Παράλληλοι κόσμοι…

two-women-by-thai-thai.jpgΆνοιξη 1980
Η τελευταία εξεταστική του έτους πλησίαζε. Η άνοιξη είχε εισβάλλει με δύναμη στην ατμόσφαιρα και στα μυαλά των φοιτητών. Το μυαλό έφευγε από τις εξετάσεις και το διάβασμα και τριγυρνούσε στον έρωτα, το πάθος, τις βόλτες και τα ξενύχτια, στο τάβλι με τον κολλητό πίνοντας καφέ και στο ποτό στο μπαρ με την δυνατή μουσική.

Η Ελένη είχε ακόμη τρία μαθήματα για να τελειώσει την Σχολή της. Οι πιέσεις από την οικογένεια της εντονότερες παρά ποτέ. Ήθελαν να την δουν Δικηγόρο το συντομότερο δυνατό. Για να μπορέσει να πάρει τον δρόμο της. Το δρόμο της επιτυχημένης επαγγελματίας και της στοργικής μητέρας. Τον γαμπρό τον είχαν βρει ήδη. Για να ακριβολογούμε, εκείνη τον είχε βρει, οι υπόλοιποι τον είχαν αποδεχτεί. Δεν μπορούσαν να κάνουν κι’ αλλιώς βέβαια. Βέτο είχε προβάλλει η Ελένη και μάλιστα έντονο. Οι παραινέσεις των δικών της για μεγαλύτερη προσπάθεια αυτή την εξεταστική, περισσότερο σαν διαταγές ακούγονταν παρά σαν καλοπροαίρετες συμβουλές και υποδείξεις. Τους καταλάβαινε. Ήδη είχαν περάσει έξι χρόνια από τότε που είχε φύγει από κοντά τους για να σπουδάσει. Τα έξοδα έτρεχαν ιλιγγιωδώς με θετικό πρόσημο και δεν υπήρχε ακόμη απόσβεση από μέρους της.

Η Άννα είχε πολύ περισσότερα μαθήματα για να πάρει το πτυχίο της ως Αρχιτέκτονας. Φύσει ονειροπόλα και καλλιτεχνική ψυχή, ένοιωθε να πιέζεται μέσα στη διαδικασία επίτευξης του στόχου. Οι γονείς της εύποροι έμποροι στην Βόρειο Ελλάδα, δεν την ενοχλούσαν ιδιαίτερα με την πραγμάτωση των σπουδών της. Μποέμ τύπος η Άννα. Οι συναναστροφές της ήταν με παρέες αντίστοιχης κουλτούρας. Φιλοσοφικοί περίπατοι υπό το φως των αστεριών με φόντο την φωτισμένη Ακρόπολη, μεταμεσονύχτιες προβολές κινηματογραφικών σινεφίλ ταινιών σε κινηματογράφους του Κέντρου, κρασί και μεζέ στο ‘Σχολαρχείο’ στην Πλάκα. Μόνη, χωρίς σύντροφο μόνιμο, πιο πολύ με περιστασιακές σχέσεις. Έπεφτε με τα μούτρα, τα χτύπαγε με φόρα και μετά δεινοπαθούσε μέχρι να τα συνεφέρει.

Τα δύο κορίτσια είχαν συναντηθεί τυχαία, μέσω κοινών γνωστών. Ξεκίνησαν να κάνουν παρέα, συνδυάζοντας και συμπληρώνοντας η μία την προσωπικότητα και την ιδιοσυγκρασία της με της άλλης. Γέλαγαν πολύ με τα καμώματα των συμφοιτητών τους. Στήριζε η μία την άλλη στις επιλογές της. Η Ελένη την Άννα στους πρόσκαιρους έρωτες, η Άννα την Ελένη στον ένα και μοναδικό έρωτα. Συζητήσεις μέχρι το πρώτο χάραμα, ύπνος στο ίδιο κρεβάτι, φαΐ από το ίδιο πιάτο. Επικοινωνία με έναν ιδιαίτερο τρόπο.

Εκείνο το βράδυ, η Ελένη θα έμενε μέσα για να διαβάσει. Είχε να εξεταστεί σε 3 ημέρες και δεν είχε προετοιμαστεί όσο θα έπρεπε. Η Άννα της είχε τηλεφωνήσει για να βγουν, να γνωρίσει και το νέο amore της. Η Ελένη είχε αρνηθεί, παραθέτοντας την κατάστασή της. Η Άννα δεν δεχόταν καμία αντίρρηση. Με τα πολλά έκλεισαν το τηλέφωνο έχοντας συμφωνήσει να περάσει το βραδάκι η Άννα από το σπίτι της Ελένης να την ετοιμάσει για να βγούνε παρέα.

