Ζωή την λέω…

Two cut sunflowers by Vincent Van GoghΑντιμέτωπος πάλι με ένα άσπρο χαρτί, με μόνο όπλο ένα στυλό και κάποιες ανέμελες και ακατάσχετες σκέψεις. ‘Μαθαίνω ξανά να περπατάω’ σκέφτομαι και ακουμπάω το στυλό επάνω στο χαρτί.
Στην αρχή ζωγραφίζω σχήματα. Άλλοτε κύκλους (‘ζωή είναι αυτή καρδιά μου’), άλλοτε παραλληλόγραμμα (‘μέσα σε τέσσερις τοίχους ζούμε’), άλλοτε γραμμές τεθλασμένες (‘σαν γράφημα της ζωής μας, μία πάνω μία κάτω, σε δουλειά να βρισκόμαστε’), ευθείες (‘δύσκολα να τις κρατήσεις’), καμπύλες (‘έτσι έχουμε μάθει να καμπυλώνουμε τις σκέψεις μας’). Κάπου-κάπου αφήνω μόνο τελείες (‘στίγματα επάνω στα κορμιά μας τα πάθη’).
Τα σχήματα αυτά δεν απεικονίζουν κάτι το συγκεκριμένο. Μόνο τον δαίδαλο που το μυαλό μου ορίζει. Σαν ένα κουβάρι μαλλί για πλέξιμο. Πριν το πάρει στα χέρια της η γριά-μοίρα και το ξεμπλέξει. Και το ορίσει. Και το γυρίσει στον τροχό της ζωής.
Πιάνω να γράψω κάποιες λέξεις. Περνάνε πολλές από το μυαλό μου. Δεν γράφω καμία. Δεν θέλω να αδικήσω καμία. Δεν βρίσκω εκείνη που θα την ορίσω αρχηγό. ‘Αρχηγός των λέξεων’. Καλός τίτλος για μία λέξη. Καλός τίτλος για λέξεις που ζητάνε αυτοεπιβεβαίωση. Τέτοιες πολλές όσοι και οι άνθρωποι που τις λένε, τις εκφέρουν.
Βρήκα μία. Την λένε ‘ζωή’. ‘Καλή φαίνεται’ σκέφτομαι και αρχίζω να πλέκω γύρω της μια ιστορία. Μικρή ζωή, καλή ζωή, αφόρητη ζωή, όμορφη ζωή, “ζωή που δεν μοιράζεται, είναι ζωή κλεμμένη”. Τόσοι πολλοί επιθετικοί προσδιορισμοί για ένα τόσο μικρό ουσιαστικό. Τόσοι πολλοί επιθετικοί προσδιορισμοί για ένα τόσο ιδιαίτερο δώρο. Αγωνιώ στην σκέψη που θα καταλήξει η ιστορία μου. Προσπαθώ να την φτιάξω έτσι ώστε να έχει καλό τέλος. Όμορφο. Να συνάδει με τα όνειρα που κάνει ο καθένας μας για την ζωή του. Θαλπωρή, ηρεμία, γαλήνη. Χωρίς άσκοπες ανατροπές και ηθελημένα τέλματα.
Ορίζω την αρχή. Χρόνια παιδικά, χρόνια εφηβικά. Συνειδητοποίηση. Κάπου στην μέση φτάνω στο τώρα. Το παρατηρώ από άλλη οπτική γωνία. Την γωνία αυτού που αποτυπώνει και όχι την γωνία αυτού που βιώνει. Σίγουρα εκ του ασφαλούς. Λες και η ασφάλεια είναι για αυτούς που θέλουν να βιώσουν στο μεδούλι τους την ζωή. Με αφήνω να γράψω απερίσπαστος από τις βολεμένες σκέψεις μου. Μου βγαίνει ένας θυμός, μία άρνηση, μία πίκρα. Μου βγαίνει όμως και μια καλοσύνη, ένα χαμόγελο, μια γλυκύτητα. Σκέφτομαι εσένα προφανώς, δεν χρειάζεται να ψάξεις το γιατί.
Κοιτάω μπροστά. Προσπαθώ να προβλέψω τα μελλούμενα. Ποτέ δεν ήμουν καλός σε αυτό. Δεν έχω το κληρονομικό χάρισμα, που θα έλεγες χαριτολογώντας. Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να βασίσω τις προβλέψεις μου στα δεδομένα του τώρα. Έχοντας γνώση του τώρα, μπορώ να έχω γνώμη για το αύριο. Δικές σου κουβέντες είναι. Το ξέρεις. Έτσι πράττω. Και βλέπω το τέλος που ήθελα να έχω στην ιστορία μου. Αποτυπώνω την θαλπωρή, την ηρεμία, την γαλήνη. Αποτυπώνω εμάς. Χωρίς πολλά λόγια…

(“Two cut sunflowers” by Vincent Van Gogh)

Η θάλασσα και ‘σύ…

Πως μπορεί και δεν σε ακουμπάει μία παράκληση τραγουδισμένη έτσι; Ξέρω. Θα μου πεις ότι εσύ δεν είσαι από εκείνα τα κορίτσια που κλαίνε πάνω από πτώματα παλαιών ερώτων. Πάνω από αρένες ατέλειωτων ερωτικών στεναγμών.

