Αποτύπωμα Χριστουγέννων…

christmas-window-by-david-doss“ Τετάρτη 21 Δεκεμβρίου

Μου συμβαίνει κάτι πολύ αστείο: Αναλύω όλα μου τα συναισθήματα λες και πρόκειται για κάποιο άλλο πρόσωπο. Σκέφτομαι τις σκέψεις μου! Τις κριτικάρω με βλέμμα ψυχρό και αυστηρό, κι άμα με βρω ‘καλή’ μετά από κάποια καλή πράξη, αισθάνομαι ικανοποιημένη από τον εαυτό μου. Άλλες φορές με βρίσκω υποκρίτρια και ανέντιμη, άλλα ακόμη και τότε αισθάνομαι ικανοποιημένη!
…”

Δεν βρήκα κάτι άλλο μέσα στις σκέψεις του μυαλού μου για να γράψω αυτές τις μέρες. Δανείστηκα λόγια μιας γυναίκας, της Μαργαρίτας Καραπάνου, που τα βρήκα αποτυπωμένα στο βιβλίο “Η ζωή είναι αγρίως απίθανη”. Διαβάζοντας το απόσπασμα έβαλα τον εαυτό μου στην θέση της. Κάπου με βρήκε σύμφωνο. Ίσως να φταίνε οι μέρες που περνάμε. Ίσως να φταίει η διάθεσή μου. Ποιος ξέρει;

Χρόνια πολλά, χρόνια καλά. Με υγεία και ευτυχία. Και σύνεση και στοργή για τα πράγματα που αξίζουν, για τα πράγματα που μας αξίζουν. Να είστε όλοι καλά. Να γεμίζει η ζωή σας από σημαντικά αισθήματα.

Και πάλι, Χρόνια Καλά…

(‘Christmas window’ by David Doss)

Advertisements

Πέρασαν μήνες…

Πέρασαν μήνες χωρίς να έχω γράψει. Βρισκόμουν σε έναν ύπνο πνευματικό που με έκανε να είμαι άλλος στη ζωή. Είχα συχνά μία αίσθηση μεταφορικής ευτυχίας. Δεν υπήρξα, υπήρξα άλλος, έζησα χωρίς να σκέφτομαι.

Σήμερα, επέστρεψα ξαφνικά σ’ αυτό που είμαι ή σ’ αυτό που με ονειρεύομαι. Συνέβη σε μια στιγμή μεγάλης κούρασης, μετά από μία μέρα σκληρής δουλειάς, χωρίς καμιά ανάπαυλα. Έγειρα το κεφάλι μου στα χέρια μου, με τους αγκώνες στηριγμένους στο παλιό επικλινές τραπέζι μου. και με τα μάτια κλειστά, με ξαναβρήκα…

Φερνάντο Πεσσόα, 16.03.1932
(Το βιβλίο της ανησυχίας)

Είναι από τις φορές που τρομάζω, όταν διαβάζω ένα κείμενο που με αγγίζει τόσο πολύ, που περιγράφει ανάγλυφα στιγμές μου. Είναι από τις φορές που διαβάζεις τη ζωή σου αποτυπωμένη σε ένα φύλλο χαρτιού, που τα γράμματα δεν είναι πια άψυχα στίγματα επάνω σε λευκό φόντο, αλλά ουσίες βγαλμένες από την ζωή σου. Είναι από τις φορές που πιστεύεις ότι σε αυτόν τον κόσμο δεν είσαι μόνος. Και η μοναξιά μοιράζεται σαν καλογινωμένο φρούτο, στα δύο…

(‘La Reproduction Interdite’ by Rene Magritte)

Σελίς 123…

siopi_cover.jpgΚαιρό είχα να ακολουθήσω τους κανόνες ενός διαδικτυακού (sic) παιχνιδιού. Λάθος μου και μεγάλη γαϊδουριά μου θα μπορούσα να προσάψω στον εαυτό μου. Από όσους με σκεφτήκατε και δεν ανταποκρίθηκα στο κάλεσμά σας, ζητάω συγνώμη. Και αποφασίζω να μην το ξανακάνω. Θα γίνω καλό και υπάκουο παιδί. Και για του λόγου του αληθές, παίρνω φόρα και εντρυφώ μετά μανίας στο blogo-παίχνιδο με τους εξής απλούς όρους:
α. Πιάσε το βιβλίο που βρίσκεται πιο κοντά σε σένα,
β. Άνοιξε το βιβλίο στη σελίδα 123 (αν το βιβλίο διαθέτει λιγότερες από 123 σελίδες, άφησέ το και πήγαινε στο επόμενο κοντινότερο),
γ. Βρες την πέμπτη περίοδο (=από τελεία σε τελεία, αν θυμάσαι) της σελίδας,
δ. Ανάρτησε τις επόμενες τρεις περιόδους (δηλ. την έκτη, την έβδομη και την όγδοη) και
ε. Ζήτα από πέντε bloggers να κάνουν το ίδιο.

