Μ. Πέμπτη…

christ-of-saint-john-of-the-cross-by-salvador-dali.jpegΠού το πάνε το παιδί χελιδόνι σε κλουβί
πού το πάνε το παιδί και κανείς δεν το ‘χει δει
πού το παν το παλικάρι κάθε νύχτα με φεγγάρι
πού το πάνε τι του λένε και τ’ αδέρφια του το κλαίνε

‘Σήμερον κρεμάται επί ξύλου, ο εν ύδασι την γην κρεμάσας’

Στης ψυχής μου τον καθρέφτη ίσκιος άρχισε να πέφτει
ίδια η μοίρα που με φέρνει ίδια η μοίρα που με παίρνει

Με κοιτάνε κάθε αυγή και τα μάτια τους πληγή
με κοιτάνε κάθε αυγή και τα λόγια τους κραυγή
με κοιτάνε με κοιτάνε και τα μαύρα τους φοράνε
κι ένας παραπέρα στέκει και κρατάει αστροπελέκι

‘Ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου Τέκνον, πού έδυ σου το κάλλος;’

Στης ψυχής μου τον καθρέφτη ίσκιος άρχισε να πέφτει
ίδια η μοίρα που με φέρνει ίδια η μοίρα που με παίρνει

Πού το πάνε το παιδί χελιδόνι σε κλουβί
πού το πάνε το παιδί και κανείς δεν το ‘χει δει

(οι υπέροχοι στίχοι ανήκουν στον κορυφαίο, Νίκο Γκάτσο)

(‘Christ of Saint John of the Cross’ by Salvador Dali)

Ένα ήσυχο βράδυ…

ma-femme-nue-regardant-son-porpe-corps-by-salvador-dali.jpegΞάπλωσε στον καναπέ και πήρε το tele-control στο χέρι…
Άναψε την τηλεόραση…
Ξεκίνησε την περιπλάνησή της από το αγαπημένο της τηλεοπτικό σταθμό…
Δεν βρήκε τίποτε να την ικανοποιεί και την έκλεισε…
‘Πάλι αηδίες έχουν. Απορώ ποιος τα παρακολουθεί’ μουρμούρισε και έκανε μια γκριμάτσα απέχθειας…
Σηκώθηκε και έβαλε ραδιόφωνο…
Άφησε την βελόνα του ραδιοφώνου σε ένα σταθμό με easy listening μουσική και επέστρεψε στη θέση της…
Τα πόδια της την πονούσαν…
‘Τι να σου κάνουν και αυτά τα καημένα. Τόση ώρα ορθοστασία και τρέξιμο, κλατάρουν κάποια στιγμή’ προσπάθησε να δικαιολογήσει στον εαυτό της τα πονεμένα μέλη της…
Πήρε ένα βιβλίο από τον σωρό με τα αδιάβαστα βιβλία που είχε δίπλα της και βάλθηκε να το διαβάζει…
Δεν άργησε να το επανατοποθετήσει στην ίδια θέση, πάνω στον ίδιο σωρό…
‘Δεν έχω φεγγάρι σήμερα για διάβασμα’ απολογήθηκε…
Έκλεισε τα μάτια και αφουγκράστηκε την αναπνοή της, καθώς ο σταθμός του ραδιοφώνου έπαιζε ένα τραγούδι του Barry White…

You are my first, the last, my everything

Σιγοψιθύρισε τα λόγια του τραγουδιού και κούνησε το, πονεμένο κατά τα άλλα, κορμί της στο ρυθμό του κομματιού…
Τα μάτια κλειστά και το κορμί λικνιζόμενο πάνω στον καναπέ…
Το τραγούδι ολοκληρώθηκε…
Γι’ αυτήν όμως, συνεχιζόταν…
Άνοιξε τα μάτια, σηκώθηκε και κατευθύνθηκε στο ψυγείο…
Πήρε από μέσα το μπουκάλι με το λευκό κρασί και γέμισε με το περιεχόμενό του, ένα κρασοπότηρο…
Κατευθύνθηκε προς το ραδιόφωνο και άλλαξε σταθμό…
Ρύθμισε τη συχνότητα σε ένα σταθμό με Ελληνικά Λαϊκά τραγούδια…
‘Άμα είναι να τα πιούμε και να τον κλάψουμε, ας το κάνουμε με το σωστό παραδοσιακό τρόπο’ απολογήθηκε για μία ακόμη φορά στον εαυτό της…
Ήπιε μια γουλιά και σκέφτηκε τον πρώην σύντροφό της…
‘Καλό παιδί, αλλά άτολμο’ παραδέχτηκε και μία στυφή γεύση κατέκλυσε τη στοματική της κοιλότητα…
‘Τελικά’ σκέφτηκε, ‘όλοι τους ήταν άτολμοι. Κλεισμένοι στο καβούκι της καλοπέρασής τους. Κανένας δεν νοιάστηκε για κάτι παραπάνω. Ότι φάμε, ότι πιούμε κι ότι αρπάξει ο … μας’…
Η τελευταία γουλιά του κρασιού, την βρήκε να αναθεματίζει τους άντρες της ζωής της…
Σηκώθηκε και πρόσθεσε κρασί στο ποτήρι…
Η Ελευθερία τραγούδαγε σε ζωντανή εκτέλεση…

