‘Άδειου’ μέτρηση…

kiss-on-ice-and-fire-hommage-to-auguste-rodin-by-ina-mar.jpeg– Το ‘άδειο’, πως το μετράς;
– Με της καρδιάς τους παλμούς.
– Σταμάτησαν κι’ αυτοί. Άδειασαν.
– Ποτέ δεν αδειάζουν. Απλά, ακούγονται διαφορετικά.
– Πόσο διαφορετικά;
– Πιο απαλοί. Πιο λείοι. Πιο ήρεμοι.
– Κι’ αυτό είναι καλό;
– Ξεκουράζονται και παίρνουν δυνάμεις. Για να χτυπήσουν δυνατότερα και εντονότερα αργότερα. Στο μέλλον. Όταν πια θα έχεις βρει τον εαυτό σου. Όταν θα έχει εκλείψει η ανάγκη να μετράς το ‘άδειο’.
– Σκέφτηκα να φύγω.
– Πιστεύεις ότι θα έλυνες το πρόβλημα;
– Δεν θα χρειαζόταν να προσπαθώ να μετρήσω κάτι, το οποίο δεν θα μου παρουσιαζόταν συνέχεια μπροστά μου.
– Και γιατί δεν το έκανες;
– Μάταιος κόπος. Πάλι εδώ θα ήμουν. Κολλημένη στο να μετράω το ‘άδειο’. Να το μάθω καλά. Να το πονέσω και να με πονέσει, όσο αντέχει και αντέχω. Να το κατακτήσω. Να γίνει κτήμα μου. Και μετά, να το γεμίσω. Με μένα, με σένα. Με μας. Αλλά, κουράστηκα. Μου είναι πια βαρύ φορτίο. Αβάσταχτο.
– Χωράμε στο ‘άδειο’;
– Αν το φτιάξουμε στα μέτρα μας, χωράμε. Και τότε, δεν θα είναι ‘άδειο’. Θα έχει εμάς. Θα είμαστε εμείς. Οντότητες. Ψυχές. Ανάσες. Ζωές.
– Παλμοί καρδιάς.
– Έντονοι.
– Δικοί μας.
– Δικοί μας.
– Είδες που δεν είναι αβάσταχτο.
– Είδες που δεν το έχεις μετρήσει ποτέ;
– Ούτε εσύ ήξερες πριν το κάνεις.
– Αναγκάστηκα. Και έμαθα.
– Εγώ δεν θα αναγκαστώ. Θέλω.
– Δεν σου ‘πρέπει’. Δεν σου αξίζει.
– Δικό μου θέμα. Εσύ να νοιαστείς μόνο για την εκμάθηση.
– Είναι και δικό μου θέμα. Με αφορά. Με αφοράς.
– Το ξέρω. Και μ’ αρέσει.
– Θα αντέξεις;
– Αν μείνεις κοντά μου.
– Θα μείνω.
– Θα αντέξω.

(‘Kiss on Ice and Fire – Hommage to August Rodin’ by Ina Mar)

Για σένα εγεννήθηκε, στον κόσμο το κορμί μου…

romeo-and-juliet-by-sir-dicksee.jpegΛόγια, δεν ξέρω να λέω πολλά. Ίσως γιατί, ποτέ δεν χρειάστηκε. Τα μάτια μου έλεγαν πάντα, περισσότερα απ’ ότι έπρεπε. Μιλούσαν κατευθείαν από την καρδιά μου. Και ήσουν εκεί, με μάτια ορθάνοιχτα και λαμπερά, ‘σαν δυό σταγόνες αίμα’, να διαβάζεις κάθε λέξη που έβλεπες. Δεν θα μπορούσαν ποτέ, τα δικά σου μάτια να διαβάσουν λάθος. Δεν θα μπορούσε ποτέ το δικό σου μυαλό, να καταλάβει λάθος. Εσύ, τα καταλαβαίνεις όλα. Εσύ μπορείς να καταλάβεις εμένα. Εξάλλου, δεν χρειάστηκε ποτέ να σου πω πολλά. Το μόνο που χρειάστηκε να σου πω, είναι να με κοιτάς στα μάτια.

