ID-ογράφως…

Έγραψα κείμενο ‘κλεμμένο’ από τον Γιώργο Σκούρτη από την συλλογή με σκέψεις του με τίτλο ‘Νύχταθλο – όσα γράφτηκαν στις μπάρες’. Συγγραφέας αγαπημένος και ιδιαίτερος.
Το scan-άρησα και το post-αρα, όπως προστάζει το εγχείρημα.
Στην διαδικασία με έβαλε η κοπελιά από εδώ. Την ευχαριστώ πολύ.
Προσκαλώ όλους εσάς που δεν έχετε αποτυπώσει την ιδιαίτερη προσωπική σας ‘υπογραφή’ να συμμετάσχετε στην εν λόγω προσπάθεια. Πρόσκληση – πρόκληση για κάθε έναν από εσάς τολμηρό…

Το αρχείο με τις ‘προσωπικές’ υπογραφές του καθενός συμμετάσχοντα βρίσκεται εδώ: http://autographcollectors.blogspot.com.
Α! Και μην ξεχάσετε να τους ειδοποιήσετε. Εντάξει;;;

Σελίς 123…

siopi_cover.jpgΚαιρό είχα να ακολουθήσω τους κανόνες ενός διαδικτυακού (sic) παιχνιδιού. Λάθος μου και μεγάλη γαϊδουριά μου θα μπορούσα να προσάψω στον εαυτό μου. Από όσους με σκεφτήκατε και δεν ανταποκρίθηκα στο κάλεσμά σας, ζητάω συγνώμη. Και αποφασίζω να μην το ξανακάνω. Θα γίνω καλό και υπάκουο παιδί. Και για του λόγου του αληθές, παίρνω φόρα και εντρυφώ μετά μανίας στο blogo-παίχνιδο με τους εξής απλούς όρους:
α. Πιάσε το βιβλίο που βρίσκεται πιο κοντά σε σένα,
β. Άνοιξε το βιβλίο στη σελίδα 123 (αν το βιβλίο διαθέτει λιγότερες από 123 σελίδες, άφησέ το και πήγαινε στο επόμενο κοντινότερο),
γ. Βρες την πέμπτη περίοδο (=από τελεία σε τελεία, αν θυμάσαι) της σελίδας,
δ. Ανάρτησε τις επόμενες τρεις περιόδους (δηλ. την έκτη, την έβδομη και την όγδοη) και
ε. Ζήτα από πέντε bloggers να κάνουν το ίδιο.

Σήκωσα τα μάτια μου στην βιβλιοθήκη απέναντί μου. Την έτρεξα από τα αριστερά προς τα δεξιά. Στάθηκα σε ένα σκληρόδετο βιβλίο. Με έντονα χρώματα βαμμένο: κόκκινο, πράσινο, πορτοκαλί. Αλκυόνη Παπαδάκη η συγγραφέας, ‘Ξεφυλλίζοντας τη σιωπή’ ο τίτλος από τις εκδόσεις ‘ΚΑΛΕΝΤΗΣ’. Σελίδα 123, διαβάζω:

‘Τι θα καταλάβαινες αν σου απαντούσα πως εγώ παίζω μέχρι τελικής, σ’ ένα παιχνίδι που το μόνο που ξέρω είναι πως οι διαιτητές είναι πουλημένοι. Πως η φανέλα μου έχει ξεθωριάσει και μόνο να ονειρευτώ μπορώ τα χρώματά της. Τι θα καταλάβαινες αν σου απαντούσα πως εγώ δεν παίζω ποτέ γι’ αυτούς που έχουν εισιτήριο. Για τους απ’ έξω παίζω. Τους περαστικούς. Τόση προπόνηση για ένα παιχνίδι χαμένο από χέρι, πώς θα μπορούσες να διανοηθείς;’

Έκλεψα λίγο στο παιχνίδι. Δεν μπορούσα να απομονώσω μόνο τις τρεις περιόδους. Το έγραψα όλο. Όλη την 123η σελίδα. Για να έχω να λέω ότι υπερέβη τα εσκαμμένα. Έτσι για το γαμώτο.

Sadmanivo ευχαριστώ για την πρόσκληση. Και για την προτροπή να γράψω κάτι δικό μου. Με τιμά ο λόγος σου. Να ‘σαι καλά. Η συνέχεια ανήκει σε όλους σας. Εύχομαι, έστω και μία ή ένας από εσάς να ανταποκριθεί…

Εν συνεχεία…

enigma-without-end-by-salvador-dali.jpgΜέρες μέρες να χτυπήσει το τηλέφωνο
μήνες χρόνια;
Δεν ηχείς.

Εκλήθη ο έμπιστός μου ωριλά
μου έκανε ακουόγραμμα
μια χαρά, μου λέει, ακούς
τι σ’ έπιασε.

Εκλήθη εν συνεχεία ξανά ο τεχνικός.
Δεν χτυπάει του είπα.

Σε ξεβίδωσε, σ’ έκανε φύλλο και φτερό
καλώδια μπαταρίες
λάδωμα στην φωνή σου

εντάξει η συσκευή

η ζημιά είναι από μέσα
σ’ το είπα και την άλλη φορά
θριαμβολόγησε ο ηλεκτρολόγος
έχει βλάβη η επαφή
πρέπει να σκάψω

– άσ’ το
αφού είναι η επαφή
θα σκάψω εγώ
ξέρω να την θάψω
δεν είναι τίποτα ξέρω.

Αντιστάθηκα με ένα ποίημα της Κικής Δημουλά με τίτλο ‘Εν συνεχεία’, που περιλαμβάνεται στην ποιητική της συλλογή ‘Μεταφερθήκαμε παραπλεύρως’ των εκδόσεων Ίκαρος (Αθήνα 2007).