Σήκωσα τα μάτια μου στην βιβλιοθήκη απέναντί μου. Την έτρεξα από τα αριστερά προς τα δεξιά. Στάθηκα σε ένα σκληρόδετο βιβλίο. Με έντονα χρώματα βαμμένο: κόκκινο, πράσινο, πορτοκαλί. Αλκυόνη Παπαδάκη η συγγραφέας, ‘Ξεφυλλίζοντας τη σιωπή’ ο τίτλος από τις εκδόσεις ‘ΚΑΛΕΝΤΗΣ’. Σελίδα 123, διαβάζω:

‘Τι θα καταλάβαινες αν σου απαντούσα πως εγώ παίζω μέχρι τελικής, σ’ ένα παιχνίδι που το μόνο που ξέρω είναι πως οι διαιτητές είναι πουλημένοι. Πως η φανέλα μου έχει ξεθωριάσει και μόνο να ονειρευτώ μπορώ τα χρώματά της. Τι θα καταλάβαινες αν σου απαντούσα πως εγώ δεν παίζω ποτέ γι’ αυτούς που έχουν εισιτήριο. Για τους απ’ έξω παίζω. Τους περαστικούς. Τόση προπόνηση για ένα παιχνίδι χαμένο από χέρι, πώς θα μπορούσες να διανοηθείς;’

Έκλεψα λίγο στο παιχνίδι. Δεν μπορούσα να απομονώσω μόνο τις τρεις περιόδους. Το έγραψα όλο. Όλη την 123η σελίδα. Για να έχω να λέω ότι υπερέβη τα εσκαμμένα. Έτσι για το γαμώτο.

Sadmanivo ευχαριστώ για την πρόσκληση. Και για την προτροπή να γράψω κάτι δικό μου. Με τιμά ο λόγος σου. Να ‘σαι καλά. Η συνέχεια ανήκει σε όλους σας. Εύχομαι, έστω και μία ή ένας από εσάς να ανταποκριθεί…

Εν συνεχεία…

enigma-without-end-by-salvador-dali.jpgΜέρες μέρες να χτυπήσει το τηλέφωνο
μήνες χρόνια;
Δεν ηχείς.

Εκλήθη ο έμπιστός μου ωριλά
μου έκανε ακουόγραμμα
μια χαρά, μου λέει, ακούς
τι σ’ έπιασε.

Εκλήθη εν συνεχεία ξανά ο τεχνικός.
Δεν χτυπάει του είπα.

Σε ξεβίδωσε, σ’ έκανε φύλλο και φτερό
καλώδια μπαταρίες
λάδωμα στην φωνή σου

εντάξει η συσκευή

η ζημιά είναι από μέσα
σ’ το είπα και την άλλη φορά
θριαμβολόγησε ο ηλεκτρολόγος
έχει βλάβη η επαφή
πρέπει να σκάψω

– άσ’ το
αφού είναι η επαφή
θα σκάψω εγώ
ξέρω να την θάψω
δεν είναι τίποτα ξέρω.

Αντιστάθηκα με ένα ποίημα της Κικής Δημουλά με τίτλο ‘Εν συνεχεία’, που περιλαμβάνεται στην ποιητική της συλλογή ‘Μεταφερθήκαμε παραπλεύρως’ των εκδόσεων Ίκαρος (Αθήνα 2007).

Την ευκαιρία για αντίσταση μου την παρείχε ο φίλτατος ‘ο άλλος ρο’ και τον ευχαριστώ πολύ.

Με την σειρά μου την μεταλαμπαδεύω σε όσους πιστεύουν ότι η ποίηση στην ζωή μας μπορεί να πει περισσότερα απ’ ότι τα μάτια μας βλέπουν και τ’ αυτιά μας ακούν καθημερινά…

(‘Enigma without end’ by Salvador Dali)

Προπατορικό αμάρτημα…

now-by-joani.jpgΔευτέρα
Μ’ άφησες και κοιμήθηκα εκεί που όλα ξεκινάν. Ανάμεσα στα ανοιγμένα σκέλια σου, εκεί, στο ψηλότερό τους σημείο, πάνω στο αιδοίο σου, αναπνέοντας την υγρασία του έρωτά σου…

Τρίτη
Πάλι βρέθηκα στο ίδιο σημείο. Άθελά μου, σε έφερα σε οργασμό. Φώναξες. Σε κοίταξα με έκπληξη. Μου είπες: Πειράζει που φώναξα;. Σου απάντησα: Δεν έχω κάνει άλλη γυναίκα να φωνάξει. Μου απάντησες: Όλες οι άλλες φοβήθηκαν…

Τετάρτη
Κοιμάσαι και ‘γώ κάθομαι απέναντι από το κρεβάτι και σε κοιτάω. Έξω, ο ήχος από την βροχή αντισταθμίζει την πληρότητα της μοναξιάς μου. Δεν σε ξυπνάω. Ούτε καν έρχομαι να ξαπλώσω δίπλα σου. Φοβάμαι μήπως αναστατώσω την ηρεμία των ονείρων σου. Κοιμάμαι στο πάτωμα…

Πέμπτη
Βυθίζομαι στο φωτεινό σκοτάδι του αιδοίου σου. Μέρα με την μέρα, όλο και περισσότερο. Αποκοιμιέμαι μέσα σου μετά το τέλος της πράξης. Δεν θέλω να χάσω με τίποτα εκείνη την στιγμή που ασυναίσθητα θα μας έρθει η επιθυμία να σκίσουμε ο ένας τις σάρκες του άλλου και να βυθιστούμε ακόμη περισσότερο στο καινό της ύπαρξής μας, τυφλωμένοι από το πάθος της αλληλεξάρτησης…

