Αναπαραγωγή και Επιβίωση

Κάθισε στο γραφείο της και άνοιξε τον υπολογιστή. Εδώ και κάποιες μέρες ένιωθε μία δυστοκία στην συγγραφή του πρώτου της πονήματος. Ένας από τους ήρωές της έμοιαζε λειψός. Έπρεπε να τον συμπληρώσει με συγκεκριμένα στοιχεία, αντίθετα μα και συνάμα συμπληρωματικά ως προς τον κυρίως χαρακτήρα της. Κάτι σαν το δίδυμο λίμνη με Νάρκισσος. Έψαχνε έναν Νάρκισσο, που θα αντικατόπτριζε το πρόσωπό του στη λίμνη μέχρι που θα πνιγόταν μέσα της. Ήθελε να φτάσει στο σημείο του πνιγμού ο ήρωάς της. Να τον κάνει να φτάσει στα όριά του. Να τον κάνει να δει τον ξεκάθαρο προορισμό του. Πίστευε στην κάθαρση μέσω της διαδικασίας της αποκαθήλωσης. Μέσω του δρόμου χωρίς γυρισμό.

Η Ηρώ πληκτρολόγησε τον κωδικό της στο facebook. Συνήθιζε να το αποκαλεί «πηγάδι των ευχών». Ένα μέρος με αστείρευτη ποικιλία χαρακτήρων και προσώπων. Έψαξε τα τελευταία post των φίλων της. Φίλοι κατ’ ευφημισμό, άγνωστοι οι περισσότεροι μεταξύ τους. Φίλος, φίλου από φίλο και το κουβάρι μεγάλο. Αποτυχία όμως. Τίποτα το διαφορετικό. Θα το άφηνε για αργότερα, μιας και δεν είχε να κάνει κάτι άλλο σήμερα.

Η ζωή της από την ημέρα που διαλύθηκε ο αρραβώνας της δεν περιείχε τίποτα το σημαντικό. Κάποιες διάσπαρτες εξόδους με συναδέλφους και συνεργάτες, επισκέψεις σε μουσεία με την κολλητή της που έκανε μεταπτυχιακό επάνω στην τέχνη του καμβά του 16ου αιώνα και παρακολούθηση συναυλιών φερέλπιδων νεαρών και νεανίδων με την μητέρα της στην αίθουσα του συλλόγου «Παρνασσός», εκεί απέναντι από τον Αη Γιώργη Καρύτση. Πέρα από όλα αυτά, πολύ κλεισούρα. «Καλόγρια θα καταντήσεις» η μόνιμη επωδός της μητέρας της. Δεν είχε όμως διάθεση για κάτι άλλο, μέχρι που ένιωσε την ανάγκη να αποτυπώσει σε χαρτί, λέξεις και σκέψεις που είχε από καιρό μέσα της.

Σαν ένα μελανοδοχείο γεμάτο με εκείνο το σκούρο υγρό των αναμνήσεων και των εμπειριών ένιωθε το μυαλό της, που είχε γεμίσει από περιστάσεις και καταστάσεις. Το μόνο που της έλειπε ήταν μία πένα να βουτήξει μέσα σε αυτό και να αρχίσει να γράφει ακατάπαυστα. Και να που αυτή η πένα βρέθηκε τελικά και να που τώρα η Ηρώ αποτυπώνει αυτά τα σημαντικά και ασήμαντα στιγμιότυπα. Τι παράξενο αλήθεια. Αυτή, που ποτέ της δεν είχε την τάση για συγγραφή, να ‘την τώρα να ψάχνει χαρακτήρες για το πόνημά της. Και με ιδιαίτερο θέμα, η αλήθεια είναι.

Καταπιανόταν με την έλξη και την απώθηση των δύο πιο βασικών ενστίκτων του ανθρώπινου είδους που κινούν αενάως αυτόν τον κόσμο: το ένστικτο της αναπαραγωγής και της επιβίωσης. Απίστευτη η προδιάθεσή της να καταπιαστεί με ένα τέτοιο θέμα. Φαίνεται τελικά, ότι ο αρχέγονος προορισμός της ως γυναίκα να αναπαραχθεί, την κυνηγούσε διαρκώς σαν ερινύα και δεν την άφηνε να ηρεμήσει το υποσυνείδητό της. Η επίδραση του οικογενειακού και φιλικού της περιβάλλοντος ήταν μεγάλη. Για όλους αυτούς, το γεγονός ότι ήταν ήδη 35 ετών, χωρίς οικογένεια και χωρίς παιδί θεωρούνταν αδιανόητο. Που να τους έλεγε δηλαδή ότι μέσα της δεν ένιωθε καν έτοιμη για ένα τόσο μεγάλο βήμα. Θα την είχαν στήσει στο εκτελεστικό απόσπασμα. Αναγκασμένη να φοράει πάντα την μάσκα της έτοιμης από καιρό γυναίκας και μάνας, έπρεπε να δημιουργήσει αντίβαρο στο φορτίο. Και η συγγραφή της το παρείχε.

Είχε φτάσει όμως σε αδιέξοδο. Ο χαρακτήρας που αντιπροσώπευε την «επιβίωση» κάπου χανόταν μέσα στην λαίλαπα της «αναπαραγωγής». Αυτή ποτέ δεν αντιμετώπισε πρόβλημα επιβίωσης. Μέσα στο οικείο πατρικό περιβάλλον της σιγουριάς και της γαλήνης, ποτέ δεν ήρθε πρόσωπο με πρόσωπο με την διαφορετικότητα των ενστίκτων. Μόνο μέσα από περιγραφές που διάβαζε σε ρεπορτάζ δημοσιογράφων και ειδησεογραφικών πρακτορείων ή όταν η τηλεοπτική κάμερα αποτύπωνε εικόνες από μια ζωή διαφορετική από την δική της. Καμία ιδία επαφή. Ο γρίφος της φαινόταν άλυτος. Γι’ αυτό και η αναζήτηση «μέσα στο πηγάδι των ευχών» απαραίτητη.

Έκανε refresh στην σελίδα της στο facebook. Μία ανάρτηση της έκανε εντύπωση. Κάποιος Άρης είχε γράψει: «σε ένα κόσμο ανέραστο, μόνο τα αγάλματα σώνονται για να διαδίδουν τα πάθη που δεν τολμήσαμε να πούμε… και μόνο εκείνα μπορούν να ζουν, όταν όλοι εμείς οι υπόλοιποι έχουμε χάσει στο παιχνίδι της ζωής». Η φράση της έκανε εντύπωση. Μπήκε στο προφίλ του Άρη. Συμπαθητική φυσιογνωμία, ευγενικό πρόσωπο με βλέμμα ήρεμο και καθησυχαστικό. Ετών 27. Φοιτητής Καλών Τεχνών και με μελέτες επάνω στην μουσική και στο βιολί. “Αναπάντεχο και φυσικό συνάμα” σκέφτηκε.

“Λες εδώ να είναι ο προορισμός αυτού που ψάχνω;” ψιθύρισε και η φωνή της γέμισε το δωμάτιο. Πίστεψε ότι βρήκε την όψη της «επιβίωσης» πέρα από τα λογικά πλαίσια της καθημερινότητας, αλλά παράλληλα και μία «αναπαραγωγή» στο πρόσωπο του παλικαριού αυτού. Την «αναπαραγωγή» γενικά ή την «αναπαραγωγή» της ειδικά; Θα του έστελνε μήνυμα. Το έκανε χωρίς δεύτερη σκέψη.

Με το μυαλό της, άρχισε να πλάθει τον πιθανό διάλογο με το αγόρι για εκείνη, ίσως άντρας για κάποιες άλλες. Η ηλικιακή διαφορά τους δεν έδινε τα εχέγγυα για κάτι παραπάνω από μία απλή επαφή. Από μία απλή συνομιλία χωρίς περαιτέρω επιπτώσεις. “Πολύ συντηρητική σε βρίσκω Ηρώ μου” σκέφτηκε και ένα χαμόγελο διαγράφηκε στα χείλη της. “Λες να καταντήσω και ‘γώ σαν όλες εκείνες τις γυναίκες που αρέσκονται να επικοινωνούν και να κοινωνούν με νεώτερους, κατά πολύ, άντρες από αυτές;” συνέχισε την σκέψη της και το χαμόγελο παρέμεινε στα χείλη.