Την ευκαιρία για αντίσταση μου την παρείχε ο φίλτατος ‘ο άλλος ρο’ και τον ευχαριστώ πολύ.

Με την σειρά μου την μεταλαμπαδεύω σε όσους πιστεύουν ότι η ποίηση στην ζωή μας μπορεί να πει περισσότερα απ’ ότι τα μάτια μας βλέπουν και τ’ αυτιά μας ακούν καθημερινά…

(‘Enigma without end’ by Salvador Dali)

Προορισμοί…

nude-i-by-giorgio-mariani.jpegΒράδυ καλοκαιριού, ζεστού και ασφυκτικού, σαν το φετινό. Όχι πολλά χρόνια πριν. Ίσως και κανένα. Δεν έχει σημασία. Εξάλλου, κάθε ιστορία πρέπει να είναι διαχρονική, να μην έχει περιορισμένα πλαίσια χρόνου και χώρου. Δυο κορμιά. Πάνω σε ένα σιδερένιο κρεβάτι. Γυμνά, ιδρωμένα, αναστατωμένα, με τη μυρωδιά του έρωτα διάχυτη επάνω τους. Εκείνος, με ακουμπισμένο το πρόσωπο επάνω στο στέρνο της. Εκείνη, να αφουγκράζεται την ανάσα του στην καρδιά της.

Σήκωσε το κεφάλι του και άπλωσε το χέρι του επάνω στο κορμί της. Αυτό, ανακάλυψε εκ νέου τις πτυχές του σώματός της. Ενός σώματος που τον γέμιζε ηδονικούς αναστεναγμούς, ανομολόγητες σκέψεις και βίαιες εκτονώσεις. Την κοίταξε στα μάτια, καθώς χάιδευε τις ρώγες της που ήταν ήδη ερεθισμένες. Άφησε το χέρι του να κυλήσει κατά μήκος της νοητής γραμμής που ενώνει το λαιμό με το εφηβαίο της. Το ακούμπησε. Υγρό.

Εκείνη, έχει κλειστά τα μάτια και αισθάνεται. Η ανάσα της είναι κοφτή, αισθαντική. Που και που, ήχοι απόλαυσης αναβλύζουν από το κλειστό της στόμα. Συσπάται ολόκληρη.

‘Πάντα αναζητούσα ένα κορμί που να με ταξιδεύει’ γύρισε και της είπε, σπάζοντας το φράγμα της ερωτικής σιωπής που είχε απλωθεί ανάμεσά τους. ‘Και τώρα το βρήκες;’ ρώτησε λάγνα εκείνη. ‘Ναι’ ομολόγησε κοφτά και γέρνοντας τα χείλη του στα δικά της, την φίλησε. Απομακρύνθηκε λίγο από κοντά της. Έβαλε το χέρι του σαν αντιστήριγμα στο κεφάλι του και γυρισμένος στο πλάι, την κοίταξε.

Ένοιωσε την ανάγκη να της εξομολογηθεί τον έρωτά του. Ένοιωσε την ανάγκη να την ‘κοινωνήσει’ στις σκέψεις του για εκείνη. Ξεκίνησε να της μιλάει χωρίς δεύτερη σκέψη.

‘Είσαι αυτό που πάντα περίμενα. Αυτό, που πάντα ήθελα. Ανάλωσα τη ζωή μου, ψάχνοντας εικόνες να γεμίσω την ψυχή μου. Ψάχνοντας να βρω μέρη και τοποθεσίες που θα μου μείνουν αξέχαστες και θα με συγκλονίσουν. Γύρισα μέρη, είδα ανθρώπους, ανακάλυψα πολιτισμούς, ιδέες και τρόπο ζωής. Όμως, τίποτε απ’ όλα αυτά δεν συγκρίνονται με το θαύμα που ανακαλύπτουν τα μάτια μου, κάθε φορά που βλέπω εσένα.

Αρχικά, τα μάτια σου. Δεν θα ακουστεί τετριμμένο αν πω ότι είναι δυο θάλασσες βαθιές, που ο ήλιος δεν φτάνει να τις φωτίσει ολοκληρωτικά. Δυο θάλασσες δικές μου. Μόνο εγώ μπορώ να τις εξερευνήσω, μόνο εγώ μπορώ να βουτήξω μέσα τους και να βγω σώος. Όλη σου η ψυχή, στα μάτια σου. Όλη εσύ, στα μάτια σου. Υγρά ή στεγνά, ανοιχτά ή κλειστά, όλα εκεί μέσα. Όλος εκεί μέσα. Σαν ταξίδι στο απέραντο βαθύ καθάριο των ελληνικών θαλασσών, που τις λούζει ο ήλιος, το φεγγάρι και τ’ αστέρια.

Ύστερα, τα χείλη σου. Το γλυκό φιλί σου. Πάθος. Πόσο μου αρέσει το πάθος! Πόσο μου αρέσει η αίσθηση των χειλιών σου. Απαλά και αισθησιακά. Γλυκά και τρυφερά. Τα προσεγγίζω ευλαβικά, τα φιλάω αισθαντικά. Κλείνω τα μάτια και αισθάνομαι. Τόση γλύκα. Σαν καλοκαιρινό γλυκό του κουταλιού, φτιαγμένο από χέρι νοικοκυράς στην χώρα ενός νησιού του Αιγαίου. Φτιαγμένο με αγάπη και πάθος για την τελειότητα.

Το μυαλό μου, ορίζει σαν συνέχεια του ταξιδιού, τα στήθη σου. Στήθη γεμάτα και ζωντανά. Με ρώγες σκληρές. Τις ρουφάω. Τις γλύφω. Τις δαγκώνω. Κι’ όμως, αυτές εκεί να αντιστέκονται στο χάδι μου, να γίνονται όλο πιο σκληρές και ροδοκόκκινες. Σαν φρεσκοκομμένο καρπούζι. Κόκκινο και ζουμερό. Να τρως και να μην χορταίνεις.