Χίλιες βραδιές

‘Τα πιάσαμε τα λεφτά μας τώρα’…
Το ποτήρι σηκώθηκε στο ύψος του ώμου…
Πρόποση στον αθεράπευτα ρομαντικό εαυτό της…
Μονορούφι το υγρό κύλησε στο λαιμό της…
‘Ώπα’…
Το ποτήρι, σαν ιπτάμενο αντικείμενο γνωστής προέλευσης, τινάχτηκε στον τοίχο που βρισκόταν απέναντί της…
Η πρόσκρουση, έδωσε νικητή τον τοίχο…
Οι αντοχές του ποτηριού, γυάλινες…
Σαν τις σχέσεις της…
Ο ήχος της σύγκρουσης, οξύς και μονοκόμματος…
Σαν τις σχέσεις της…
Τα κομμάτια του, θα τα μάζευε την επόμενη ημέρα…
Με σκούπα και φαράσι…
Ούτε καν με τα χέρια…
Σαν τις σχέσεις της…
Πήρε άλλο ποτήρι…
Ευτυχώς, το κρασί δεν είχε τελειώσει…
Σειρά του Γεράσιμου Ανδρεάτου…

Ο γκρεμός

‘Πέσαμε και δεν το καταλάβαμε. Τ’ ακούς καλή μου. Πέσαμε και δεν το καταλάβαμε’…
Το ποτήρι αφήνεται στο τραπέζι, να κάνει παρέα στο μπουκάλι…
Τα χέρια στο κεφάλι, να σφίγγουν τα μαλλιά…
Μετά, ν’ ανοίγουν…
Να εκτινάσσονται…
Κέντρο το σώμα της, ακτίνες τα χέρια, κύκλος οριοθετημένος από την περιστροφή της γύρω από τον άξονά της…
‘Ώπα’…
Κάθεται…
Παίρνει το ποτήρι…
Πίνει…
Ανάμικτα υγρά…
Δάκρυα, ρινικές εκκρίσεις, κρασί…
Δεν θέλει να σκουπιστεί…
‘Ή τον κλαίμε σωστά ή όχι’…
Ένα πνιχτό γέλιο βγαίνει από τα έγκατα της καρδιάς της…
‘Αλήθεια, τι κλαίω; Αυτόν ή εμένα; Αυτούς ή εμένα; Δόθηκα, αφέθηκα, προσπάθησα και τι κατάλαβα; Μήπως αντιλήφθηκε κανένας;’…

Γεννήθηκα για να πονώ

‘Πες τα ρε Μαρίκα. Μήπως και καταλάβω στο τέλος τη ζωή μου. Πες τα’…
Το ποτήρι άδειασε, για μία ακόμη φορά…

(‘Ma Femme nue regardant son porpe corps’ by Salvador Dali)

Το μαχαίρι…

orange-sword-by-ruth-palmer.jpegΗ κραυγή που έβγαλε, ανήγγειλε τον ερχομό του…
Οι Μοίρες στο προσκεφάλι του, να τον μοιράνουν…
Του έδωσαν χάρες, του έδωσαν πνοή…
Χαρακτήρα και χαρακτηριστικά…
Όλα εκεί…
Σε κοινή θέα…

Απάνω μου έχω πάντοτε στη ζώνη μου σφιγμένο
ένα παλιό αφρικάνικο ατσάλινο μαχαίρι
-όπως αυτά που συνηθούν και παίζουν οι αραπάδες-
που από έναν γέρο έμπορο αγόρασα στ’ Αλγέρι.