Το κουδούνι που ηχούσε έντονα την έκανε να σηκώσει το βλέμμα της από το βιβλίο που είχε μπροστά της και να δει το ρολόι. Είχε φτάσει 8 και 10 το βράδυ. Η Άννα είχε ήδη έρθει και εκείνη δεν ήταν ακόμη έτοιμη. Της άνοιξε. Η Άννα έλαμπε μέσα στο λευκό πουκάμισο που φορούσε. Ήταν πολύ όμορφα βαμμένη. ‘Ακόμη δεν ετοιμάστηκες’ ήταν η πρώτη ατάκα της Άννας όταν την αντίκρισε. Η Ελένη δικαιολογήθηκε και υποσχέθηκε να ετοιμαστεί γρήγορα. Πέρασαν στο υπνοδωμάτιο της, η Άννα κάθισε στο κρεβάτι και η Ελένη ξεκίνησε να γδύνεται. Πρώτη φορά μπροστά στην Άννα. Κάπου ντράπηκε. Κάπου ερεθίστηκε. Το παρατήρησε η Άννα. Και αυτή αντίστοιχα έβλεπε πρώτη φορά την Ελένη γυμνή. ‘Παράξενο συναίσθημα’ σκέφτηκε η Άννα και άφησε το μυαλό της να φύγει από το κορμί της Ελένης.

Άνοιξε το νερό και μπήκε στην μπανιέρα. Δεν άργησε να λουστεί, να πλυθεί και να αρωματιστεί. Κατά ένα παράξενο τρόπο, ένοιωθε πολύ ερεθισμένη. Άγγιξε τις ρώγες της και ήταν σκληρές. Άγγιξε και την ήβη της και ήταν υγρή. Έριξε παγωμένο νερό επάνω της. Δεν ήταν πράγματα αυτά. Να νοιώθει έτσι για την φίλη της ήταν ανεπίτρεπτο. Ο ερεθισμός επέμενε. Βγήκε από την μπανιέρα και σκουπίστηκε. Τύλιξε την πετσέτα γύρω από το σώμα της και κατευθύνθηκε έτσι στην κρεβατοκάμαρα.

Η Άννα κοιταζόταν στον καθρέπτη και διόρθωνε κάποιες ατέλειες στο makeup της. Την είδε με την άκρη του ματιού της να μπαίνει στο δωμάτιο, τυλιγμένη στην πετσέτα. Γλυκιά μυρωδιά αφρόλουτρου γιασεμιού πλημμύρισε τον χώρο. Έκλεισε τα μάτια της και μύρισε με το νου της την ατμόσφαιρα. Της άρεσε πολύ. Την είδε να στέκεται μπροστά στην ντουλάπα της, να πετάει κάτω την πετσέτα και να διαλέγει εσώρουχα. Το θέαμα, πρωτόγνωρο, της δημιούργησε επιθυμία ερωτική. Είδε την Ελένη να την κοιτάζει μέσα από τον καθρέπτη. Να στέκεται γυμνή, με τα στήθη στητά και τις ρώγες ερεθισμένες και να την κοιτάει με λάγνο βλέμμα μέσα από τον καθρέπτη. Γύρισε. Κατευθύνθηκε κοντά της. Έσκυψε και πήρε τις ρώγες της στο στόμα της. Η Ελένη της σήκωσε το κεφάλι από το στήθος της. Την φίλησε με πάθος στα χείλη. Την έγδυσε και εκείνη και έπεσαν στο κρεβάτι. Σηκώθηκαν μετά από μία ώρα. Η Άννα ντύθηκε και έφυγε μόνη της. Η Ελένη έμεινε επάνω στο κρεβάτι να μυρίζει το άρωμα της Άννας επάνω στα υγρά από τον ιδρώτα σεντόνια.

Η εξεταστική τελείωσε. Η Ελένη πέρασε όλα τα μαθήματα που είχε. Η Άννα δεν πήγε να εξεταστεί σε κανένα. Πέρναγε καλά με το νέο amore της. Δεν ξανασυναντήθηκαν οι δύο φίλες σε κλειστό χώρο, μόνες τους. Αποχαιρετίσθηκαν όταν η Ελένη έφυγε για την πόλη της. Θα πήγαινε σε ένα γνωστό δικηγορικό γραφείο της περιοχής για Πρακτική Εξάσκηση και παράλληλα θα έβαζε μπροστά τις ετοιμασίες του γάμου της. Συμφώνησαν να επικοινωνούν που και που. Στο τέλος χάθηκαν.

Ώσπου έφτασε η Άνοιξη του 2007.