Και πως αλήθεια να μάθω να λέω, να λέω πολλά, να μάθω να μιλάω; Πως θα μπορούσα να μιλήσω εκείνες τις ώρες; Τις ώρες εκείνες, που τα σώματα έρχονταν κοντά. Όταν οι ανάσες, αντικριστά η μία στην άλλη, λέγανε τόσα πολλά λόγια αγάπης και πάθους, που έκαναν κάθε ήχο ν’ ακούγεται βοή. Τα χέρια μου χάιδευαν με θάρρος και πάθος το κορμί σου. Το έκαναν να ριγεί. Να σπαρταράει σαν το νεογνό που γεννιέται από την κοιλιά της μάνας του και ψάχνει να πάρει την πρώτη ανάσα. Κι’ όταν την παίρνει, να καίγεται από το οξυγόνο που μπαίνει στα στήθη του.

Λόγια, δεν ξέρω να λέω πολλά. Η ανάγκη χάνεται, όταν κλείνω τα μάτια και σε σκέφτομαι. Όταν τ’ ανοίγω και αντικρίζω το πρόσωπό σου. Όταν μυρίζω την ευωδιά σου και πλημμυρίζει η ψυχή μου με τα αρώματά σου. Αχ, πως μυρίζεις καλή μου! Σαν κανέλλα, γλυκιά και εξωτική. Σαν βανίλια, ερωτική και επιθυμητή. Η όσφρησή μου, αναγνωρίζει τις αποχρώσεις των αρωμάτων σου. Δίνει σε καθεμιά τους και ένα όνομα. Τις ονομάζει: παρουσία, έρωτα, επιθυμία, απόφαση, παράδοση.

Λόγια, δεν ξέρω να λέω πολλά. Αλλά, ακόμη κι’ αν ήξερα να πω, ποτέ δεν θα ήθελα ο ήχος τους να παραμορφώσει την μορφή σου. Μια μορφή λατρεμένη, αγαπημένη, μέσα στα βαθύτερα σημεία του ‘είναι’ μου. Εκεί, που φυλάω τα πιο βαθειά μου μυστικά και τους πιο κρυφούς μου στοχασμούς. Εκεί που φυλάω τους θησαυρούς μου, αυτούς που θα πάρω μαζί μου στο μεγάλο μου ταξίδι.

Και ένα έχω να σου πω, σαν άλλος Ερωτόκριτος:
‘Για σένα εγεννήθηκε, στον κόσμο το κορμί μου’…

Υ.γ. το παραπάνω κείμενο ‘γεννήθηκε’ μέσα στην καρδιά μου, ακούγοντας έναν μεγάλο Κρητίκαρο, να τραγουδάει το ‘Παραμύθι του Ερωτόκριτου’ από το ομώνυμο ποιητικό έργο ‘Ερωτόκριτος’ του Βιτσέντζου Κορνάρου. Ο μεγάλος αυτός Κρητίκαρος, ακούει στο όνομα Γιάννης Χαρούλης. Ακούστε τον και ‘σεις, εδώ δίπλα. Η ηχογράφηση αυτή, υπάρχει στο συνοδευτικό cd του τελευταίου τεύχους του περιοδικού ‘Δίφωνο’. Χάρισμά σας…

(‘Romeo and Juliet’ by Sir Dicksee)

Μαντινάδες…

Χρόνε που φθείρεις τσ’ ομορφιές,
Μη φθείρεις τη δική της,
Άσε στον ψεύτη το ντουνιά,
Στολίδι το κορμί της…

Με την ανάσα σου πετώ,
Με την πνοή σου στέκω,
Κι’ αν τώρα βρίχνεσαι μακριά,
Πόνο και λύπη έχω…

Τόλμησα κι’ είπα της καρδιάς
Πως θα σε λησμονήσει,
Και κείνη μου εμήνυσε
Τον χτύπο της να κλείσει…

αφιερωμένες εξαιρετικά σε σένα

Ο χρόνος μαζί σου…

blue-plastic-alarm-clock.jpgΜε ρώτησες πως ορίζω το χρόνο μαζί σου…
Μπήκα στη διαδικασία να σκεφτώ, τι σημαίνει ‘χρόνος’…
Τι σημαίνει ‘χρόνος μαζί σου’…