Και τότε επαναστατώ. Όλος ο ανδρισμός μου στο μεγαλείο του. Καίγομαι να εισχωρήσω μέσα σου. Και μπαίνω. Και τότε το ταξίδι απογειώνεται. Και τότε το ταξίδι ξεφεύγει από τα ανθρώπινα όρια. Και ανεβαίνει στ’ αστέρια. Και ενώνεται με το ‘υπέρτατο ον’. Κάνω έρωτα μαζί σου και ολοκληρώνομαι. Και βλέπω χίλια ηλιοβασιλέματα στα μάτια σου. Σαν τα ηλιοβασιλέματα στην Οία.

Και όταν τελειώνω και δεν μπορώ να πάρω ανάσα, γέρνω πλάι σου αποκαμωμένος. Και ‘συ τρυφερά μου χαϊδεύεις τα μαλλιά και μου ψιθυρίζεις πόσο μ’ αγαπάς. Και τότε μέσα μου, εύχομαι να έρθει το πιο όμορφο ταξίδι απ’ όλα. Να γεννηθεί μέσα σου ο καρπός του έρωτά μας. Να γίνουμε ένα στο πρόσωπο μιας νέας ζωής. Να ήξερες πόσο το περιμένω. Αγάπη μου’.

Αυτά είπε και έσκυψε και την φίλησε. Εκείνη, τον αγκάλιασε τρυφερά και δεν είπε κουβέντα. Απλά, ένοιωσε να κυλάει στο μάγουλό της ένα δάκρυ χαράς και ένα γέλιο ολάνθιστο εμφανίστηκε στα χείλη της.

Χαρισμένο στη γυναίκα που με έκανε να νοιώσω…

(ευχαριστώ την αγαπημένη μου και την nebula in caelo που μου έδωσαν την ευκαιρία να ταξιδέψω σε μνήμες ηδονικά αποτυπωμένες στο μυαλό μου. συγνώμη που δεν θα προτείνω κανέναν σας. όποιος θέλει, μπορεί να συνεχίσει.)

(‘Nude I’ by Giorgio Mariani)

Ρωτώντας μαθαίνεις…

mona-lisa-detail-by-leonardo-da-vinci.jpegΤελικά, πρέπει να ρωτάς για να μαθαίνεις τον άλλο. Δεν είναι όμως αδιακρισία; Όχι. Αρκεί η πρόθεση να είναι ευγενής. Η καλή φίλη ταραντέλα το αποτόλμησε, δίνοντάς μου το ‘Ερωτηματολόγιο του Proust’ και να το αποτέλεσμα:

1. Η απόλυτη ευτυχία για σας είναι;

Απόλυτη ευτυχία; Υπάρχει; Κι’ αν υπάρχει, πως βιώνεται; Κάθε φορά ανανεώνεται και κάθε φορά επαναπροσδιορίζεται…

2. Τι σας κάνει να σηκώνεστε το πρωί;

Η αίσθηση ότι είμαι ζωντανός. Ότι υπάρχω και ζω…

3. Η τελευταία φορά που ξεσπάσατε σε γέλια;

Με μένα ή με τους άλλους;;;

4. Το βασικό γνώρισμα του χαρακτήρα σας είναι;

Το πάθος…

5. Το βασικό ελάττωμά σας;

Ότι προσπαθώ να βιώνω τα πάθη μου…

6. Σε ποια λάθη δείχνετε τη μεγαλύτερη επιείκεια;

Στα δικά μου, φυσικά…

7. Με ποια ιστορική προσωπικότητα ταυτίζεστε περισσότερο;

Είμαι πολύ μικρός για να τολμήσω να συγκριθώ με κάποια ιστορική προσωπικότητα, που άφησε αναλλοίωτο το σημάδι της στην Ανθρώπινη Ιστορία…

8. Ποιοι είναι οι ήρωές σας σήμερα;

Οι άνθρωποι της διπλανής πόρτας. Αυτοί, που μέσα από αντιξοότητες, μπορούν και μεγαλώνουν παιδιά και ανασταίνουν ανθρώπους…

9. Το αγαπημένο σας ταξίδι;

Του μυαλού μου. Εκεί, που δεν χωράνε σύνορα και όρια…

10. Οι αγαπημένοι σας συγγραφείς;

Λιλή Ζωγράφου, Αχιλλέας Κυριακίδης, Γιάννης Ξανθούλης, Μάρω Βαμβουνάκη…

11. Ποια αρετή προτιμάτε σε έναν άντρα;

Να έχει ‘μπέσα’…

12. … και σε μια γυναίκα;

Να είναι γυναίκα…

13. Ο αγαπημένος σας συνθέτης;

Μάνος Χατζιδάκις…

14. Το τραγούδι που σφυρίζετε κάνοντας ντους;

Συνήθως, κανένα. Απολαμβάνω την ηρεμία της απομόνωσης…

15. Το βιβλίο που σας σημάδεψε;

Δεν είναι κάποιο συγκεκριμένο. Κάθε ένα από τα βιβλία που έχω διαβάσει, έχουν αφήσει ένα μικρό ή ένα μεγάλο σημάδι στην ψυχή μου…

16. Η ταινία που σας σημάδεψε;

Σημάδεψε όχι. Θυμάμαι συχνά με αγάπη και γλυκύτητα τις ταινίες ‘Σινεμά ο Παράδεισος’ με τον Φιλίπ Νουαρέ & ‘Συρανό ντε Μπερζεράκ’ με τον Ζεράρ Ντεπαρτιέ…