(συνεχίζεται…)

(‘Two Women’ by Thai Thai)

Advertisements

Απόγευμα – Πρωί – Μεσημέρι (μεσημέρι)…

toscano-valley-i-by-art-fronckowiak.jpegΤελικά, δεν άντεξα να περιμένω μιάμιση ώρα. Έφυγα πολύ νωρίτερα. Μάλλον βαριόμουν αφόρητα. Μπορεί βέβαια και να σερνόμουν πίσω από την Ελένη με μεγαλύτερη ευκολία απ’ ότι περίμενα ή περίμενε. Θα δείξει. Χωρίς πολλά-πολλά, ξεκίνησα κατά τις 12.15. Δεν ήθελα πάνω από ένα τέταρτο για να βρεθώ στο σπίτι της. Και δεν έπεσα έξω. Στις 12.27 ήμουν εκεί. Της έκανα ένα τηλέφωνο από το κινητό. Δεν δυσκολεύτηκε να μου πει να ανέβω επάνω, μιας και δεν είχε ετοιμαστεί ακόμη. Μου είπε ότι ήταν μόνη. Ενδιαφέρον.

Με υποδέχθηκε φορώντας μία μαύρη σατέν ρόμπα, η οποία έπεφτε απαλά επάνω στους ώμους της. ‘Τελικά υπάρχει Θεός’, σκέφτηκα. Γέλασα από μέσα μου. Έσκυψα και την φίλησα για συλλυπητήρια. Μύριζε υπέροχα. Πέρασα στα ενδότερα. Κάθισα σε μία πολυθρόνα και μου είπε να μου προσφέρει καφέ. Δεν δέχθηκα. Λάθος μου, εκ των υστέρων. Κάθισε δίπλα μου. Νόμιζα ότι ο χρόνος είχε σταματήσει. Λάθος μου. Πολλά λάθη μαζεμένα. Έχανα την επαφή με την συνείδηση και την αυτοκυριαρχία μου. Λάθος μου. Μου έπιασε το χέρι και με κοίταξε στα μάτια.

– Μου έλειψες.
– Και μένα.
– Και γιατί δεν κάναμε κάτι γι’ αυτό.
– Είσαι παντρεμένη με τον καλύτερό μου φίλο.
– Ήμουν. Όχι τώρα πια.
– Μα, δεν έχουν περάσει ούτε 72 ώρες.
– Το ξέρω. Τυπικά. Ουσιαστικά έχουν περάσει πολύ περισσότερες.
– Και γιατί το ανεχόσουν;
– Δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς. Εξαρτιόμουν από αυτόν. Όχι όμως τώρα. Τώρα, όλα τέλειωσαν. Καιρός να κοιτάξω και την Ελένη λίγο. Δεν συμφωνείς;
– Καλά τα λες, αλλά δεν είναι λίγο πρόστυχο;
– Πρόστυχο είναι να το λες και δεν είναι να το κάνεις;
– Μάλλον.
– Φίλησέ με.
– Τι λες; Έτσι, τώρα, σήμερα;
– Ναι. Τι έχεις να φοβηθείς;
– Θα αργήσουμε να πάμε στο νεκροταφείο.
– Και λες να βαρεθεί και να φύγει ο Κώστας;
– Όχι. Για να λέμε και του στραβού το δίκιο, δεν πρόκειται να πάει πουθενά. Αλλά, τι θα πει ο κόσμος;
– Ο κόσμος ας κοιτάξει τον εαυτό του. Πίσω από κάθε κλειστή πόρτα παίζεται ένα αντίστοιχο έργο με διαφορετικούς ρόλους και διαφορετική πλοκή. Εμάς, μας έτυχε κάτι τέτοιο. Δέχεσαι τον ρόλο σου;
– Τον δέχομαι.
– Έλα λοιπόν, τι περιμένεις;

Πρέπει να είχα ποθημένο την ηθοποιία. Μπήκα στον ρόλο μου πολύ εύκολα. Σχεδόν λες και ζούσα την ζωή μου. Της έβγαλα την ρόμπα. Το γυμνό κορμί της φάνηκε λαμπερό και ερεθισμένο. Όταν έβγαλα και τα δικά μου ρούχα, φάνηκε και το δικό μου κορμί λαμπερό και ερεθισμένο. Έπεσε στα γόνατα και πήρε το μόριό μου μέσα στο στόμα της. Ξανασκέφτηκα ‘ότι υπάρχει Θεός’. Λάθος μου. Με οδήγησε στο κρεβάτι της. Για μια στιγμή κοντοστάθηκα. Το κατάλαβε. ‘Έχω να κάνω έρωτα πάνω από ένα χρόνο. Μη φοβάσαι’ μου είπε και με απενοχοποίησε. Λάθος μου. Έπεσε στα τέσσερα και με κάλεσε να μπω από πίσω της. Τρελάθηκα. Κρατιόμουν να μην τελειώσω από την ηδονή που με κατελάμβανε. Λάθος μου. Γύρισε και ξάπλωσε. Με πήρε κανονικά. Βογκούσαμε ηδυπαθώς. Έχασα κάθε επαφή με το περιβάλλον. Λάθος μου. Ήταν πια αργά να κάνω οτιδήποτε, όταν άκουσα μια φωνή πίσω μου να φωνάζει, σε έξαλλη κατάσταση, ‘Ελένη, Δημήτρη, τι κάνετε εκεί;’. Γύρισα και είδα τον Κώστα να κάθεται στην πόρτα της κρεβατοκάμαρας με τα κλειδιά του αυτοκινήτου στο ένα χέρι και μία σακούλα με ψώνια στην άλλη. Το μόνο που πρόλαβα να δω, έως ότου λιποθυμήσω, ήταν τον Κώστα να πέφτει με γδούπο πάνω στο μαρμάρινο δάπεδο του διαδρόμου. Εγώ ευτυχώς, έπεσα στα μαλακά. Πάνω στο κρεβάτι.