Κι’ όμως, μέσα στα μάτια σου είδα μια λάμψη στο άκουσμα ενός ερωτικού τραγουδιού. Τότε, που η πρωινή αύρα της θάλασσας πότιζε τα λουλούδια της πλατείας και εσύ, καθισμένη σε ένα καφέ, μύριζες την άνοιξη και τον έρωτα συνάμα.

Καλοκαίρι ήταν. Το θυμάσαι, ε; Και ‘γώ…

Έρωτας ανάσα, αγάπη αν…

Ανοίγω το μυαλό μου να βγάλει λέξεις μικρές και εύκολες. Με λίγα γράμματα. Αφαιρώ τους τόνους από επάνω τους. Άτονες και ελαφριές. Για να ταξιδέψουν ευκολότερα στις ακουστικές οδούς σου και στον λαβύρινθο του μυαλού σου. Κλείνω τα μάτια και αφουγκράζομαι το αίμα μου να κυλάει στις φλέβες μου, γρήγορο και καυτό. Παίρνω λίγη από την κάψα του και ξεκινάω να αποσπώ τις λέξεις, μία-μία.

Ξεκινάω με την ‘αγαπη’. Στην στέλνω έτσι. Τρία φωνήεντα, δύο σύμφωνα. Ανισόρροπη η ίδια, ανισόρροποι και εμείς που την πιστεύουμε. Ποτέ δεν την ανέλυσα, ποτέ δεν την διύλισα. Κι όμως, μέσα της κολύμπησα και πνίγηκα. Ήταν ο καιρός που τα γράμματα δεν έπαιζαν κανένα ρόλο στα αισθήματά μου.

Περνάς από το μυαλό μου. Η όψη σου κατακλύζει τις εικόνες μου και η μυρωδιά σου καταλύει τις αντοχές μου. Έτσι σε θυμάμαι τις ώρες της μοναξιάς μου. Αιθέρια και διάφανη. Μα πάνω απ’ όλα ευάλωτη. Να θέλω να σε αγκαλιάσω, να σε κρατήσω σφιχτά και να σε προστατέψω απ’ όλους και απ’ όλα. Κυρίως από εσένα. Ανοίγω τα μάτια. Επανέρχομαι.

Συνεχίζω την λεξική ενδοσκόπηση του μυαλού μου. ‘ερωτας’ η συνέχεια στις λέξεις. Όχι όμως και στην διαδικασία. Μα, ποιος κοίταξε την διαδικασία ποτέ από τους δυο μας; Κανένας μας. Ζήσαμε αυτό που ανέβαινε στο λαιμό μας και μας έπνιγε. Θέλαμε διέξοδο και ανακαλύπταμε τα αδιέξοδα. Ανέξοδα. Με απλοχεριά γεννούσαμε αισθήματα και πλημμυρίζαμε τα σώματά μας. ‘Να έχουν να πορεύονται σε μέρες άνυδρες’ μου είχες πει. Και δεν άργησαν οι μέρες οι άνυδρες να φανούν. Και στέρεψαν τα κορμιά. Και στέρεψαν οι αισθήσεις.

Sarah Brightman στα ηχεία. ‘Harem’. Ξέρεις, εκείνη η φωνή που μπορεί να σκοτώσει κάθε τι γήινο. Περνάει στα αυτιά μου και σκοτώνει την βουή της ανάσας μου. ‘Sing for me a song of life’s visage, Sing for me a tune of love’s mirage’ παρακαλάει και νοιώθω το παρακαλητό της να πλέκει ιστό αράχνης γύρω από το στόμα μου. Στεγνώνει τα χείλη μου και κάνει την γλώσσα μου να στερεύει από σάλιο.