Παρασκευή
Σχήμα κλειστό το κορμί. Είσοδοι και έξοδοι. Ανακαλύπτω τις σχισμές. Περιδιαβαίνω τις ανωμαλίες. Επισκοπώ τις εξάρσεις. Κι’ όμως. Είσαι εκεί. Αφημένη στην θέληση των δακτύλων μου. Νοιώθω ένα ρίγος να γεννάται. Όχι, δεν είναι ρίγος πόνου. Μοιάζει σαν τέτοιο. Το προσπερνάω και το επιβλέπω. Στο σημείο που ενώνονται οι δύο κόσμοι των ποδιών σου, κάτι φουσκώνει. Υφή βελούδινου υφάσματος αντικρίζουν τ’ αποτυπώματά μου. Υγρασία. Ξανά. Ανασηκώνεις το κορμί, παράλληλα με έναν ήχο κοφτερό. Τινάζεσαι. Ο ήχος διαπερνά τα χείλη σου και απλώνεται στο ανέραστο δωμάτιο. Ξεψυχάς από ηδονή. Κλείνω τα μάτια και ξαπλώνω πλάι σου. Μπορώ να κοιμηθώ πλήρης, έχοντας δει το θαύμα του κόσμου…

Σάββατο
Μόνος. Το κρεβάτι πεδίο ξένο. Το λευκό τέλμα των σεντονιών απειλητικό. Κοιμάμαι στο πάτωμα, κοιτώντας την πόρτα του δωματίου, εκπληρώνοντας την αρχέγονη αποστολή του άντρα-κυνηγού για φύλαξη της ημέτερης σπηλιάς, γραμμένη στο πανάρχαιο DNA μου…

Κυριακή
Φοβάμαι την νύχτα. Ψάχνω το ξημέρωμα στις παρυφές ενός ποτηριού γεμάτου με βότκα. Το βρίσκω κάποτε. Εξαντλημένος από την κάθαρση. Κι’ όμως, καμία κάθαρση δεν είναι αρκετή γνωρίζοντας ότι το αμάρτημα είναι προπατορικό…

(Σκέψεις ανασύρθηκαν διαβάζοντας το βιβλίο της Marguerite Duras ‘Η αρρώστια του θανάτου’ και έγιναν εικόνες βλέποντας εσένα να κοιμάσαι στο πλάι μου)

(‘Now!’ by Joani)