Ένοιωσα την δροσιά ενός ποτηριού νερού επάνω στο πρόσωπό μου. Ξύπνησα από τον λήθαργό μου. Συνειδητοποίησα ότι ένα όργανο του σώματός μου δεν είχε μπει σε λήθαργο. Το μόριό μου στεκόταν στο ύψος του. Σκέφτηκα να εξετάσω την ανεξαρτητοποίηση του οργάνου μου, σε σχέση με το υπόλοιπο σώμα, αργότερα στο internet. Κοίταξα γύρω μου. Η Ελένη στεκόταν μπροστά μου γυμνή. Ανασηκώθηκα λίγο. Ο Κώστας κείτονταν αναίσθητος ακόμη. Γύρισα στην Ελένη και την κοίταξα με έκπληξη.

– Τι με κοιτάς με αυτό το ύφος; Πρώτη φορά βλέπεις πεθαμένο;
– Πέθανε;
– Ναι. Από ανακοπή καρδιάς.
– Είσαι τρελή, παρανοϊκή και ανισόρροπη. Τι έκανες; Με χρησιμοποίησες για να τον ξεκάνεις; Με παγίδεψες και ‘γώ έπεσα με τα μούτρα στην παγίδα σου.
– Γιατί χρυσέ μου; Δεν το ευχαριστήθηκες; Τι φωνάζεις;
– Καλά, είσαι εντελώς τρελή; Πέθανε, το καταλαβαίνεις;
– Μικρολεπτομέρειες. Ασήμαντες.
– Τον δολοφονήσαμε.
– Εγώ. Εσύ δεν ήξερες.
– Και δεν σε νοιάζει;
– Καθόλου. Είχε έρθει το πλήρωμα του χρόνου γι’ αυτόν.
– Τι ακούω Θεέ μου; Τι ακούω και δεν ουρλιάζω. Καλή μου καταλαβαίνεις τι λες; Τον σκοτώσαμε. Πέθανε.
– Ε, και; Εκεί δεν θα πάμε κάποια μέρα όλοι μας; Άλλος νωρίτερα, άλλος αργότερα.
– Δεν σε πιστεύω. Πάω να τηλεφωνήσω στην αστυνομία. Να τους πω ότι έγινε.
– Και θα σε πιστέψουν νομίζεις; Οι ενδείξεις οδηγούν στην σύλληψη στα πράσα από τον άντρα μου των δύο μας, την ώρα που πηδιόμασταν και μάλιστα πολύ καλά; Ή έχεις αντίρρηση και γι’ αυτό;

Έμεινα στο κρεβάτι αποσβολωμένος. Σκεφτόμουν τα λεγόμενα της Ελένης. Από την μία το μυαλό μου διαφωνούσε με τον τρόπο που προσέγγιζε το γεγονός, από την άλλη το μόριό μου συμφωνούσε καθολικά μαζί της. Ακόμη παρέμενε στητό και θεληματικό. Έκλεισα τα μάτια και ξάπλωσα εντελώς. Δεν μπορούσα να κάνω τίποτα. Με είχε παγιδέψει αριστοτεχνικά. Της έβγαζα το καπέλο. Άξια. Και στο μυαλό και στο σώμα. Ένοιωσα την παλάμη της να χουφτώνει το μόριό μου και να το οδηγεί στο στόμα της. Αφέθηκα. Τελείωσα μέσα στην στοματική της κοιλότητα. Δεν είπαμε κουβέντα. Σηκώθηκα. Πέρασα πάνω από το νεκρό σώμα του, πάλαι ποτέ, φίλου μου Κώστα και πήγα να ντυθώ. Άκουσα την Ελένη να τηλεφωνεί στην Άμεσο Δράση και να ιστορεί το γεγονός του θανάτου του άντρα της, παραλείποντας τις πικάντικες λεπτομέρειες. Ανακουφίσθηκα όταν αντιλήφθηκα ότι κράτησε μία στάση διακριτικότητας απέναντι στο συμβάν. Ντύθηκα βιαστικά. Δεν προλαβαίναμε να πούμε πολλά. Δώσαμε rendez-vous για μεθαύριο, στην πραγματική κηδεία του Κώστα. Θα πέρναγα νωρίτερα, ως συνήθως. Βγήκα από την πολυκατοικία και έψαξα για κάποιο φαγάδικο. Η ένταση της ημέρας μου έφερνε λιγούρα. Τα αίτια θα τα έψαχνα αργότερα στο internet. Το απόγευμά μου προμήνυε έντονο σερφάρισμα. Τέλος, αποφάσισα να μην ξανασηκώσω τηλέφωνο απόγευμα…