Αναθράφηκε, από οικογένεια δεμένη…
Η μάνα που τον βύζαξε, του στέριωσε τα δώρα από τις Μοίρες…

Θυμάμαι, ως τώρα να ‘τανε, το γέρο παλαιοπώλη,
όπου έμοιαζε με μια παλιά ελαιογραφία του Γκόγια,
ορθόν πλάι σε μακριά σπαθιά και σε στολές σχισμένες,
να λέει με μια βραχνή φωνή τα παρακάτου λόγια:

Τα χρόνια πέρναγαν…
Η ζωή του, περπατήθηκε…
Αυτός, τα ένοιωσε όλα…
Δεν άφησε να του ξεφύγει τίποτα…
Τον χαρακτήρα του, τον διαμόρφωσε από τις πράξεις του…
Εκεί…
Σε κοινή θέα…

«Ετούτο το μαχαίρι, εδώ, που θέλεις ν’ αγοράσεις
με ιστορίες αλλόκοτες ο θρύλος το ‘χει ζώσει,
κι όλοι το ξέρουν πως αυτοί που κάποια φορά το ‘χαν,
καθένας κάποιον άνθρωπο δικό του έχει σκοτώσει.

Ο Δον Μπαζίλιο σκότωσε μ’ αυτό τη Δόνα Τζούλια,
την όμορφη γυναίκα του γιατί τον απατούσε.
ο Κόντε Αντόνιο, μια βραδιά, τον δύστυχο αδελφό του
με το μαχαίρι τούτο εδώ κρυφά δολοφονούσε.

Ένας αράπης τη μικρή ερωμένη του από ζήλεια
και κάποιος ναύτης Ιταλός ένα Γραικό λοστρόμο.
Χέρι με χέρι ξέπεσε και στα δικά μου χέρια.
Πολλά έχουν δει τα μάτια μου, μα αυτό μου φέρνει τρόμο.

Σκύψε και δες το, μια άγκυρα κι ένα οικόσημο έχει,
είναι αλαφρύ για πιάσε το δεν πάει ούτε ένα κουάρτο,
μα εγώ θα σε συμβούλευα κάτι άλλο ν’ αγοράσεις.»
-Πόσο έχει; – Μόνο φράγκα εφτά. Αφού το θέλεις πάρ΄ το.

Έμαθε από τα φτιαξίματα και από τα χαλάσματα…
Από τότε, περπατάει όρθιος…
Παρέα με τον χαρακτήρα του…
Παρέα με τη ζωή του…
Παράσημο και στόλισμα…

Ένα στιλέτο έχω μικρό στη ζώνη μου σφιγμένο,
που η ιδιοτροπία μ’ έκαμε και το ‘καμα δικό μου,
κι αφού κανένα δε μισώ στον κόσμο να σκοτώσω,
φοβάμαι μη καμιά φορά το στρέψω στον εαυτό μου…

(Η ιδέα του παραπάνω, δόθηκε ακούγοντας ‘Το μαχαίρι’ του Νίκου Καββαδία. Ελπίζω, ο μεγάλος ποιητής να συγχωρήσει το ‘ατόπημά’ μου)

(‘Orange Sword’ by Ruth Palmer)