Το πεφταστέρι που ξαναπήγε στον ουρανό…

illustration-of-earth-and-glowing-star-by-ron-russell.jpg«Μη με διώχνεις», είπε το αστέρι στον ουρανό.
«Μη φοβάσαι, θα έχεις ένα όμορφο ταξίδι», του απάντησε εκείνος.
«Βοήθεια αδέρφια δεν θέλω να πάω πουθενά», φώναξε τρομαγμένο το αστέρι καθώς άρχισε να πέφτει προς τη γη.
Όσοι είδαν το πεφταστέρι ευχήθηκαν κάτι. Άλλος ήθελε, υγεία, άλλος αγάπη, άλλος ένα καινούριο αυτοκίνητο, μα το αγόρι που αγνάντευε τη θάλασσα, έκανε μια διαφορετική ευχή: «Αυτό το πεφταστέρι να γίνει δικό μου» είπε. Και μετά ξάπλωσε στο κρεβάτι του και αποκοιμήθηκε…
Το πεφταστέρι, που είχε πέσει πάνω στα βράχια, αποφάσισε να περάσει τη νύχτα του εκεί, κοιτάζοντας τους φίλους του στον ουρανό. Στην αρχή, ένιωθε ζήλια και πίκρα, μα σιγά-σιγά, αφέθηκε στη γλύκα της βραδιάς, χάζεψε τα φώτα των καραβιών που χόρευαν στη θάλασσα και μαγεύτηκε από τη μελωδία των κυμάτων.
Το άλλο πρωί ο ήλιος βρήκε το λιμάνι σε μεγάλες φούριες. Αυτοκίνητα έφερναν και έπαιρναν κόσμο στα καράβια, μεγάλα φορτηγά κουβαλούσαν εμπορεύματα. Ένας χαμός!
Το πεφταστέρι, πανικοβλήθηκε και κούρνιασε στα βράχια. «Άπαπα δεν πάω πουθενά πια, θα κάτσω εδώ, που δε θα με πειράξει κανείς», σκέφτηκε. Σε λίγο στάθηκε δίπλα του ένας σκύλος, εκείνο τρόμαξε κι άρχισε να προσεύχεται να μην το πάρει χαμπάρι το κοπρόσκυλο και το καταβροχθίσει. Ευτυχώς, ο σκύλος δεν είδε το πεφταστέρι και έφυγε για να βρει το αφεντικό του.
Το μεσημέρι ο ήλιος τσουρούφλιζε και το πεφταστέρι σκλήρυνε και πήρε ένα όμορφο χρυσαφί χρώμα. Αυτό ήταν, έγινε ένας αστερίας! Όταν σχόλασε το αγόρι που αγνάντευε τη θάλασσα, κατέβηκε στα βράχια να ψάξει το αστέρι του και μόλις το βρήκε το κράτησε με αγάπη στα δυο του χέρια και το πήρε μαζί του.
Το πεφταστέρι ένιωσε ασφάλεια. Μα επειδή ήταν φοβητσιάρικο, ρώτησε το αγόρι: «θα με προσέχεις, έτσι;» «φυσικά θα σε προσέχω», του απάντησε εκείνο χαϊδεύοντάς το. Τα πράγματα όμως δεν ήταν και τόσο εύκολα.
Μόλις η μαμά του αγοριού είδε τον αστερία είπε στο γιο της: «πάλι μάζεψες βρωμιές; Αμέσως στο σκουπιδοτενεκέ αυτή η βλακεία που κρατάς και πλύνε καλά τα χέρια σου, για να φάμε». Το αγόρι στεναχωρήθηκε. Δεν μπορούσε να πετάξει το θησαυρό του.
Έκρυψε το πεφταστέρι κάτω από τα βιβλία του, μα ήξερε πως δεν θα μπορούσε να το κρατήσει για πολύ εκεί μιας κι η μαμά του τα έβρισκε όλα. Έσπαγε το κεφάλι του για να βρει μια λύση και την άλλη μέρα πήρε μαζί του το πεφταστέρι του στο σχολείο. Λίγο πριν μπει στην τάξη, το ρώτησε: «Αστεράκι μου, αν δεν μπορώ να σε κρατήσω εγώ, που θα ήθελες να πας;» «Α, μα να γυρίσω στον ουρανό, πουθενά αλλού», του απάντησε εκείνο.
Σε λίγες ώρες, η δασκάλα ζήτησε από τα παιδιά να μπουν ήσυχα στη σειρά γιατί θα πήγαιναν να επισκεφτούν στο νοσοκομείο, ένα συμμαθητή τους, που από όσο ήξεραν ήταν τόσο άρρωστος, που για να του περάσει ο πόνος θα πήγαινε στον ουρανό. Όλοι του είχαν πάρει από ένα δωράκι. Κι επειδή το άρρωστο παιδί δεν είχε πια μαλλιά, για να μην του κόψουν τη φόρα προς τον ουρανό, το αγόρι, του είχε αγοράσει ένα όμορφο σκουφάκι για να μην κρυώνει. Τότε του ήρθε μια ιδέα. Πήρε το αστέρι του και το έβαλε πάνω στο σκουφάκι. Το τύλιξε καλά με το κορδόνι από το παπούτσι του και όταν έφτασε στο νοσοκομείο, το χάρισε στο φιλαράκο του, που ξετρελάθηκε από τη χαρά του.
Σε μερικές μέρες το άρρωστο αγόρι αφού μάζεψε την αγάπη όλου του κόσμου, έφυγε τελικά για τον ουρανό φορώντας το σκουφάκι του. Έτσι έφυγε μαζί του και το πεφταστέρι. Που όταν έφτασε επάνω πήρε πάλι την παλιά του θέση, ανάμεσα στους φίλους του και τους είπε όσα έγινα κάτω στη γη.
Το αγόρι που αγνάντευε τη θάλασσα, μεγάλωνε ευτυχισμένο, γιατί τα βράδια έβλεπε πάντα το αστέρι του, που του έστελνε λαμπερά φιλιά και ήξερε πως παρόλο που δεν το είχε κοντά του, ήταν για πάντα δικό του, ήταν χαρούμενο και το αγαπούσε, όπως όταν το κράταγε στα χέρια του.
Κι από τότε, έλεγε πως όταν έχεις αγαπήσει κάτι, θες μόνο το καλό του, και όπου κι αν βρίσκεται στην πραγματικότητα για σένα, δεν μπορεί να πάει πιο μακριά από την καρδιά σου.

Το κείμενο που παραθέτω, όπως πολύ σωστά οι περισσότεροι από εσάς θα ξέρετε, γράφτηκε από μία καρδιά που δεν είναι πια ανάμεσά μας. Απλά, νοιώθω την ανάγκη, μέρες που είναι, να θυμηθώ το πόσο όμορφα αυτή η κοπέλα έγραφε. Και να σκεφτώ ότι θα μας λείψει η σκέψη της για πολύ. Να είσαι καλά εκεί που βρίσκεσαι Πηγή μας. Και να μας στέλνεις την αγάπη σου.

Χρόνια καλά σε όλους…

(‘Illustration of Earth and Glowing Star’ by Ron Russell)

Διακήρυξη των Δικαιωμάτων…

caress-by-fraga.jpegΝα σε αναγνωρίζω
δίχως να σε μειώνω
Να σε ποθώ
δίχως να σε εξουσιάζω
Να σ’ αγαπώ
δίχως να σε καταπιέζω
Να σε σκέφτομαι
δίχως να με προδίδω
Να σε κρατώ
δίχως να σε κατασπαράσσω
Να σε μεγαλώνω
δίχως να σε χάνω
Να σε συνοδεύω
δίχως να σε οδηγώ
Και να αποτελώ
το πιο μυστικό κομμάτι
του εαυτού σου.

‘Διακήρυξη των δικαιωμάτων του Άνδρα και της Γυναίκας στον Έρωτα’ του Jaques Salome από το βιβλίο του ‘ΛΟΓΙΑ ΑΓΑΠΗΣ’ (Εκδόσεις ΜΑΚΡΗ).

