. Ότι είσαι μακρυά.

Το μόνο που μου έχει μείνει από σένα, είναι κάποιοι ήχοι στο τηλέφωνο. Η φωνή σου, όταν απαντάς τις κλήσεις που σου κάνω και δεν μιλάω. Με έχεις καταλάβει έτσι; Το ξέρω. Και γι’ αυτό συνεχίζω. Και γι’ αυτό δέχομαι να ταπεινώνομαι. Να πέφτω τόσο χαμηλά για να μπορώ να σηκώνομαι. Να έχω την ψευδαίσθηση της ανάτασης από το πάτο που έχω πιάσει.

Σε θυμάμαι να σηκώνεις τα χέρια ψηλά και να τα κατεβάζεις με ορμή. Τότε στον αέρα. Τώρα στην ψυχή μου, στην καρδιά μου. Δίκοπη καρδιά. Έτσι είμαι τώρα. Με έκανες σαν εσένα. Με καρδιά δίκοπη, με χωρίς προκοπή. Σου αξίζουν συγχαρητήρια. Αγάπησα εσένα και έμεινα με ένα τραγούδι. Καλή συναλλαγή, αλλά δεν ήμουν έτοιμη.

(οι στίχοι εισαγωγής ανήκουν στον Αντώνη Παπαϊωάννου)

(‘Desir accorde’ by David Graux)

Γαμήλιος χορός…

black-tie-affair-ii-by-karen-dupre.jpegΟι ήχοι από την σύγκρουση των ασημένιων μαχαιροπήρουνων με τα χείλη των κολονάτων ποτηριών, κατέκλυσαν τον χώρο. Η παραίνεση στο νιόπαντρο ζευγάρι να σηκωθεί να χορέψει, δεν άργησε να πάρει σάρκα και οστά. Μπροστά ο γαμπρός και πίσω η νύφη, πιασμένοι χέρι-χέρι προχώρησαν προς το κέντρο της αυτοσχέδιας πίστας. Κοιτάχτηκαν για λίγο στα μάτια, γέλασαν και αγκαλιάστηκαν. Ο ήχος από το αγαπημένο τους τραγούδι, ήρθε να καλύψει κάθε άλλον και τα δύο κορμιά, ενωμένα σαν ένα, λικνίστηκαν στον ρυθμό του.

Εσύ,
μοιάζεις με πανέμορφο λουλούδι στη γη,
είσαι μες στην έρημο αστείρευτη πηγή,
εσύ, μόνο εσύ.

Εσύ,
μοιάζεις με τον ήλιο στο γαλάζιο ουρανό,
λαμπερό αστέρι στο γλυκό το δειλινό,
εσύ, μόνο εσύ.

Ο γαμπρός, κοιτάζει στα μάτια την νύφη. Σκύβει και της ψιθυρίζει κάτι στο αυτί. Εκείνη γελάει και κλείνει τα μάτια της. Φαίνεται ευτυχισμένη, είναι ευτυχισμένη. Γέρνει περισσότερο στην αγκαλιά του άντρα της.

Θα σ’ αγαπώ,
ώσπου να γίνω εγώ εσύ, κι εσύ εγώ,
κι ώσπου το μέλλον, το παρόν, το παρελθόν,
γίνουν εσύ, κι εσύ εγώ,
εγώ θα σ’ αγαπώ.

Από τα μάτια του πατέρα του γαμπρού, κυλάει ένα δάκρυ. Οι συγγενείς καταλαβαίνουν αμέσως. Κλαίει για την μοναξιά του. Στο τέλος της βραδιάς, θα αφιερώσει στην αγαπημένη του σύζυγο, την Νίκη του, το ‘Άστρα μη με μαλώνετε’. Η πεποίθηση ότι τους έβλεπε από εκεί που βρισκόταν, ήταν διάχυτη στο χώρο.

Εσύ,
μοιάζεις καλοκαίρι στης ζωής τη χειμωνιά,
μια ζεστή ελπίδα στης καρδιάς τη παγωνιά,
εσύ, μόνο εσύ.

Εσύ,
μοιάζεις λαμπερή δροσοσταλιά στο πρωινό,
άρωμα φερμένο από τόπο μακρινό,
εσύ, μόνο εσύ.