Επίρρημα μη τετελεσμένο…


Πήρε το cd από το σωρό που είχε δίπλα στο στερεοφωνικό…
Το άνοιξε και το τοποθέτησε στη σχισμή…
Ήχος μηχανικός…
Ξεκίνημα αργόσυρτο…
‘Σαν δυο τρένα που ανταμώσαν ένα βράδυ’…
Η βραχνή φωνή του Στράτου…
‘Α, ρε Στράτο. Έφυγες και ‘συ νωρίς’ ψέλλισε και πήρε το μπουκάλι της βότκας…
Παγάκια, λεμόνι στιφτό, βότκα…
Γουλιά…
Κάψιμο…
Επωδός…
‘Όλοι οι καλοί φεύγουν νωρίς. Α, ρε κόσμε άδικε. Α, ρε κόσμε εγωιστή’…
Άνοιξε το παράθυρο…
Η νύχτα έξω φεγγοβολούσε…
Αεράκι κρύο εισχώρησε στου μυαλού του τον δαίδαλο…
Δεν πτοήθηκε…
Κι’ άλλη γουλιά…
Τσιγάρο…
Ρουφηξιά…
Εισπνοή και εκπνοή εκπαιδευμένη…
‘Μόνος στο πουθενά κι’ απόψε άγγελέ μου’…
Εισπνοή και εκπνοή…
Γουλιά…
Γύρισε στην φωτογραφία της…
Του γελούσε…
Της γέλασε…
Θυμήθηκε…
Κική Δημουλά…
‘Ανοίγω τα παράθυρα της φωτογραφίας ν’ αεριστεί. Έμεινε καιρό κλεισμένη, όπως πολλά εξοχικά παρελθόντα’…
Έσκυψε και προσκύνησε την φωτογραφία…
Έστρεψε βλέμμα και νου στον ουρανό…
Είδε ένα αστέρι να πέφτει…
Δεν έκανε ευχή…
Είχε πάψει από καιρό να εύχεται κάτι…
Δεν του έβγαινε…
Χαλιόταν…
Το σταμάτησε…
Φύσηξε αεράκι…
Πάλι…
Σκέφτηκε να κλείσει το παράθυρο…
Φοβήθηκε μην του κρυώσει, έτσι ελαφρά που ήταν ντυμένη στην φωτογραφία…
Την κοίταξε και του έγνεψε ότι δεν κρύωνε…
‘Βρέχει φωτιά στην στράτα μου’…
Σήκωσε τα χέρια στον ουρανό…
Σαν προσευχή…
Σαν παράκληση…
Τα τέντωσε…
Σταυρώθηκε νοερά και χόρεψε…
Εκστατικά…
Χόρευε για ‘κείνη, σαν να ήταν πανταχού παρούσα με την απουσία της…
Θυμήθηκε…
Γιάννη Ευσταθιάδη…
‘Σ’ αγαπώ σαν επίρρημα που ποτέ δεν είναι τετελεσμένο… Υπάρχεις πανταχού απών, σε όλα τα φθινόπωρα που ξαναρχίζουν ίδια’…
Φύσηξε αεράκι…
Έκλεισε το παράθυρο…
Έκατσε απέναντί της και τελείωσε την βότκα του…
Το πρωί τον βρήκε στην ίδια θέση…

(‘Starry Night’ by Jeremy Wolff)

Στο Χάραμα…


Η Κα Λίτσα Διαμάντη θα τραγουδάει:
‘Νύχτα στάσου,
Νύχτα στάσου μια στιγμή…’

Η Κα Πίτσα Παπαδοπούλου θα τραγουδάει:
‘Που πάει η αγάπη όταν φεύγει,
Γίνεται σύννεφο ή πεθαίνει…’

Η Κα Λένα Αλκαίου θα τραγουδάει:
‘Εκεί που όλα είχαν χαθεί,
Είσαι για μένα η στροφή…’

Και ‘συ θα γέρνεις στον ώμο μου και θα τα ψιθυρίζεις στο αυτί μου…
Και εκεί, θα μας βρει το Χάραμα

(‘Jazz City II’ by Unknown Artist)

Χαρισμένο…

Ανεμολόγιο

Έβγαλε βρώμα η ιστορία ότι ξοφλήσαμε
είμαστε λέει το παρατράγουδο στα ωραία άσματα
και επιτέλους σκασμός οι ρήτορες πολύ μιλήσαμε
στο εξής θα παίζουμε σ’ αυτό το θίασο μόνο ως φαντάσματα

Κάτω οι σημαίες στις λεωφόρους που παρελάσαμε
άλλαξαν λέει τ’ ανεμολόγια και οι ορίζοντες
μας κάνουν χάρη που μας ανέχονται και που γελάσαμε
τώρα δημόσια θα έχουν μικρόφωνο μόνο οι γνωρίζοντες

Βγήκαν δελτία και επισήμως ανακοινώθηκε
είμαστε λάθος μες το κεφάλαιο του λάθος λήμματος
ο σάπιος κόσμος εκεί που σάπιζε ξανατονώθηκε
κι οι εξεγέρσεις μας είναι εν γένει εκτός του κλίματος

