Παρατηρήσεις «ιδίοις όμμασι»…

Αποτυπώνω, καταγράφω, διαγράφω, οργανώνω εικόνες που εμπίπτουν στην δικαιοδοσία του οπτικού μου οργάνου. Λαίμαργα καταβροχθίζω ανθρώπινες φιγούρες και γήινα τοπία, φτιαγμένα είτε μέσω της εξελικτικής διαδικασίας ενός αόρατου Θεϊκού χεριού είτε μέσω της ανθρώπινης πρόφασης για ένα καλύτερο αύριο.

Φιγούρες ανθρώπων καθημερινών, ανθρώπων της διπλανής ή παραδιπλανής πόρτας, που δεν έχω την ευχέρεια και το θάρρος να την χτυπήσω και να τους παρατηρήσω «ιδίοις όμμασι» στον υπόλοιπο χρόνο που διακόπτει τις διακοπές μου, που παρεμπιπτόντως είναι μακροβιότερος και δύσκολα αναστρέψιμος.

Και είναι τελικά αυτός ο χρόνος ο άχρονος που εμμένει να επιμένει ότι είναι πανδαμάτορας και αψεγάδιαστα τέλειος σε μία ατελή και συνάμα σύννομη ζωή. Ο μόνος νικητής απέναντι σε όλες τις ήττες μας…

(‘Under the Tuscan Sun II’ by Alfred Gockel)

Advertisements

Η μοίρα κι’ ο καιρός…


“Τα λόγια και τα χρόνια τα χαμένα
και τους καημούς που σκέπασε καπνός
η ξενιτιά τα βρήκε αδελφωμένα

Κι οι ξαφνικές χαρές που ήρθαν για μένα
ήταν σε δάσος μαύρο κεραυνός
κι οι λογισμοί που μπόρεσα για σένα

Και σου μιλώ σ’ αυλές και σε μπαλκόνια
και σε χαμένους κήπους του Θεού
κι όλο θαρρώ πως έρχονται τ’ αηδόνια
με τα χαμένα λόγια και τα χρόνια
εκεί που πρώτα ήσουνα παντού
και τώρα μες στο κρύο και στα χιόνια

Η μοίρα κι ο καιρός το ‘χαν ορίσει
στον κόσμο αυτό να ρίξω πετονιά
κι η νύχτα χίλια χρόνια να γυρίσει

Στο τέλος της γιορτής να τραγουδήσει
αυτός που δεν εγνώρισε γενιά
και του καημού την πόρτα να χτυπήσει
και του καημού την πόρτα να χτυπήσει
και του καημού την πόρτα να χτυπήσει

Δεν ήτανε ρολόι σταματημένο
σε ρημαγμένο κι άδειο σπιτικό
οι δρόμοι που με πήραν και προσμένω

Τα λόγια που δεν ξέρω σου τα δένω
με τους ανθρώπους που ‘δαν το κακό
και το ‘χουν στ’ όνομά τους κεντημένο

Αυτός που σπέρνει δάκρυα και πόνο
θερίζει την αυγή ωκεανό
μαύρα πουλιά τού δείχνουνε το δρόμο

Κι έχει τη ζωγραφιά κοντά στον ώμο,
σημάδι μυστικό και ριζικό
πως ξέφυγε απ’ τον Άδη κι απ’ τον κόσμο

Η μοίρα κι ο καιρός…”

Σήμερα πονάω. Πολύ. Δεν έχω λόγια. Στέρεψαν και αυτά. Μόνο δάκρυα. Δάκρυα που έρχονται στο χείλος των ματιών και δεν βγαίνουν. Χαμένα λόγια, χαμένα χρόνια. Κατάντησαν, με την βοήθειά μας βεβαίως, την χώρα μας ένα μπάχαλο. Φτάνει πια. Ως εδώ. Ως εδώ και μη παρέκει…

Πουθενά να πιαστείς. Πουθενά να αποθέσεις ελπίδες και οράματα. Ένα κράτος διαλυμένο. Ένα έθνος χαμένο μέσα σε κομπλεξικά υποκατάστατα ευτελούς ζωής. ως εδώ. Ως εδώ και μη παρέκει…

Πονάω. Πολύ…

(Οι στίχοι είναι του μέγιστου Μάνου Ελευθερίου. Μελοποιήθηκαν αξεπέραστα από τον Γιάννη Μαρκόπουλο. Τέτοιες περίπου εποχές όπως οι σημερινές, πολλά χρόνια πριν…)

(η φωτογραφία είναι από το Reuters)