Το τραγούδι φτάνει στο τέλος του. Τα δύο κορμιά δεν θέλουν να χωρίσουν. Θέλουν να συνεχίσουν να είναι ενωμένα, σαν ένα. Είναι ευτυχισμένοι, γελάνε, χαίρονται. Ζουν. Ένας ξάδελφος του γαμπρού, σε μία άκρη ενός τραπεζιού, τους κοιτάει και χαίρεται με την ευτυχία τους. Κάποτε, πριν από 10 περίπου χρόνια, ζούσε αντίστοιχες στιγμές. Τα δύο αυτά κορμιά, τα δύο αυτά παιδιά, του θύμισαν όρκους και υποσχέσεις. Όρκους και υποσχέσεις που έμειναν ξεχασμένα σε έναν αντίστοιχο χορό, ένα ζεστό βράδυ Σεπτεμβρίου. Γέλασε ή έκλαψε, δεν ξέρει. Απλά, χειροκρότησε με την ψυχή του.

Θα σ’ αγαπώ,
ώσπου να γίνω εγώ εσύ, κι εσύ εγώ,
κι ώσπου το μέλλον, το παρόν, το παρελθόν
γίνουν εσύ, κι εσύ εγώ,
εγώ θα σ’ αγαπώ.

Γιάννη μου και Αγγελική μου, να ζήσετε. Να είστε πάντα καλά. Κάθε ευτυχία στην κοινή σας ζωή.
Ο ξάδερφός σας, Γιώργος

(‘Black tie affair II’ by Karen Dupre)

Lady d’Arbanville…

Γράψε έναν ύμνο. Έναν ύμνο για την γυναίκα που έχεις δίπλα σου. Την κοιτάς. Την παρατηρείς. Την ξέρεις; Την γνωρίζεις, δεν την ξέρεις. Αν δεν σου ανοιχθεί η ίδια, απλά την γνωρίζεις. Πόσοι δεν έχουν περάσει μία ζωή δίπλα σε μία γυναίκα και απλά την γνώρισαν;

Είναι εκεί. Δίπλα σου. Το εξεταστικό βλέμμα σου, την ψάχνει. Ψάχνει κάθε πτυχή του κορμιού της. Κάθε βαθούλωμα, κάθε ύψωμα. Αναρωτιέσαι, είναι δική μου; Την ακουμπάς, την αγγίζεις. Ναι, δική μου είναι. Είναι; Ποτέ δεν ξέρεις. Πάντα στην αμφιβολία. Μα, μου λέει ότι είναι δική μου, απαντάς. Ε, και; Πάντα υπάρχει ένα ‘ε, και’ μέσα στο μυαλό σου, να σου τινάζει τις βεβαιότητες στον αέρα. Και ψάχνεις, και ψάχνεσαι.

Γράψε έναν ύμνο. Σαν αυτόν που ακολουθεί. Και τραγούδησέ τον, σαν να κάνεις έρωτα σε κείνη που τον αφιερώνεις. Που ξέρεις; Η Ιστορία απέδειξε ότι κάθε αληθινό, μένει για πάντα. Έτσι και ‘συ. Κέρδισε μία αιωνιότητα μιλώντας γι’ αυτό που καίει την ψυχή σου, γι’ αυτό που ξεριζώνει τα σωθικά σου. Μίλα για εκείνη. Μπορεί και να σε ακούσει. Κι’ αν δεν σε ακούσει, θα υπάρξουν κάποιοι που θα ζηλέψουν τον ύμνο σου και θα γράψουν γι’ αυτόν κάποτε.

Όπως κάνω τώρα εγώ. Όπως θα ήθελα να τον γράψω κι εγώ…

I loved you my lady, though in your grave you lie,
I’ll always by with you
This rose will never die, this rose will never die.

Κάπως έτσι, μπορεί να σκέφτηκε ο Cat Stevens, βλέποντας το θλιμμένο πρόσωπο της Patti d’ Arbanville. Κι’ έτσι πέρασε στην Ιστορία. Ακούστε την φωνή του, που τραγουδάει, λες και κάνει έρωτα στην μούσα του…