17. Ο αγαπημένος σας ζωγράφος;

Leonardo Da Vinci…

18. Το αγαπημένο σας χρώμα;

Το γαλάζιο της θάλασσας και του ουρανού…

19. Ποια θεωρείτε ως τη μεγαλύτερη επιτυχία σας;

Το ότι είμαι άνθρωπος…

20. Το αγαπημένο σας ποτό;

Λευκό κρασί…

21. Για ποιο πράγμα μετανιώνετε περισσότερο;

Για όσα μπορούσα να κάνω και δεν έκανα…

22. Τι απεχθάνεστε περισσότερο απ’ όλα;

Το ‘δήθεν’…

23. Όταν δεν γράφετε, ποια είναι η αγαπημένη σας ασχολία;

Ακούω μουσική ή διαβάζω…

24. Ο μεγαλύτερος φόβος σας;

Ο θάνατος των προσφιλών μου προσώπων…

25. Σε ποια περίπτωση επιλέγετε να πείτε ψέματα;

Συνήθως ποτέ, όσο κι’ αν κοστίζει…

26. Ποιο είναι το μότο σας;

Ότι έγινε, έγινε. Δεν γυρνάει πίσω. Δεν αλλάζει. Ας κοιτάξουμε μπροστά…

27. Πώς θα επιθυμούσατε να πεθάνετε;

Χωρίς να ταλαιπωρήσω άλλους ανθρώπους. Όρθιος…

28. Εάν συνέβαινε να συναντήσετε τον Θεό, τι θα θέλατε να σας πει;

Πόσο δίκαιος ή άδικος ήμουν στη ζωή μου…

29. Σε ποια πνευματική κατάσταση βρίσκεστε αυτόν τον καιρό;

Πρέπει να διαθέτεις ‘πνεύμα’ για να είσαι σε πνευματική κατάσταση. Και ‘γώ, δεν ξέρω αν διαθέτω…

Ευχαριστώ πολύ ταραντέλα…

(‘Mona Lisa’ (detail) by Leonardo Da Vinci)

Τα ζεϊμπέκικά μου…

moved-by-the-music-v-by-alfred-gockel.jpegΤη ζωή μου, την έχω άρρηκτα συνδεδεμένη με την μουσική…
Με το άκουσμά της και ότι αυτό γεννάει μέσα μου…
Λύπη, θυμό, νοσταλγία, ελπίδα, θύμησες πολλές…
Ιδιαίτερα, τα ζεϊμπέκικα λειτουργούν επάνω μου σαν ‘καθαρτήρια ψυχής και σώματος’…
Ο ρυθμός τους, τα 9/8, νομίζω ότι ανταποκρίνεται στο ρυθμό που κυλάει το αίμα στις φλέβες μου, ανταποκρίνεται πλήρως στον ρυθμό της καρδιάς μου…
Και ο τρόπος που χορεύεται, αντίστοιχος…
Τίναγμα των χεριών σε έκταση, σε θέση σταύρωσης…
Βήμα μισοτελειωμένο, σαν τη ζωή, που δεν ξέρεις που τελειώνει και που αρχίζει…

Ένα από τα πρώτα ζεϊμπέκικα που χόρεψα, ήταν και το ‘Στην Αλάνα’, με την φωνή του Γιώργου Νταλάρα, σε στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου και μουσική του Γιάννη Σπανού…
Θυμάμαι, τέλη δεκαετίας ’70 και αρχές δεκαετίας ’80, διακοπές στην Πάρο…
Ένα βράδυ, έχουμε πάει οικογενειακώς σε ένα εξοχικό κέντρο…
Μουσική, από ένα pick-up…
Κόσμος πολύς…
Ανάμεσα σε αυτούς και ο Γιάννης Πάριος…
Ξεκινάει το τραγούδι…
Σηκωνόμαστε στην πίστα, η μητέρα μου και ‘γώ, παιδάκι τότε, ούτε 12 χρονών…
Μαζί μας και ο Πάριος…
Θυμάμαι να μου χτυπάει παλαμάκια να χορέψω…
Από τότε, όποτε χορεύω την Αλάνα, τον θυμάμαι…
Να’ σαι καλά Γιάννη…

Επίσης, ένα άλλο ζεϊμπέκικο που κυλάει στο DNA μου, όπως πιστεύω και σε πολλών άλλων, είναι και το ‘Βρέχει φωτιά στην στράτα μου’, με τον ανεπανάληπτο Στράτο Διονυσίου, σε στίχους, πάλι, του Λευτέρη Παπαδόπουλου και μουσική του Μίμη Πλέσσα…
Εδώ, μιλάμε για ένα αντρίκιο τραγούδι, όχι τόσο γιατί έχει συνδεθεί με τον αείμνηστο Νίκο Κούρκουλο, αλλά γιατί είναι ένα τραγούδι ‘καταραμένου άντρα’, που ενώ έχει υποστεί τα πάνδεινα, έχει την δύναμη να χορέψει τον πόνο του και να τελειώσει τη ζωή του χορεύοντας…

Τελειώνοντας με τα αντρίκια ζεϊμπέκικα, θα αναφερθώ στο ‘Δεν θα ξαναγαπήσω’, αρχικά τραγουδισμένο από την αξεπέραστη φωνή του Στέλιου Καζαντζίδη, σε στίχους, και πάλι, Λευτέρη Παπαδόπουλου και μουσική Μάνου Λοΐζου, λατρεμένο όμως όταν το τραγούδησε ζωντανά ο Σωκράτης Μάλαμας…
Ίσως, η συγκλονιστικότερη ερμηνεία του Μάλαμα…
Ίσως, καλύτερη από την πρωτότυπη…
Συγκινησιακά φορτισμένη, λόγω του θανάτου του Στέλιου λίγες μέρες πριν, πιστεύω ότι είναι από τις στιγμές που θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό που υπάρχουν καταγεγραμμένες…
Τραγούδι υποσχέσεων που δεν κρατούνται, όσο κι’ αν το θέλεις…