‘ανασα’ σου στέλνω. Χωρίς καμία μείναμε. Εκείνες τις ώρες που η θλίψη έκοβε στα δύο τον χωρισμό. Κι όμως, μπορέσαμε να ζήσουμε κάμποσους τέτοιους χωρίς δισταγμό. Σαν αφηνιασμένα άλογα τρέχαμε να βρεθούμε, σαν έρημες απάτητες στέπες μέναμε μετά από κάθε αντίο που τα χείλη μας ξεστόμισαν. Μου φαίνεται τόσο μακρινό μα τόσο οικείο μετά από τόσο καιρό. Μάθαμε σε χωρισμούς για να αντέχουμε να μάθουμε να ζούμε.

Φτάνω στο τέλος των λέξεων. Τελικά δεν είναι πολλές. Και κράτησα την υπόσχεσή μου. Λίγα γράμματα, χωρίς τόνους. Σου φυλάω για το τέλος την μικρότερη απ’ όλες. ‘αν’ ονομάζεται. Για όλα εκείνα που θέλουν ανάμεσά τους ένα ‘αν’ για να σταθούν αυτούσια και αυτεξούσια στον κόσμο τούτο. Θυμάσαι; Πάντα οι μεγάλες σου προτάσεις κρατούσαν ένα ‘αν’ ανάμεσά τους. Και δεν σκέφτηκες ποτέ να το βγάλεις από την μέση. Πάντα εκεί. Πάντα ανάμεσα. Τελικά, το ‘αν’ είναι σημαντικό κομμάτι πολλών λέξεων. Το γνώρισα με σένα αλλά τώρα το συνειδητοποίησα. Αργά θα μου πεις. Το έμαθα όμως, ε;

(‘Rind’ by M. Escher)

Πρωταπριλιά μου…

Θα πω την μεγαλύτερη αλήθεια σήμερα.
Έτσι, γιατί οι εξαιρέσεις επιβεβαιώνουν τον κανόνα.

Και θέλω να με πιστέψεις.
Έτσι, γιατί εμείς δεν είμαστε άνθρωποι των κανόνων.

Και μην σε νοιάζει για τους άλλους.
Εκείνοι μπορούν να ζουν σε ένα συνεχές ψέμα, καλυμμένο με ψήγματα αληθείας.

Να σε νοιάζει μόνο για εμάς.
Εμείς δεν χρειαζόμαστε αληθοφανή ψέματα για να προχωρήσουμε.

Θα σου πω ‘σ’ αγαπώ’.
Και πίστεψέ με, σου λέω την μεγαλύτερη αλήθεια μου…

Υ.γ. 1: Καλό μήνα σε όλες και σε όλους σας. Με το καλό να μας μπει…
Υ.γ. 2: Επιστρέφω δριμύτερος οσονούπω…

Παιχνίδι ερωτήσεων (ένα χρόνο μετά)…

my-love-i-by-willem-haenraets.jpeg– Είμαι εδώ;
– Είσαι παντού.
– Θα με κρατάς;
– Όσο μπορώ.
– Θα με αντέχεις;
– Όσο χρειαστεί.
– Τόσο πολύ;
– Και λίγο είναι.
– Με νοιώθεις δική σου;
– Σε νοιώθω να κυλάς μέσα μου.
– Έχεις ξανανιώσει έτσι;
– Έχεις αναρωτηθεί ξανά έτσι;
– Ανάσα;
– Η δική σου.
– Ματιά;
– Η δική σου.
– Άγγιγμα;
– Το δικό σου.
– Ήχος;
– Ο δικός σου.
– Όλα εγώ;
– Έτσι φαίνεται.
– Δεν φοβάσαι μην χαθείς;
– Φοβάμαι μήπως δεν με βρεις.
– Έχεις μετανιώσει;
– Έχω νοιώσει.
– Σου ζητάω πολλά;
– Ζητάς αυτά που σου αξίζουν.
– Δεν θέλω να τελειώσει.
– Θα τελειώσει μόνο όταν εμείς τελειώσουμε μέσα μας.
– Θα με μάθεις να περπατάω μόνη μου;
– Θα σε μάθω να πιστεύεις σε σένα.
– Δεν έχω το θάρρος.
– Θα γίνω το θάρρος σου.
– Σ’ ευχαριστώ.
– Εγώ περισσότερο…

Ένα αντίστοιχο κείμενο γράφηκε ένα χρόνο πριν. Πολλά άλλαξαν. Πολλά έμειναν ίδια. Όμως αυτό το παιχνίδι ερωτήσεων δεν θα πάψει ποτέ να υπάρχει. Όσο υπάρχουν δύο άνθρωποι που έρχονται κοντά, που μπαίνουν σε μία σχέση ουσιαστική. Πάντα θα υπάρχει ο φόβος, ο ενδοιασμός, η αμφιβολία. Πάντα θα γεννώνται τέτοιοι διάλογοι. Είτε φανεροί, είτε όχι…