Ο χρόνος, ο χρόνος μου, ο χρόνος μας…
Έννοιες σχετικές και ακατάσχετες…
Έννοιες όμοιες και ξένες…
Λειτουργούν αντίστροφα και παράλληλα…
Αυτόνομα και συμπληρωματικά…
Παρασύρουν στιγμές και ζωές…
Δημιουργούν διαδραστικές μνήμες και στιγμιαίως αμετάβλητα αποτελέσματα…
Ενώνονται και χωρίζουν…
Μετρώνται με κριτήρια αντικειμενικώς ορθά, υποκειμενικώς λανθάνοντα και συντεταγμένα αποδεκτά…
Μας καθορίζουν και μας ορίζουν…
Ο χρόνος δεν έχει μνήμη…
Μας δημιουργεί μνήμη για να μπορούμε να αντέξουμε το πέρας του…
Λειτουργεί όπως ο δολοφόνος που επιστρέφει στον τόπο του εγκλήματος…
Μας δολοφονεί με την παρέλευσή του και επιστρέφει και πάλι για να ζητήσει εξιλέωση από εμάς, τα θύματά του…
Και εμείς από την μεριά μας, του δίνουμε άφεση αμαρτιών, αναγνωρίζοντας την δυναμική του και την επικυριαρχία του επάνω μας…
Προσπαθούμε να τον καλουπώσουμε, να τον προγραμματίσουμε, να τον ζήσουμε με τα δικά μας μέτρα και σταθμά, αλλά αυτός λειτουργεί πάντα κατά το δοκούν…
Προσπαθήσαμε να τον μετρήσουμε, για να τον κατανοήσουμε, αλλά η σοφία του και η δύναμή του ξεπερνάει κάθε μέσο μέτρησης…
Και αυτό, γιατί ο χρόνος δεν φτιάχτηκε από ανθρώπου χέρι…

Ο ‘χρόνος μαζί σου’ δεν θα μπορούσε να έχει πιο μεγάλη αξία για μένα…
Αποφάσισα να περάσω, να ‘δαπανήσω’ κάτι τόσο σημαντικό και άπιαστο, όπως είναι ο ‘χρόνος μου’, μαζί σου…
Έκρινα και αποδέχτηκα, ότι εσύ είσαι πιο σημαντική και πιο ουσιώδης απ’ ότι είναι ο ‘χρόνος μου’ για μένα…
Και αποφάσισα να δώσω χρόνο στον ‘χρόνο μαζί σου’…
Να μπορέσει να μετρήσει τις ώρες μας με κριτήρια κοινά και στιγμές μοναδικές…
Να μπορέσει να μετουσιωθεί σε χρόνο ‘άχρονο’…
Να γίνει πιο συμπυκνωμένος και πιο εμπεριστατωμένος από τον κοινό χρόνο…
Έτσι τον όρισα, έτσι τον οριοθέτησα, έτσι τον διέθεσα…

Τα κάλαντα…


Παραμονή Χριστουγέννων…
Ξύπνησε με την αίσθηση του κορμιού της δίπλα του…
Της χάιδεψε την πλάτη…
Ήξερε ότι αυτή η κίνηση της άρεσε πολύ…
Την άκουσε να γουργουρίζει, σαν μικρή γατούλα που της τρίβεις την ράχη…
Πλησίασε το αυτί της…
Άρχισε να της τραγουδάει:

Καλήν εσπέρα άρχοντες κι αν είναι ορισμός σας,
Χριστού τη θεία Γέννηση να πω στ΄ αρχοντικό σας.

Ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη της…
Ξύπνησε…
Συνέχισαν τα κάλαντα παρέα…

Χριστός γεννάται σήμερον εν Βηθλεέμ τη πόλη,
οι ουρανοί αγάλλονται, χαίρει η φύσις όλη.
Εν τω σπηλαίω τίκτεται, εν φάτνη των αλόγων,
ο Βασιλεύς των Ουρανών και ποιητής των όλων.
Πλήθος αγγέλων ψάλλουσι το Δόξα εν Υψίστοις
και τούτο άξιον εστί, η των ποιμένων πίστις.
Εκ της Περσίας έρχονται τρεις μάγοι με τα δώρα.
Άστρο λαμπρό τους οδηγεί, χωρίς να λείψει ώρα.

Γύρισε και τον φίλησε…
‘Χρόνια μας πολλά αγάπη μου’…
‘Χρόνια μας πολλά ζωή μου’…
‘Εύχομαι και του χρόνου να μας βρει αυτή η μέρα μαζί’…
‘Ναι αγάπη μου. Μαζί’…

Χρόνια Πολλά σε όλους σας…
Να είσαστε πάντα καλά…
Κάθε επιθυμία σας, ευχή μου…
Και του χρόνου γεροί…

(‘Τα κάλαντα’ του Νικηφόρου Λύτρα)