“Θα το ήθελε άραγε; It takes two to tango δεν λένε; Θέλει δύο το ταγκό, όπως και να το κάνουμε” επιβεβαίωσε στον εαυτό της. Και είχε περάσει καιρός που είχε να το χορέψει με κάποιον σύντροφο. Το πλήρωμα του χρόνου μπορεί να είχε φτάσει. Μέσω μιας αναζήτησης, μιας τυχαίας φράσης. “Τελικά, όλα στην ζωή δεν είναι στιγμές και στιγμιότυπα;”

Καμία απάντηση όμως δεν ερχόταν. Πέρασαν δυο, τρία λεπτά. Ξανάκανε refresh. Ο Άρης είχε βγει εκτός. Ένιωσε την καρδιά της να χτυπάει γρήγορα. “Μπα, χτυπάει και έτσι;” Πάτησε επανειλημμένα το πλήκτρο της ανανέωσης. Πουθενά το αγόρι. “Που να πήγε;”. Επανήλθε στα μηνύματα. Του έγραψε ένα «Έφυγες ξαφνικά και δεν μπορέσαμε να τα πούμε», ένα «Μου έχεις κάνει εντύπωση», ένα «Θα ήθελες να επικοινωνήσουμε περισσότερο;». Το έστειλε. Χωρίς δεύτερη σκέψη. Άλλωστε, η αναπαραγωγή και η επιβίωση είναι ένστικτα ριζωμένα στο DNA μας. Χωρίς φτιασίδια και μάσκες. Δεν θέλουν δεύτερη σκέψη…

(«Tango Argentino II» by Willem Haenraets)

Πανσέληνος Απριλίου…

Μία ολοστρόγγυλη πανσέληνος
φωτίζει
τις ανέραστες ατραπούς των ονείρων
με συνοδεία το άρωμα των ανοιξιάτικων μπουμπουκιών
των πρόωρα ανθισμένων
(ξεγελασμένων θα μπορούσες να πεις)
νερατζιών των δρόμων…

Κι’όμως,
το φως αυτό είναι μία
εν δυνάμει φωτεινή πηγή
κάποιων
εν δυνάμει νέων προσδοκιών…

Ένα Σαββατιάτικο πρωινό…

abend-fur-dich-by-elena-filatovΈνας παραμορφωτικός καθρέπτης ανάμεσά μας. Παραμορφώνει και μορφώνει τις συνειδήσεις και τα αισθήματά μας. Παρόρμηση και απώθηση. ‘Πόσο λίγο με ξέρεις τελικά’ σκέφτομαι και ανάβω ένα τσιγάρο. Από εκείνα τα άκαυτα. Που τα ρουφάς και χάνεις ζωή. Χάσιμο ζωής αναπληρούμενο από την εισροή αέρα θανατηφόρου.

Ταξίδι μου έταξες κάποτε και ‘γώ σε πίστεψα. Λες και δεν σε ήξερα. Λες και δεν σε είχα μάθει. Το άφησα να περάσει και αυτό σαν όλα τα άλλα. Όλα εκείνα που κάποτε τα δυο σου υπέροχα χείλη είχαν ψελλίσει ανάμεσα σε στιγμές πάθους και ιδρώτα. Με μένα αντίκρυ σου. Τα έβλεπα να συσπώνται και να μορφώνονται με τα ίδια μου τα μάτια.

Δεν σου ζήτησα τίποτα. Το ξέρεις. Αν δεν το ήξερες δεν θα έταζες ποτέ τίποτα. Και σε κανένα. Ούτε στον ίδιο σου τον εαυτό. Μόνο που εκείνος σου έδινε πάντα συγχωροχάρτι. Με βουλοκέρι ανεξίτηλο. Και υπογραφές φαρδιές πλατιές κάτω από το ‘συναινώ χωρίς αμφιβολία’ που έγραφες πάντα στα συμβόλαια που υπέγραφες με τον εαυτό σου.

Μου ζήτησες το απόλυτο και ‘γώ σου το έδωσα. Όχι ότι γνώριζες τι σημαίνει ‘απόλυτο’, όμως εγώ σου έδωσα αυτό που εγώ πίστεψα και έβλεπα μέσα από τα μάτια μου. Και ποτέ δεν έφερες αντίρρηση. Εξάλλου, οι αντιρρήσεις δίνονται και εκφράζονται από τους γνωρίζοντες. Όχι από αυτούς που κατ’ εξακολούθηση αντιλαμβάνονται τον όρο ‘δόσιμο’ ως υποχρέωση του άλλου και όχι ως πράξη ανώτερη.

Δεν θα με μάθεις ποτέ. Όχι γιατί δεν σου έδωσα τα στοιχεία. Επειδή, εσύ ο ίδιος δεν τα έψαξες ποτέ. Τα έβλεπες καθημερινά. Όμως ποτέ δεν τους έδωσες την πρέπουσα προσοχή, εκείνη που διαφοροποιεί αυτούς που κοινωνούν από εκείνους που παρακολουθούν την ζωή να περνάει μπροστά από τα μάτια τους. Δεν σε κακολογώ. Άμαθος ήσουν. Όμως άμαθη ήμουν και ‘γώ. Εντελώς. Ολοκληρωτικά…

(‘Abend für dich’ by Elena Filatov)

Ανάμνηση πραγματικότητας…

Αφενός τυχαία, εντέχνως μοιραία. Κάπως έτσι σε φαντάστηκα μέσα στην άχλη του ονείρου μου. Όταν ξαπλωμένος σε ένα διπλό κρεβάτι ονειρεύτηκα όλες εκείνες τις στιγμές της πλήρωσης, που έγιναν πλάι σου στιγμές εκπλήρωσης. Και έμεινες εκεί, μέσα στο όνειρο και στην πραγματικότητα, να ζεις έναν έρωτα, αντίγραφο πίνακα αναγεννησιακού ζωγράφου, απόμακρη και κοντινή, έρωτά μου.

Όργωσα το μυαλό μου με την προδότρα σκέψη μου που σε ακολουθούσε. Δεν σε άφηνα στιγμή. Μου άρεσε να είσαι εκεί. Μου άρεσε να σε ζω σε μία μη πραγματικότητα. Έξω από καθετί συμβατικό. Σαν μία ανολοκλήρωτη εικόνα που μόνο το περίγραμμά της σχηματίζεται.

Κι’ όταν έφτασε η στιγμή του αποχωρισμού, στάθηκες ακίνητη μπροστά μου. Το πρόσωπό σου φωτίστηκε και στα μάτια σου φάνηκαν δύο σταγόνες βροχής. Δεν τις κατάλαβα, παρά μόνο όταν έσταξαν επάνω στα χέρια μου. Τις έφερα κοντά στο στόμα μου και τις γεύτηκα. Έτσι ένοιωσα πόσο πικρή μπορεί να είναι η θλίψη.

Δεν έφερα αντίσταση. Σε άφησα να φύγεις χωρίς κουβέντα. Χωρίς λόγια. Το ξέρεις ότι πάντα άφηνα τις εικόνες να γεμίζουν τον λεκτικό χώρο ανάμεσά μας. Έτσι έκανα και τώρα. Οι εικόνες πάντα αφήνουν καλύτερη ανάμνηση. Πίστεψέ με…

(‘Antonia’ by Charlie Mackesy)

Απο-μνημόνευση…

Κάθισες στην πολυθρόνα σου και ξεκίνησες την διαδικασία. Άνοιξες τις πόρτες του μυαλού σου και ξεχύθηκαν λέξεις και νοήματα. Άδειασες από εικόνες. Έπεσαν στο πάτωμα και σχημάτισαν μαύρο λεκέ στο μεταξωτό χαλί ‘μπουχάρα’ του πατώματος. Δεν έκανες τίποτα για να τον μαζέψεις. Έμεινες να τον κοιτάς να εξαπλώνεται γοργά επάνω στα περίτεχνα σχήματα και να τα σβήνει από το οπτικό σου πεδίο. Τον άφησες να ποτίσει το χαλί.
Έκλεισες ξανά το μυαλό σου και πήγες για ύπνο.
Το επόμενο πρωί, άκουσες φωνές και φασαρία από το αποκάτω διαμέρισμα. Η ηλικιωμένη κάτοικος του εν λόγω διαμερίσματος με την συνδρομή υδραυλικού, μάζευαν τις στάλες ενός μαύρου υγρού που έσταζε από το ταβάνι της. Κάποια στιγμή σου χτύπησε την πόρτα και σε ρώτησε αν είχαν σπάσει οι σωληνώσεις του καλοφιρέρ στο διαμέρισμά σου. Απάντησες αρνητικά και της έκλεισες την πόρτα. Γύρισες το βλέμμα σου στο χαλί. Ο λεκές είχε φύγει εντελώς, αφήνοντας μόνο το περίγραμμά του επάνω του.
‘Παράξενο πράγμα η μνήμη’ σκέφτηκες. ‘Το μόνο που μένει τελικά από αυτή, είναι ένα περίγραμμα από λεκέ πάνω σε ένα μεταξένιο ποικιλόμορφο χαλί, υφασμένο από όνειρα και προσδοκίες’…

(‘Echoes through the First Gate’ by John McCormick)

Εικόνες καλοκαιρινές…

Γυρίζω το βλέμμα μου στον χώρο. Εικόνες ανθρώπων και σκαριφήματα χώρων καταγράφονται ακούσια στον σκληρό δίσκο του μυαλού μου. Εικόνες καθημερινότητας και συνήθειας. Εικόνες μοναδικές σαν τα γυναικεία κορμιά, που χρωματισμένα με εκείνο το καφέ της έκθεσης στον ήλιο, ενδύονται ρούχα λιτά και πολύχρωμα, αφήνοντας σε κοινή θέα προκλητικά μέρη του κορμιού τους, μαγνητίζοντας τα αντρικά, διψασμένα για γυμνή σάρκα, βλέμματα. Σήμα κατατεθέν πια ενός καλοκαιριού ερωτικού που περικλείεται από σκέψεις ανέραστες.

Παραλίες γεμάτες κορμιά ξαπλωμένα σε πετσέτες βαμβακερές και ξαπλώστρες ξύλινες, δίπλα σε ποτήρια με καφέ ή χυμό γεμάτα ή μισοάδεια που περιμένουν στωικά πάνω σε ένα τραπέζι, έρμαια της τύχης τους για κατανάλωση. Αφημένα κορμιά στην αγκαλιά ενός κοκτέιλ θαλασσινού αέρα και καυτών μεσημεριάτικων ηλιακών ακτινών. Αχνιστά κορμιά που ορίζουν μία αύρα γύρω τους και εκλύουν ορμόνες στον χώρο, ειδοποιώντας τους επίδοξους θύτες ή τα ανυποψίαστα θύματά τους ότι είναι εκεί, περιμένοντας την σειρά τους για εκδίκηση από έναν εαυτό αποστειρωμένο και ερωτικά ανεκπλήρωτο. Κορμιά έτοιμα να πληρώσουν το οποιοδήποτε τίμημα ενός έρωτα εφήμερου και αβάσιμου. Και πάνω από αυτά τα κορμιά, ομπρέλες ανοιγμένες σαν κουβούκλια απεικόνισης μελλοντικής εικονικής πραγματικότητας, ενός κόσμου γεμάτου από λόγια ηθικοπλαστικής διαπαιδαγώγησης μικρών παιδιών.