Προσωπικοί μύθοι…


Προσωπικοί μύθοι γένους αρσενικού, πτώσης ενικού και με επιπτώσεις σε πληθυντικό αριθμό…

Είμαστε τυμβωρύχοι ζωών, ελεγχόμενων μόνο για νομιμότητα και όχι για σκοπιμότητα. Ψάχνουμε μέσα σε τάφους σκοτεινούς να βρούμε το φως που θα μας οδηγήσει…

Κάναμε δειγματοληπτικούς ελέγχους ζωής που εγκρίθηκαν από το περιβάλλον μας και τους δικούς μας ανθρώπους, αλλά τα δείγματα κρίθηκαν εν τέλει ακατάλληλα, προς βρώσιν και προς πόσιν, από την ίδια την ζωή που ζήσαμε…

Αφήσαμε αναπνοές επάνω σε καρέκλες άβολες και γραφεία ασφυκτικά. Όταν έφτασε η ώρα να τις χρησιμοποιήσουμε για να ξεφύγουμε από το τέλμα, συνειδητοποιήσαμε ότι μας είχαν απομείνει μόνο εκείνες που ήταν προαπαιτούμενες για να συνεχίσουμε να ζούμε…

Ο έρωτας και η μοναξιά, τελικά, έχουν την ίδια ρίζα. Εκείνη που εμείς ποτίζουμε με κάθε δάκρυ που κυλάει όταν οι αναμνήσεις δίνουν την θέση στη ζωή μας…

(‘Street at night’ by Tamara de Lempicka)

Ζωή την λέω…

Two cut sunflowers by Vincent Van GoghΑντιμέτωπος πάλι με ένα άσπρο χαρτί, με μόνο όπλο ένα στυλό και κάποιες ανέμελες και ακατάσχετες σκέψεις. ‘Μαθαίνω ξανά να περπατάω’ σκέφτομαι και ακουμπάω το στυλό επάνω στο χαρτί.
Στην αρχή ζωγραφίζω σχήματα. Άλλοτε κύκλους (‘ζωή είναι αυτή καρδιά μου’), άλλοτε παραλληλόγραμμα (‘μέσα σε τέσσερις τοίχους ζούμε’), άλλοτε γραμμές τεθλασμένες (‘σαν γράφημα της ζωής μας, μία πάνω μία κάτω, σε δουλειά να βρισκόμαστε’), ευθείες (‘δύσκολα να τις κρατήσεις’), καμπύλες (‘έτσι έχουμε μάθει να καμπυλώνουμε τις σκέψεις μας’). Κάπου-κάπου αφήνω μόνο τελείες (‘στίγματα επάνω στα κορμιά μας τα πάθη’).
Τα σχήματα αυτά δεν απεικονίζουν κάτι το συγκεκριμένο. Μόνο τον δαίδαλο που το μυαλό μου ορίζει. Σαν ένα κουβάρι μαλλί για πλέξιμο. Πριν το πάρει στα χέρια της η γριά-μοίρα και το ξεμπλέξει. Και το ορίσει. Και το γυρίσει στον τροχό της ζωής.
Πιάνω να γράψω κάποιες λέξεις. Περνάνε πολλές από το μυαλό μου. Δεν γράφω καμία. Δεν θέλω να αδικήσω καμία. Δεν βρίσκω εκείνη που θα την ορίσω αρχηγό. ‘Αρχηγός των λέξεων’. Καλός τίτλος για μία λέξη. Καλός τίτλος για λέξεις που ζητάνε αυτοεπιβεβαίωση. Τέτοιες πολλές όσοι και οι άνθρωποι που τις λένε, τις εκφέρουν.
Βρήκα μία. Την λένε ‘ζωή’. ‘Καλή φαίνεται’ σκέφτομαι και αρχίζω να πλέκω γύρω της μια ιστορία. Μικρή ζωή, καλή ζωή, αφόρητη ζωή, όμορφη ζωή, “ζωή που δεν μοιράζεται, είναι ζωή κλεμμένη”. Τόσοι πολλοί επιθετικοί προσδιορισμοί για ένα τόσο μικρό ουσιαστικό. Τόσοι πολλοί επιθετικοί προσδιορισμοί για ένα τόσο ιδιαίτερο δώρο. Αγωνιώ στην σκέψη που θα καταλήξει η ιστορία μου. Προσπαθώ να την φτιάξω έτσι ώστε να έχει καλό τέλος. Όμορφο. Να συνάδει με τα όνειρα που κάνει ο καθένας μας για την ζωή του. Θαλπωρή, ηρεμία, γαλήνη. Χωρίς άσκοπες ανατροπές και ηθελημένα τέλματα.
Ορίζω την αρχή. Χρόνια παιδικά, χρόνια εφηβικά. Συνειδητοποίηση. Κάπου στην μέση φτάνω στο τώρα. Το παρατηρώ από άλλη οπτική γωνία. Την γωνία αυτού που αποτυπώνει και όχι την γωνία αυτού που βιώνει. Σίγουρα εκ του ασφαλούς. Λες και η ασφάλεια είναι για αυτούς που θέλουν να βιώσουν στο μεδούλι τους την ζωή. Με αφήνω να γράψω απερίσπαστος από τις βολεμένες σκέψεις μου. Μου βγαίνει ένας θυμός, μία άρνηση, μία πίκρα. Μου βγαίνει όμως και μια καλοσύνη, ένα χαμόγελο, μια γλυκύτητα. Σκέφτομαι εσένα προφανώς, δεν χρειάζεται να ψάξεις το γιατί.
Κοιτάω μπροστά. Προσπαθώ να προβλέψω τα μελλούμενα. Ποτέ δεν ήμουν καλός σε αυτό. Δεν έχω το κληρονομικό χάρισμα, που θα έλεγες χαριτολογώντας. Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να βασίσω τις προβλέψεις μου στα δεδομένα του τώρα. Έχοντας γνώση του τώρα, μπορώ να έχω γνώμη για το αύριο. Δικές σου κουβέντες είναι. Το ξέρεις. Έτσι πράττω. Και βλέπω το τέλος που ήθελα να έχω στην ιστορία μου. Αποτυπώνω την θαλπωρή, την ηρεμία, την γαλήνη. Αποτυπώνω εμάς. Χωρίς πολλά λόγια…