(‘My Love I’ by Willem Haenraets)

Βοριάς φυσάει τα λόγια μου…

number-26-1951-by-jackson-pollock.jpgΤο χιόνι καίει τον καρπό
Και την αγάπη ο χρόνος
Στην κούπα μου παλιό κρασί
Κι εσύ καινούργιος πόνος

Βοριάς φυσάει τα λόγια μου
Νοτιάς τα φέρνει πίσω
Κι από τα φύλλα της καρδιάς
Δεν ξέρω να σε σβήσω

Για να μη γίνεις σύννεφο
Καρφώθηκα στο χώμα
Κι άφησες τα τραγούδια μου
Ρούχα με δίχως σώμα

Βοριάς φυσάει τα λόγια μου
Νοτιάς τα φέρνει πίσω
Κι από τα φύλλα της καρδιάς
Δεν ξέρω να σε σβήσω

Δεν είναι η ζήλια μάτια μου
που σαν καπνός με πνίγει
Είναι που κάποτε θα ‘ρθεις
Κι η αγάπη θα ‘χει φύγει

Απόψε το βράδυ θυμήθηκα αυτούς τους στίχους. Ίσως γιατί μοιάζουν με μαντινάδες ενός κρητικού λυράρη που τις τραγουδάει συνοδεία της λύρας του και ενός λαούτου. Και που στο τέλος του κάθε στίχου, κοντυλιές από το δοξάρι του προσδίδουν βάρος και υπόσταση στον πόνο του.

Δεν ξέρω γιατί σιγοτραγουδώ αυτούς τους στίχους. Ίσως γιατί τους ακούω σαν τραγούδισμα ενός κύματος στην ακτή μιας παραλίας. Ήσυχους και εκκωφαντικούς συνάμα. Να καθρεφτίζουν στοιχεία της φύσης. Να στοιχειώνουν τις σκέψεις μου.

Μένουν τα λόγια μου εκκρεμή. Ανήμπορα να πιαστούν από κάπου και να ολοκληρωθούν. Προσπαθούν, αλλά δεν το καταφέρνουν πάντα. Τρομάζω. Φοβάμαι. Δεν θέλω τα λόγια μου να χαθούν. Μην τα αφήσεις να χαθούν. Θα είναι κρίμα και άδικο…

(Οι στίχοι ανήκουν στον Άλκη Αλκαίο. Μελοποιήθηκαν και τραγουδήθηκαν από τον Μίλτο Πασχαλίδη)

(‘Number 26, 1951’ by Jackson Pollock)

Ένα, δύο, τρία, …, δέκα…

blue-ii-by-joan-miro.jpgΈνα κουδούνισμα του τηλεφώνου.
Δύο αντικριστές ψυχές στις δύο άκρες των ακουστικών.
Τρία αποτσίγαρα στο τασάκι το αγαπημένο, ενθύμιο από εκείνο το ταξίδι στην Σαντορίνη.
Τέσσερα μάτια που κοιτάνε τους απέναντι τοίχους και προσπαθούν να τους διαπεράσουν για να βρεθούν τα σώματα κοντά.
Πέντε λεπτά διάρκεια τηλεφωνήματος.
Έξι ώρες ταξίδι μέσα σε ένα αμίλητο τραίνο.
Επτά ψυχές αναλώνεις για να μπορέσεις να ξεπεράσεις το παρελθόν.
Οκτώ μέρες προθεσμία μου είχες δώσει για να αποφασίσω.
Εννιά του Απρίλη ήταν σε κείνο το ταξίδι στο Πήλιο που μου’ πες ‘Σ’ αγαπώ’ και φώτισε το Σύμπαν.
Δέκα φορές θα σ’ αγαπώ και άλλες τόσες θα σε περιμένω’ σου τραγούδησα και έφυγες για να επιβεβαιώσεις την καρτερικότητά μου…

(‘Blue II’ by Joan Miro)

Ετοιμάσου…

lazy-hazy-days-by-jack-vettriano.jpegΕτοιμάσου! Έρχομαι να σε κλέψω. Να σε πάω ταξίδι. Ναι. Ταξίδι οι δυο μας. Ναι. Σαν αυτά που ξέρουμε να πραγματοποιούμε τα δυο μας. Μη μου λες ότι δεν προλαβαίνεις να ετοιμαστείς. Δεν θέλω χαζά. Προλαβαίνεις και με το παραπάνω. Εξάλλου, εγώ θέλω εσένα και όχι τα ρούχα που θα φοράς.