Για το τέλος, άφησα δύο τραγούδια, τραγουδισμένα από δύο μεγάλες γυναικείες φωνές…
Το ‘Γεννήθηκα για να πονώ’, τραγουδισμένο από την μεγάλη Μαρίκα Νίνου, σε στίχους Κώστα Βίρβου και μουσική Βασίλη Τσιτσάνη, και το ‘Χίλιες βραδιές’, τραγουδισμένο σε πρώτη εκτέλεση από την Τζένη Βάνου, σε στίχους Ηλία Λυμπερόπουλου και μουσική Μίμη Πλέσσα…
Δύο τραγούδια, που δείχνουν τις δύο πλευρές του ίδιου νομίσματος…
Έρωτας, πάθος, απόρριψη, πόνος…
Και τα δύο, συνοδεύονται από γενναίες ποσότητες οινοπνεύματος και ατέλειωτες ώρες πτήσεων πάνω στην πίστα…

Θα ήθελα, να ευχαριστήσω τον φίλο Αθανάσιο, που μου έδωσε την ευκαιρία να γράψω αυτό το κείμενο…
Για την συνέχεια της αλυσίδας, προσκαλώ-προκαλώ τις: Άννα-Σίλια, Δελφινοκόριτσο, Ελαφίνι, Ίνα και Ίον
Με το καλό κορίτσια…

(‘Moved by the Music V’ by Alfred Gockel)

Εραστές…

desire-by-paul-curtis.jpegΕίχε στα χέρια του το κορμί της…
Ένα σώμα μικροκαμωμένο…
Από εκείνα, που φοβάσαι να ακουμπήσεις, μήπως και τα σπάσεις στο παραμικρό λάθος άγγιγμα…
Τον θησαυρό του…
Την κοιτούσε στα μάτια και προσπαθούσε να διαβάσει τις σκέψεις της…
Το κατάφερνε πάντα…
‘Σ’ αγαπώ και σε θέλω τρελά’ του είπαν…
Έσκυψε και την φίλησε στο στόμα…
‘Φίλα με κι’ άλλο’ του φώναξε με φωνή ξεψυχισμένη από την ηδονή, όταν εκείνος πήρε τα χείλη του από τα δικά της…
‘Εγώ κάνω κουμάντο εδώ. Εσύ, απλά απολαμβάνεις’ της ψιθύρισε στο αυτί…
Μύρισε τα μαλλιά της…
Το χαρακτηριστικό άρωμα του σαμπουάν που τα έλουζε, πλημμύρισε τον εγκέφαλό του…
‘Κλείσε τα μάτια σου’ την πρόσταξε και πέρασε το χέρι του πάνω από τις ερεθισμένες θηλές της…
Ηλεκτρισμένη από το άγγιγμά του, τεντώθηκε…
‘Ηρέμησε μωρό μου. Απόλαυσε’ της φώναξε και οδήγησε την γλώσσα του ανάμεσα από τα πόδια της…
Απόλαυση…
Αυτό που ήθελε να προσφέρει…
Δική του ή δική της;;;
Και των δύο…
Αυτός ήταν ο σκοπός του…
Η γλώσσα του, έπαιζε με τα υγρά που ανέβλυζαν από μέσα της…
Η μύτη του, εξερευνούσε τα αρώματα που συνόδευαν τις εκκρίσεις της…
Ταξίδι στη χημεία του έρωτα’ το ονόμαζε…
Και δεν έπεφτε έξω…
Εξάλλου, γι’ αυτή τη χημεία δεν μίλαγαν όλοι;;;

Αυτή, ένοιωθε ένα κάψιμο να την διαπερνά…
Άφηνε τον εαυτό της στα χάδια του…
Αυτός ο άντρας την ερέθιζε τόσο…
Την έκανε να παραληρεί και να εκστασιάζεται…
Τον ήθελε συνέχεια επάνω της, συνέχεια μέσα της…
Σχεδόν τον παρακάλαγε…
Το απολάμβανε…
Δεν είχε παρακαλέσει ποτέ πριν…
Όσο υποτιμητικό κι’ αν της φαινόταν, άφηνε τον εαυτό της να το ζητήσει…
Και του το έλεγε…
Ζαλιζόταν από πόθο…
Το δωμάτιο γύριζε…
Προτιμούσε να έχει τα μάτια κλειστά…
Έτσι, για να νοιώθει εγκεφαλικά και να φαντασιώνεται την πραγματικότητα…
‘Πάρε με τώρα. Σε θέλω μέσα μου’…

Του άρεσε που την γευόταν τόσο υγρή…
Στο κάλεσμά της, δεν άργησε να ανταποκριθεί…
Και αυτός, από την μεριά του, ήταν πολύ ερεθισμένος…
Μπήκε μέσα της…
Με παλμικές κινήσεις, εισχωρούσε όλο και πιο βαθιά…
Δεν ήθελε να τελειώσει έτσι…
Σταμάτησε…
Ξάπλωσε δίπλα της…
Της είπε, να ανέβει επάνω του…
Να τελειώσουν μαζί…