(“Two cut sunflowers” by Vincent Van Gogh)

Μεγάλη Εβδομάδα κάθε χρόνο…

Τελικά, δεν ξέρω τι είναι πιο ‘μεγάλο’, πιο ‘δυνατό’, πιο ‘ανθρώπινο’. Η κατάβαση ή η ανάβαση; Ο Τάφος ή η Ανάσταση;

40 χρόνια τώρα, ζω και το ένα και το άλλο, καθημερινά. Και ακόμη απάντηση δεν βρήκα. Ίσως γιατί οι απαντήσεις είναι γι’ αυτούς που δεν έχουν ερωτήσεις. Ίσως γιατί οι απαντήσεις είναι γι’ αυτούς που δεν έχουν συναντήσει αναβάσεις και καταβάσεις, Τάφους και Αναστάσεις…

Ότι μας λύπησε, δίπλα μας να το βάλουμε. Ότι μας πόνεσε, παρέα να το κρατήσουμε. Για να θυμόμαστε ότι είμαστε άνθρωποι. Για να θυμόμαστε ότι είμαστε θνητοί…

Καλή Κατάβαση στα βάθη της ψυχής μας να έχουμε.

Καλή Ανάσταση στα απύθμενα της Ύπαρξής μας να βρούμε.

Και του χρόνου γεροί…

Μια διαδρομή…

clay-davidson-paris-metroΕπιβιβάζομαι.
Βάζω τα ακουστικά στα αυτιά μου και πατάω το play του mp3. Κοιτάω έξω από τα παράθυρα του βαγονιού. Μία μαύρη διαδρομή ξεκινάει με ταχύτητα. Το βλέμμα δεν μπορεί να εστιάσει σε κάτι τόσο γρήγορα κινούμενο. Κι’ όμως. Υπάρχει ένας κόσμος εκεί έξω. Ακίνητος ή κινούμενος. Δεν έχει σημασία. Σημασία έχει μόνο η αδυναμία εστίασης. Σημασία έχει η απροσδιοριστία της αίσθησης που δεν μπορεί να επεξεργαστεί δεδομένα.
Αφήνω το βλέμμα μου να περπατήσει εντός του βαγονιού. Συναντάω δύο γυναικεία μάτια. Μαύρα εκείνα σε πρόσωπο άσπρο. Έντονα. Με εκείνο το μαύρο της νύχτας που σε ρουφάει και σου απομυζεί την ζωή. Και αυτά τα μάτια όμως δεν εστιάζουν πουθενά, καταλαβαίνω. Είναι και αυτά χαμένα σε σκέψεις και αποτραβηγμένα από την πραγματικότητα. Δεν μου δίνουν σημασία. Τα προσπερνώ αντί να τα διαπεράσω. Κλείνω τα δικά μου και μηδενίζω την σκέψη.
Ο ρυθμός του τραγουδιού που ακούγεται στα αυτιά μου είναι αργός. Τέμπο μελαγχολικό. Κατά ένα περίεργο τρόπο, μου φτιάχνει την διάθεση η μελαγχολία αυτή. Αφουγκράζομαι το βουητό του συρμού που χρησιμοποιεί το κορμί μου για ηχείο. Ρυθμικό και μονότονο. Λες και προσιδιάζει με τις ζωές που μεταφέρει.
Η μεταλλική φωνή της εκφωνήτριας σπάει τον ειρμό των σκέψεων και διαπερνάει οποιονδήποτε άλλο ήχο. “Επόμενη στάση Πανεπιστήμιο – Next Station Panepistimio”. Εδώ κατεβαίνω. Εδώ φτάνω στο τέρμα.