(‘Caress’ by Fraga)

Η ανάγκη μας για παρηγοριά…

‘Όσο για μένα, εγώ παγιδεύω την παρηγοριά όπως ο κυνηγός παγιδεύει το θήραμά του. Τραβώ παντού, όπου πιστεύω πως θα την αντιληφθώ μέσα στο δάσος. Συχνά δεν συναντώ παρά το κενό, μα, μια στις τόσες, κάποιο θήραμα πέφτει στα πόδια μου. και, καθώς γνωρίζω ότι η παρηγοριά δεν διαρκεί παρά όσο το φύσημα του ανέμου στην κορυφή ενός δέντρου, βιάζομαι να αδράξω το σφάγιο.
Τι έχω, λοιπόν, μέσα στα χέρια μου;
Επειδή είμαι μόνος: μια γυναίκα αγαπημένη ή έναν σύντροφο στο ταξίδι της δυστυχίας. Επειδή είμαι δημιουργός: μια αψίδα λέξεων που το τέντωμά τους με κάνει να αισθάνομαι έντονα τη χαρά και την φρίκη. Επειδή είμαι φυλακισμένος: μια αιφνίδια θέα προς την ελευθερία. Επειδή είμαι υπό την απειλή του θανάτου: ένα ζώο ζωντανό και ζεστό, μια καρδιά που χτυπάει με τρόπο σπαρακτικό. Επειδή η θάλασσα με απειλεί: έναν σκληρό βράχο από γρανίτη.
Αλλά υπάρχουν κάτι παρηγοριές που φτάνουν απρόσκλητες και γεμίζουν την κάμαρα με αγαπημένους ψιθύρους. Είμαι η ευχαρίστησή σου – αγάπα τες όλες! Είμαι το ταλέντο σου – σπατάλησέ το όπως τον εαυτό σου! Είμαι ο πόθος της επιθυμίας σου – μόνο οι φιλήδονοι ζουν! Είμαι η μοναξιά σου – περιφρόνησε τους ανθρώπους! Είμαι η επιθυμία του θανάτου – κόψε!’

Stig Dagerman
συγγραφέας, δημοσιογράφος, καταθλιπτικός, σχιζοφρενής, αυτόχειρας
5 Οκτωβρίου 1923 – 4 Νοεμβρίου 1954

‘Η ανάγκη μας για παρηγοριά’ – Εκδόσεις ΜΕΛΑΝΙ

Το χρώμα της ηδονής…

magic-moment-by-robert-duval.jpegΤο χρώμα της ηδονής
είναι του αίματος
Είναι το χρώμα των κρυφών
αναστεναγμών και
της μυρωδιάς του αγιοκλήματος
Το χρώμα της ηδονής
είναι του χώματος
που ρουφάει τις ρίζες
Είναι της πληγής που
άφησε σημάδι
Το χρώμα της ηδονής
είναι της Μνήμης
Είναι του βλέμματος των
Οραμάτων που χάθηκαν
Το χρώμα της ηδονής
είναι του νοτισμένου αγάλματος
του Πάνα
Είναι της ταραγμένης ένωσης
των σωμάτων
Της άμωμης γεύσης
των υγρών του Έρωτα
Το χρώμα της ηδονής
είναι το ηδονόχρουν
της Ίριδος

Γιώργος Σκούρτης
Ασκήσεις έρωτα

(‘Magic Moment’ by Robert Duval)

Ένας κλέφτης…

girl-defending-herself-against-love-by-william-bouguereau.jpegΜία εργάτρια μέλισσα, καθώς μπαινόβγαινε στα άνθη του κάμπου, είδε έναν άγγελο να κοιμάται στην σκιά του πεύκου και σάστισε. Λευκοντυμένος, με μακριά μαύρα μαλλιά, είχε προσκέφαλο μία πέτρα. Τα φτερά του προσεχτικά διπλωμένα…
Όταν ο άγγελος άνοιξε τα μάτια του, οι ουρανοί τής φάνηκαν τρεις.

– Είστε ένας άγγελος του Θεού;
– Ναι, είμαι ένας άγγελος του Θεού.
– Και είστε αγόρι ή κορίτσι;
– Δεν είμαι, είπε και γύρισε αλλού το κεφάλι.
– Ούτε εγώ είμαι. Η βασίλισσα τα πήρε όλα. Όμως, ήθελα να σας ρωτήσω. Εκεί στους ουρανούς που γυρνάτε, τον έρωτα τον έχετε δει; Πώς είναι;
– Ένας κλέφτης. Από σένα πήρε το κεντρί και το μέλι κι από μένα τα φτερά…

Το παραπάνω παραμύθι ανήκει στον Γιώργη Δραμουντάνη, πιο γνωστό ως Λουδοβίκο των Ανωγείων. Το δανείστηκα από το βιβλίο ‘Το πηγάδι του κρίνου’, από τις εκδόσεις ΙΑΝΟΣ. Εύχομαι, να μαγέψει την ψυχή σας, όπως μάγεψε την δική μου…

(‘Girl defending herself against love’ by William Bouguereau)

Αγαπητέ Θεέ…

agapite-thee.jpegΞεκινάει έτσι:

‘Αγαπητέ θεέ,
Με λένε Όσκαρ, είμαι δέκα χρονών, έχω βάλει φωτιά στη γάτα, στο σκύλο, στο σπίτι (αν δεν κάνω λάθος έχω ψήσει και τα χρυσόψαρα), κι αυτή είναι η πρώτη φορά που σου γράφω, γιατί μέχρι σήμερα, λόγω του σχολείου, δεν είχα χρόνο.
Σου το λέω ευθύς εξαρχής: σιχαίνομαι να γράφω. Για να γράψω, πρέπει πραγματικά να είμαι αναγκασμένος να το κάνω• γιατί το γράψιμο είναι γιρλάντα και στολίδι και μεταξωτή κορδέλα. Τι άλλο είναι το γράψιμο από ένα ωραιοποιημένο ψέμα; Το γράψιμο είναι για τους μεγάλους…’