Ζευγάρια ερωτευμένα να γυρνάν τις πρώτες απογευματινές ώρες σε δωμάτια ξενοδοχείων πέντε αστέρων, με κορμιά αλμυρά και ζεστά, να αποδύονται τα μαγιό τους και να ενδύονται το γυμνό τους κορμί, έτοιμοι να γευτούν ο ένας στον άλλο εκείνο το κομμάτι του έρωτα τους που τους λείπει για να γίνουν μικροί θεοί μέσα σε ένα μεγάλο κόσμο. Και το τραγούδι ενός τζίτζικα, εκείνου του μοναχικού τραγουδιστή του καλοκαιριού που ζει μία ζωή σύντομη και ένα θάνατο αιώνιο, σπάει την έσω σιωπή και χρωματίζει με τον μονότονο ήχο του την ζέστη της ατμόσφαιρας.

Και όταν εκείνος αγκαλιάσει εκείνη με περισσή χάρη και φροντίδα, θα την καθίσει στην αναπαυτική κόκκινη υφασμάτινη πολυθρόνα στην γωνία του δωματίου, θα τοποθετήσει τα πόδια της στα μπράτσα της, θα σκύψει ευλαβικά και θα προσκυνήσει το αιδοίο της, γλύφοντας με την γλώσσα του την αλμύρα της θάλασσας που έχει εναποτεθεί επάνω στο υγρά χείλη του και θα μυρίσει εκείνο το άρωμα που πάντα τον γοήτευε σε ‘κείνη. Θα χώσει την γλώσσα του βαθιά μέσα της, θα την ακούει να αναστενάζει από ηδονή και θα την νοιώθει να συσπάται, προσφέροντάς της την γυναίκα μέσα της.

Και κείνη όμως, θα του προσφέρει με την σειρά της, εκείνη την στάση του κορμιού της που ξέρει ότι τον κάνει να τρελαίνεται. Θα σηκωθεί από την πολυθρόνα, θα γυρίσει την πλάτη της σε κείνον, θα σκύψει μπροστά και θα ακουμπήσει τα χέρια της στα μπράτσα της πολυθρόνας. Θα του δηλώσει την υποταγή της και θα τον προσκαλέσει να μπει μέσα της με το μόριό του, σκληρό και πλήρως αιματωμένο. Θα τον νοιώσει βαθιά μέσα στην μήτρα της και θα τον προσκαλέσει να τελειώσει μέσα της. Και εκείνος, αποδεχόμενος την πρόσκληση, θα τελειώσει αλαλάζοντας σαν Βεδουίνος πολεμιστής μιας άλλης εποχής.

Και το βράδυ θα τους βρει στο κρεβάτι αποκαμωμένους, από τον ήλιο, την θάλασσα και τον έρωτα…

Καλό καλοκαίρι σε όλους. Καλές βουτιές σε θάλασσες γαλάζιες και ήλιους ελληνικούς. ‘Καλή αντάμωση αδέρφια’ όπως λέει και ο Μίλτος

(‘Sun and Sand I’ by Chris Simpson)

Εξωτερικεύσεις στα 9/8…

Μια ζωή ζεϊμπέκικο. Στα 9/8. Δεν υπάρχει λάθος και σωστό. Ακριβώς. Ή κάπως έτσι. Τι είναι λάθος; Τι είναι σωστό; Ποια είναι η αλήθεια; Δεν ξέρω. Απαντήσεις δεν έχω. Μόνο ερωτήσεις. Και η νύχτα μακριά σου δεν παλεύεται. Με βαρύ τσιγάρο σέρτικο.

Βήματα τρελού ή παραδομένου στα πάθη του; Το ίδιο δεν είναι; Έχει κάποιος αντίρρηση; Μόνο αυτός που δεν ένοιωσε τον πυθμένα. Σε μια ζωή απύθμενη, εσύ να προσπαθείς να βρεις τον πυθμένα για να ξανανέβεις. Κούραση μεγάλη αυτός ο αγώνας. Και ‘σύ να παλεύεις στις επάλξεις. Σου μίλησαν ποτέ για μάχες χαμένες; Ποιος; Εκείνος που πάντα είχε να στηριχθεί σε άλλες αγκαλιές και δεν τον ένοιαζε να χάσει; Εσύ όμως; Που θα γύρεις να αποθέσεις τις χαμένες σου ευαισθησίες για επιδιόρθωση; Σε πόρτες κλεισμένες και αμπαρωμένες από μέσα για να μην μπαίνει κανένας ξένος;

Κάπου διάβασα για λέξεις-καταρράκτες. Για λέξεις που στο διάβα τους παρασέρνουν τα πάντα. Ζωές, αισθήματα, υπολείψεις, μυαλό. Λέξεις που κάνουν τους άλλους να κουνήσουν με νόημα το κεφάλι τους, τοποθετώντας την λέξη-χείμαρρο στην δική τους ζωή. Με μία ιδιαίτερη μυθολογία να ακολουθεί το άκουσμά τους. Αλήθεια, ξέρεις να μου πεις μια τέτοια; Το βρήκες. Πάθος. Είδες τι όμορφα ακούγεται; Τελικά, καθετί που ακούγεται όμορφο και είναι λαμπερό, κρύβει μέσα του πολύ σκοτάδι ρε παιδί μου…

(οι στίχοι του ζεϊμπέκικου ανήκουν στον Αντώνη Ανδρικάκη και πηγή προβληματισμών υπήρξε το βιβλίο της Στέλλας Παναγιωτοπούλου ‘Τότε τον είδα για πρώτη φορά…’)

(‘Forest Dawn’ by Stephen King)

Ανείπωτες μέρες…

Τρίτη, 18 Νοεμβρίου
Δεν έχει κλείσει μία εβδομάδα που έχω μετακομίσει εδώ. Στο διαμέρισμα του πρώτου ορόφου, ακριβώς κάτω από το δικό σου. Δικό σου ή δικό σας; Δεν έχω ακόμη ξεκαθαρίσει. Σε βλέπω συχνά μόνη σου. Συμπέρανα την μοναξιά και της δικής σου κατοίκησης. Τα ονόματα στο κουδούνι της εισόδου με μπερδεύουν. Ίσως και εσάς τους δύο, που δεν τα έχετε ξεμπερδέψει ακόμη. Περιμένω και αναμένω. Εδώ.

Σάββατο, 19 Δεκεμβρίου
Πέρασε ένας μήνας. Η ζωή μου κυλά ομαλά. Και η δική σου, μάλλον. Σε βλέπω όλο και συχνότερα. Για την ακρίβεια, επιδιώκω να σε βλέπω όλο και συχνότερα. Αλήθεια, το έχεις καταλάβει; Δεν σου κρύβω ότι θα το ήθελα. Πάντα ήμουν δειλός στον τρόπο προσέγγισης του αντίθετου φύλου. Θα με διευκόλυνε αν η οξυδέρκεια σου υποκαθιστούσε την έμφυτη δειλία μου.

Τρίτη, 19 Φεβρουαρίου
Κατέβηκα στην είσοδο της πολυκατοικίας την ώρα που υπολόγιζα ότι θα ερχόσουν. Στάθηκα για λίγο μπροστά στον μεγάλο καθρέπτη της εισόδου και τακτοποίησα το παντελόνι και το πουκάμισό μου. Δεν ήθελα να είμαι ατημέλητος. Δεν άργησες να φανείς μέσα στην αντανάκλασή του. Οι σφυγμοί μου ανέβασαν στροφές. Δεν έστρεψα το βλέμμα μου προς εσένα ακόμη. Σε παρατηρούσα μέσα από τον καθρέπτη. Χάζευα τις κινήσεις και το περπάτημά σου την ώρα που ανέβαινες τις σκάλες. Και την κατάλληλη στιγμή γύρισα για να αντικρύσω τα μάτια σου. Το είχα προγραμματίσει και το πέτυχα. Είμαι χαρούμενος, για να μην πω γεμάτος από εσένα. Μου χαμογέλασες και μου είπες καλησπέρα. Αντίστοιχα σου χαμογέλασα και σου αντευχήθηκα. Προσπάθησα να σου ανοίξω συζήτηση. Δεν έμεινες. Έδειχνες βιαστική και σκεφτική. Στερέωσες τα κοκκινόξανθα σπαστά μαλλιά σου με τα γυαλιά ηλίου σου, έβγαλες τα ακουστικά του mp3 από τα αυτιά σου και κατευθύνθηκες προς τον ανελκυστήρα. Έμεινα να σε παρατηρώ και να οσφραίνομαι το άρωμά σου που είχε πλημμυρίσει την είσοδο. Ένοιωθα γεμάτος από εσένα.