Ο συρμός φτάνει στον προορισμό και αποβιβάζομαι. Μαζί μου και δεκάδες άλλα ζευγάρια ματιών. Κοιτούν μπροστά, αφηρημένα και αφημένα. Ζωές ταχέως κινούμενες προς άλλους προορισμούς, προς άλλες επιβιβάσεις και αποβιβάσεις. Βγαίνω στην επιφάνεια από τις κυλιόμενες σκάλες. Ο ψυχρός απογευματινός αέρας χτυπάει τα ρουθούνια μου και παγώνει την σκέψη μου.
Μπαίνω σε ένα καφέ και παραγγέλνω έναν cappuccino. Αντιστάθμισμα στην παγωμένη σκέψη. Πίνω μια γουλιά και αλλάζω τραγούδι στο mp3. Μένουν πια μόνο οι σκέψεις του στιχουργού. Εγώ, πουθενά.
Φτάνω στον προορισμό μου…

(‘Paris Metro’ by Clay Davidson)

Γράμμα στον Άϊ Βασίλη…

windswept-traveler-by-peggy-abramsΑγαπημένε μου Άγιε Βασίλη,

Είμαι ο Γιώργος. Έπαψα πια να είμαι Γιωργάκης. Εδώ και χρόνια. Ναι. Αλήθεια σου λέω. Και ως Γιώργος είπα, σε συνεννόηση με τον εαυτό μου, να σου γράψω ένα γράμμα.

Θα μου πεις τώρα, και με το δίκιο σου βέβαια, τι δουλειά έχω εγώ ως Γιώργος να σου γράφω γράμμα και να ζητάω δώρα. Σωστή παρατήρηση Άγιε μου. Ξέρεις, την ερώτησή σου την σκέφτηκα και ‘γώ. Και προσπάθησα να δώσω μία απάντηση που, αν μη τι άλλο, να στέκει λογικά. Και άκου τώρα απάντηση που σκέφτηκα και στην λέω: ‘Όλοι μέσα μας κουβαλάμε το παιδί που μένει πάντα στην σκιά του μεγάλου μας εαυτού. Εγώ αποφάσισα φέτος αυτό το παιδί να το βγάλω από την σκιά. Να το φέρω στο φως. Να του δώσω τα κλειδιά του εαυτού μου για λίγες μέρες και να ζήσω τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά μέσα από τα μάτια του παιδιού μέσα μου’. Πως σου φάνηκε; Δεν είναι πειστικότατη η σκέψη μου και δεν δικαιολογεί στο έπακρο την πράξη μου; Ευχαριστώ.

Λοιπόν, αρκετά μακρηγόρησα. Εξάλλου ένα παιδί δεν μακρηγορεί. Λέει με σταράτα και λιτά λόγια αυτό που θέλει. Η σκέψη του είναι ξεκάθαρη και αυθεντική. Έτσι και ‘γώ πράττω τώρα. Ξεκινάω να απαριθμώ τα δώρα που θέλω να μου φέρεις. Διάβασε προσεκτικά και ξεκίνα να φορτώνεις τον σάκο σου.

Ευλογώντας τα γένια μου, που μεταξύ μας εγώ δεν έχω, έχεις όμως εσύ, θα ξεκινήσω από τον εαυτό μου. Μην το παίρνεις σαν εγωισμό από μέρους μου, εγωιστής δεν είμαι. Αν και στις μέρες μας εμφανίζεται μία παράλλαξη του εγωισμού στους ανθρώπους. Ονομάζεται ‘για πάρτη μου όλα’. Την ξέρεις, έ; Το περίμενα. Πάλι μακρηγορώ όμως. Που είχαμε μείνει; Α, στο δώρο μου.