Άρωμα μοναδικό σου…


Θέλω να με αφήσεις να σου φτιάξω ένα άρωμα…
Δεν θα βάλω μέσα ούτε σφένδαμο, ούτε βανίλια, ούτε γιασεμί, ούτε κανέλα…
Θα βάλω μέσα εσένα και εμένα, εμάς…
Τους πόθους και τα πάθη μας…
Τον έρωτα και την αμαρτία μας…
Τα λάθη και τα σωστά μας…
Τα θέλω και τα δίνω μας…
Θα αφήσω εκτός,
τα πρέπει και τα παίρνω μας…
Τις υποχωρήσεις και τις κακίες μας…

Θα σου φτιάξω ένα άρωμα, προσαρμοσμένο στο κορμί σου…
Οικείο και ζωντανό…
Να ταιριάζει με τον ιδρώτα σου…
Να ευωδιάζει στη χαρά σου…
Να γλυκαίνει τον πόνο σου…
Να βοηθάει το βλέμμα σου να ορίζει το μέλλον σου…

Θα σου φτιάξω ένα άρωμα, να το φοράς τα πρωινά…
Όταν ξυπνάς από τον ύπνο σου…
Όταν κοιτάς στο πλάι σου και βλέπεις εμένα…
Όταν λες την πρώτη καλημέρα της ημέρας στ’ αυτιά μου…

Θα σου φτιάξω ένα άρωμα, να το φοράς τη νύχτα…
Πριν πέσεις στην αγκαλιά μου…
Πριν αφήσεις τα χάδια μου να συνταράξουν το κορμί σου…
Πριν τα σώματά μας γίνουν ένα και αναταράξουν τον κόσμο μας…
Πριν το χάραμα μας βρει, αγκαλιασμένους και αποκαμωμένους από τον έρωτά μας…

Θα το ονομάσω με το γλυκό σου όνομα…
Το μοναδικά ειπωμένο και τραγουδισμένο από τα χείλη σου…
Όπως το είπες εκείνη την πρώτη φορά που σε γνώρισα…
Όπως το κατέγραψε το μυαλό μου και το μιλάει η ψυχή μου…

Θέλω να με αφήσεις να σου φτιάξω ένα άρωμα…
Για να είναι μοναδικό σου…
Όπως εσύ…

(‘Reclining Nude’ by Amedeo Modigliani)

Στιγμές ύπνου…


Είσαι στο κρεβάτι…
Φοράς τη νυχτικιά που αγοράσαμε μαζί…
Αυτή, με το μικρό αρκουδάκι μπροστά…
Στο γκρι της…
Το μάκρος της, λίγο παραπάνω από το γόνατο…
Αγκαλιάζει πολύ γλυκά το σώμα σου…
Έχεις γύρει στο πλάι και τα ξανθά σου μαλλιά πέφτουν με χάρη στο πρόσωπό σου…
‘Ηλιοκουρτίνα’ όπως λες συχνά…
Έχεις σκεπαστεί με το πάπλωμα που σου αρέσει…
Μέχρι το λαιμό…
Προσπαθείς να κοιμηθείς…
Νυστάζεις…
Μάλλον από το ξενύχτι μας…
Μάλλον από τις έντονες στιγμές μας…
Σε παρατηρώ συνεχώς…
Που και που ξυπνάς, ρίχνεις μια ματιά γύρω, βλέπεις ότι είμαι εκεί, χαμογελάς και ξανακλείνεις τα μάτια…
Το προσωπάκι σου ήρεμο…
Σαν μικρού παιδιού…
Μ’ αρέσει αυτή η ηρεμία…
Μου την μεταδίδεις…
Έρχομαι κοντά σου…
Ακούω την αναπνοή σου…
Μυρίζω το άρωμα του κορμιού σου…
Σε σκεπάζω στα μέρη που είσαι ξεσκέπαστη…
Ξυπνάς και με ρωτάς τι συμβαίνει…
‘Τίποτα μικρή μου. Απλά, σε σκεπάζω’ σου λέω γλυκά…
Σου χαϊδεύω τα μαλλιά και ξανακοιμάσαι…
Σου τρίβω την πλάτη…
Γουργουρίζεις σαν μικρό γατάκι…
Σ’ αρέσει πολύ…
Ηρεμείς…
Κοιμάσαι….
Περνάει η ώρα…
Εγώ εκεί, εκεί που με άφησες…
Στην άκρη του κρεβατιού να σε παρατηρώ…
Να νοιώθω την κάθε σου ανάσα…
Την κάθε κίνηση του κορμιού σου…
Να σε μαθαίνω από τον ύπνο σου…
Να σε προσέχω…
Να σου ψιθυρίζω ‘σ’ αγαπώ’, κι’ ας μην το ακούς…
Ή τουλάχιστον, έτσι νομίζω…
Γυρίζεις στο πλάι…
Η ανάσα σου γίνεται κοφτή…
Δεν ανοίγεις τα μάτια σου…
Η έκφραση του προσώπου σου αλλάζει…
Προφανώς, βλέπεις όνειρο…
Μουγκρητά ηδονής βγαίνουν από το λαιμό σου…
Μέσα στον ύπνο σου, ψιθυρίζεις τ’ όνομά μου…
Μου ζητάς να σου κάνω έρωτα…
Ξυπνάς απότομα…
Σηκώνεσαι…
Με βλέπεις δίπλα σου…
Με αγκαλιάζεις και με φιλάς παθιασμένα…
Νοιώθω το κορμί σου να πάλλεται από πόθο…
Και το δικό μου ακολουθεί…
Θέλεις να συνεχίσουμε το όνειρό σου από εκεί που το άφησες…
Δεν σου χαλάω χατίρι…