(‘Toscano Valley I’ by Art Fronckowiak)

Απόγευμα – Πρωί – Μεσημέρι (πρωί)…

morning-light-tuscany-by-nancy-otoole.jpegΣηκώθηκα με ένα φούσκωμα στο στομάχι. Ο απόηχος της χθεσινής συνομιλίας με την Ελένη σε συνδυασμό με τα τέσσερα κομμάτια πίτσα special που καταβρόχθισα με περισσή, οφείλω να πω, λαιμαργία, δημιούργησαν έναν φονικό εχθρό για το ταλαιπωρημένο στομάχι μου. Το σίγουρο ήταν ότι έπρεπε να κόψω μαχαίρι τις οποιεσδήποτε συνομιλίες με την Ελένη από τούδε και στο εξής. Και φυσικά, είχα μία άνευ προηγουμένου ευκαιρία να το κάνω αυτό το μεσημέρι στην κηδεία του άντρα της και καλού μου φίλου, Κώστα.

Ντύθηκα για το γραφείο, φορώντας μαύρο παντελόνι και άσπρο πουκάμισο παίρνοντας μαζί μου την μοναδική γραβάτα σε μαύρο χρώμα που είχα. Το γεγονός ότι μπορεί να με πέρναγαν για νεκροθάφτη δεν με πείραζε καθόλου, μιας και ήταν πάντα το όνειρό μου να μπορώ να μπερδέψω τους γύρω μου για την ταυτότητά μου. Ύστερα από 1 ώρα προετοιμασίας και μισό φούσκωμα λιγότερο, βγήκα από την πόρτα του διαμερίσματος, κρατώντας τον πίνακα για να τον οδηγήσω στην τελευταία του κατοικία, τον πάτο του κάδου απορριμμάτων. Και έτσι που ήμουν ντυμένος, του απέδιδα όλες εκείνες τις τιμές που του άρμοζαν.

Ο δρόμος για το γραφείο παρουσίαζε την καθημερινή απαίσια εικόνα συνωστισμού του. Εικόνα που την είχα πια συνηθίσει, σε βαθμό να διερωτώμαι αν έχει συμβεί κάτι στο πολιτικό σκηνικό της χώρας όταν δεν είχε κίνηση. Έφτασα, ως συνήθως, με 15’ καθυστέρηση στο γραφείο. ‘Ακαδημαϊκό τέταρτο’ το ονόμαζα μιας και ήθελα να περνιέμαι για έξυπνος και πολυμαθής. Παρήγγειλα καφέ και τοστ από το κυλικείο του μεγάρου. Το φούσκωμα είχε υποχωρήσει και ένοιωθα ένα κενό στο στομάχι που έπρεπε επειγόντως να γεμίσει. Στρώθηκα για δουλειά, ανοίγοντας τον Η/Υ και σερφάρωντας στο internet. Διάβασα όλα τα mails μου, ακόμη και τα spam. Με τα πολλά, κοίταξα το ρολόι μου και είδα ότι είχε περάσει μία ώρα ήδη. Σηκώθηκα να περπατήσω λίγο γιατί είχα πιαστεί.

Πήρα μαζί μου ένα φάκελο, για να μην φανεί ότι χάζευα, και βγήκα από το γραφείο μου. Στο διάδρομο συνάντησα κι’ άλλους συναδέλφους με φακέλους, χαιρετηθήκαμε, μιλήσαμε περί ανέμων και υδάτων και ξαναγυρίσαμε στα γραφεία μας. Βαριόμουν είναι η αλήθεια αλλά δεν μπορούσα να κάνω και τίποτε άλλο. Ξανακάθισα στον Η/Υ και επιδόθηκα στο σερφάρισμα. Ευτυχώς δεν είχα ιδιαίτερες παρεμβολές από εξωγενείς παράγοντες όπως τηλέφωνα, συναδέλφους και προϊσταμένους. Όχι τίποτε άλλο, αλλά δεν υπήρχε και καμία γυναίκα άξια αναφοράς ανάμεσά τους. Η παραγγελία του δεύτερου καφέ δεν άργησε να πραγματοποιηθεί.

Κοίταξα επίμονα το τηλέφωνο δίπλα μου. Μια φωνή ερχόταν από αυτό. ‘Τα έχω χάσει τελείως; Έπαθα παράκρουση και δεν το ξέρω; Δεν πάμε καλά’ σκέφτηκα. Η φωνή γινόταν πιο δυνατή. Με καλούσε να σηκώσω το ακουστικό και να καλέσω το νούμερο της Ελένης. ‘Δεν πάμε καλά’ ξανασκέφτηκα. Όμως η φωνή εκεί. Επίμονη και επιτακτική. Ενέδωσα, αν και δεν το κάνω συχνά να ενδίδω σε φωνές από το υπερπέραν. Πληκτρολόγησα τον αριθμό της Ελένης. Χτύπησε μία, δύο, τρεις φορές. Σκέφτηκα ότι μπορεί και να την γλύτωσα. Η τέταρτη ήταν και φαρμακερή. Η φωνή της Ελένης παρουσιάστηκε στην άλλη άκρη του σύρματος, πιο αισθησιακή από ποτέ.