Δευτέρα, 2 Ιουνίου
Τα βράδια πια είναι ζεστά και τα πατζούρια κουφωμένα. Κάθομαι στο μπαλκόνι κοιτάζοντας τον δρόμο. Έχει ένα γλυκό βράδυ. Πέρασε η ώρα και μπαίνω μέσα να κοιμηθώ. Ξαπλώνω. Ύπνος δεν με πιάνει. Βογκητά ακούγονται από τον ακάλυπτο. Κάποιος καλοπερνάει υποθέτω και ένα χαμόγελο σχηματίζεται στα χείλη μου. Τα βογκητά συνεχίζονται. Η περιέργεια με τρώει και ανοίγω την μπαλκονόπορτα του υπνοδωματίου μου να βγω να στήσω καλύτερο αυτί. Αναγνωρίζω την πηγή προέλευσής τους. Είναι από το δικό σου υπνοδωμάτιο. Τα πόδια μου κόβονται. Κρύος ιδρώτας διαπερνάει όλο μου το κορμί. Ξαφνικά, κρυώνω και θέλω να πέσω στο κρεβάτι και να σκεπαστώ. Σαστίζω. Μπαίνω μέσα, κλείνω πατζούρια και τζαμωτό και πέφτω στο κρεβάτι. Δεν θέλω να ακούω άλλο. Βάζω το μαξιλάρι στα αυτιά μου. Ο ήχος όμως παραμένει εκεί. Το βογκητό σου έχει σκαλώσει στα τύμπανα του αυτιού μου και δεν λέει να φύγει. Στριφογυρίζω στο κρεβάτι. Πουθενά ησυχία. Αφήνω το μαξιλάρι από το κεφάλι μου. Ξαναστήνω αυτί. Ήχος τρεχούμενου νερού και γέλια πνιχτά ακούγονται πια. Κλείνει το νερό. Πατημασιές επάνω στο ξύλινο δάπεδο του υπνοδωματίου σου. Πιάνω την ανάσα μου για να μην την ακούσεις. Για να μην στην μεταφέρει η νυχτερινή σιωπή. Παραλογισμός. Το πρωί με βρήκε να κοιτάω το ταβάνι της κρεβατοκάμαράς μου. Αξημέρωτη νύχτα και ένα άψυχο παραλληλόγραμμο λευκό ταβάνι, ταφόπλακα σκέτη.

Παρασκευή, 18 Ιουλίου
Αφόρητη ζέστη η σημερινή. Φορούσες εκείνο το πράσινο χακί εφαρμοστό φόρεμα. Σε παρατηρούσα από το μπαλκόνι μου καθώς περπατούσες για την στάση του λεωφορείου. Ακόμη και από εδώ πάνω μπορούσα να μυρίσω το άρωμά σου. Ένα άρωμα απλωμένο προσεκτικά σε ένα φρεσκοπλυμένο κορμί. Ξέρεις; Σε φαντασιώνομαι συχνά να κάνεις μπάνιο. Να πλένεις το στήθος, την κοιλιά, το αιδοίο σου. Σε φαντάζομαι φορές να ξαπλώνεις στην μπανιέρα και να χαϊδεύεσαι αισθησιακά. Και αναθεματίζω τον εαυτό μου που δεν είναι εκεί να το κάνει αυτός. Άλλες πάλι φορές, σε φαντάζομαι γυμνή επάνω σε ένα καναπέ, να έχεις κλειστά τα μάτια και το δάχτυλό σου να μπαίνει ορμητικά μέσα στον κόλπο σου. Ερεθίζομαι και χαϊδεύομαι. Τελειώνω για σένα. Στο φωνάζω μέσα στην απουσία σου. Το ακούς άραγε;

Δευτέρα, 25 Αυγούστου
Σήμερα επέστρεψα από τις διακοπές μου. Μη νομίζεις. Στο χωριό πήγα, να δω τους δικούς μου. Ποτέ δεν είχα ιδιαίτερη διάθεση για διακοπές και μπάνια, και παραλίες, και ηλιοθεραπεία. Η μάνα μου με λέει μίζερο, εγώ προτιμάω το δειλός. Εξάλλου, στο έχω ξαναπεί. Έψαξα να σε βρω. Πουθενά. Ανησύχησα ήταν η αλήθεια. Και δεν είχα άδικο. Το απόγευμα που ξανακατέβηκα στην είσοδο, μήπως και σε πετύχω πουθενά, παρακολούθησα τον ιδιοκτήτη του διαμερίσματός σου να τοποθετεί ένα ενοικιαστήριο. Τον άκουγα να μουρμουρίζει μέσα από το στόμα του που θα βρει ενοίκους τέτοια εποχή και ιδιαίτερα τώρα που ο κόσμος δεν δίνει πολλά για ενοίκιο. Δεν του έδωσα σημασία. Ανέβηκα ξανά στο διαμέρισμά μου. Έκλεισα την πόρτα πίσω μου και έμεινα κουλουριασμένος πίσω από αυτή. Έκλαψα νομίζω και θυμήθηκα τους στίχους του Καβάφη από το ‘Περιμένοντας τους βαρβάρους’:

‘Γιατί ενύχτωσε κ’ οι βάρβαροι δεν ήλθαν.
Και μερικοί έφθασαν απ’ τα σύνορα,
και είπανε πως βάρβαροι πια δεν υπάρχουν.

Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους.
Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μιά κάποια λύσις.’

(‘Figure 059’ by Tony Pavone)

Μικρό παραμύθι…

Μια φορά και ένα καιρό, ένας αετός πέταγε ψηλά στον καθάριο ουρανό. Αν και του άρεσε η αίσθηση της ελευθερίας που του έδινε το πέταγμά του, κουράστηκε από τις πολλές ώρες που βρισκόταν στον αέρα και είπε να ξεκουραστεί στην κορυφή ενός κακοτράχαλου βουνού. Έκανε λοιπόν μία έτσι με τα φτερά του και προσγειώθηκε επάνω στο ψηλότερο σημείο.
Αγναντεύοντας τον κόσμο από ψηλά, ένοιωσε ιδιαίτερος, μοναδικός. Κοίταξε γύρω. Το μάτι του έπεσε σε ένα μικρό σκουλήκι που ασθμαίνοντας προσπαθούσε να ανέβει και αυτό στην κορυφή του βουνού.
Κάπου το λυπήθηκε και είπε να το βοηθήσει. Όμως, η αποκρουστική του εμφάνιση τον έκανε να σκεφτεί δεύτερη φορά το εγχείρημα.
Κάποια στιγμή, το σκουλήκι κατάφερε να φτάσει στην κορυφή. Ο αετός εντυπωσιάστηκε από την επιμονή του σκουληκιού. Δεν άντεξε και του μίλησε.
– Τα κατάφερες τελικά σκουλήκι. Σε παρακολουθούσα όση ώρα ξαπόσταινα εδώ στην κορυφή.
– Ναι αετέ μου. Εσύ, μπορείς και πετάς και πας οπουδήποτε. Εγώ, μόνο γλύφοντας, έρποντας και με τα κέρατά μου μπορώ να φτάσω εκεί που εσύ βρίσκεσαι.
– Και δεν σε κουράζει αυτό;
– Έχω μάθει πια αετέ μου.
– Ξέρεις, θα μπορούσα να σε κάνω μία χαψιά χωρίς να το πάρεις είδηση.
– Δεν αντιλέγω. Θα μπορούσες. Όμως, τι να με κάνεις εμένα. Ένα γλοιώδες σκουλήκι είμαι. Τίποτα παραπάνω. Το πολύ-πολύ να ένοιωθες αηδία με την γεύση μου. Εσύ, είσαι συνηθισμένος σε άλλα γεύματα.
– Δίκιο έχεις.
– Και βέβαια έχω. Ξέρεις πόσους αετούς έχω συναντήσει και όμως βρίσκομαι τώρα εδώ μαζί σου και μιλάμε;;;

(Για όλους τους αετούς και τα σκουλήκια της ζωής μας)

(‘The Tree of Life’ by Gustav Klimt)

Έκτρωση…

Το σώμα της γυμνό επάνω στο χειρουργικό κρεβάτι. Κρύωνε. Δεν μπορούσε να αντεπεξέλθει στην άνιση μάχη με το άψυχο και παγωμένο μέταλλο του κρεβατιού. Ο χώρος γύρω, ένας διάδρομος με πόρτες δεξιά και αριστερά. Μυρωδιά αντισηπτικού και βάμματος ιωδίου να πλανάται στην ατμόσφαιρα. Μόνη. Που και που καμιά νοσοκόμα να βγαίνει από μία πόρτα και να μπαίνει σε άλλη, χωρίς να δίνει σημασία για το χειρουργικό κρεβάτι της. Από κάποιο κλειστό χώρο, φωνές και γέλια. Από κάποιον άλλο, εντολές γιατρών και κλαγγές εργαλείων. Πάγωνε.

ℵℵℵ

Κοίταζε συνέχεια το ρολόι του. Πόση ώρα την είχαν πάρει μέσα άραγε; Μισή ώρα και κάτι, τρία τέταρτα περίπου. ‘Νωρίς είναι ακόμη’ σκέφτηκε. Ο γιατρός τον είχε προετοιμάσει για δίωρη αναμονή, τουλάχιστον. Συμπαθητική φυσιογνωμία ο γιατρός. Θα μπορούσε να ήταν πατέρας του κάλλιστα. Ήταν ο γυναικολόγος της μητέρας της και τώρα γυναικολόγος δικός της. Έτσι του είχε πει. Αυτά τα γυναικεία ζητήματα δεν τα συζήταγαν. Ήταν καθαρά προσωπικά της θέματα. Και αυτός, ένας άντρας τι να ήξερε από αυτά; ‘Όσο και να το κοιτάς, δεν πρόκειται να κυλήσει γρηγορότερα’ ομολόγησε στον εαυτό του, κοιτώντας για μία ακόμη φορά το ρολόι του. Άλλα πέντε λεπτά πέρασαν μέσα στις σκέψεις του αυτές.