Ετοιμάσου λοιπόν! Θα περάσω το μεσημέρι με τον ‘γαλαζούλη’ να σε πάρω. Όχι, δεν θα σου πω που θα πάμε. Έκπληξη! Ναι. Ξέρω ότι σου αρέσουν οι εκπλήξεις. Εξάλλου, κάθε μας ταξίδι είναι μία έκπληξη. Είναι μία φυγή από την πλήξη. Ναι, ξέρω ότι έχουμε απομακρυνθεί και μας χρειάζεται λίγος χρόνος μαζί. Μόνοι μας. Εσύ και ‘γώ. Να βλέπουμε και να ακούμε ο ένας τον άλλο. Να φλερτάρουμε ο ένας τον άλλο. Να προσφέρουμε στιγμές μοναδικές ο ένας στον άλλο.

Ετοιμάσου λοιπόν! Τα πολλά λόγια είναι φτώχεια. Άντε!!!

Καλό Σαββατοκύριακο σε όλους…

(‘Lazy Hazy Days’ by Jack Vettriano)

Ταυτόχρονα…

rhythm-and-blues-by-drew-darcy.jpegΒράδυ Σαββάτου. Σε ένα internet – café μιας επαρχιακής πόλης. Τριγύρω παιδιά μαζεμένα. Φωνές και γέλια γεμίζουν την ατμόσφαιρα. Βρέχει έξω. Βλέπεις, τέλειο το περιβάλλον. Εσύ δίπλα μου. Χωρίς κουβέντες, μόνο ματιές και κρυφά γέλια. Μάλλον έρωτας μοιάζει. Όχι. Δεν βλέπω λάθος και το ξέρεις.

Πριν κάμποση ώρα ήμασταν επάνω σε ένα κρεβάτι ενός ξενοδοχείου. Με άγγιζες με χέρια τρεμάμενα από πόθο. Ένα πόθο που δεν ήθελες να δείξεις. ‘Φοβάμαι να σου δείξω πόσο πολύ σε θέλω’ μου είπες χθες το βράδυ. ‘Ποτέ δεν φοβήθηκα να σου δείξω πόσο πολύ σε θέλω’ σου λέω τώρα. Αηδίες. Μπα, δεν νομίζω. Γελάς πάλι.

Συνεχίζουν οι σκέψεις μου να είναι ακατάσχετες και κομματιαστές. ‘Πως μπορείς να σκεφτείς καθαρά σε καιρούς βρώμικους και ταλαιπωρημένους;’ έλεγε εκείνο το σύνθημα στον τοίχο ενός σχολείου υπό κατάληψη. ‘Παιδικές ψυχές το έγραψαν αυτό;’ σκέφτηκα φωναχτά δείχνοντάς το και γέλασες συνωμοτικά.

‘Φοβάμαι’. Η μόνιμη επωδός των σκέψεών σου. ‘Είμαι εδώ’ σου απαντάω με λόγια, ματιές και αγγίγματα. Συνεχίζεις να φοβάσαι, συνεχίζω να είμαι εδώ.

Μου κάνεις έρωτα. Παραδίνομαι. Παραλύω. Όμορφο ρήμα βρίσκω να σου εκφράσω τον πόθο μου. Όμορφο τρόπο βρίσκεις να με επιβεβαιώνεις σαν άντρα. Κορμιά παραδομένα σε εκατέρωθεν αγγίγματα. Η βροχή σιγοντάρει τον ρυθμικό παλμό των χτύπων της καρδιάς. Βροχή έξω, ξέπλυμα μέσα. Ποτίζουν τα αισθήματα και ανθίζουν. Σπορά και συγκομιδή. Ταυτόχρονα.

(‘Rhythm and Blues’ by Drew Darcy)