Και προς το τέλος:

‘Αγαπητέ Θεέ,
Σήμερα είμαι εκατό χρονών. Όσο και η θεία Ροζ. Κοιμάμαι πολύ, αλλά αισθάνομαι καλά.
Προσπάθησα να εξηγήσω στους γονείς μου ότι η ζωή είναι ένα περίεργο δώρο. Στην αρχή, το υπερεκτιμάμε αυτό το δώρο: πιστεύουμε ότι αποκτήσαμε την αιώνια ζωή. Μετά, το υποτιμάμε: το βρίσκουμε χάλια, πολύ μικρό, είμαστε σχεδόν έτοιμοι να το πετάξουμε. Στο τέλος, καταλαβαίνουμε ότι δεν ήταν δώρο, αλλά δάνειο. Και τότε, προσπαθούμε να το αξιοποιήσουμε. Το λέω εγώ, που ξέρω τι λέω, γιατί έχω πατήσει τα εκατό. Όσο γερνάμε, τόσο πρέπει να δείχνουμε ότι έχουμε το χάρισμα να εκτιμήσουμε τη ζωή. Πρέπει να εκλεπτυνόμαστε, να γινόμαστε καλλιτεχνικές φύσεις…’

Διάβασα το συγκεκριμένο βιβλίο, ‘Αγαπητέ Θεέ’ του Ερίκ Εμανουέλ Σμιτ (πρωτότυπος τίτλος ‘Oscar et la dame rose’), μέσα στο Σαββατοκύριακο που μας πέρασε. Δεν είναι ογκώδες βιβλίο. Ίσα-ίσα. Μαγεύτηκα. Απλή γραφή, υποτίθεται ότι είναι τα γράμματα που γράφει ένας μικρός, ο Όσκαρ, στο Θεό τις τελευταίες ημέρες της ζωής του, που όμως δίνουν ανάγλυφα την μαγεία της ζωής, την μαγεία των σχέσεων και την μαγεία της συντροφικότητας. Μακάρι, να γράφονταν και να εκδίδονταν συχνά τέτοια βιβλία.

Τροπική βροχή…

fall-colors-through-the-rain-by-sandy-woosley.jpegΉσουν σαν τις τροπικές βροχές…
Ερχόσουν ανέλπιστα και βίαια…
Χωρίς προειδοποίηση, χωρίς έλεος…
Ξεσπούσες επάνω μου με όλη σου τη δύναμη…
Με πλημμύριζες…
Με έκανες να παραπατώ μέσα στις λίμνες που σχημάτιζες…
Να τσαλαβουτώ τα πόδια μου, τα χέρια μου, το κορμί μου…
Να μουσκεύω από εσένα…
Μέχρι το μεδούλι των οστών μου…
Και μετά, έφευγες…
Χανόσουν…
Και ‘γώ, έμενα να στεγνώνω κάτω από ένα ήλιο καυτό…
Που με αφυδάτωνε…
Με έκαιγε…

Έρχεσαι πάλι…
Σε βλέπω…
Σε μυρίζω…
Μυρίζω τα ίχνη σου επάνω μου…
Νοιώθω την κίνηση των κυττάρων μου στο πλησίασμά σου…
Με έμαθες να σε ζητάω…
Να μην σε αναζητάω…

Θα φύγεις…
Κάθε φορά φεύγεις…

Βρίσκω εύκολη παρηγοριά σε στίχους ποιητών…
Εγώ, δεν μπορώ να εκφράσω τον πόνο μου…
Μόνο τον βιώνω…
Κάποιοι πλάθονται να πονούν και κάποιοι να τραγουδούν…

‘Ε όπως Έρωτας

Τίποτα δεν θα σου πω γι’ αυτόν.
Όποιος προσπαθεί να τον εξηγήσει
Δε θα τον έζησε ποτέ…’

(οι στίχοι του τέλους ανήκουν στην Στέλλα Καρτάκη)

(‘Fall colors through the rain’ by Sandy Woosley)

Το γράμμα…

the-letter-by-william-blacklock.jpeg

‘οι πιο ωραίες ιστορίες θα ειπωθούν για μας
όταν δεν θα ‘ναι πια κανείς να τις ακούσει.’

Του είχε υποσχεθεί ότι θα του έγραφε ένα γράμμα…
Είχε πει ότι θα του έγραφε για τη ζωή τους, για τα χρόνια που είχαν περάσει μαζί μέχρι τώρα…
Δεν θα του έγραφε πράγματα που δεν του είχε πει…
Όμως, τώρα ήταν διαφορετικά τα πράγματα…
Έπρεπε να τα γράψει…
Ήταν της πεποίθησης, ότι τα μάτια μεταφέρουν αισθήματα με μεγαλύτερη ένταση απ’ ότι τα αυτιά…
Πίστευε, ότι τα μάτια οδηγούν κατευθείαν στην ψυχή, ενώ τα αυτιά κατευθείαν στο μυαλό…
Και την ενδιέφερε η ψυχή τώρα και όχι το μυαλό…
Το λευκό χαρτί μπροστά της φάνταζε πεδίο επικίνδυνο…
Η απεραντοσύνη του λευκού, σε σχέση με τα μαύρα σχήματα που όριζαν τα γράμματα, την καθιστούσε ευάλωτη…
Και δεν ήταν μόνο η αναλογία λευκού-μαύρου που την προβλημάτιζε…
Ήταν και αυτά που ήθελε να πει…
Δεν ήθελε να τον πληγώσει…
Δεν ήθελε να τον κάνει να νοιώσει άσχημα…
Τον αγαπούσε πολύ για να του δημιουργήσει τέτοια κατάσταση…
Ξεκίνησε να γράφει…
Πάνω δεξιά, τοποθέτησε την ημερομηνία…