ℵℵℵ

– Είμαι έγκυος.
– Τι;
– Τι με κοιτάς σα χαζός. Αυτό που άκουσες. Είμαι έγκυος.
– Μα, καλά, πως; Προσέχαμε, δεν προσέχαμε;
– Προσέχαμε. Αλλά, δεν ξέρω.
– Δεν το πιστεύω αυτό που μας συμβαίνει. Πως έγινε, μπορείς να μου πεις;
– Έγινε. Τι θέλεις τώρα; Δεν μέτρησα καλά τις μέρες μου, ήμασταν απρόσεχτοι. Δεν ξέρω. Και ούτε το ψάχνω περαιτέρω.
– Τι θα κάνουμε;
– Τι λες να κάνουμε. Τι άλλο υπάρχει να κάνουμε. Θα κάνω έκτρωση. Δεν υπάρχει άλλη λύση. Και η απόφαση είναι δική μου. Εσύ δεν έχεις καμία δουλειά.
– Τι λες τώρα, μπορείς να μου πεις;
– Αυτό που ακούς. Εσύ δεν έχεις καμία δουλειά.
– Μπα; Έτσι σου είπαν να λες;
– Έτσι είναι.
– Είναι και δικό μου ξέρεις.
– Και τι με αυτό;
– Έχω και ‘γώ ευθύνη.
– Δεν αντιλέγω. Όμως, ο πρώτος και ο τελευταίος λόγος είναι δικός μου. Εγώ το κουβαλάω, όχι εσύ.
– Ωραία. Ότι κι’ αν αποφασίσεις εγώ θα είμαι πλάι σου.
– Ευχαριστώ, αλλά δεν ξέρω.
– Ακούς τι σου λέω;
– Ακούω. Άσε με τώρα. Έχω πολλά να σκεφτώ. Μη με φορτώνεις και με περισσότερα.
– Αν κάνεις έκτρωση, εγώ θα έρθω μαζί σου. Θα βάλω εγώ τα χρήματα. Θα πληρώσω εγώ.
– Σου είπα κάτι. Μη με πρήζεις. Άσε με να το σκεφτώ.
– Όπως θέλεις.

ℵℵℵ

Μία νοσοκόμα την πλησίασε. Της είπε ότι θα την πάρουν σε λίγο μέσα στο χειρουργείο. Την ρώτησε αν κρύωνε. Στην καταφατική απάντησή της, της είπε να κάνει υπομονή και όλα θα περάσουν γρήγορα. Της είπε να μην κλαίει. Η επέμβαση δεν είναι τίποτα. Τόσες και τόσες την έχουν κάνει. Η επέμβαση δεν είναι τίποτα. Τόσες και τόσες άφησαν ένα κομμάτι τους εδώ μέσα. Η επέμβαση δεν είναι τίποτα. Θα συνέλθεις γρήγορα και μετά από λίγο καιρό δεν θα το θυμάσαι. Η επέμβαση δεν είναι τίποτα. Και μια φίλη μου η Γεωργία την έκανε και τώρα χαίρεται ανέμελη την ζωή της. Η επέμβαση δεν είναι τίποτα.

ℵℵℵ

Κοιτούσε γύρω του. Δεν παρατηρούσε κάτι συγκεκριμένα. Απλά κοιτούσε. Το μυαλό του κατέγραφε εικόνες για να μην αφήνει τις σκέψεις να καταλαμβάνουν χώρο επεξεργασίας μέσα του. Είχε πάρει και μια αθλητική εφημερίδα για να περάσει πιο γρήγορα η ώρα όσο θα περίμενε. Δεν την είχε ανοίξει. Μόνο τους τίτλους της είχε διαβάσει. Η ομάδα του είχε στεφθεί πρωταθλήτρια, για μία ακόμη φορά. Αλήθεια, τι να κάνει εκεί μέσα; Θα την είχαν πάρει; Θα είχε τελειώσει; Πείναγε, αλλά δεν σηκώθηκε από την θέση του. Κι’ αν έβγαινε ο γιατρός και τον έψαχνε για να του πει τα καθέκαστα; Μα, το κυλικείο ήταν κοντά. Θα τον έπαιρνε χαμπάρι. Εξάλλου, συνηθισμένη επέμβαση η έκτρωση, τι μπορεί να πήγαινε στραβά; Και αυτός, ακόμη κι αν πήγαινε κάτι στραβά, τι θα μπορούσε να κάνει; ‘Ένα σάντουιτς με γαλοπούλα και κασέρι και ένα χυμό πορτοκάλι’ ζήτησε από τον υπεύθυνο του κυλικείου. 5 € του είπε. Πλήρωσε και επέστρεψε στην θέση του. Δεν βγήκε ακόμη ο γιατρός.

ℵℵℵ

– Το κανόνισα. Την Πέμπτη το πρωί θα πάω.
– Θα έρθω και ‘γώ μαζί.
– Κάνε ότι θέλεις. Είτε έρθεις, είτε όχι, εγώ θα πάω.
– Το ξέρω. Θα περάσω να σε πάρω με το αυτοκίνητο. Τι ώρα;
– Στις 7.
– Τι θα πεις στους δικούς σου;
– Κάτι θα βρω. Πήρα και από την δουλειά άδεια. Ευτυχώς δεν μου έφεραν αντιρρήσεις. Εσύ, τι θα πεις στο γραφείο σου;
– Κάτι θα βρω. Μη στεναχωριέσαι.
– Αν δημιουργηθεί πρόβλημα μην έρθεις.
– Δεν το συζητώ άλλο. Τελείωσε.
– Όπως θέλεις.
– Όπως πρέπει.
– Περάσαμε τα ‘θέλω’ και μπήκαμε στα ‘πρέπει’;
– Μάλλον.

ℵℵℵ

Κοιμήθηκε αμέσως. Μέτρησε ανάποδα και κοιμήθηκε αμέσως. Ξύπνησε με πόνους. Λες και της είχαν οργώσει την μήτρα. Ένοιωσε άδεια. Χωρίς τίποτα να της ζεσταίνει την ψυχή. Ένα κομμάτι της ήταν παρατημένο μέσα σε αίματα βγαλμένα από τα σωθικά της. Ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλο και την ζέστανε. Έτσι λες να έπρεπε να είναι; Ένα ζεστό δάκρυ στην θέση ενός ζεστού παιδικού χεριού στο πρόσωπο; Τα δάκρυα περισσότερα. Ο πόνος ευδιάκριτος. Η καρδιά της χτυπάει δυνατά. ‘Μετεγχειρητικό shock’ η διάγνωση. ‘Λάθος timing’ η ουσία…

(‘Woman I’ by Lynne Highmore Blaikie)

Hangover…

Γύρισε πλευρό στο διπλό της κρεβάτι. Το χέρι της κατευθύνθηκε στο χώρο που εκτείνεται από την μέση του κρεβατιού προς την άλλη άκρη του. Συνηθισμένη από την ερημιά που επικρατούσε τα πρωινά της σε εκείνη την πλευρά, παραξενεύτηκε όταν έπιασε την σάρκα ενός ξένου σώματος δίπλα της. Το χθεσινοβραδινό ξενύχτι και η κατανάλωση λίτρων ποτού δεν της είχαν αφήσει τα περιθώρια εκείνα που θα της επέτρεπαν να είχε νηφάλιο μυαλό το πρωί για να θυμάται το ανδρικό κορμί που πλάγιαζε δίπλα της.

Έμεινε για λίγο να το παρατηρεί, μήπως και θυμηθεί τις στιγμές μαζί του. Το άγνωστο κορμί παρέμενε ακίνητο δίπλα της, παρατημένο μέσα στον κόσμο του ονείρου που έβλεπε στον ύπνο του ο κάτοχός του. Το μυαλό της ξυπνούσε σιγά-σιγά από την προσωρινή αμνησία που χάριζε ο βραδινός ύπνος. Δημήτρη ονόμαζαν τον κάτοχο του αντρικού κορμιού. Έτσι της είχε συστηθεί τουλάχιστον. Η σκηνή της γνωριμίας τους πέρασε κινηματογραφικά από μπροστά της και θυμήθηκε τα δυο γαλάζια του μάτια να τρυπάν τα δικά της καστανά και να κυλάνε στο μυαλό της σαν ιός σε ηλεκτρονικό υπολογιστή και να της μπλοκάρουν κάθε επεξεργασία αντίστασης απέναντί τους.

Το βλέμμα της ακολούθησε την κορυφογραμμή του τριχωτού στέρνου και της καλοσχηματισμένης κοιλιάς, για να φτάσει στο σημείο εκείνο που την ενθουσίαζε περισσότερο σε έναν άντρα: το πέος του. Το είδε ημι-ερεθισμένο να κείται επάνω στο αριστερό του μπούτι. Το μέγεθός του ικανοποιητικό για τις απαιτήσεις της. ‘Καλά πρέπει να πέρασα χθες το βράδυ, αν κρίνουμε από τα δεδόμενα’ μειδίασε προς τον εαυτό της. Το χέρι της τεντώθηκε προς το μέρος του. Πρώτα ο δείκτης του χεριού της ακούμπησε απαλά την ευαίσθητη περιοχή. Το υπόλοιπο σώμα του Δημήτρη κινήθηκε, χωρίς όμως να αλλάξει στάση και κατάσταση.

‘Τώρα θα δεις αν ξυπνάς ή όχι’ ψιθύρισε και η παλάμη της άνοιξε για να δεχθεί το ανδρικό μόριο στην αγκαλιά της. Το χούφτωσε γερά. Με σταδιακά αυξανόμενες παλμικές κινήσεις το έκανε να περάσει από την ημι-διέγερση στην πλήρη διέγερση. Ο Δημήτρης άνοιξε τα βλέφαρά του και την κοίταξε κατάματα.