Για σένα εγεννήθηκε, στον κόσμο το κορμί μου…

romeo-and-juliet-by-sir-dicksee.jpegΛόγια, δεν ξέρω να λέω πολλά. Ίσως γιατί, ποτέ δεν χρειάστηκε. Τα μάτια μου έλεγαν πάντα, περισσότερα απ’ ότι έπρεπε. Μιλούσαν κατευθείαν από την καρδιά μου. Και ήσουν εκεί, με μάτια ορθάνοιχτα και λαμπερά, ‘σαν δυό σταγόνες αίμα’, να διαβάζεις κάθε λέξη που έβλεπες. Δεν θα μπορούσαν ποτέ, τα δικά σου μάτια να διαβάσουν λάθος. Δεν θα μπορούσε ποτέ το δικό σου μυαλό, να καταλάβει λάθος. Εσύ, τα καταλαβαίνεις όλα. Εσύ μπορείς να καταλάβεις εμένα. Εξάλλου, δεν χρειάστηκε ποτέ να σου πω πολλά. Το μόνο που χρειάστηκε να σου πω, είναι να με κοιτάς στα μάτια.

Και πως αλήθεια να μάθω να λέω, να λέω πολλά, να μάθω να μιλάω; Πως θα μπορούσα να μιλήσω εκείνες τις ώρες; Τις ώρες εκείνες, που τα σώματα έρχονταν κοντά. Όταν οι ανάσες, αντικριστά η μία στην άλλη, λέγανε τόσα πολλά λόγια αγάπης και πάθους, που έκαναν κάθε ήχο ν’ ακούγεται βοή. Τα χέρια μου χάιδευαν με θάρρος και πάθος το κορμί σου. Το έκαναν να ριγεί. Να σπαρταράει σαν το νεογνό που γεννιέται από την κοιλιά της μάνας του και ψάχνει να πάρει την πρώτη ανάσα. Κι’ όταν την παίρνει, να καίγεται από το οξυγόνο που μπαίνει στα στήθη του.

Λόγια, δεν ξέρω να λέω πολλά. Η ανάγκη χάνεται, όταν κλείνω τα μάτια και σε σκέφτομαι. Όταν τ’ ανοίγω και αντικρίζω το πρόσωπό σου. Όταν μυρίζω την ευωδιά σου και πλημμυρίζει η ψυχή μου με τα αρώματά σου. Αχ, πως μυρίζεις καλή μου! Σαν κανέλλα, γλυκιά και εξωτική. Σαν βανίλια, ερωτική και επιθυμητή. Η όσφρησή μου, αναγνωρίζει τις αποχρώσεις των αρωμάτων σου. Δίνει σε καθεμιά τους και ένα όνομα. Τις ονομάζει: παρουσία, έρωτα, επιθυμία, απόφαση, παράδοση.

Λόγια, δεν ξέρω να λέω πολλά. Αλλά, ακόμη κι’ αν ήξερα να πω, ποτέ δεν θα ήθελα ο ήχος τους να παραμορφώσει την μορφή σου. Μια μορφή λατρεμένη, αγαπημένη, μέσα στα βαθύτερα σημεία του ‘είναι’ μου. Εκεί, που φυλάω τα πιο βαθειά μου μυστικά και τους πιο κρυφούς μου στοχασμούς. Εκεί που φυλάω τους θησαυρούς μου, αυτούς που θα πάρω μαζί μου στο μεγάλο μου ταξίδι.

Και ένα έχω να σου πω, σαν άλλος Ερωτόκριτος:
‘Για σένα εγεννήθηκε, στον κόσμο το κορμί μου’…

Υ.γ. το παραπάνω κείμενο ‘γεννήθηκε’ μέσα στην καρδιά μου, ακούγοντας έναν μεγάλο Κρητίκαρο, να τραγουδάει το ‘Παραμύθι του Ερωτόκριτου’ από το ομώνυμο ποιητικό έργο ‘Ερωτόκριτος’ του Βιτσέντζου Κορνάρου. Ο μεγάλος αυτός Κρητίκαρος, ακούει στο όνομα Γιάννης Χαρούλης. Ακούστε τον και ‘σεις, εδώ δίπλα. Η ηχογράφηση αυτή, υπάρχει στο συνοδευτικό cd του τελευταίου τεύχους του περιοδικού ‘Δίφωνο’. Χάρισμά σας…

(‘Romeo and Juliet’ by Sir Dicksee)

Γυναίκα ταραντούλα…

tarantula-by-aj-lia.jpegΈνα ακόμη άκουσμα τραγουδιού. Μία ακόμη συγκινησιακή φόρτιση, που με οδήγησε να γράψω το κείμενο που ακολουθεί. Να μπλέξω εικόνες και ήχους. Στίχους και προσωπικές σκέψεις. Στην κρίση σας αφήνομαι…