Μάγος…

night-flight-by-michael-parkes.jpegΚοίτα με. Θα γίνω μάγος. Από αυτούς τους μάγους με τα φράκα και τις καπελαδούρες τις μαύρες. Από αυτούς που βγάζουν, από τις ίδιες αυτές ψηλές καπελαδούρες, κουνέλια και περιστέρια λευκά σαν το χιόνι και αγνά σαν τις παιδικές ψυχές. Θα δώσω παράσταση για σένα. Μη γελάς. Δεν είναι για γέλια. Θα είσαι το μοναδικό ακροατήριό μου. Εσύ. Θα με κοιτάς με εκείνα τα μάτια τα μεγάλα, όλο απορία και αγάπη. Θα πάρω και μία μπαγκέτα. Σαν αυτές που κρατάν οι μαέστροι και διευθύνουν τις ορχήστρες. Να έτσι. Θα σκίζω τον αέρα και θα την χτυπάω απαλά επάνω στο καπέλο. Και ως εκ θαύματος, θα πετάγεται από μέσα ένα σύννεφο λευκό, κατάλευκο, και θα σε παίρνει στην πλάτη του και θα σε γυρνάει στον ουρανό και θα κοιτάς κάτω εκστασιασμένη και θα γελάς και θα ακούγεσαι και θα μαγεύεσαι και θα μαγεύεις και θα ξανάρχεσαι και θα σε παραδίδει στην αγκαλιά μου και θα γελάς περισσότερο και θα με φιλάς και θα σε φιλάω και θα είναι μία στιγμή δική μας και δεν θα είναι κλεμμένη θα είναι δική μας.

Κοίτα με. Θα γίνω μάγος. Όχι για να σε μαγέψω. Μα για να μαγευτώ…

(‘Night Flight’ by Michael Parkes)

Σήμερα, έκλεψα…

elle-by-pierre-farel.jpegΣήμερα, έκλεψα ένα σου γέλιο. Συγχώρα με. Δεν ήταν στις προθέσεις μου, αλλά όταν το είδα να βγαίνει στα χείλη σου δεν άντεξα. Άπλωσα τα φύλλα της καρδιάς μου και του είπα να έρθει να κάτσει επάνω τους. Αμέσως, τα δίπλωσα και τα ξανάκρυψα. Μη φοβάσαι. Το γέλιο σου είναι σε καλά χέρια. Σε μέρος ζεστό, καθαρό και ήρεμο. Αν το νοιώθεις να κουνιέται και να ακούει συστηματικούς και επαναλαμβανόμενους θορύβους, εύχομαι να καταλάβεις ότι είναι οι χτύποι της καρδιάς μου που χτυπάνε για σένα.

Σήμερα, έκλεψα ένα σου δάκρυ. Θέλω να συγχωρέσεις τον εγωισμό μου να θέλω να σου κλέβω καθετί που σε πονάει. Το έβλεπα να κυλάει στο πρόσωπό σου και φοβήθηκα ότι θα σου το χαρακώσει. Δεν άντεξα. Άπλωσα τον αντίχειρά μου και το μάζεψα. Στην αρχή με έκαψε. Μετά το συνήθισα. Και με συνήθισε και εκείνο. Τώρα πια θα κλαις επάνω στα χέρια μου. Αυτά δεν έχουν ανάγκη. Έχουν ήδη χαρακιές. Αυλάκια για να κυλάν καλύτερα τα δάκρυά σου. Πότιζέ τα όποτε νοιώθεις βαριά την ψυχή σου. Δεν θα βαρυγκωμήσουν ποτέ.

Σήμερα, έκλεψα ένα σου φιλί. Ή μάλλον, για να ακριβολογούμε, σήμερα πόθησα, ζήτησα και πήρα ένα σου φιλί. Καλά δεν έκανα;

(‘Elle’ by Pierre Farel)

Υπάρχω μαζί σου…

mille-et-une-nuit-by-denis-nolet.jpegΥπάρχω μαζί σου.
Εκτελώ χρέη ετερόφωτου σώματος στο πλάι σου. Εσύ δεν χρειάζεσαι φως. Εκπέμπεις. Αυτόφωτη αγάπη μου. Αυτόφωτε έρωτά μου…

Υπάρχω μαζί σου.
Νοείσαι ζωή και θάνατος, αναπνοή και άπνοια, έρωτας και χωρισμός, λόγος και σιωπή, ύπνος και αϋπνία…

Υπάρχω μαζί σου.
Για να ξεγελάσω τον θάνατο, ζώντας την αθανασία του έρωτά σου. Αχ, πόση ζωή μπορώ να σπαταλήσω απλά αναπνέοντας την ανάσα σου!

Υπάρχω μαζί σου.
Αποτυπώνω την ζωή μου στο πλευρό σου. Σκιαγραφώ στιγμές σε ‘κείνα τα σημεία του σώματός σου, που το χέρι μου διαγράφει την πιο ελκυστική διαδρομή του επάνω στο κορμί σου. Για να μην μπορέσεις ποτέ να με αποχωριστείς. Εκτός αν αποκόψεις την πλευρά σου, όπως έκανε ο Θεός στον Αδάμ και δημιούργησε την Εύα. Αλλά, εσύ δεν είσαι Θεός, έ; Ή είσαι και δεν το έχω καταλάβει;