Αθήνα, 25 Φεβρουαρίου 2007

Εύκολο αυτό…
Μετά η προσφώνηση, στην επόμενη γραμμή, αριστερά…
Και αυτό εύκολο…

Λατρεμένα γαλάζια μάτια μου

Έτσι τον φώναζε, έτσι τον χαρακτήριζε τις στιγμές που η ένταση του πάθους τους είχε περάσει και τα μάτια του ηρεμούσαν, επιστρέφοντας στο γλυκό τους γαλάζιο μετά το μαύρο απύθμενο που είχαν πάρει…
Εκείνο το μαύρο χρώμα, την φόβιζε…
Ένοιωθε ένα φόβο ήρεμο, ένα φόβο σίγουρο, ένα φόβο άφοβο…
Ένοιωθε σαν να έπεφτε σε μία φουρτουνιασμένη θάλασσα, χωρίς να ξέρει κολύμπι, χωρίς όμως να κινδυνεύει να πνιγεί…
Θυμήθηκε την πρώτη φορά που τα είχε δει έτσι…
Τότε, της είχε ζητήσει να του απαντήσει αν έχει γνωρίσει κάποιον να την κοιτάζει με τόση τρέλα…
Από εκείνη την πρώτη φορά, αυτή η τρέλα δεν είχε περάσει, αλλά αυτή δεν την είχε συνηθίσει…
Έτσι θα ξεκινούσε λοιπόν…
Και θα του έγραφε για την αίσθηση και τον φόβο της…
Δεν του το είχε πει ποτέ, οπότε ευκαιρία να μιλήσει γι’ αυτό…
Μέχρι εδώ, όλα καλά…
Τώρα, τι λένε τώρα;;;
Πως συνεχίζουν;;;
Μια καλή συνέχεια θα ήταν να του έγραφε την πορεία τους από την πρώτη στιγμή που γνωρίστηκαν, σε κείνο το καφέ δίπλα στον Αγ. Διονύσιο στο Κολωνάκι…

Παιδεύτηκα πολύ να βρω τρόπο να ξεκινήσω το γράμμα μου. Ήμουν αναποφάσιστη και άτολμη, όπως τότε, την πρώτη φορά που συναντηθήκαμε. Θυμάσαι; Σε κείνο το καφέ δίπλα από τον Αγ. Διονύσιο, στο Κολωνάκι. Εσύ πήγαινες συχνά. Πάντα σου άρεσε το Κολωνάκι. Για μένα ήταν η πρώτη φορά. Ότι είχα τελειώσει το μάθημα στο Φροντιστήριο Ισπανικών που πήγαινα και βρέθηκα εκεί με φίλες για καφέ. Με κοίταζες συνέχεια. Ένοιωθα το βλέμμα σου επάνω μου, βαρύ και σταθερό, να ψάχνει να αντικρίσει τα μάτια μου. Και όταν το κατάφερνε, ένοιωθα το παιχνίδι σου με το μυαλό μου. Κοκκίνιζα. Το είχες καταλάβει, όπως μου είπες μετά από καιρό. Χωρίς να το καταλάβω, είχες πληρώσει τον καφέ μου. Η κίνησή σου, μου κέντρισε το ενδιαφέρον. Δεν μπορούσα να μην σ’ ευχαριστήσω. Ανταλλάξαμε χειραψίες και ονόματα. Ανταλλάξαμε θερμότητα και θέρμη. Το δικό μου χέρι έτρεμε, το δικό σου σίγουρο και απαιτητικό. Ίδιον των χαρακτήρων μας.

Της άρεσε το γραπτό της…
Της έβγαινε τόσο εύκολα, τόσο στρωτά…
Και σίγουρα ήταν, μιας και μιλούσε για αγαπημένες στιγμές της…
Στιγμές μαζί του, στιγμές πρωτόγνωρες για εκείνη…

Δεν αργήσαμε να γίνουμε ζευγάρι. Μου έδειχνες ένα κόσμο όμορφο. Ένα κόσμο ‘δικό’ μου. Βγαλμένο μέσα από τις προσδοκίες και τα όνειρά μου. Πάντα ευγενικός, πάντα καλόβολος, πάντα πρόθυμος, πάντα εσύ. Πίστεψα σε σένα γρήγορα. Και δεν έπεσα έξω. Δεν με απογοήτευσες. Ένοιωθα, λες και ζούσα τον μύθο μου. Και, πραγματικά τον ζούσα. Και έκανες τα πάντα για να τον ζήσω.
Κάναμε όνειρα, δίναμε υποσχέσεις. Υπήρχε ειλικρίνεια, υπήρχε κατανόηση, υπήρχε αγάπη.
Σου δόθηκα και μου δόθηκες. Σαν από πάντα μαζί. Σαν από πάντα ένα.
Παντρευτήκαμε, φτιάξαμε το σπίτι μας, φτιάξαμε την οικογένειά μας. Αν και δεν καταφέραμε να κάνουμε παιδί, ποτέ δεν μπήκε ανάμεσά μας. Ποτέ δεν με κοίταξες με μάτια διαφορετικά. Ποτέ δεν με χάιδεψες με μικρότερη ένταση. Ποτέ δεν με έκανες δική σου με λιγότερο πάθος. Πάντα αυξητικά, πάντα δικά σου, πάντα για μένα. Μας ζήλευαν και δεν τους ζηλεύαμε.
Δεν είναι ότι δεν μας βρήκαν παράξενες και δύσκολες καταστάσεις. Δεν είναι ότι δεν μας βρήκαν αντίπαλοι μεγαλύτεροι και δυνατότεροι από εμάς. Δεν είναι ότι δεν παλέψαμε. Δεν βγήκαμε πάντα νικητές. Μα, ακόμα και στην ήττα μας, ήμασταν μαζί. Ήμασταν ένα. Ανάμεσά μας, δεν υπήρχε χώρος για κάτι άλλο. Γεμίζαμε μόνοι μας την απόσταση ανάμεσά μας. Γέμιζε ο ένας τον άλλο.