– Είσαι εδώ;
– Σε μένα μιλάς;
– Ναι, σε σένα.
– Εδώ είμαι, δεν με βλέπεις;
– Σε έχασα προς στιγμή.
– Εδώ ήμουν πάντα.
– Μπορεί να ήσουν εδώ, αλλά έκανες ανεπαίσθητη παρουσία. Σχεδόν, χαμένος.
– Σε άφησα να λειτουργήσεις μόνος σου.
– Και δεν λειτούργησα;
– Εσύ θα μου πεις;

Μια μέρα ήρθε στο χωριό γυναίκα ταραντούλα
κι όλοι τρέξαν να τη δουν.
άλλος της πέταξε ψωμί
κι άλλοι της ρίξαν πέτρα
απ’ την ασχήμια να σωθούν.

Κι ένα παιδί της χάρισε ένα κόκκινο λουλούδι,
ένα παιδί
Ένα παιδί της ζήτησε να πει ένα τραγούδι,
ένα παιδί

– Όλα πήγαν καλά. Και εντός και εκτός.
– Το πιστεύεις αυτό;
– Ναι.
– Εντάξει τότε. Δεν θα φέρω αντιρρήσεις.
– Έχεις αντιρρήσεις;
– Ναι.
– Πες τις τότε, τι περιμένεις;

Κι είπε ποτέ σου μην τους πεις
τι άσχημοι που μοιάζουν,
αυτοί που σε σιχαίνονται
μα στέκουν και κοιτάζουν.

Κι είπε ποτέ σου μην κοιτάς
τον άλλον μες τα μάτια,
γιατί καθρέφτης γίνεσαι
κι όλοι σε σπαν’ κομμάτια.

– Και που θα τις πω, τι θα καταλάβεις; Έτσι κι’ αλλιώς, κάνεις πάντα του κεφαλιού σου. Δεν σκέφτεσαι.
– Όχι. Θα τις πεις. Να ξέρω.
– Τις ξέρεις πολύ καλύτερα από εμένα. Αφού, εσύ είμαι εγώ και ‘γώ είμαι εσύ.
– Τότε γιατί μου μιλάς έτσι;
– Προσπαθώ να σε αφυπνίσω.
– Από τι;
– Από σένα.
– Από μένα;

Μια μέρα ήρθε στο χωριό
άγγελος πληγωμένος.
Τον φέρανε σε ένα κλουβί
κι έκοβε εισιτήριο ο κόσμος αγριεμένος,
την ομορφιά του για να δει.

Κι ένα παιδί σαν δάκρυ ωραίο αγγελούδι,
ένα παιδί
Ένα παιδί του ζήτησε να πει ένα τραγούδι,
ένα παιδί

– Ναι. Δεν το βλέπεις; Είσαι ικανός και για το καλύτερο και για το χειρότερο. Δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.
– Είμαι διπρόσωπος;
– Όχι διπρόσωπος. Δισυπόστατος θα έλεγα.
– Και τότε, γιατί δεν βοηθάς να διορθώσω την άσχημη πλευρά μου και να κάνω πάντα το σωστό. Να είμαι πάντα σωστός.
– Δεν είναι θέμα διόρθωσης. Είναι θέμα επιλογής. Πρέπει να επιλέγεις το σωστό και όχι να είναι μονόδρομος. Τότε μιλάμε για ολοκληρωμένη προσωπικότητα.

Κι είπε αν θέλεις να σωθείς
από την ομορφιά σου,
πάρε τσεκούρι και σπαθί
και κόψε τα φτερά σου.

Κι είπε ποτέ σου μην κοιτάς
τον άλλο μες τα μάτια,
γιατί καθρέφτης γίνεσαι
κι όλοι σε σπαν’ κομμάτια.

– Θα προτιμούσα τον μονόδρομο.
– Ο μονόδρομος δεν χαρίζει συγκινήσεις. Κάθε άλλο. Η επιλογή της διαδρομής χαρίζει την ολοκλήρωση.
– Και μπορώ να επιλέγω διαδρομή;
– Μπορείς. Αρκεί να το θέλεις.

(οι στίχοι που μπλέκονται, είναι του Αλκίνοου, από τον ‘Καθρέφτη’)

(‘Tarantula’ by Aj Lia)