Άκουσα προχθές μία συνέντευξη του Δημήτρη Μητροπάνου στον Χρήστο Χωμενίδη τον άκουσα να λέει ότι πια ‘έχει πιο πολύ παρελθόν και πιο λίγο μέλλον’. Μεγάλες κουβέντες. Σωστές και πονάνε. Πονάνε και δίνουν ιδέες. Ιδέες για στάση ζωής, ιδέες για ουσία, ιδέες για ουσιαστικά δώρα. Και έτσι προέκυψε και το δώρο μου, η επιθυμία μου.

Θέλω να μου χαρίσεις χρόνο και μέλλον. Ή τουλάχιστον να μου δώσεις τον χρόνο και το μέλλον που αναίτια μου κλέβουν. Τον χρόνο και το μέλλον που ξοδεύεται σε καταστάσεις που προκύπτουν από τον ‘εγωισμό’ των άλλων (αυτό που ανέφερα παραπάνω, ξέρεις εσύ). Τον χρόνο και το μέλλον που ξοδεύεται από την αντιμετώπιση των ενοχών που κουβαλάνε οι δικοί μας άνθρωποι και τις μετατοπίζουν σε ‘μας και ‘μείς σε άλλους με την σειρά μας. Πικρόχολος ακούγομαι. Και ζητάω συγνώμη. Όσο κι αν θέλω να βγάλω το παιδί από μέσα μου, άλλο τόσο θέλω να διαφυλάξω το παιδί αυτό από τα όσα τόσα χρόνια περνάει.

Τελείωσα με μένα. Έτσι απλά. Και περνάω στους υπόλοιπους. Στους δικούς μου ανθρώπους. Σε κείνους που ζουν με μένα, κοντά μου, δίπλα μου.

Και πρώτα από όλους σε ‘κείνο το πλάσμα που κοιμάται δίπλα μου τα βράδια, ακούει την ανάσα μου, ακούω την ανάσα της. Εκείνο το πλάσμα που πιανόμαστε χέρι-χέρι και περπατάμε. Δεν θα ζητήσω για ‘κείνη κάτι το εξωφρενικό. Υγεία θα ζητήσω. Υγεία και υπομονή. Και δύναμη. Να αντέχει και να ανέχεται μαζί μου. Και λήθη. Ξέρει αυτή γιατί το ζητάω. Ξέρω ότι θα με κοιτάξει παράξενα όταν διαβάσει το γράμμα μου και φτάσει σ’ αυτή την γραμμή. Αλλά έτσι νοιώθω. Αυτό πιστεύω ότι της χρειάζεται. Λήθη για να μπορέσει να μπει λίθος. Ξέρει αυτή.

Για τους γονείς μου και των δυό μας, τους δικούς μου και τους δικούς της, θέλω να τους χαρίσεις ένα ραβδί. Μαγικό. Την μία να μετατρέπει την κούραση σε αντοχή και την άλλη να μετατρέπει τον πόνο σε δύναμη. Βέβαια, μάλλον θα τους το έχεις χαρίσει εδώ και χρόνια μιας και αυτό που ζητάω συμβαίνει, αλλά καλό θα είναι να τους ανανεώσεις το μοντέλο αφού και τα χρόνια έχουν περάσει και οι αντοχές και οι δυνάμεις τους είναι πια σε μικρότερα επίπεδα. Α, και κάτι άλλο. Βοήθησέ τους να καταλάβουν ότι η ζωή δεν είναι μόνο προσφορά αλλά και ζήτηση. Σε όλους και από όλους.

Για τα αδέρφια μου, μόνο ένα πράγμα. Μυαλό. Δύσκολο, το ξέρω. Αλλά Άγιε μου Βασίλη το θέλω πολύ. Μυαλό για να ορίσουν την ζωή τους με κέντρο τον εαυτό τους και όχι τα πρότυπα άλλων.

Τέλος, στα μικρά μου ανίψια, τις λαχτάρες μου. Θα ήθελα να τους φέρεις ένα κομμάτι από αυτό που σου ζήτησα και ‘γώ. Μέλλον και Χρόνο. Δικό τους. Ολόδικό τους. Να τα ορίζουν αυτά. Και προοπτική για μία ζωή καλύτερη από των γονιών τους.