Υπάρχω μαζί σου.
Απλά, για να υπάρχω και ‘γώ…

(‘Mille et Une Nuit’ by Denis Nolet)

Summer Holidays ‘To Do’ List…

dominoes-on-vacation-by-susan-norris.jpeg1. Να την κοιτάω στα μάτια…
2. Να με κοιτάει στα μάτια…
3. Να κοιμόμαστε και να ξυπνάμε στο ίδιο κρεβάτι…
4. Να της κάνω έρωτα…
5. Να μου κάνει έρωτα…
6. Να σαπίζουμε κάτω από τον ήλιο…
7. Να σαπίζουμε μέσα στη θάλασσα…
8. Να φιλάω τα χείλη της, τα αλατισμένα με την αλμύρα της θάλασσας…
9. Να αλείφω λάδι το κορμί της, το ζεστό από το άγγιγμα του ήλιου. Αλήθεια, πόσο τον ζηλεύω που μπορεί να την ακουμπά σε όλο της το σώμα μονομιάς…
10. Να αφήσω πίσω ότι με τυράννησε όλο τον χειμώνα…
11. Να αφήσει πίσω ότι την τυράννησε όλο τον χειμώνα…
12. Να είμαι δικός της…
13. Να είναι δική μου…
14. Να την αφήσω να κερδίζει στο trivial…
15. Να την βλέπω να γελάει…

Καλές διακοπές αδέρφια. Καλά να περάσουμε, όπου κι’ αν πάμε. Και να επιστρέψουμε με το καλό, δυνατοί και γεμάτοι. Τα λέμε…

(‘Dominoes on Vacation’ by Susan Norris)

Προορισμοί…

nude-i-by-giorgio-mariani.jpegΒράδυ καλοκαιριού, ζεστού και ασφυκτικού, σαν το φετινό. Όχι πολλά χρόνια πριν. Ίσως και κανένα. Δεν έχει σημασία. Εξάλλου, κάθε ιστορία πρέπει να είναι διαχρονική, να μην έχει περιορισμένα πλαίσια χρόνου και χώρου. Δυο κορμιά. Πάνω σε ένα σιδερένιο κρεβάτι. Γυμνά, ιδρωμένα, αναστατωμένα, με τη μυρωδιά του έρωτα διάχυτη επάνω τους. Εκείνος, με ακουμπισμένο το πρόσωπο επάνω στο στέρνο της. Εκείνη, να αφουγκράζεται την ανάσα του στην καρδιά της.

Σήκωσε το κεφάλι του και άπλωσε το χέρι του επάνω στο κορμί της. Αυτό, ανακάλυψε εκ νέου τις πτυχές του σώματός της. Ενός σώματος που τον γέμιζε ηδονικούς αναστεναγμούς, ανομολόγητες σκέψεις και βίαιες εκτονώσεις. Την κοίταξε στα μάτια, καθώς χάιδευε τις ρώγες της που ήταν ήδη ερεθισμένες. Άφησε το χέρι του να κυλήσει κατά μήκος της νοητής γραμμής που ενώνει το λαιμό με το εφηβαίο της. Το ακούμπησε. Υγρό.

Εκείνη, έχει κλειστά τα μάτια και αισθάνεται. Η ανάσα της είναι κοφτή, αισθαντική. Που και που, ήχοι απόλαυσης αναβλύζουν από το κλειστό της στόμα. Συσπάται ολόκληρη.

‘Πάντα αναζητούσα ένα κορμί που να με ταξιδεύει’ γύρισε και της είπε, σπάζοντας το φράγμα της ερωτικής σιωπής που είχε απλωθεί ανάμεσά τους. ‘Και τώρα το βρήκες;’ ρώτησε λάγνα εκείνη. ‘Ναι’ ομολόγησε κοφτά και γέρνοντας τα χείλη του στα δικά της, την φίλησε. Απομακρύνθηκε λίγο από κοντά της. Έβαλε το χέρι του σαν αντιστήριγμα στο κεφάλι του και γυρισμένος στο πλάι, την κοίταξε.

Ένοιωσε την ανάγκη να της εξομολογηθεί τον έρωτά του. Ένοιωσε την ανάγκη να την ‘κοινωνήσει’ στις σκέψεις του για εκείνη. Ξεκίνησε να της μιλάει χωρίς δεύτερη σκέψη.