– Έτσι ξυπνάτε τον άντρα στα μέρη σας;
– Συνήθως. Αν είναι πιο δικός μας άνθρωπος, σκύβουμε και παίρνουμε το πέος του στο στόμα μας.
– Και γιατί δεν το κάνεις και σε μένα;
– Μα, δεν σε γνωρίζω.
– Μα, εχθές το βράδυ …γνωριστήκαμε, έτσι δεν είναι;
– Σαρκικά κούκλε μου. Το κορμί σου γνώρισα. Όχι εσένα.
– Και επιθυμείς να συνεχίσεις την γνωριμία απ’ ότι αισθάνομαι.
– Μέσα είσαι.

Το στόμα αντικατέστησε την παλάμη της. Το ερεθισμένο πέος του Δημήτρη ανεβοκατέβαινε ρυθμικά στην στοματική της κοιλότητα. Τα χείλη της λείαιναν το δέρμα και η γλώσσα ύγραινε την βάλανό του. Μικρές δαγκωματιές στην περιφέρεια του πέους, ανέβαζαν κατακόρυφα την ηδονή και των δυο τους.

Ο Δημήτρης είχε ερεθιστεί για τα καλά και έφτανε η ώρα να τελειώσει. Δεν ήθελε όμως τόσο σύντομα. Της τράβηξε το κεφάλι από το πέος του και την φίλησε στο στόμα. Ένοιωσε την γεύση του στη γλώσσα της. Την ξάπλωσε και της άνοιξε τα μπούτια. Έσκυψε, έβγαλε την γλώσσα, την σκλήρυνε και την κατεύθυνε προς την κλειτορίδα της. Έπαιξε για λίγο μαζί της, κάνοντάς την σκληρή και υγρή. Τη δάγκωσε ελαφρά. Συνέχισε την πορεία της γλώσσας προς τον κόλπο της. Μέρος υγρό και ζουμερό. Μύριζε πολύ όμορφα, αν σκεφτεί κανείς τις συνθήκες που επικρατούσαν. Ρούφηξε τα υγρά της και έσπρωξε την γλώσσα του με δύναμη μέσα στην σχισμή της.

Ένα κύμα ανείπωτης ηδονής ανέβηκε στο λαιμό της και την έπνιξε την ώρα που ο Δημήτρης έχωνε μέσα της την γλώσσα του. ‘Χαρισματικός νέος’ σκέφτηκε και ένα γέλιο ξέφυγε από το λαρύγγι της, παρέα με έναν βογγητό πάθους. Έσφιγγε τα σεντόνια με τα δάχτυλά της και τέντωνε το κορμί της σε κάθε εισχώρηση της γλώσσας του Δημήτρη. Την έγλυφε συνεχώς, μέσα-έξω και γύρω από τον κόλπο της. Δεν άντεχε άλλο. Τον ήθελε μέσα της. ‘Μπες μέσα άντρα μου και σκίσε με’ του φώναξε πιάνοντάς του το κεφάλι και πιέζοντάς το επάνω της.

Και αυτός το ήθελε. Πήρε το μόριό του στα χέρια του, το πέρασε γύρω από την υγρή περιοχή, το χτύπησε κάνα-δυό φορές επάνω στα χείλη του κόλπου και το έχωσε με δύναμη μέσα της. Μέσα – έξω. Με παλμό. Μέσα δυνατά και γρήγορα, έξω αργά και απαλά. Και κάθε φορά κοιτώντας την στα μάτια. Έπεσε επάνω της και πήρε τις ρώγες της στο στόμα του εναλλάξ. Ένα ρούφηγμα στην δεξιά, ένα δάγκωμα στην αριστερή. Την ένοιωθε παραδομένη στην ηδονή που της χάριζε. Κι’ αυτός βέβαια δεν πήγαινε πίσω. Της είπε να γυρίσει, να πέσει στα τέσσερα. Υποταγμένη γύρισε. Χωρίς κουβέντα, χωρίς διαμαρτυρία. ‘Όχι από πίσω’ του φώναξε ξεψυχισμένα. ‘Μη φοβάσαι’ της απάντησε και ξαναμπήκε μέσα στον κόλπο της. Ένοιωθε τα υγρά του να πιέζουν την άκρη του πέους του, να θέλουν να βγουν, να εκραγούν. Με το αριστερό χέρι της έπιασε τα μαλλιά και τα τράβηξε με δύναμη πίσω. Με το δεξί, έπιασε το πέος του, το έβγαλε από τον κόλπο της και τελείωσε επάνω στον κώλο της. ‘Χύνω μωρό μου’ φώναξε ο Δημήτρης, ‘Και ‘γώ χύνω αγόρι μου’ του φώναξε και εκείνη.

Ο Δημήτρης έπεσε επάνω της, από πίσω. Δεν είχαν δύναμη ούτε να αλλάξουν θέση. Ανέπνεαν αργά, βαθιά, αποκαμωμένα. Τους πήρε ο ύπνος με την πεποίθηση και των δύο ότι το επόμενο ξύπνημα θα τους βρει να είναι πια γνωστοί μεταξύ τους…

(‘Yearning’ by Alain Dumas)

Μια Κυριακή…

Σε βλέπω να γυρνάς μέσα στο σπίτι σαν χαμένη. Καμουφλάρεις την απόγνωσή σου με την πραγματοποίηση καθημερινών ανούσιων οικιακών εργασιών. ‘Πρέπει να καθαρίσουμε για να μην μας καταπιεί η σκόνη’ η μόνιμη επωδός σε κάθε σου κίνηση. ‘Πρέπει να κινούμαστε για να μην σκεφτόμαστε’ συμπεραίνω και σε κοιτάω να περιστρέφεσαι στον χώρο σαν χορεύτρια επάνω στους πάγους. Με κινήσεις πλαστικές, με κινήσεις γρήγορες και ακριβείς.

Υπόκρουση μόνο ξένη μουσική. Φοβάσαι να ακούσεις στίχους που τους καταλαβαίνεις αμέσως και μπορεί να σου φέρουν στο μυαλό θύμισες παλιές και πονεμένες. Που και που ο ρυθμός των τραγουδιών σε συνεπαίρνει και το στροβίλισμά σου γίνεται πιο γρήγορο και ρυθμικό. Δεν με αφήνεις να αλλάξω σταθμό ραδιοφώνου. Ξαναγυρνώ στο διάβασμα των κυριακάτικων εφημερίδων.

Κάθεσαι στον υπολογιστή. Ανοίγεις σελίδες γνωστές. Ψάχνεις στα ‘Αγαπημένα’ σου. Αναρωτιέμαι αν βρίσκομαι εκεί μέσα. Δεν σε ρωτάω φυσικά. Προτιμώ να κρατήσω την απατηλή ελπίδα της ύπαρξής μου εκεί μέσα από την τυχόν αρνητική απάντηση, η οποία όμως εμπεριέχει την βεβαιότητα που αναζητώ σε όλη μου την ζωή.

Που και που, με την άκρη του ματιού μου σε βλέπω να ταξιδεύεις το βλέμμα σου μέσα στον χώρο. Προσπαθείς να τον αποκωδικοποιήσεις. Προσπαθείς να τον ανιχνεύσεις. Να του δώσεις στίγμα και προσωπικότητα. Το δικό σου στίγμα, την δική σου προσωπικότητα. Στην πορεία του βλέμματός σου, εμπόδιο και καταφύγιο μαζί, υπάρχει η δική μου φιγούρα. Γνώριμη και ξένη συνάμα, σαν εκείνες τις φωτογραφίες των παιδικών μας αναγνωστικών που αποτυπώθηκαν ανεξίτηλα στο DNA μας αλλά ποτέ δεν τις ζήσαμε.

Μου γελάς. Ξαναφεύγεις γρήγορα, προτού προλάβω να σηκώσω τα μάτια μου από το φύλλο της εφημερίδας που έχω μπροστά μου, κοιτάξω τα δικά σου και σου ομολογήσω ότι ‘σ’ αγαπώ’. Ένα ακόμη βλέμμα μου χτυπάει την πλάτη σου και ένα ακόμη ‘σ’ αγαπώ’ μου χαϊδεύει την πίσω κοιλότητα των αυτιών σου και αντί ο ήχος του να κατευθυνθεί στο μυαλό σου, διαχέεται στο δωμάτιο.

Πληκτρολογείς γρήγορα. Η σκέψη σου προσηλωμένη στην ακολουθία των γραμμάτων, των στίξεων των λέξεων και των αντιστίξεων των συνειρμών. Διαβάζεις κείμενα, σχολιάζεις σε διάλογο με τον εαυτό σου, δίνεις συγχαρητήρια σιωπηρά στον γράφοντα τα κείμενα. Σε συνεπαίρνει η διαδικασία. Ξεχνιέσαι. Αφήνεσαι ανάμεσα σε λέξεις και νοήματα.

Εικόνες και video αποτυπώνονται στην οθόνη. Γρήγορα. Ανακατεμένα. Προλαβαίνεις να μαζέψεις μόνο εκείνες που σου αφήνουν ένα άλλο αισθητικό αποτέλεσμα. Διαμαρτύρεσαι για εκείνες που διαταράσσουν την αισθητική σου.

Έτσι περνάει η ώρα. Έτσι περνάει η μέρα. Όσο το δυνατόν πιο ανέγγιχτα. Όσο το δυνατόν πιο επιδερμικά.