Σε κούρασα αγαπημένε παιδικέ μου άγιε. Θα σου φανεί παράξενο, αλλά είχα ανάγκη να σου γράψω αυτό το γράμμα φέτος. Δεν ξέρω. Μάλλον απώλεσα το παιδί μέσα μου και κάπου έπρεπε να το ξαναβρώ. Και μόνο μέσα από την άχλη των παιδικών μου ονείρων θα μου προέκυπτε.

Σ’ ευχαριστώ που με διάβασες και άκουσες τις επιθυμίες μου. Δεν ξέρω αν θα μπορέσεις να μου ‘φέρεις’ τα δώρα που σου ζήτησα, ξέρω όμως ότι θα προσπαθήσεις. Και για μένα μετράει η προσπάθεια.

Να είσαι πάντα καλά και να με αφήνεις κάπου-κάπου να σου γράφω κανά γράμμα.

Με αγάπη,

Γιώργος…

Υ.γ. Χρόνια πολλά, χρόνια καλά. Με υγεία και ευτυχία. Και σύνεση και στοργή για τα πράγματα που αξίζουν, για τα πράγματα που μας αξίζουν. Να είστε όλοι καλά. Να γεμίζει η ζωή σας από σημαντικά αισθήματα.
Καλή χρονιά να έχουμε. Και ο καθένας να την ζήσει όσο πιο θεαματικά και δημιουργικά θέλει.

Και πάλι, Χρόνια Καλά και Καλή Χρονιά

(‘Windswept traveler’ by Peggy Abrams)

Αποτύπωμα Χριστουγέννων…

christmas-window-by-david-doss“ Τετάρτη 21 Δεκεμβρίου

Μου συμβαίνει κάτι πολύ αστείο: Αναλύω όλα μου τα συναισθήματα λες και πρόκειται για κάποιο άλλο πρόσωπο. Σκέφτομαι τις σκέψεις μου! Τις κριτικάρω με βλέμμα ψυχρό και αυστηρό, κι άμα με βρω ‘καλή’ μετά από κάποια καλή πράξη, αισθάνομαι ικανοποιημένη από τον εαυτό μου. Άλλες φορές με βρίσκω υποκρίτρια και ανέντιμη, άλλα ακόμη και τότε αισθάνομαι ικανοποιημένη!
…”

Δεν βρήκα κάτι άλλο μέσα στις σκέψεις του μυαλού μου για να γράψω αυτές τις μέρες. Δανείστηκα λόγια μιας γυναίκας, της Μαργαρίτας Καραπάνου, που τα βρήκα αποτυπωμένα στο βιβλίο “Η ζωή είναι αγρίως απίθανη”. Διαβάζοντας το απόσπασμα έβαλα τον εαυτό μου στην θέση της. Κάπου με βρήκε σύμφωνο. Ίσως να φταίνε οι μέρες που περνάμε. Ίσως να φταίει η διάθεσή μου. Ποιος ξέρει;

Χρόνια πολλά, χρόνια καλά. Με υγεία και ευτυχία. Και σύνεση και στοργή για τα πράγματα που αξίζουν, για τα πράγματα που μας αξίζουν. Να είστε όλοι καλά. Να γεμίζει η ζωή σας από σημαντικά αισθήματα.

Και πάλι, Χρόνια Καλά…

(‘Christmas window’ by David Doss)

Καλό ταξίδι Αλέξη…

Ένα παλικάρι νεκρό…
Μία πόλη στο έλεος της φωτιάς…
Μία χώρα βυθισμένη σε μακριά νύχτα…
Χωρίς ελπίδα πρωινού, χωρίς ελπίδα ήλιου…

Καλό ταξίδι Αλέξη…
Σε μάθαμε όλοι από τον άδικο χαμό σου…
Θα σε θυμόμαστε από το γελαστό σου πρόσωπο…

Κος Επισκοπάκης…


Ένα βιβλίο αναγνωρισμένο από το κοινό. Μία παράσταση καθαρτήριο. Ένα μίγμα δεμένο και συγκροτημένο. Αξίζει τον κόπο…
Περισσότερες πληροφορίες εδώ
Κε Μήτσου, Κε Μάϊνα, Κα Σπερελάκη και Κε Καζανά σας ευχαριστώ πολύ…

Είμαι εδώ…

Είμαι εδώ
και ανέχομαι να αντέχω
αυτούς που προσβάλλουν με τις τύψεις τους
τα όνειρά μου
και
μετακυλύουν την προσωπική τους ευθύνη στις πλάτες μου…

ο Μπάμπης Στόκας τραγουδάει το «Ο Βασιλιάς» από το album «Τραγουδήστε, μην ντρέπεστε»

Στίγματα και ψήγματα…

Ένας απρόσκλητος αναστεναγμός φωλιάζει τις τελευταίες ημέρες μέσα στα σωθικά μου. Φυσάω με δύναμη να τον βγάλω από μέσα μου. Δεν δύναμαι. Αντιστέκεται σθεναρά στις προσπάθειές μου.