– Καλημέρα.
– Καλημέρα. Ποιος είναι;
– Εγώ Ελένη. Ο Δημήτρης. Ενοχλώ;
– Όχι. Μόλις έκανα μπάνιο και ξεκινάω σιγά-σιγά να ετοιμαστώ. Τελικά, τα μεγάλα πνεύματα συναντώνται.
– Τι εννοείς;
– Γιατί μου τηλεφώνησες;
– Μία εσωτερική φωνή με οδήγησε. Δεν έκανα καλά;
– Ίσα-ίσα. Και ‘γώ σε σκεφτόμουν. Γι’ αυτό είπα ότι τα μεγάλα πνεύματα συναντώνται. Λες η φωνή να ήταν δική μου;
– Δεν ξέρω. Μπορεί. Και ειλικρινά, δεν ξέρω τον λόγο που σε πήρα. Δεν είχα καμία επιθυμία να σου τηλεφωνήσω, προτού ακούσω την φωνή. Νοιώθω σαν την Ζαν τ’ Άρκ στο πιο αντρικό της. Λες η μοναξιά να με τρελαίνει;
– Καλέ μου, δεν τρελαίνει η μοναξιά. Άλλα πράγματα τρελαίνουν. Πίστεψέ με. Είσαι στη δουλειά;
– Ναι.
– Δεν θα έρθεις στην κηδεία;
– Θα έρθω.
– Θέλεις να περάσεις να με πάρεις από το σπίτι να πάμε μαζί; Όπως ξέρεις, δεν έχω κανέναν άλλο.
– Να περάσω. Τι ώρα;
– Κατά τις μία. Δεν είναι μακριά το νεκροταφείο από εδώ.
– Εντάξει. Στις μία θα τα πούμε από κοντά.
– Σε περιμένω.
– Τα λέμε.
– Γεια.
– Γεια.

Έκλεισα το τηλέφωνο και ανακάθισα στην καρέκλα μου. Παράξενο. Είχα την εντύπωση πως πάω να βγω randez-vous με γυναίκα παρά ότι πάω σε κηδεία. Κοίταξα το ρολόι μου. Ήταν μόλις 11.30. Είχα μιάμιση ώρα στη διάθεσή μου. Έβαλα το μυαλό μου να σκεφτεί. Ξεκίνησα το πρωί με την βεβαιότητα ότι θα κόψω οποιαδήποτε επαφή με αυτή την γυναίκα και τώρα κάνω το εντελώς αντίθετο. Γιατί; Μήπως η έλλειψη οποιασδήποτε γυναικείας παρουσίας δίπλα μου το τελευταίο διάστημα με έκανε να ενδίδω στην πρώτη γυναίκα που ξυπνάει μέσα μου αισθήματα με τόση ευκολία και να μην λαμβάνω υπ’ όψιν μου τις όποιες αμφιβολίες έχω; Μήπως με σέρνει η γυναικεία αύρα και δεν σκέφτομαι; Λες; Άφησα τις σκέψεις στην άκρη. Ένοιωσα πάλι ένα κενό στο στομάχι. Η ώρα του δεύτερου τοστ είχε έρθει. Παρήγγειλα ένα με συνοδεία αναψυκτικού.

(συνεχίζεται)…

(‘Morning Light Tuscany’ by Nancy O’Toole)

Απόγευμα – Πρωί – Μεσημέρι (απόγευμα)…

tuscan-afternoon-by-steve-thoms.jpegΈχοντας ολοκληρώσει ένα γενναίο πιάτο μακαρόνια με κόκκινη σάλτσα τόνου, συνοδευόμενο από λευκό κρασί, αποφάσισα να φτιάξω τον απογευματινό μου καφέ και να κάτσω να τον απολαύσω καθισμένος κοντά στο μεγάλο παράθυρο του καθιστικού. Ο βροχερός καιρός προμηνυόταν να παραμείνει βροχερός για τουλάχιστον τις επόμενες τρεις ώρες, κάτι που ενθάρρυνε το εγχείρημά μου. Κρατώντας στο ένα χέρι τον αχνιστό καφέ και στο άλλο το τελευταίο βιβλίο του Αχιλλέα Κυριακίδη, περπάτησα από την κουζίνα ως το καθιστικό και αφού απέθεσα τα συμπαρομαρτούντα, καφέ και βιβλίο, στο τραπεζάκι δίπλα στην πολυθρόνα, απέθεσα τον εαυτό μου φαρδύ πλατύ επάνω της. Η αίσθηση του βουλιάγματος μέσα στα μαλακά μαξιλάρια της πλάτης και του καθίσματος έκαναν το σώμα μου να νοιώσει υπέροχα μετά από μια κουραστική μέρα στο άβολο κάθισμα του εργασιακού μου χώρου.