Δήλωσε η τσούλα η ιστορία ότι γεράσαμε
τις εμμονές μας περισυλλέγουνε τα σκουπιδιάρικα
όνειρα ξένα ράκη αλλότρια ζητωκραυγάσαμε
και τώρα εισπράττουμε απ’ την εξέδρα μας βροχή δεκάρικα

Ξέσκισε η πόρνη η ιστορία αρχαία οράματα
τώρα για σέρβις μας ξαποστέλνει και για χαμόμηλο
την παρθενιά της επανορθώσαμε σφιχτά με ράμματα
την κουβαλήσαμε και μας κουβάλησε στον ανεμόμυλο

Χαρισμένο στους ανθρώπους, που βίωσαν την ‘ιδεολογία’ και δεν την έκαναν καραμέλα στα χείλη, για να μπορούν να εντυπωσιάσουν ή να ‘ρίξουν’ γυναίκα…
Χαρισμένο στους ανθρώπους, που η ζωή τους έκανε μάρτυρες…
Χαρισμένο στους ανθρώπους, που πάλεψαν για ένα διαφορετικό μέλλον, πετυχαίνοντας ή όχι…
Χαρισμένο στους ανθρώπους, που πιστεύουν ότι η Ιστορία μπορεί να είναι τσούλα, αλλά πάλεψαν να γραφτούν στα κουρέλια της…
Χαρισμένο απλά…
Στους Ανθρώπους…

(στίχοι: Κώστας Τριπολίτης)

Όνειρα κομμάτια…


Η νύχτα άπλωνε την παντελή έλλειψη φωτός στον ουρανό…
Μία ακόμη βραδιά ξεκινούσε, με υποσχέσεις ζωής για πολλούς ανθρώπους στην πόλη της…
Κάποτε, ήταν κι’ αυτή στην κατηγορία των ανθρώπων που η ζωή μπορούσε να υποσχεθεί μέλλον…
Κάποτε…
Πριν από πολλά χρόνια…
Τότε, που μπορούσε και η ίδια να ελπίζει…
Όχι τώρα όμως…
Βγήκε από το μπάνιο, σκουπίστηκε και έριξε επάνω της άρωμα…
Ένα άρωμα, που είχε επιλέξει μετά από πολλές δοκιμές…
Ήθελε, το άρωμά της να καλύπτει κάθε άλλη μυρωδιά…
Είτε του περιβάλλοντος, είτε των ανθρώπων που ερχόταν σε επαφή μαζί της…
Ένα αντίστοιχο μπουκαλάκι είχε μέσα στο τσαντάκι της…
Για ώρα ανάγκης…
Για την ώρα που δεν θα άντεχε άλλο, να μυρίζει κάτι άσχημο…
Ξεκίνησε να ντύνεται…
Φόρεσε το ιδιαίτερου σχεδίου εσώρουχό της, το δικτυωτό της καλσόν, και την κοντή της φούστα…
Από πάνω, την μπλούζα με το μεγάλο ντεκολτέ…
Της είχαν πει ότι το εμπόρευμα έπρεπε να είναι στην βιτρίνα…
Και το τηρούσε ευλαβικά…
Βάφτηκε έντονα, όπως πάντα …
Τουλάχιστον, της άρεσε το έντονο βάψιμο…
Κατέβηκε στο δρόμο και πήρε να πάει με τα πόδια στο πόστο της…
Το πόστο της…
Το είχε κληρονομήσει από την προηγούμενη ‘κοπέλα’ που το ‘δούλευε’, λες και ήταν νόμιμος απόγονος της…
Αυτή η ‘κοπέλα’ ήταν που την είχε μυήσει στην τέχνη και στην τεχνική του αγοραίου έρωτα, πριν από δέκα ολόκληρα χρόνια…
Έτσι, δικαιωματικά, της άνηκε ο χώρος, το μέρος, η γωνία…
Μαζί βέβαια με την γωνία, είχε κληρονομήσει και τον αντίστοιχο προστάτη…
‘Ευγενής παραχώρηση’ ο χώρος, ‘ευγενής παραχώρηση’ και ο προστάτης του…
Αλλά, δεν μπορούσε να κάνει κάτι…
Ευτυχώς όμως, αυτός δεν την ενοχλούσε ιδιαίτερα…
Του κατέθετε κάθε μήνα αυτό που ζητούσε και ξεμπέρδευε…
Την προστάτευε βέβαια και τουλάχιστον είχε το κεφάλι της ήσυχο…
Οι ‘ανώμαλοι’ είχαν γίνει πολλοί τον τελευταίο καιρό…
Στο δρόμο για τη ‘δουλειά’ σκεφτόταν τη ζωή της…
Το έκανε συχνά τον τελευταίο καιρό…
Ίσως γιατί είχε κουραστεί…
Ίσως γιατί δεν άντεχε άλλα ιδρωμένα κορμιά επάνω της…
Ίσως γιατί δεν άντεχε άλλες μυρωδιές επάνω της…
Ίσως γιατί δεν άντεχε να μιλάει ψεύτικα άλλο…
Το καθένα χωριστά και όλα μαζί…
Στις αναδρομές αυτές του μυαλού της, θυμόταν κάθε αντρικό κορμί που ταξίδεψε πάνω στο δικό της…
Θυμόταν κάθε όργωμα του δικού της κορμιού από τον εκάστοτε άντρα-καραβοκύρη που έπαιρνε στο σκαρί της…
Θυμόταν κάθε ανάσα…
Κάθε καυτή ανάσα επάνω της…
Κάθε ανάσα που την έκανε να νοιώθει λες και την χτυπούσε η θέρμη εξάτμισης…
Θυμόταν τα λόγια…
Ίδια κι απαράλλαχτα…
Τα είχε βαρεθεί…
Τα είχε ακούσει τόσες φορές…
Λες και το λεξιλόγιο της μητρικής της γλώσσας ήταν αυτές οι πέντε – δέκα κουβέντες…
Ειπωμένες από αντρικά στόματα, που μύριζαν ποτό και τσιγάρο…
Που μύριζαν πόθο και εκτόνωση…
Είχε κουραστεί να ποθείται από άντρες χωρίς προορισμό…
Είχε κουραστεί να εκτονώνονται επάνω της άντρες χωρίς γυρισμό…
Άντρες που ένοιωθαν έρμαια…
Θυμόταν τους άντρες που μύησε στον έρωτα…
Εκείνους τους φοβισμένους και συνεσταλμένους…
Τους γλυκούς…
Τα ‘παιδιά’ της…
Τις σκέψεις της διέκοψε μία αίσθηση ψύχρας επάνω στο κορμί της…
Η νύχτα προμηνύονταν κρύα…
Έπρεπε να είχε φορέσει κάτι πιο ζεστό…
Στα 35 της, έπρεπε να προσέχει…
Το εμπόρευμα, ήταν αυτή…
Το ψωμί της, ήταν αυτή…
Αποφάσισε να γυρίσει σπίτι να βάλει κάτι πιο ζεστό…
Σιγοτραγούδησε:
‘Δακρυσμένα μάτια,
νυσταγμένοι κήποι,
όνειρα κομμάτια,
ας ήτανε να ζω’