(‘Flaming June’ by Frederick Leighton)

Στο Χάραμα…


Η Κα Λίτσα Διαμάντη θα τραγουδάει:
‘Νύχτα στάσου,
Νύχτα στάσου μια στιγμή…’

Η Κα Πίτσα Παπαδοπούλου θα τραγουδάει:
‘Που πάει η αγάπη όταν φεύγει,
Γίνεται σύννεφο ή πεθαίνει…’

Η Κα Λένα Αλκαίου θα τραγουδάει:
‘Εκεί που όλα είχαν χαθεί,
Είσαι για μένα η στροφή…’

Και ‘συ θα γέρνεις στον ώμο μου και θα τα ψιθυρίζεις στο αυτί μου…
Και εκεί, θα μας βρει το Χάραμα

(‘Jazz City II’ by Unknown Artist)

Εγώ, απλά γράφω…


Πάντα πρέπει να είχα μέσα μου, την ανάγκη να γράψω…
Πάντα πρέπει να είχα μέσα μου, την πολυτέλεια να σκέφτομαι ιστορίες ανθρώπων και να τις πλάθω στα μέτρα και στα σταθμά τα δικά μου…
Θέλεις γιατί κινηματογραφόφιλος από παιδί κατέγραφα στο υποσυνείδητό μου κάθε σκηνή και χαρακτήρα που έβλεπα…
Θέλεις γιατί κυλούσε στο αίμα μου το ελληνικό τραγούδι και οι ιστορίες που αυτό εξιστορούσε…
Θέλεις γιατί παρατηρούσα τα πάντα γύρω μου με μία διάθεση περιέργειας και σχολιασμού…
Θέλεις γιατί είχα ένα τόνο σνομπισμού και υπεροψίας για όλους τους γύρω μου…
Δεν ξέρω…
Αυτό που ξέρω είναι ότι κατάφερα στα 37 μου χρόνια να μπορώ να περάσω ‘στο χαρτί’ τις σκέψεις και τις εμμονές μου…
Και δεν έχω λίγες…
Υπήρχαν εκεί…
Μου τριβέλιζαν το μυαλό και έψαχναν την κατάλληλη στιγμή να βγουν…
Να απλωθούν και να γεμίσουν την σκέψη και το χαρτί μου…
Ίσως να έψαχναν την κατάλληλη συναισθηματική φόρτιση…
Ίσως να περίμενα το αστεράκι μου
Μπορεί…
Πρέπει να της αποδώσω τα εύσημα, γιατί με βοήθησε να καταλάβω τον εαυτό μου, με βοήθησε να καταλάβω γιατί η γη γυρίζει γύρω μου, έτσι όπως γυρίζει, γιατί αγαπάω τόσο πολύ τις γυναίκες…
Πρέπει να της αποδώσω τα εύσημα, γιατί με ανέχεται ώρες ατελείωτες στις συνομιλίες μας, στους καυγάδες μας, στα ‘δύσκολά’ μας…
Πάνω απ’ όλα, πρέπει να της δώσω τα εύσημα γιατί πίστεψε σε μένα…
Και δεν είμαι εύκολος άνθρωπος…
Μάλλον το αντίθετο…
Αλλά αυτό, δεν το λέμε πιο έξω…
Κατά καιρούς, ασχολήθηκα με τον εαυτό μου…
Είπα τα στραβά του και τα καλά του…
Ανοίχτηκα και εκτέθηκα…
Ίσως να με ενοχλούσε τότε…
Όμως, δεν με ενοχλεί τώρα…
Δεν έχω να φοβηθώ τίποτα…
Είμαι ένας άνθρωπος με πάθη και πόθους…
Προσωπικά μου στοιχεία και δεδομένα περνάνε μέσα από τις ιστορίες μου…
Βασικά, είμαι ένας καθημερινός άνθρωπος μέσα σε τόσους άλλους…
Είμαι ένας Γιώργος, μεταξύ πολλών συνονόματων…
Αντ’ εμού, θα αφήσω να μιλήσουν οι λέξεις, οι προτάσεις, οι παράγραφοι…
Αυτές, μπορούν να τα πουν καλύτερα…
Αυτές, ξέρουν καλύτερα…
Εγώ δεν είμαι τίποτα μπροστά τους…
Εγώ, απλά γράφω…