Και ‘γώ σε παρακολουθώ. Από απόσταση, αν και τόσο κοντά. Σε περιμένω. Στο λέω συνέχεια. Περιμένω την παρουσία σου. Να την τοποθετήσω δίπλα στην δική μου. Να την κάνω σύνολο. Να την κάνω ένα…

(‘On their Way’ by Denis Jully)

Χρόνια πολλά μητέρα…

Πέρυσι, τέτοια μέρα, έγραψα ένα κείμενο με τίτλο «’Εν δυνάμει’ μητέρα». Είχα σκοπό να γράψω και φέτος ένα κείμενο για την γιορτή της μητέρας. Διαβάζοντάς το όμως σήμερα το πρωί, αποφάσισα ότι τα φετινά μου λόγια δεν μπορεί να είναι καλύτερα από εκείνα που πέρυσι αποτύπωσα στο χαρτί. Γι’ αυτό λοιπόν σας το παραδίδω ξανά. Εκείνο το κείμενο. Εκείνες τις εικόνες. Εκείνα τα αισθήματα. Δικό σας.

Πνίγομαι κάθε τέτοια Κυριακή…
Τις ατελείωτες ώρες της μοναξιάς μου…
Ξυπνάω σε ένα σπίτι άδειο από εσένα…
Άδειο από την μυρωδιά σου, από τον όγκο σου, από την αίσθηση της ύπαρξής σου…
Σηκώνομαι νωχελικά…
Νωχελικά πηγαίνω να πλυθώ, νωχελικά φτιάχνω καφέ…
Τον φτιάχνω ελαφρύ, για να συνεχίσω να κοιμίζω τα αντανακλαστικά μου και να μην καταλαβαίνουν την απουσία σου…
Κάθομαι στο παράθυρο, όρθια…
Βλέπω τον δρόμο και περιμένω να σε δω…
Μάταια…
Μία ακόμη Κυριακή που δεν έχεις έρθεις…
Το ξέρω, το αντιλαμβάνομαι, δεν θέλω να το δεχτώ…
Κοιτάω έξω, κοιτάω μέσα…
Η ίδια άδεια αίσθηση, η ίδια άδεια πραγματικότητα…
Κάποτε ίσως μου πεις, ότι βιώνω τα πράγματα σε υπερθετικό βαθμό…
Δεν θα είχες άδικο…
Βίωνα και βιώνω έτσι τη ζωή μου…
Με αισθήματα υπέρμετρα, με αισθήσεις σε εγρήγορση…
Και γι’ αυτό δεν δέχομαι την μη παρουσία σου…
Και γι’ αυτό δεν αντέχω την μοναξιά μου…
Σε περιμένω καιρό τώρα…
Μου το είχες υποσχεθεί…
Το θυμάσαι;;;
Ότι θα έρθεις, ότι θα σε ζήσω, ότι θα σε αγκαλιάσω, ότι θα σε φιλήσω, ότι θα είσαι εδώ, δίπλα μου, κοντά μου…
Να ανασαίνω την ανάσα σου και να ακούω τον χτύπο της καρδιάς σου…
Πίστεψα στα λόγια σου…
Πίστεψα στις υποσχέσεις σου…
Δεν πιστεύω να δείλιασες;;;
Ποτέ δεν σου άφησα περιθώρια να δειλιάσεις…
Πάντα πρότασσα τα στήθη μου για να νοιώσεις καλά και να έρθεις…
Όμως φοβάσαι…
Σου έλεγα ‘εγώ είμαι εδώ’, όμως δεν θέλεις να το πιστέψεις…
Άκου με, σε παρακαλώ…
Θα στο ξαναπώ…
‘Εγώ είμαι εδώ’, τ’ ακούς;;;
Το βλέμμα μου, χτυπάει τον τοίχο και επιστρέφει πονεμένο…
Η ανάσα μου, ακουμπάει στο στήθος μου και δεν θέλει να βγει…
Και όλα αυτά, για σένα…
Εσύ το βλέμμα μου, εσύ και η ανάσα μου…
Ξέρεις, πήγα και σου ψώνισα…
Ναι, πάλι από εκείνο το μαγαζί που είναι κοντά στο σπίτι μου…
Οι κοπέλες που δουλεύουν εκεί, έχουν γίνει φίλες μου…
Τους κάνει εντύπωση που το μέγεθός σου δεν έχει αλλάξει τόσα χρόνια…
‘Παραξενιές της φύσης’ τους λέω και γελάμε…
Και κλαίω…
Πόσο κλαίω να ‘ξερες…
Κάθε βράδυ…
Και στον ύπνο μου…
Κλαίω τόσο, που έχω στερέψει από δάκρυα…
Πια, κλαίω βουβά…
Υπόκωφα…
Μισό κλάμα…
Μόνο ήχος, χωρίς θέαμα…
Αθέατο κλάμα…
Χμ…
Γελάω με την κατάντια μου, αλλά έτσι είναι…
Περνάει η ώρα και δεν έχεις φανεί…
Προφανώς, δεν θα έρθεις και σήμερα…
Εγώ όμως, θα σε περιμένω…
Να το ξέρεις…
Δεν θα πάψω να σε περιμένω…
Με την ίδια λαχτάρα…
Με τον ίδιο καημό…
Με την ίδια προσμονή…
Να σε πάρω στην αγκαλιά μου, να σε κρατήσω σφικτά…
Να σου χαϊδέψω το κεφάλι και να σου μυρίσω το στήθος…
Να σε ταΐσω από το γάλα μου και να σε κοιμίσω με την φωνή μου…
Θα σε περιμένω άγγελέ μου…
Όποτε κι’ αν έρθεις…
Εδώ θα είμαι…
Όσα χρόνια κι’ αν περάσουν…
Θα αντέξω…
Θα γίνω η καλύτερη μανούλα του κόσμου…
Για σένα αγγελούδι μου…
Για σένα σπλάχνο μου…

Χρόνια πολλά μητέρα μου. Χρόνια πολλά σε όλες τις μητέρες του κόσμου. Να είστε καλά. Να είστε γερές. Και να μας αγαπάτε με τον ίδιο τρόπο που κάνετε όλα αυτά τα χρόνια…

(‘Mother and Child’ by Laura Monahan)

Ένα ταξίδι στην καρδιά & ένα φιλί στα χείλη…

Το γνωστό ψητοπωλείο ήταν εκεί πάνω από εκατό χρόνια. Αυτή, το ήξερε τα τελευταία είκοσι. Το έμαθε, αρχικά, από τους πελάτες της και τις ανάσες τους που μύριζαν κρεμμύδι, σκόρδο και μπαχαρικά. Μετά, πελάτης και η ίδια, το γνώρισε και από μέσα. Στέκι απλό, χωρίς ιδιαίτερες ‘φιοριτούρες’ και ‘δήθεν’ διακόσμηση. Πουλούσε λαϊκό αίσθημα χωρίς περιτύλιγμα και αυτό της άρεσε.

Από πάντα, ήταν χώρος συνάντησης ‘καλοφαγάδων’, πολιτικών, καλλιτεχνών και κάθε λογής επωνύμων. Το αποδείκνυαν οι πάμπολλες φωτογραφίες του τωρινού ιδιοκτήτη με κάθε έναν από αυτούς. Οι φωτογραφίες αυτές ήταν τα διαπιστευτήρια του ‘φαγάδικου’ στα πολιτικά και πολιτιστικά σαλόνια αυτού του τόπου. Ο ιδιοκτήτης υπερήφανος και χαμογελαστός στις φωτογραφίες, εξαργύρωνε το δωρεάν φαγητό που παρείχε στους επωνύμους, με μία στιγμή δημοσιότητας. Αυτός βέβαια, σε αντίθεση με τα λεγόμενα του Andy Warhol, είχε πολλά δεκαπεντάλεπτα δημοσιότητας.

Τέτοιες σκέψεις έκανε, κάθε φορά που έμπαινε εκεί μέσα. Και ήταν πολύ συχνά. Σχεδόν, μία φορά κάθε δεκαπέντε μέρες.

Σάββατο μεσημέρι, κοντά στις γιορτές των Χριστουγέννων. Ο κόσμος πολύς, κατέκλυζε τους δρόμους και τα μαγαζιά της πολύβουης πρωτεύουσας. Έτσι και αυτή, μιας και δεν είχε ιδιαίτερες υποχρεώσεις, ξεχύθηκε στους δρόμους. Η δουλειά της είχε μειωθεί με τα χρόνια. Κάτι ο φόβος της αρρώστιας, κάτι η ηλικία της. Είχε περάσει τα πρώτα ‘–ήντα’ και οι μεταμορφώσεις στο πρόσωπο και στο σώμα της, ήταν, υπέρ του δέοντος, εμφανείς. Όσο κι’ αν προσπαθούσε να παραμείνει ‘φρέσκια’ και σφριγηλή, ο χρόνος που περνούσε πάνω στο κορμί της, είχε άλλη άποψη.

Είχε βγει βόλτα από το πρωί, να χαρεί την κίνηση και τη ζωή που προσφερόταν αφειδώς στους δρόμους. Ο δρόμος της την έφερε στο γνωστό ψητοπωλείο. Της φάνηκε, ότι ο κόσμος μέσα στο μαγαζί ήταν περισσότερος από αυτόν εκτός. Σκέφτηκε ότι δύσκολα θα έβρισκε τραπέζι. Μπήκε μέσα στο μαγαζί και κοίταξε τριγύρω να βρει έναν άδειο χώρο να καθίσει. Εκ πρώτης όψεως, αυτό φαινόταν ανέφικτο. Προχώρησε παραμέσα. Το βλέμμα της έπεσε επάνω σε ένα ζευγάρι που ετοιμαζόταν να πληρώσει. Σαν το αγρίμι που οσμίζεται την λεία του και ορμάει σ’ αυτή, προχώρησε με αποφασιστικότητα προς το μέρος του ζευγαριού. Στη θετική απάντηση του ζευγαριού ότι είχαν τελειώσει και ότι περίμεναν να πληρώσουν για να φύγουν, κάθισε όρθια από επάνω τους μέχρι να πραγματοποιηθεί η συναλλαγή και να σηκωθούν.