‘Είσαι αυτό που πάντα περίμενα. Αυτό, που πάντα ήθελα. Ανάλωσα τη ζωή μου, ψάχνοντας εικόνες να γεμίσω την ψυχή μου. Ψάχνοντας να βρω μέρη και τοποθεσίες που θα μου μείνουν αξέχαστες και θα με συγκλονίσουν. Γύρισα μέρη, είδα ανθρώπους, ανακάλυψα πολιτισμούς, ιδέες και τρόπο ζωής. Όμως, τίποτε απ’ όλα αυτά δεν συγκρίνονται με το θαύμα που ανακαλύπτουν τα μάτια μου, κάθε φορά που βλέπω εσένα.

Αρχικά, τα μάτια σου. Δεν θα ακουστεί τετριμμένο αν πω ότι είναι δυο θάλασσες βαθιές, που ο ήλιος δεν φτάνει να τις φωτίσει ολοκληρωτικά. Δυο θάλασσες δικές μου. Μόνο εγώ μπορώ να τις εξερευνήσω, μόνο εγώ μπορώ να βουτήξω μέσα τους και να βγω σώος. Όλη σου η ψυχή, στα μάτια σου. Όλη εσύ, στα μάτια σου. Υγρά ή στεγνά, ανοιχτά ή κλειστά, όλα εκεί μέσα. Όλος εκεί μέσα. Σαν ταξίδι στο απέραντο βαθύ καθάριο των ελληνικών θαλασσών, που τις λούζει ο ήλιος, το φεγγάρι και τ’ αστέρια.

Ύστερα, τα χείλη σου. Το γλυκό φιλί σου. Πάθος. Πόσο μου αρέσει το πάθος! Πόσο μου αρέσει η αίσθηση των χειλιών σου. Απαλά και αισθησιακά. Γλυκά και τρυφερά. Τα προσεγγίζω ευλαβικά, τα φιλάω αισθαντικά. Κλείνω τα μάτια και αισθάνομαι. Τόση γλύκα. Σαν καλοκαιρινό γλυκό του κουταλιού, φτιαγμένο από χέρι νοικοκυράς στην χώρα ενός νησιού του Αιγαίου. Φτιαγμένο με αγάπη και πάθος για την τελειότητα.

Το μυαλό μου, ορίζει σαν συνέχεια του ταξιδιού, τα στήθη σου. Στήθη γεμάτα και ζωντανά. Με ρώγες σκληρές. Τις ρουφάω. Τις γλύφω. Τις δαγκώνω. Κι’ όμως, αυτές εκεί να αντιστέκονται στο χάδι μου, να γίνονται όλο πιο σκληρές και ροδοκόκκινες. Σαν φρεσκοκομμένο καρπούζι. Κόκκινο και ζουμερό. Να τρως και να μην χορταίνεις.

Και τότε επαναστατώ. Όλος ο ανδρισμός μου στο μεγαλείο του. Καίγομαι να εισχωρήσω μέσα σου. Και μπαίνω. Και τότε το ταξίδι απογειώνεται. Και τότε το ταξίδι ξεφεύγει από τα ανθρώπινα όρια. Και ανεβαίνει στ’ αστέρια. Και ενώνεται με το ‘υπέρτατο ον’. Κάνω έρωτα μαζί σου και ολοκληρώνομαι. Και βλέπω χίλια ηλιοβασιλέματα στα μάτια σου. Σαν τα ηλιοβασιλέματα στην Οία.

Και όταν τελειώνω και δεν μπορώ να πάρω ανάσα, γέρνω πλάι σου αποκαμωμένος. Και ‘συ τρυφερά μου χαϊδεύεις τα μαλλιά και μου ψιθυρίζεις πόσο μ’ αγαπάς. Και τότε μέσα μου, εύχομαι να έρθει το πιο όμορφο ταξίδι απ’ όλα. Να γεννηθεί μέσα σου ο καρπός του έρωτά μας. Να γίνουμε ένα στο πρόσωπο μιας νέας ζωής. Να ήξερες πόσο το περιμένω. Αγάπη μου’.

Αυτά είπε και έσκυψε και την φίλησε. Εκείνη, τον αγκάλιασε τρυφερά και δεν είπε κουβέντα. Απλά, ένοιωσε να κυλάει στο μάγουλό της ένα δάκρυ χαράς και ένα γέλιο ολάνθιστο εμφανίστηκε στα χείλη της.

Χαρισμένο στη γυναίκα που με έκανε να νοιώσω…

(ευχαριστώ την αγαπημένη μου και την nebula in caelo που μου έδωσαν την ευκαιρία να ταξιδέψω σε μνήμες ηδονικά αποτυπωμένες στο μυαλό μου. συγνώμη που δεν θα προτείνω κανέναν σας. όποιος θέλει, μπορεί να συνεχίσει.)

(‘Nude I’ by Giorgio Mariani)