Ανέβηκε επάνω του…
Οι κινήσεις του σώματός της, προστάζονταν από τους ήχους μιας πανάρχαιας μελωδίας ερωτικής συνεύρεσης, που μόνο τα αυτιά της άκουγαν…
Τρανταζόταν ολόκληρη επάνω του…
Τα μαλλιά της, έπεφταν ελεύθερα μπροστά στο πρόσωπό της, δίνοντάς της μία όψη εξωτικής γοητείας…
Το πρόσωπό της παραμορφωνόταν από την ένταση της ηδονής…
Οι κινήσεις της, γινόντουσαν εντονότερες και δυνατότερες…
Δεν άργησε να βγει από τα βάθη του λαιμού της, μία κραυγή εκτόνωσης…

‘Για σένα μωρό μου’…

Έγειρε στο πλάι, και τα υγρά του κύλησαν καυτά ανάμεσα στα πόδια της…
Τα έκλεισε, για να φυλακίσει μέσα της αυτή τη ζεστασιά…
Να κρατήσει ανάμεσά της, εκείνον…
Να κρατήσει ανάμεσά της, τον πόθο και την έντασή του…

Την πήρε αγκαλιά και της φίλησε το μέτωπο…
Έκαιγε…
Έκλεισε τα μάτια του και αφουγκράστηκε τον ήχο από τις καρδιές τους…

(‘Desire’ by Paul Curtis)

(Το κείμενο το εμπνεύστηκα από τις λέξεις της marilenas. Την ευχαριστώ.)

Γραμμάριο ζωής…

alone-by-jean-crenshaw.jpeg
‘Γραμμάριο ζωής’…
Έτσι θα τις ονόμαζε…
Τις στιγμές μαζί του…
Τόσες λίγες, τόσο έντονες…

‘Δοκιμή σχέσης ή σχέση σε δοκιμή’ του είχε πει…
Δεν της απάντησε…
Απλά, την φίλησε και την έκανε δική του…
Χωρίς αντίσταση, χωρίς ενδοιασμό…
Το πρώτο φιλί, σε κείνο το παγκάκι στον πεζόδρομο της Βουκουρεστίου…
Και μετά, σε κείνο το ξενοδοχείο στην Πατησίων…
Δυνατές οι αισθήσεις, αδύνατες οι απαντήσεις…

‘Σε θέλω’…
‘Σε έχω ανάγκη’…
‘Σε ποθώ’…
‘Μείνε δίπλα μου’…
‘Φεύγω’…
‘Μη’…
‘Γεια’…
‘…’…

Ποιος θα ομολογήσει ότι ο ‘βασιλιάς είναι γυμνός’;;;
Κανένας…
Ούτε εκείνη, ούτε εκείνος…
‘Γυμνή σχέση ή σχέση γύμνιας’;;;
Κορμιά ακίνητα …
Ψυχές αμίλητες…

‘Γραμμάριο ζωής’…
Λίγη ποσότητα…
Μικρή διάρκεια…
Ασύμφορο…

(το κείμενο γράφηκε με αφορμή τις λέξεις της ion. την ευχαριστώ πολύ)

(‘Alone’ by Jean Crenshaw)