(‘Alone’ by Luis Royo)
(οι στίχοι είναι απόσπασμα από το ‘Δακρυσμένα μάτια’ του Γιάννη Θεοδωράκη)

«Όλα σε θυμίζουν»…


Άτυχοι
αυτοί που ακούγοντας το
«Όλα σε θυμίζουν»
από τη φωνή της Χαρούλας,
θα αισθανθούν
να κυλάει στο μάγουλό τους
ένα δάκρυ
όχι γιατί έχουν να θυμηθούν κάποιον
αλλά γιατί
σ’όλη τους τη ζωή
δεν υπάρχει κανένας
να θυμούνται…

(‘Cry’ by Rabi Khan)

Το βράδυ μας μόλις έχει ξεκινήσει…


Κεριά αναμμένα σε όλο το χώρο…
Η βραχνή, και συνάμα αισθαντική,
φωνή του Kenny Rogers μας οδηγεί
να λικνίσουμε τα κορμιά μας στους ήχους της…

Lady, I’m your knight in shining armour and I love you
You have made me what I am and I am yours
My love, there’s so many ways I want to say I love you
Let me hold you in my arms forever more

Φοράς ένα άσπρο διαφανές καφτάνι…
Το κορμί σου διαγράφεται μέσα από αυτό…
Και το φως των κεριών το κάνει πιο ποθητό από ποτέ…

You have gone and made me such a fool
I’m so lost in your love
And oh, we belong together
Won’t you believe in my song?