Πάλη με τον εαυτό μου ή πάλη με το εγώ μου; Αναπροσαρμογή στόχων και σκοπεύσεων. Εύκολο ακούγεται. Ποιος όμως είναι εκείνος που μπόρεσε να το κάνει εν μία νυκτί;

Ένα κεφάλι βαρύ και δυο μάτια που δεν ανοίγουν. Ένα Σαββατοκύριακο έγκλειστος σε ένα γραφείο, μπροστά από ένα υπολογιστή. Ανέξοδα αδιέξοδα για εκείνους που έχουν μετατρέψει την ζωή τους σε ένα στίβο επαγγελματικό. Όχι. Εγώ δεν είμαι έτσι. Θέλω να φύγω. Θέλω να ξεφύγω.

Κραυγή στο πουθενά. Κραυγή από το πουθενά. Θα τους ξαφνιάσω. Το έχω βάλει σκοπό. Απότομα. Θα φωνάξω και θα διαλυθούν όλα. Και όλοι. Αυτοί που την ζωή μου θέλησαν ενέχυρο των δικών τους φόβων και προσδοκιών. Και ‘γώ τους την έδωσα απλόχερα χωρίς να κρατήσω άμυνες. Που ποτέ δεν έμαθα. Που ποτέ δεν μου τις δίδαξε κανένας.

Δεν μπορώ να διαβάσω πλέον. Οι οφθαλμοί μου έμαθαν να διακρίνουν pixel και όχι γράμματα. Στίγματα και ψήγματα. Μιας άλλης εποχής. Έξω από εμένα.

Φωνάζω. Ξεφυσάω. Πνίγομαι…

(‘The scream’ by Edvard Munch)

Εργασιακή βορά…

Βαρέθηκα να ακούω τις εργαζόμενες μητέρες να σέρνουν στον εργασιακό διάβα τους, τα κατορθώματα, τις αρρώστιες, τα προτερήματα και τα ελαττώματα των παιδιών τους, σαν παράσημα της δικής τους άγονης ζωής. Με λόγια παχιά και πλατιά, όπως ποτέ δεν μίλησαν για τον δικό τους εαυτό ή για τον σύντροφο της ζωής τους.

Όχι. Δεν έχω κάτι προσωπικό εναντίον τους. Ίσα-ίσα. Τις αγαπώ και τις σέβομαι όλες. Και πάνω απ’ όλα τις θεωρώ τυχερές και ευλογημένες γιατί μπόρεσαν να κυοφορήσουν μία ζωή στα σπλάχνα τους. Μπόρεσαν να συμμετάσχουν, ψυχή τε και σώματι, στην δημιουργία της ζωής. Στην συνέχεια του κόσμου. Στην διαιώνιση του είδους.

Όμως, καμία συλλογική σύμβαση εργασίας ή ιδιωτικό συμφωνητικό δεν μου υπαγορεύει ότι στον εργασιακό μου χώρο θα είμαι αναγκασμένος να ακούω όλα αυτά τα γλυκανάλατα σχόλια για τα καμάρια της καθεμιάς.
Και από την άλλη, ρώτησαν ποτέ αυτά τα καμάρια αν θέλουν η προσωπική τους ζωή να γίνεται βορά στα αδηφάγα αυτιά του καθενός συναδέλφου, όσο καλοπροαίρετος και αν είναι;

(‘Les Jeux Terribles’ by Giorgio De Chirico)

Εικόνες καλοκαιρινές…

Γυρίζω το βλέμμα μου στον χώρο. Εικόνες ανθρώπων και σκαριφήματα χώρων καταγράφονται ακούσια στον σκληρό δίσκο του μυαλού μου. Εικόνες καθημερινότητας και συνήθειας. Εικόνες μοναδικές σαν τα γυναικεία κορμιά, που χρωματισμένα με εκείνο το καφέ της έκθεσης στον ήλιο, ενδύονται ρούχα λιτά και πολύχρωμα, αφήνοντας σε κοινή θέα προκλητικά μέρη του κορμιού τους, μαγνητίζοντας τα αντρικά, διψασμένα για γυμνή σάρκα, βλέμματα. Σήμα κατατεθέν πια ενός καλοκαιριού ερωτικού που περικλείεται από σκέψεις ανέραστες.