Η ανάγνωση του βιβλίου κυλούσε ευχάριστα. Ο καφές κρύωνε και έφτανε στην επιθυμητή θερμοκρασία για πόση και ένοιωθα ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος του κόσμου, επαναλαμβάνοντας συνέχεια στον εαυτό μου ότι η ευτυχία για τον κάθε άνθρωπο βρίσκεται στα μικρά πράγματα που ομορφαίνουν την καθημερινότητά του. Ή, τουλάχιστον, την κάνουν υποφερτή.

Ο ήχος του τηλεφώνου ήρθε να ταράξει τα ηχητικά κύματα της ατμόσφαιρας, καθώς και την ψυχική μου ηρεμία. Αναθεματίζοντας την τύχη μου, σηκώθηκα ράθυμα να απαντήσω στο επίμονο κάλεσμα αυτού που διατάρασσε την απογευματινή μου σιέστα. Η ένδειξη στην οθόνη του τηλεφώνου δεν μαρτυρούσε την προέλευση του τηλεφωνήματος, μιας και η απόκρυψη του αριθμού λειτουργούσε άψογα. Απάντησα με στόμφο, έχοντας στο μυαλό ότι πρόκειται, πιθανότατα, για κάποιον απίθανο πωλητή πιστωτικών καρτών τράπεζας.

– Παρακαλώ;
– Ο κύριος Αναγνωστόπουλος;
– Ο ίδιος. Ποιος είναι;
– Απορώ πως δεν αναγνώρισες την φωνή μου ακόμη Δημήτρη.
– Θα μου πείτε ποια είστε κυρία μου;
– Η Ελένη είμαι Δημήτρη. Με αναγνώρισες τώρα;

Για να πω την αλήθεια, κάτι είχα αντιληφθεί, αλλά δεν ήθελα να το πιστέψω. Ένοιωσα έκπληξη, όχι τόσο για την επαλήθευση, όσο για τον σκοπό της επικοινωνίας.

– Καλησπέρα Ελένη. Απ’ όλους τους ανθρώπους που μπορεί να με έπαιρναν τηλέφωνο, είσαι ο τελευταίος που περίμενα να κάνει αυτή την κίνηση.
– Με αδικείς τώρα.
– Χάθηκες τόσα χρόνια. Και εσύ και ο καλός μου φίλος, ο Κώστας, ο άντρας σου. Έτσι δεν είναι;
– Δημήτρη, ο Κώστας πέθανε. Εχθές το απόγευμα. Από ανακοπή καρδιάς επάνω στο κρεβάτι, την ώρα που έκανε έρωτα.

Έμεινα να κοιτάω αποσβολωμένος τον πίνακα απέναντι στον τοίχο που αναπαριστούσε ένα βουκολικό τοπίο με ένα βοσκό να παίζει την φλογέρα του και έναν σκύλο να τρέχει πίσω από ένα κοπάδι πρόβατα. Συνειδητοποίησα ότι ήθελε καθάρισμα, είχε πιάσει ένα στρώμα σκόνης ευδιάκριτο από μακριά, καθώς και ότι έπρεπε να το πασάρω στον πρώτο παλαιοπώλη που θα εύρισκα. Επίσης, συνειδητοποίησα ότι ο φίλος μου αποχαιρέτησε τα εγκόσμια, τουλάχιστον ευχαριστημένος.

– Λυπάμαι. Δεν ξέρω τι άλλο να πω. Ζωή σε σένα καλή μου. Τι να πω. Είχε πρόβλημα χρόνιο ή ξαφνικά;
– Είχε ‘πάρει’ κάποια κιλά τα τελευταία χρόνια, αλλά ποτέ δεν είχε παρουσιάσει κάτι. Σ’ ευχαριστώ πάντως. Η κηδεία είναι αύριο το μεσημέρι, στις 15.00 στο Νεκροταφείο Ζωγράφου.
– Θα έρθω να τον αποχαιρετήσω.
– Σε περιμένω.
– Και να συμπαρασταθώ και σε σένα. Δεν είναι και λίγο πράγμα να πεθαίνει ο άντρας σου και μάλιστα την ώρα που κάνετε έρωτα.
– Δεν πέθανε την ώρα που κάναμε μαζί έρωτα. Με την ερωμένη του έκανε έρωτα και της έμεινε στα χέρια, επάνω στην κορύφωση. Και μετά, η ηλίθια, αντί να καλέσει ένα ασθενοφόρο, προσπάθησε να βρει εμένα στο τηλέφωνο να μου πει τι θα κάνει. Η ηλίθια. Εγώ δεν μπορούσα να απαντήσω, βλέπεις ήμουν στο κομμωτήριο για κούρεμα και βάψιμο στις ρίζες, και δεν μπορούσα να απαντήσω αμέσως. Όταν απάντησα ήταν ήδη πολύ αργά. Καταλαβαίνεις.
– Καταλαβαίνω. Λυπάμαι. Ο συχωρεμένος πάντα προτιμούσε τις γυναίκες με ‘περιορισμένη ευθύνη’ και αυτό τον έφαγε. Ας είναι ελαφρύ το χώμα που θα τον καλύψει.
– Αχ, μην γίνεσαι μελό. Μην προσπαθείς να του αναγνωρίσεις ελαφρυντικά σε παρακαλώ. Λοιπόν, επειδή έχω να πάω να αγοράσω ένα μαύρο φόρεμα για αύριο, σε αφήνω και τα λέμε από κοντά. Φιλιά.
– Καλά ψώνια. Και πάλι, τα συλλυπητήρια μου. Ζωή σε σένα.
– Ευχαριστώ. Γεια.
– Γεια.