Κολλάω επάνω σου…
Δεν φέρνεις αντίσταση…
Μιλάς δυνατά με το σώμα σου…
Ακούω…
Και ακολουθώ τον δρόμο που μου δείχνεις…

Lady, for so many years I thought I’d never find you
You have come into my life and made me whole
Forever let me wake to see you each and every morning
Let me hear you whisper softly in my ear

Τα σώματά μας γίνονται ένα με τον ρυθμό….
Δεν πατάμε πια στη γη…

In my eyes I see no one else but you
There’s no other love like our love
And yes, oh yes, Ill always want you near me
I’ve waited for you for so long

Παράλληλα, σου ψιθυρίζω τους στίχους από το τραγούδι…
Το σίγουρο είναι ότι πια ακούς μόνο εμένα…
Το σίγουρο είναι ότι πια ακούω μόνο την καρδιά σου…

Lady, your loves the only love I need
And beside me is where I want you to be
cause, my love, there’s something I want you to know
You’re the love of my life, you’re my lady!

Είσαι η αγάπη της ζωής μου, είσαι η γυναίκα μου…

Δεν υπάρχει πια τίποτε άλλο…
Εσύ και εγώ…
Εμείς…

Η μουσική σταματάει…
Ο χορός συνεχίζεται…
Το βράδυ μας μόλις έχει ξεκινήσει…

Δεν έχω πολλά…

Θα ‘θελα να τα ‘χα όλα
Να ‘μουνα παντού
Να σου χάριζα τ’ αστέρια
Όλου τ’ ουρανού
Μα για μένα ένα αστέρι
Φαίνεται απ’ τη γη
Ένας είναι ο κόσμος μόνο εσύ.

Δεν έχω πολλά
Όλα να στα χαρίσω
Δεν έχω πολλά
Να τα μοιραστώ
Μόνο μια ζωή
Παρ’ την όλη δική σου
Μόνο μια χαρά
Κι όλη σου τη χρωστώ
Μην πεις για αντάλλαγμα εγώ δεν σου ζητώ
Και μια δεύτερη ζωή θα σου χρωστώ.

Θα ‘θελα όλο τον κόσμο
Να ‘χα αγκαλιά
Να σε πήγαινα σε πόλεις
Και πιο μακριά
Μα όποιον τόπο και να είδα
Όποια διαδρομή
Ένας είναι ο δρόμος μόνο εσύ.

(στίχοι: Νίκος Μωραϊτης)

Για σένα αστεράκι μου…

Η πρώτη μας νύχτα…


Η πρώτη μας νύχτα,
αργά θα κυλήσει
εσύ τ’ όνειρό μου
και γύρω η σιωπήΠοιος θα’ χει το θάρρος
να πρωτομιλήσει
την πρώτη τη λέξη
ποιος τάχα θα πει

Μα αν γίνουν τα μάτια
αγάπης καθρέφτης
και το μυστικό μας
στα χείλη μας βγει

Θα πούνε τ’ αστέρια
πως πήγε ένας κλέφτης
και πήρε ένα αστέρι
και το’ χει στη γη(στίχοι: Κώστας Πρετεντέρης)

Η πρώτη μας νύχτα…
Δεν θέλαμε να τελειώσει…
Δεν μπορούσε να τελειώσει…
Τα φιλιά παθιασμένα…
Τα σώματα ένα…
Και μας βρήκε το ξημέρωμα…
Και δεν τελείωσε η νύχτα…
Εσύ και ‘γω…
Μόνο… Μόνοι…

Μια καρδιά…


Βράδυ Παρασκευής…
Παραλιακό μαγαζί… Η ώρα περασμένη…
Η ώρα των ελληνικών τραγουδιών…
Μετά τα πρώτα 3 ποτά, ursus φυσικά, έχουμε ‘φτιάξει’ κεφάλι…
Παραγγελιά στον dj…
Η φωνή του Ρέμου στον αέρα…

‘Μαραμένη πίκρα φάνηκε
στα βλέφαρά σου επάνω
άσε να την γλυκάνω
χαρά να ξαναβγεί

Το χαμόγελο που σου ‘κλεψε
εγώ θα το προκάνω
σαν ήλιο θα το κάνω
στα χείλη σου να βγει

Μια καρδιά τα χέρια μου σου φέρανε
κάν’ την ό,τι θες, είναι για σένανε
μια καρδιά τα χέρια μου σου φέρανε
κάν’ την ό,τι θες, είναι για σένανε