5 + 5 λέξεις…

circe-invidiosa-by-john-waterhouse.JPGΈτρεχα μέσα σε ένα δάσος, με πυκνόφυλλα δέντρα. Ενώ ήταν πρωί, το ηλιακό φως δεν μπορούσε να περάσει μέσα από τις φυλλωσιές τους. Ήμουν ξυπόλητος, αλλά τα πόδια μου δεν ένοιωθαν τίποτε άλλο, πέρα από την υγρασία του χώματος. Έτρεχα, έχοντας έναν απροσδιόριστο φόβο μέσα στην καρδιά μου. Κάποια στιγμή, διέκρινα φως μπροστά. Το δάσος τελείωνε. Έτρεξα γρηγορότερα προς το φως. Τα μάτια μου αντίκρισαν το θέαμα που απλωνόταν φωτισμένο από έναν καθαρό ήλιο μπροστά μου. Ψιλόκοκκη άμμος και καθάρια θάλασσα. Λες και ήμουν σε κάποιο εξωτικό νησί. Πάτησα την άμμο, που έκαιγε. Ένοιωσα ανακούφιση, τα πόδια μου ζεστάθηκαν. Σταμάτησα και κοίταξα γύρω. Πουθενά κανένας, πουθενά ψυχή. Μόνο εγώ, η άμμος, η θάλασσα μπροστά, το δάσος πίσω. Ένας διαφορετικός φόβος με έκανε να ξεκινήσω ξανά το τρέξιμο. Ευθεία και όπισθεν δεν μπορούσα να πάω. Αποφάσισα να πάω αριστερά. Έτρεχα, έτρεχα και η άμμος πια μου έκαιγε τα πόδια σε σημείο να μην αντέχω άλλο. Φοβόμουν να πάω προς τη θάλασσα, φοβόμουν να ξαναμπώ στο δάσος.
Ξαφνικά, άκουσα από πίσω μου μια φωνή να με καλεί. Έκπληκτος, γιατί δεν είχα δει κάποιον άλλο τόση ώρα, σταμάτησα και έστρεψα τα σώμα μου προς την πηγή της φωνής. Μια νεαρή κοπέλα, πολύ όμορφη, βγαλμένη από τις φαντασιώσεις μου στεκόταν μπροστά μου και με καλούσε. Δεν έλεγε τίποτε άλλο, παρά μόνο το όνομά μου, και μου ένευε να την πλησιάσω. Φορούσε ένα χιτώνα και έμοιαζε με αρχαία εταίρα. Κίνησα προς το μέρος της. Όσο την πλησίαζα, τόσο αυτή έφευγε και πήγαινε προς το δάσος. Δεν με απέτρεψε αυτό. Την ακολούθησα. Ένοιωθα σιγουριά, πουθενά φόβος. Μπήκαμε μέσα στο δάσος, μπρος αυτή και λίγο πιο πίσω εγώ. Χωρίς να μιλάμε. Χωρίς να βλεπόμαστε. Περπατήσαμε κάμποσο. Δεν ξέρω για πόσο. Είχα χάσει την αίσθηση του χρόνου. Με οδήγησε σε μία ξύλινη καλύβα, μέσα στο δάσος. Άνοιξε την πόρτα, στάθηκε δίπλα της και περίμενε να μπω μέσα. Διστακτικά, το έκανα. Ο χώρος ήταν σχεδόν άδειος από έπιπλα, αλλά στρωμένος με χαλιά απ’ άκρη σε άκρη. Στην μέση του χώρου, έκαιγε ένα μαγκάλι, χαρίζοντας απλόχερα ζέστη στο χώρο. Ένα παλιό καντήλι λαδιού, φώτιζε με το αχνό φως του, τρεμοπαίζοντας. Διάφορα μπουκάλια ήταν τακτοποιημένα σε μία άκρη. Μου έδειξε να κάτσω δίπλα στο μαγκάλι. Έκατσα. Αυτή, κάθισε απέναντί μου.
Με κοίταξε στα μάτια και μου είπε:
‘Με ακολούθησες εύκολα. Ήθελες διαφυγή και την βρήκες σε μένα. Αφέθηκες να οδηγηθείς στο άγνωστο. Έδειξες πίστη και θα σε ανταμείψω. Θα σου δώσω να πιεις κάτι. Θα σου αποκαλύψω τα κρυμμένα μυστικά του μυαλού σου. Μη φοβάσαι, όπως δεν φοβήθηκες μέχρι τώρα. Δεν είμαι μάγισσα, δεν είμαι θεά. Δεν κάνω μαγγανείες, δεν κάνω ξόρκια. Είμαι αυτό που θα ήθελες να έχεις. Είμαι η απαντοχή σου. Με ήξερες από πάντα και με εμπιστεύτηκες όταν με ακολούθησες. Αυτό να κάνεις και τώρα με το ποτό που θα σου δώσω. Δεν θα βγεις χαμένος.’
Λέγοντας αυτά τα λόγια, πήρε ένα μπουκάλι με κόκκινο περιεχόμενο, κρασί μάλλον, που έλαμπε καθάριο όταν έπεφτε το φως επάνω του, έριξε λίγο μέσα σε ένα ασημένιο κύπελλο και το έβαλε επάνω στο ζεσταμένο μαγκάλι. Έριξε μέσα του κάποια βότανα που έβγαλε από ένα άλλο γυάλινο δοχείο, και το άφησε να ζεσταθεί καλά. Ο χώρος πλημμύρισε από αρώματα όμορφα. Ηρέμησα. Αισθάνθηκα τον εαυτό μου να καθεύδει και να ηρεμεί. Και αυτή είχε κλείσει τα μάτια της και ανέπνεε πιο βαθιά. Στα μάτια μου τώρα, φάνταζε σαν την αρχαία Πυθία στους Δελφούς. Μείναμε έτσι για κάμποση ώρα. Πρώτη, σύνελθε αυτή από την κατάσταση ηρεμίας που είχαμε περιέλθει. Έπιασε το κύπελλο από το μαγκάλι. Παραδόξως, δεν έδειξε να καίγεται. Έριξε το περιεχόμενο σε ένα πήλινο κύπελλο και μου το πρότεινε. Το πήρα στα χέρια μου. Το έβαλα στο στόμα μου και ήπια. Είχε την γεύση που έχει το νάμα όταν μεταλαμβάνεις. Γεύση μαυροδάφνης και απόκοσμης ενέργειας. Κύλησε μέσα στα σωθικά μου και να με έκαψε. Ένα γλυκό κάψιμο, θεμιτό. Το ήπια όλο. Το σώμα μου ενεργοποιήθηκε. Το μυαλό μου ξύπνησε από τον λήθαργο που είχε πέσει και ένοιωσα διαύγεια πρωτοφανή. Όλος μου ο κόσμος πέρασε μπροστά από τα μάτια μου και όλες μου οι μύχιες σκέψεις εμφανίστηκαν μπροστά στα μάτια μου, σαν ταινία.
Η κοπέλα σηκώθηκε από την θέση της και κατευθύνθηκε προς την πόρτα. Την άνοιξε και γυρίζοντας σε μένα, μου είπε:
‘Είσαι έτοιμος τώρα. Μπορείς να φύγεις. Πήγαινε να με βρεις στον κόσμο σου. Θα είμαι εκεί και θα σε περιμένω.’
Σηκώθηκα και βγήκα από την καλύβα. Το έδαφος πια δεν μου φαινόταν υγρό. Όλα γύρω έβγαζαν μια γλυκιά ζεστασιά. Ακόμη και ο ήλιος, φαινόταν ανάμεσα από τα φυλλώματα. Ένας δρόμος παρουσιάστηκε μπροστά μου. Οδηγούσε κατευθείαν στο σπίτι μου. Τον περπάτησα και έφτασα εκεί.’