Παραλίες γεμάτες κορμιά ξαπλωμένα σε πετσέτες βαμβακερές και ξαπλώστρες ξύλινες, δίπλα σε ποτήρια με καφέ ή χυμό γεμάτα ή μισοάδεια που περιμένουν στωικά πάνω σε ένα τραπέζι, έρμαια της τύχης τους για κατανάλωση. Αφημένα κορμιά στην αγκαλιά ενός κοκτέιλ θαλασσινού αέρα και καυτών μεσημεριάτικων ηλιακών ακτινών. Αχνιστά κορμιά που ορίζουν μία αύρα γύρω τους και εκλύουν ορμόνες στον χώρο, ειδοποιώντας τους επίδοξους θύτες ή τα ανυποψίαστα θύματά τους ότι είναι εκεί, περιμένοντας την σειρά τους για εκδίκηση από έναν εαυτό αποστειρωμένο και ερωτικά ανεκπλήρωτο. Κορμιά έτοιμα να πληρώσουν το οποιοδήποτε τίμημα ενός έρωτα εφήμερου και αβάσιμου. Και πάνω από αυτά τα κορμιά, ομπρέλες ανοιγμένες σαν κουβούκλια απεικόνισης μελλοντικής εικονικής πραγματικότητας, ενός κόσμου γεμάτου από λόγια ηθικοπλαστικής διαπαιδαγώγησης μικρών παιδιών.

Ζευγάρια ερωτευμένα να γυρνάν τις πρώτες απογευματινές ώρες σε δωμάτια ξενοδοχείων πέντε αστέρων, με κορμιά αλμυρά και ζεστά, να αποδύονται τα μαγιό τους και να ενδύονται το γυμνό τους κορμί, έτοιμοι να γευτούν ο ένας στον άλλο εκείνο το κομμάτι του έρωτα τους που τους λείπει για να γίνουν μικροί θεοί μέσα σε ένα μεγάλο κόσμο. Και το τραγούδι ενός τζίτζικα, εκείνου του μοναχικού τραγουδιστή του καλοκαιριού που ζει μία ζωή σύντομη και ένα θάνατο αιώνιο, σπάει την έσω σιωπή και χρωματίζει με τον μονότονο ήχο του την ζέστη της ατμόσφαιρας.

Και όταν εκείνος αγκαλιάσει εκείνη με περισσή χάρη και φροντίδα, θα την καθίσει στην αναπαυτική κόκκινη υφασμάτινη πολυθρόνα στην γωνία του δωματίου, θα τοποθετήσει τα πόδια της στα μπράτσα της, θα σκύψει ευλαβικά και θα προσκυνήσει το αιδοίο της, γλύφοντας με την γλώσσα του την αλμύρα της θάλασσας που έχει εναποτεθεί επάνω στο υγρά χείλη του και θα μυρίσει εκείνο το άρωμα που πάντα τον γοήτευε σε ‘κείνη. Θα χώσει την γλώσσα του βαθιά μέσα της, θα την ακούει να αναστενάζει από ηδονή και θα την νοιώθει να συσπάται, προσφέροντάς της την γυναίκα μέσα της.

Και κείνη όμως, θα του προσφέρει με την σειρά της, εκείνη την στάση του κορμιού της που ξέρει ότι τον κάνει να τρελαίνεται. Θα σηκωθεί από την πολυθρόνα, θα γυρίσει την πλάτη της σε κείνον, θα σκύψει μπροστά και θα ακουμπήσει τα χέρια της στα μπράτσα της πολυθρόνας. Θα του δηλώσει την υποταγή της και θα τον προσκαλέσει να μπει μέσα της με το μόριό του, σκληρό και πλήρως αιματωμένο. Θα τον νοιώσει βαθιά μέσα στην μήτρα της και θα τον προσκαλέσει να τελειώσει μέσα της. Και εκείνος, αποδεχόμενος την πρόσκληση, θα τελειώσει αλαλάζοντας σαν Βεδουίνος πολεμιστής μιας άλλης εποχής.

Και το βράδυ θα τους βρει στο κρεβάτι αποκαμωμένους, από τον ήλιο, την θάλασσα και τον έρωτα…

Καλό καλοκαίρι σε όλους. Καλές βουτιές σε θάλασσες γαλάζιες και ήλιους ελληνικούς. ‘Καλή αντάμωση αδέρφια’ όπως λέει και ο Μίλτος

(‘Sun and Sand I’ by Chris Simpson)