Τόση πίκρα δεν την άντεξες
και πνίγηκες στο κλάμα,
το πρώτο ωραίο πράγμα
μετά τη συμφορά

Την καρδιά σου που την ράγισε
αγάπη και μαράζι
ας πει ένα δεν πειράζει
σου φέρνω μια χαρά’

Στο τραγούδαγα και το χόρευες…
Ζεϊμπέκικο στα 9/8…
Καμάρωνα και το έδειχνα…
Κάθε πάτημά σου και ένα ‘ναι’…
Μία συγκατάθεση στα λόγια του τραγουδιού…

‘…κάν’ την ότι θες, είναι για σένανε…’

(στίχοι: Φ. Νικολάου)
(Coeur Sentimental – Petra Ruther)

ακούστε το εδώ

Σ’αυτή την πέτρα…


Τώρα που είπα να καιρός για να το σκάσω
ήρθε το Άστρο με τα ξέπλεκα μαλλιά
με μια σαΐτα μες στο πόθο πυρωμένη
ρίχνει πενιές στην πίκρα: βελονιά!Μέσα στη ζούγκλα την τρελλή της οικουμένης
μπαίνει το Άστρο με τα ξέπλεκα μαλλιά
με μια σαΐτα τη χαρά θε να σκορπίσει
στο παιδομάνι: διπλοβελονιά!

Σ’ αυτή την πέτρα που ο χρόνος δεν ορίζει
φτάνει το άστρο με τα ξέπλεκα μαλλιά
και οι σαΐτες μες στη γνώση βουτηγμένες
δώρο γλυκό: τριπλοβελονιά!
(στίχοι: Κώστας Ερνάνης)

Κάποιο βράδυ του Μάρτη του 1996, τα ΜΜΕ μετέδωσαν πως ήρθε στον Πλανήτη Γη, ένα Άστρο, που μας επισκέπτεται – είπαν – κάθε εβδομήντα χρόνια! Και πως φεύγοντας διαγράφεται πίσω του η κινούμενη ζωγραφιά μιας ‘χαίτης’ (σα μαλλιά ξέπλεκα…) δεκάδων χιλιάδων χιλιομέτρων…Για σένα Άστρο μου…

 

Νυχτερινό…


«έστρωσε η παρτίδα με το ναι και όχι,
ποιος θα ‘ναι το ψάρι, ποιος θα ‘ναι η απόχη

ζάρια στα ποτήρια έριξες παγάκια,
τάβλι είναι η νύχτα, πούλια τα κορμάκια.»
επειδή ο έρωτας είναι ένα παιχνίδι…
και κάθε παιχνίδι έχει τους όρους του…
και οι όροι υπόκεινται σε αλλαγές και τροποποιήσεις…

Αστέρι μου, φεγγάρι μου…

Αστέρι μου φεγγάρι μου
της άνοιξης κλωνάρι μου
κοντά σου θα ‘ρθω πάλι
κοντά σου θα ‘ρθω μιαν αυγή
για να σου πάρω ένα φιλί
και να με πάρεις πάλι

Χθες βράδυ…
Ο ήχος του τραγουδιού από τα χείλη της Χαρούλας στ’ αυτιά μου…
Μοναδική παρέα ένα chardonnay και ΄συ…
Στα χείλη το κρασί, στο μυαλό εσύ…

Αγάπη μου αγάπη μου
η νύχτα θα μας πάρει
τ’ άστρα κι ο ουρανός
το κρύο το φεγγάρι

Κοιτάω τον ουρανό…
Βλέπω τ’ αστέρια, το φεγγάρι και το πρόσωπό σου…
Είναι εκεί…
Τα μάτια σου, τα χείλη σου…
Είσαι εκεί, από πάνω μου…
Είμαι εκεί, κοιτώντας σε…

Θα σ’ αγαπώ
θα ζω μες το τραγούδι
θα μ’ αγαπάς

θα ζεις με τα πουλιά
θα σ’ αγαπώ

θα γίνουμε τραγούδι
θα μ’ αγαπάς

θα γίνουμε πουλιά

Και βγαίνει μόνο μία λέξη από τα χείλη μου…

Σ’αγαπώ…

(στίχοι: Γ. Θεοδωράκης)