Το συναίσθημα πληρότητας την καταλάμβανε οριστικά…
Ο ειρμός των σκέψεών της δημιουργούσε κύμα ευφορίας μέσα της…
Συνέχιζε ακάθεκτη…

Και τα χρόνια περνούσαν. Και τα χρόνια κυλούσαν. Μέσα στην στοργή και στην αφοσίωση. Μαζί. Ενωμένοι.
Καλέ μου, σου γράφω πράγματα που σου τα έχω πει. Σου γράφω πράγματα που ήθελα να τα έχεις γραμμένα. Αποτυπωμένα σε μία κόλα χαρτί. Μία δική μου διαθήκη, μία δική μου παρακαταθήκη στα χρόνια που θα έρθουν. Ένα μνημείο της αγάπης μου για σένα. Ένα μνημείο της αγάπης σου για μένα. Πως εγώ την εισέπραξα. Πως εγώ την ένοιωσα όλα αυτά τα χρόνια.
Ήθελα να γράψω ένα μεγάλο ‘ευχαριστώ’ γι’ αυτό που με έκανες να νοιώσω. Γι’ αυτό που με έκανες να ζήσω. Την απόλυτη αγάπη, το απόλυτο δόσιμο.
Σ’ ευχαριστώ λατρεμένε μου.
Σ’ ευχαριστώ έρωτά μου.

Ξαναδιάβασε το κείμενο που είχε γράψει…
Έκλαψε…
Έπρεπε να το κλείσει…

Η γυναίκα που της έδωσες νόημα στη ζωή της.
Η γυναίκα σου.

Το δίπλωσε και το έβαλε σε ένα φάκελο…
Απέξω, έγραψε με μεγάλα, καλλιγραφικά γράμματα:

Στο πολυτιμότερο της ζωής μου

Και έκλεισε τον φάκελο…
Έβαλε τον φάκελο στην τσάντα της και φόρεσε το παλτό της…
Βγήκε από το σπίτι και κατέβηκε στο αυτοκίνητο…
Θα πήγαινε να του το δώσει τώρα, αυτή τη στιγμή…
Δεν άργησε να φτάσει στο νεκροταφείο της περιοχής τους…
Ο τάφος που ήταν θαμμένος, δεν ήταν σε μεγάλη απόσταση από την είσοδο…
Άνοιξε το παράθυρο και τοποθέτησε το γράμμα πίσω από την φωτογραφία του…
Της φάνηκε ότι της γελούσε περισσότερο…
Έπεσε πάνω στο μνήμα και έκλαψε γοερά…

(οι στίχοι εισαγωγής ανήκουν στον Τάσο Λειβαδίτη)

(‘The Letter’ by William Blacklock)

Παιχνίδια σκέψεων…


Όλα μαρτυρούν εσένα ‘εν τη απουσία σου’…

‘Σ’ όλους τους τοίχους απόψε ντουφεκίζεται η ζωή’

Ρούχα κρεμασμένα στην ντουλάπα, παπούτσια αφημένα κάτω από το κρεβάτι, βιβλία ξεχασμένα στο κομοδίνο…
Όπου κι’ αν γυρίσω, εσύ…
Ολόγυρα εσύ…

‘Στην πιο μικρή στιγμή μαζί σου, έζησα όλη τη ζωή’

Δεν κουράστηκες να είσαι παντού;;;
Δεν βαρέθηκες να σε θωρώ χωρίς να είσαι μπροστά μου;;;
Δεν ταλαιπώρησες αρκετά την νόησή μου;;;

‘Μισώ τα μάτια μου που πια δεν καθρεφτίζουν το χαμόγελό σου’

Πόσο ακόμη θα στέκεσαι αμίλητη και απούσα;;;
Πόσο ακόμη θα τυραννάς τη ζωή μου με το ‘ωσεί παρόν’;;;
Ευτυχώς, το άρωμά σου έχει αρχίσει να φθίνει…
Τουλάχιστον, αναπνέω χωρίς την ανάγκη σου…
Αναπνέω;;;

‘Σ’ αναζητάω
Σαν τον τυφλό που ψάχνει να βρει το πόμολο της πόρτας
Σ’ ένα σπίτι που ‘πιασε φωτιά’

(οι σκέψεις μου ‘διανθίστηκαν’ από στίχους του μεγάλου ποιητή Τάσου Λειβαδίτη)

(‘Watery Hollow I’ by Laurie Maitland)