Όση ώρα περίμενε, έριχνε κλεφτές ματιές στο ζευγάρι. Δεν έπρεπε να ήταν πάνω από 35 ετών το αγόρι και 30 ετών το κορίτσι. Τρυφερές ματιές, ερωτικά αγγίγματα, γέλια στα μάτια και στα χείλια. ‘Έρωτας είναι η αιτία’ σκέφτηκε και ένα χαμόγελο ξαπόστασε στα χείλη της. Κάποτε την ενοχλούσε να βλέπει ερωτευμένους ανθρώπους. Η εύπλαστη ευτυχία την ενοχλούσε. Με τα χρόνια την συνήθισε. Τώρα, απλά την προσπερνάει ή την χαζεύει.

Το ζευγάρι έφυγε αγκαλιασμένο και εκείνη κάθισε στο τραπέζι. Παρήγγειλε, έφαγε και έβγαλε να κάνει ένα τσιγάρο πριν πληρώσει τον λογαριασμό και φύγει. Κοίταξε τον χώρο. Κόσμος καθιστός, όρθιος, στατικός, άστατος. Ρούφηξε την τελευταία ρουφηξιά από το τσιγάρο και έβγαλε το πορτοφόλι της να πληρώσει. Φώναξε έναν σερβιτόρο και του έδωσε τα χρήματα. Δεν κάθισε να περιμένει τα ρέστα. Μέρες που ήταν, πάντα άφηνε γενναιόδωρο φιλοδώρημα. Σηκώθηκε να φύγει. Βγήκε στον δρόμο και ανακατεύτηκε με τον κόσμο. Κατευθύνθηκε προς το σπίτι της. Δεν είχε όρεξη για περισσότερη βαβούρα. Ήθελε να πάει να ξαπλώσει, να ηρεμήσει λίγο. Εξάλλου, το βράδυ είχε δουλειά.

Έφτασε σχετικά γρήγορα σπίτι. Ξεντύθηκε και έμεινε γυμνή. Της άρεσε να μένει γυμνή μέσα στο σπίτι. Να χαίρεται την γύμνια της όταν ήταν μόνη. Κοιτάχτηκε στον καθρέπτη. Μπορεί το σώμα της να είχε ‘σπάσει’, αλλά πάντα έμενε ένα σώμα θελκτικό. Το χάιδεψε από πάνω μέχρι κάτω. Ερεθίστηκε. Έτσι ερεθισμένη ξάπλωσε.

Δεν πρέπει να είχε περάσει πάνω από μισή ώρα και το κουδούνι του σπιτιού της ήχησε, σπάζοντας σε κομμάτια την ηρεμία της μεσημεριανής ανάπαυσης. Με έκδηλη την απορία για το ποιος ήταν, σηκώθηκε και ρίχνοντας μία διαφανή ρόμπα επάνω της, πήγε να ανοίξει. Κοιτώντας από το ματάκι, αναγνώρισε τον σερβιτόρο που την εξυπηρέτησε πριν από ώρα στο ψητοπωλείο. Του άνοιξε παραξενεμένη.

– Συμβαίνει κάτι νεαρέ μου;
– Όχι κυρία. Δεν συμβαίνει κάτι. Ή μάλλον συμβαίνει αλλά δεν συμβαίνει.
– Ήρθες εδώ για να με τρελάνεις παιδί μου; Τι χαζομάρες λες;
– Θα σας εξηγήσω κυρία. Να, όταν γύρισα να σας δώσω τα ρέστα, βρήκα αυτό (πρότεινε τα χέρια του δείχνοντάς της ένα κόκκινο φουλάρι) κάτω από την καρέκλα που καθόσασταν. Θα πρέπει να σας έπεσε. Βγήκα στον δρόμο να σας προλάβω, αλλά είχατε φύγει. Και αποφάσισα να σας το φέρω μέχρι εδώ. Μπορεί να το χρειαζόσασταν και να μην ξέρατε που το είχατε χάσει.
– Δεν πάμε καλά μου φαίνεται. Αυτό είναι το φουλάρι μου. Απορώ. Πίστεψα ότι το είχα βάλει μέσα στην τσέπη μου και αυτό πρέπει να έπεσε. Σ’ ευχαριστώ που μου το έφερες μέχρι εδώ. Αλλά, αλήθεια, πως ήξερες που να με βρεις; Με πήρες από πίσω;
– Όχι κυρία. Δεν σας πήρα από πίσω. Σας ξέρω εδώ και καιρό. Κάποιες φορές, στο παρελθόν, έχουμε ανταλλάξει ρόλους. Εσείς ‘πουλήσατε’ και ‘γώ ‘αγόρασα’. Δεν με θυμάστε βλέπω.
– Τώρα που το λες, κάτι μου θυμίζεις.
– Αλήθεια;
– Ναι. Θα περάσεις μέσα να σε φιλέψω κάτι; Τόσο κόπο έκανες.
– Ευχαριστώ κυρία. Δεν θέλω τίποτα. Μου φτάνει που σας μίλησα. Για να πω την αλήθεια, χάρηκα πολύ που ξεχάσατε το φουλάρι σας. Όλη την ώρα στο μαγαζί σας κοιτούσα, αλλά δεν μπόρεσα να έρθω να σας μιλήσω. Να λοιπόν που βρέθηκε η ευκαιρία.
– Μάλιστα. Όντως, βρέθηκε η ευκαιρία.
– Τώρα να φύγω. Να μην σας κρατάω. Πρέπει να σας ξύπνησα.
– Θέλεις να έρθεις να ξαπλώσουμε μαζί; Έχω καιρό να ‘εξυπηρετήσω’ έναν ‘πελάτη’ σαν εσένα. Ένα νεαρό παλικάρι.
– Και ‘γώ κυρία, έχω καιρό να πάω ‘πελάτης’ σε ένα τόσο αξέχαστο ‘μαγαζί’ όπως το δικό σας.
– Μη στέκεσαι λοιπόν στην πόρτα. Έλα μέσα.

Χωρίς δεύτερη κουβέντα πέρασε μέσα και πιο μέσα και πιο μέσα. Ώσπου μπήκε μέσα της με φόρα μικρού παιδιού που τρέχει να χαρεί το παιχνίδι του στην αλάνα της γειτονιάς, παρέα με άλλα παιδάκια.

Tης έκανε έρωτα. Του έκανε έρωτα. Ώρα πολύ. Ξεψυχισμένοι έπεσαν δίπλα-δίπλα. Έβαλε το χέρι της επάνω στο στέρνο του και το ταξίδεψε γύρω από την περιοχή της καρδιά του. Χτυπούσε τρελά. Αναρωτήθηκε πόσες αντρικές καρδιές είχε ακούσει να χτυπάνε αποκαμωμένες από την ερωτική πράξη του κατόχου τους μαζί της. Και ούτε μία από αυτές δεν χτύπησε ερωτικά για εκείνη. Εκείνη ήταν πάντα το ‘αντικείμενο του πόθου’ και όχι ‘η γυναίκα για το σπίτι’. Πόσο την ενοχλούσε αυτός ο διαχωρισμός. Λες και υπήρξε ποτέ κάποιος που είχε μπει στον κόπο να εξακριβώσει την ευστάθεια του διαχωρισμού.

Αυτή όμως η καρδιά χτυπούσε διαφορετικά. Το ήξερε, το ένοιωθε. Άσχετα αν δεν της το έλεγε ο κάτοχός της. Αυτή, το ένοιωθε σε κάθε χτυποκάρδι. Το έβλεπε σε κάθε παιχνιδιάρικο βλέμμα που της έριχνε, καθώς ανατρίχιαζε το δέρμα του κάτω από το ταξιδιάρικο χέρι της. Απολάμβανε κάθε στιγμή μαζί του. Κάτι που είχε να κάνει καιρό με κάποιον άντρα, ίσως και ποτέ.

Η απόλαυση τελείωσε απότομα, όταν ο νεαρός αποφάσισε ότι έπρεπε να φύγει.

– Φεύγω.
– Κιόλας αγόρι μου;
– Δεν θέλω, αλλά πρέπει να γυρίσω στο μαγαζί. Πήρα άδεια για λίγη ώρα.
– Καλά. Αν είναι για την δουλειά να φύγεις. Θα ξανάρθεις;
– Θέλετε; Θέλεις;
– Για να στο λέω, πάει να πει ότι το θέλω. Και το θέλω πολύ.
– Θα ξανάρθω.
– Θα σε περιμένω.

Ο νεαρός ντύθηκε γρήγορα. Της πρότεινε να της δώσει χρήματα. Δεν τα δέχτηκε. Δώρο. Όχι για κείνον, αν και έπρεπε για την ταλαιπωρία που τράβηξε για χάρη της. Μα για την ίδια. Για εκείνο το ταξίδι του χεριού της επάνω στην καρδιά του. Ζήτησε να μάθει το όνομά του. Δημήτρη τον έλεγαν, Τάκη τον φώναζαν. Εκείνη θα τον φώναζε Δημήτρη. Όπως τον βάφτισε ο νονός του, όπως το αποφάσισε η μάνα που τον γέννησε.

Του άνοιξε την πόρτα να φύγει. Ένα φιλί στα χείλη της άφησε παρακαταθήκη. Σκέφτηκε, καθώς τον έβλεπε να ξεμακραίνει, ότι το υπόλοιπο βράδυ θα περάσει γρήγορα. Είχε να θυμάται ένα ταξίδι στην καρδιά και ένα φιλί στα χείλη…

(‘Figures Harmony in Brown’ by Shane Wilson)