(Ταλαντεύτηκα πως θα ονομάτιζα το συγκεκριμένο post. Ήμουν ανάμεσα σε δύο τίτλους. Ο ένας, είναι αυτός που τελικά καθορίζει το συγκεκριμένο κείμενο. Ο άλλος, είναι αυτός που ίσως καθορίσει μία άλλη μου περιπλάνηση. Ο άλλος τίτλος είναι: ‘Αντί προλόγου’)

(‘Portrait of A Man’ by Tamara de Lempicka)

Λανθάνον σκηνικό…


Είμαι μόνος…
Το σπίτι άδειο…
Εσύ πουθενά…
Φωνάζω το όνομά σου…
Η ηχώ της φωνής μου, χτυπάει στους τοίχους, στα τζάμια, στα έπιπλα…
Γυρίζει πίσω σε μένα…
Με χτυπάει με δύναμη…
Δεν ξέρω αν πονά περισσότερο το χτύπημα ή η απουσία σου…
Μου έλεγες ότι πρέπει να την συνηθίσω…
Μου έλεγες ότι δεν μπορεί να γίνει διαφορετικά…
Φωνάζω δυνατότερα το όνομά σου…
Για να πάρω μεγαλύτερο πόνο από το χτύπημα του αντίλαλου…
Πλημμυρίζουν τ’ αυτιά μου και το μυαλό μου από το όνομά σου…
Χαίρονται που πονάνε για σένα, έχοντας το όνομά σου εισβολέα μέσα τους…
Ερμηνεύω τις σκέψεις μου και σε όλες βρίσκεσαι εσύ…
Ψεκάζω το χώρο με το άρωμα που σου αρέσει…
Δημιουργώ τεχνητές αναπνοές από την μυρωδιά σου…
Η ακοή μου, έχει εσένα…
Η όσφρησή μου, έχει εσένα…
Κλείνω τα μάτια, για να κοροϊδέψω την όραση…
Σφίγγω τα χέρια, για να παραπλανήσω την αφή…
Την γεύση δεν μπορώ να την κοροϊδέψω, δυστυχώς…
Θέλει απτές αισθητήριες κενώσεις…
Το λανθάνον σκηνικό της παρουσίας σου, παραμένει λανθάνον…
Καλύτερα, σκέφτομαι…
Έτσι, μου λείπεις περισσότερο…
Έτσι, σε χρειάζομαι περισσότερο…

(‘Echo’ by T. C. Jackson)