Ξύπνησε αναστατωμένος από το όνειρό του…
Πρώτη φορά είχε δει τόσο ζωντανό όνειρο…
Γύρισε και έπιασε την εφημερίδα που είχε δίπλα του…
Πριν κοιμηθεί, είχε διαβάσει για την ανακάλυψη ενός παπύρου, που αναφερόταν σε μία μάγισσα του μεσαίωνα και τις ιδιότητες πρόβλεψης του μέλλοντος που είχε…
Κάτι σαν τον Νοστράδαμο…
Γέλασε και σηκώθηκε από το κρεβάτι…
Έπρεπε να ετοιμαστεί για το randez-vous που είχε…
Δεν έπρεπε να αργήσει…
Πρώτο randez-vous, έπρεπε να ήταν συνεπής στην ώρα του…
Κοίταξε τον εαυτό του στον καθρέπτη, γελώντας…
Λες να είχαν αλλάξει τα πράγματα;;;
Κάτι μέσα του, του έδινε θετική απάντηση…
Άνοιξε το νερό στο ντους και μπήκε από κάτω…

Η ιστορία αυτή, γράφηκε με αφορμή την πρόκληση των ονείρων γη και φεγγαραγκαλιασμένης. Ευχαριστώ πολύ.
Με την σειρά μου, προτείνω τις λέξεις ασήμαντο, ετεροχρονισμένο, έξη, ανασκευή, διαχείριση και προτρέπω τις: αγαπημένη μου, θαλασσομπερδεμένη, καπετάνισσα, όλη της η ζωή, χνούδι να επιχειρήσουν να μας δώσουν ένα κείμενο χρησιμοποιώντας αυτές τις λέξεις. Τις ευχαριστώ πολύ.

(Circe Invidiosa’ by John Waterhouse)

Το παιχνίδι των πέντε…

the-figure-5-in-gold-by-charles-demuth.jpegΜία ακόμη κουραστική μέρα στο γραφείο είχε τελειώσει…
Οι υποχρεώσεις στην εργασία του καθημερινά αυξανόντουσαν και αυτό τον κούραζε πολύ…
Είχε επιστρέψει στο διαμέρισμά του πριν από καμιά ώρα…
Είχε φάει, είχε φτιάξει καφέ και καθόταν μπροστά στον υπολογιστή του…
Τον άνοιξε, συνδέθηκε στο internet και έκανε login στο προσωπικό του blog…
Διάβασε τα σχόλια στο τελευταίο post που είχε ‘ανεβάσει’ την προηγούμενη ημέρα…
Μέσα σ’ αυτά, υπήρχε και μία πρόσκληση να συμμετάσχει σε ένα παιχνίδι που λάμβανε μέρος μεταξύ των bloggers…
Το παιχνίδι λεγόταν ‘Το Παιχνίδι των Πέντε’ και ζητούσε από τον προσκεκλημένο να δώσει πέντε προσωπικά του στοιχεία στη δημοσιότητα…
‘Ενδιαφέρον. Σαν να κάνουμε striptease στον εαυτό μας’ σκέφτηκε…
Η πρόσκληση – πρόκληση του κέντρισε το ενδιαφέρον…
Οι προσκλήσεις πάντα ήταν καλοδεχούμενες, οι προκλήσεις πάντα αποδεκτές…
Άνοιξε το ‘Microsoft Word’ και ξεκίνησε να πληκτρολογεί ένα κείμενο…

Ζητάτε να σας πω πέντε πράγματα για μένα. Ζητάτε την αποκάλυψη πέντε πραγμάτων για τον εαυτό μου. Ζητάτε να σας κάνω κοινωνούς με τον κόσμο μου. Η πρόσκλησή σας γίνεται δεκτή και η πρόκληση αποδεκτή.
Έχουμε και λέμε:
1. Ζω τα αισθήματά μου και τα βιώνω στο βαθμό που μου επιτρέπεται. Όταν δεν μπορώ να το κάνω αυτό, καταπιέζομαι και ξεσπάω. Τα αισθήματά μου πληρούν την ύπαρξή μου. Πολλές φορές, γίνονται οδηγοί των πράξεών μου. Με έχουν πονέσει, με έχουν χαροποιήσει.
2. Πιστεύω στους ανθρώπους. Πιστεύω στην καλοσύνη και στον σεβασμό. Σέβομαι εμένα και τους γύρω μου.
3. Λατρεύω την μουσική. Αγαπώ τους ήχους και τις μελωδίες. Δεν θα μπορούσα να φανταστώ τη ζωή μου χωρίς μουσική. Η μουσική είναι πηγή ζωής για μένα. Με την μουσική και τα τραγούδια εκφράζω συναισθήματα. Όταν με συνεπαίρνει, χορεύω. Λατρεύω το ζεϊμπέκικο.
4. Η ζωή μου έχει φερθεί, μέχρι τώρα, με καλοσύνη. Πέρασα ήρεμα παιδικά χρόνια, μέσα στην αγάπη και την προστασία. Μεγάλωσα, σπούδασα, αγάπησα, παντρεύτηκα, χώρισα. Δεν έχω παράπονο. Γεμάτη ζωή, γεμάτες εμπειρίες.
5. Νοιώθω τυχερός, που οι γυναίκες τις ζωής μου, με αγάπησαν, η κάθε μία με τον τρόπο της. Με βοήθησαν να γνωρίσω τις γυναίκες. Προσπαθώ, ακόμη, να τις μάθω και να τις καταλάβω. Και νοιώθω διπλά τυχερός, που στη ζωή μου υπάρχει το αστεράκι μου.

Το κείμενο είχε, εν μέρει, ολοκληρωθεί…
Απόμενε ένα ακόμη μέρος…
Έπρεπε να προτείνει ακόμη πέντε bloggers για την συνέχεια αυτής της ιδιότυπης αλυσίδας…
Δεν άργησε να τους βρει…

Αναστασία

Μπλε Smartούλα

Ναταλία

Λύσιππος

Νίκος Περάκης

Τα πέντε δικά του πράγματα είχαν αποτυπωθεί και οι πέντε bloggers είχαν ονοματιστεί…
Δεν απέμενε τίποτε άλλο, παρά να ανεβάσει το κείμενο…
Δεν άργησε να το κάνει…
Το καράβι θα συνέχιζε το ταξίδι του, παίρνοντας πέντε δικά του πράγματα στις αποθήκες του…

(‘The Figure 5 in Gold’ by Charles Demuth)