Παίζοντας με τη φωτιά…


Κάθομαι μπροστά στο τζάκι και παρατηρώ τη φωτιά που καίει…
Προσθέτω ξύλα, αναμοχλεύω, σκορπίζω, ενώνω…
Ήχοι έρχονται στ’ αυτιά μου από το κάψιμο των ξύλων…
Τρίζουν, διαμαρτύρονται…
Παραλληλίζω τη φωτιά με τη ζωή μου…
Ενώνω δύο κομμάτια ξύλο, πυρώνει η φωτιά…
Σαν τη φωτιά που δυο κορμιά καίει…
Σπίθες πετάνε, η φλόγα μεγαλώνει, θερμότητα εκλύεται…
Καίγεται το πρόσωπό μου…
Δεν μπορώ να κάτσω κοντά…
Απομακρύνομαι…
Όσο απομακρύνομαι, τόσο κρυώνω…
Επιστρέφω σιγά – σιγά…
Με μέτρο…
Πιο κοντά…
Ξαναζεσταίνομαι…
Αραιώνω λίγο τα ξύλα…
Πιο ευχάριστη η ατμόσφαιρα…
Δίκιο έχουν όταν λένε: ‘Το πολύ μαζί σκοτώνει’…
Μάλλον καίει…
Σκέφτομαι να βάλω ένα λεμόνι να κάψει, για να βγάλει άρωμα…
Έντονο το άρωμά του…
Ιδιαίτερο…
Σκέφτομαι να ψήσω καφέ με τις στάχτες που έχουν σχηματιστεί…
Να φτιάξω καφέ και να κλάψω τα απομεινάρια της φωτιάς…
Δεν θέλω να κλάψω τίποτα και κανέναν…
Ότι κάηκε, κάηκε…
Παίζω με τη φωτιά…
Καλή παρέα…
Καλός σύντροφος…
Αν ξέρεις να την ελέγξεις, σε προσέχει και εκείνη…
Είναι μία σχέση αλληλεπίδρασης…
Βάζω ένα ποτήρι κόκκινο κρασί…
Για να ολοκληρώσω τις φωτιές μου…
Και έξω και μέσα…
Το σκηνικό συμπληρώνει η σκέψη μου σε σένα…
Σε καλώ κοντά μου, νοερά…
Κάθεσαι δίπλα μου, πίνουμε κρασί, παίζουμε με τα ξύλα, παίζουμε με τις φωτιές μας…
Ζαλιζόμαστε…
Αναπνέουμε την καυτή ανάσα του καμένου ξύλου…
Φιλιόμαστε…

(‘Fire’ by Thomas Ferrin)

‘Άστρο μου φεγγαρόλουστο’…


Άστρο μου φεγγαρόλουστο
Και φεγγαροντυμένο
Ανέβα στην καρδούλα μου
Να σ’ έχω στολισμένο…

Κι’ αν νοιώσεις μόνο κι έρημο
Και φοβηθεί η καρδιά σου
Στείλε μου μήνυμα ταχιά
Να πέψω εγώ κοντά σου…

Όσα ‘ναι τ’ άστρα τ’ ουρανού
Είναι και με η χαρά μου
Που σ’ έχω εγώ στην αγκαλιά
Και σπαρταράει η καρδιά μου…

Ο έρωντάς μου καρτερεί
Ένα γλυκό σου λόγο
Κι’ από τα βάθη τσι καρδιάς
Αναγεννάτε μόνο…

Μίλα μου με τα μάτια σου
Πες μου τον κάθε πόνο
Και ‘γω γιατρός θε να γενώ
Να στον γιατρεύω μόνο…

γιατί απόψε το άστρο σου λάμπει στον ουρανό μου…

(‘Starry Night’ by Vincent Van Gogh)

Εξομολογήσεις…


Δεν ξέρω…
Δεν ξέρω αν μπορώ να σε καταλάβω…
Κάνω μεγάλες προσπάθειες…
Μου είναι δύσκολο…
Δεν είναι μόνο η διαφορετικότητα του ανθρώπου με άνθρωπο…
Είναι και η διαφορετικότητα του φύλου…
Εσύ γυναίκα, εγώ άντρας…
Δύο εντελώς διαφορετικοί κόσμοι, δύο εντελώς διαφορετικές κοσμοθεωρίες…
Ο άντρας, εγώ, πιο απλός, πιο ξεκάθαρος, ως ‘κατασκευή’…
Η γυναίκα, εσύ, πιο πολυσύνθετη, αποτελούμενη από πιο πολλά κομμάτια…
Προσπαθώ να λύσω τον γρίφο σου…
Προσπαθώ να μάθω τον τρόπο λειτουργίας σου…
Να μπορώ να καταλαβαίνω, χωρίς πολλές σκέψεις, ενστικτωδώς θα έλεγα, τον τρόπο που γυρίζει ο κόσμος μέσα στο κεφάλι σου…
Δύσκολο το εγχείρημα…
Και το πιθανότερο είναι ότι δεν θα τα καταφέρω ποτέ…
Με πιάνει απελπισία…
Βέβαια, έχω να ομολογήσω, ότι η βοήθειά σου είναι μεγάλη…
Κάνεις τα πάντα, ερμηνεύεις, εξηγείς, αναλύεις την σκέψη σου, για να μπορέσω να σε καταλάβω…
Για να μπορέσω να σε ακολουθήσω…
Και φτάνω σε ένα σημείο που το προσεγγίζω το θέμα…
Πάντα όμως κάτι διαφεύγει…
Μια μικρή λεπτομέρεια…
Η οποία κάνει την διαφορά…
Την όποια διαφορά…
Ξέρεις, πιστεύω ότι ως άντρας είμαι πιο προβλέψιμος…
Πιο σταθερός, πιο συγκεκριμένος, πιο μέσα σε πλαίσια…
Εσύ από την μεριά σου, βασιζόμενη στην πολυπλοκότητα των αισθημάτων και των σκέψεών σου, οδηγείσαι σε μία αντίστοιχη πολυπλοκότητα συμπεριφοράς, ακατανόητη από εμένα…
Και αυτό μας φέρνει σε αντιπαράθεση…
Και σε αδιέξοδο, κάποιες φορές…
Με υπερθεματίσεις του τύπου ‘δεν με καταλαβαίνεις’, ‘εμένα, ποιος θα με καταλάβει;’, ‘μα, καλό μου, γιατί δεν μπαίνεις ποτέ στη θέση μου;’, οδηγούμαστε σε μία ρήξη μεταξύ μας, ευτυχώς πρόσκαιρη…
Από την άλλη, δεν τολμώ να μην παραδεχτώ, ότι και ‘συ κάνεις αντίστοιχες φιλότιμες προσπάθειες να αντιληφθείς τη δική μου θέση επάνω στη δική σου πολυπλοκότητα…
Και σ’ ευχαριστώ γι’ αυτό…
Θέλω να πιστεύω ότι ξέρεις ότι προσπαθώ…
Προσπαθώ καλή μου…
Και θέλω να το καταλάβεις…
Θέλω και προσπαθώ…
Για να σε καταλάβω…

(‘Balancement’ by Wassily Kandinsky)

Έτσι, δεν θα πεις…


Σε κοιτάω στα μάτια,
όταν σου μιλάω για τη ζωή μου…
Έτσι, δεν θα πεις ότι σου λέω ψέματα…

Σε φιλάω στα χείλη,
όταν μου μιλάς για τη ζωή σου…
Έτσι, δεν θα πεις ότι δεν σε νοιώθω…

Σε παίρνω αγκαλιά,
όταν μου μιλάς για τα όνειρά σου…
Έτσι, δεν πεις ότι ποτέ δεν τα άκουσα…

Σου μιλάω για μας,
τις φορές που σε νοιώθω μακριά μου…
Έτσι, δεν θα πεις ότι δεν προσπάθησα να σε κρατήσω…

Κάνουμε έρωτα,
με τρόπο, λες και είναι πάντα η πρώτη φορά…
Έτσι, δεν θα πεις ότι δεν σε πόθησα αρκετά…

Σου λέω σ’ αγαπώ,
τις ώρες της σιωπής και της ηρεμίας μας…
Έτσι, δεν θα πεις ότι δεν άκουσες τον πόνο μου…

Σωπαίνω,
τις στιγμές που μου λείπεις πολύ…
Έτσι, δεν θα πεις ότι δεν κατάλαβα την παρουσία σου…

(‘San Giorgio Maggiore by Twilight’ by Claude Monet)

Βροχή…


Κλαίει ο ουρανός έξω…
‘Κάτι θα ξέρει παραπάνω’ σκέφτομαι…
Το κλάμα του περνάει μέσα μου…
Η διάθεση αντίστοιχη, ανέφικτη όμως η πραγματοποίησή της σήμερα…
Σήμερα, θα ήθελα να έμενα σπίτι…
Να σηκωνόμουν με την ησυχία μου…
Να έφτιαχνα καφέ…
Να έβαζα ‘ΜΕΛΩΔΙΑ’ και να άκουγα τραγούδια που να μου μιλάνε…
Να καθόμουν μπροστά στο μεγάλο παράθυρο και να βλέπω την βροχή να πέφτει…
Να καθόμουν μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή και να ετοίμαζα ταξίδια…
Και, πάνω απ’ όλα, να είχα χρόνο να σε σκέφτομαι ήρεμα…
Ήρεμα γύρω, ανήμερα μέσα μου…
Να ζούσα την αναστάτωσή μου στη σκέψη σου, ήρεμα και μοναχικά…
Χωρίς παρεμβάσεις…
Χωρίς διακοπές…
Το είναι μου στη φαντασίωσή σου…
Δύο και ένα μαζί…
Όπως εμείς…
Δύο και ένα μαζί…
Καλημέρα αστεράκι μου…
Ο ουρανός συνεχίζει να κλαίει…
Τώρα, κλαίει και η ζωή μου…

(‘After the Rain’ by Harold Silverman)