Γύρισα στην πολυθρόνα μου. Σκηνές περασμένων χρόνων περνούσαν από το μυαλό μου. Τότε που ήμασταν ακόμη νέοι, η Ελένη, ο Κώστας και ‘γω. Τότε που μαλώναμε σαν τα κοκόρια, ο Κώστας και ‘γω, για την καρδιά και το σώμα της Ελένης. Ιδιαίτερα για το σώμα. Το αποτέλεσμα ήταν να το έχουμε γευτεί και οι δύο, αλλά αυτό ήταν κάτι που ο Κώστας δεν το είχε μάθει ποτέ. Τελικά, ο Κώστας κέρδισε την καρδιά της Ελένης και παντρεύτηκαν. Από τότε, σιγά-σιγά χαθήκαμε. Εγώ παρέμεινα εργένης παρέα με τα βιβλία μου και περιστασιακές σχέσεις, ο Κώστας παντρεμένος υπέρβαρος με ερωμένη και η Ελένη παντρεμένη συλφίδα χωρίς εραστή αλλά με καλοβαμμένα μαλλιά. Διερωτήθηκα, για μία ακόμη φορά, πως τα φέρνει έτσι η ζωή. Ούτε στα πιο τρελά μας όνειρα. Με αυτές τις σκέψεις να με πλημμυρίζουν, πήγα στον τοίχο που είχα κρεμασμένο τον πίνακα με το βουκολικό τοπίο και τον ξεκρέμασα. Το πρωί, φεύγοντας για το γραφείο, θα τον πετούσα στον κάδο απορριμμάτων.

(συνεχίζεται)…

(‘Tuscan Afternoon’ by Steve Thoms)

Αναπόφευκτα αδιέξοδα (τέλος)…

invisible-face-by-salvador-dali.jpegΗ διάρκεια του χρόνου που περνάει, είναι αντιστρόφως ανάλογη της λαχτάρας που καρτεράς ένα γεγονός. Οι δύο μέρες της φάνηκαν μεγαλύτερης διάρκειας. Όμως πέρασαν. Ανεπιστρεπτί.

Το πρωινό εκείνο ξύπνησε, παραδόξως, πριν χτυπήσει το ξυπνητήρι. Περιποιήθηκε τον εαυτό της πιο οργανωμένα και πιο περίτεχνα απ’ ότι μία άλλη, πιο συνηθισμένη, ημέρα. Με διάθεση καλή και λόγω του αποτελέσματος που έβλεπε στον καθρέπτη, κάθισε στην βεράντα να πιεί τον καφέ της. Το βλέμμα της καρφωμένο ως συνήθως, στην γαλήνια θάλασσα που έκλεβε αυταρχικά οποιαδήποτε άλλη εικόνα από τον ορίζοντά της. Κοίταξε το ρολόι της. Σε δύο ώρες.

Σκέψεις παντού μέσα στο μυαλό της. Για όλα και για τίποτε. Σκέψεις αυτοαναιρούμενες. Σκέψεις ευχάριστες. Σκέψεις δυσάρεστες. Δύο ώρες, δύο μέρες, γεμάτες με σκέψεις. Κουράστηκε μάλλον να σκέφτεται. Η πραγματικότητα θα επιβεβαιώσει ή θα διαψεύσει την αλήθεια τους. Αληθινά ψέματα ή ψεύτικες αλήθειες. Έκλεισε τα μάτια και έγειρε το κεφάλι πίσω. Σκέφτηκε έναν τραγούδι. ‘Εγώ σ’ αγάπησα εδώ’ λέει στην αρχή του. Ξανάνοιξε τα μάτια. Προτιμούσε την θέα της θάλασσας από την ανάμνηση της ζωής της.

Ένα αυτοκίνητο πλησίασε και σταμάτησε μπροστά. Δεν το είχε ξαναδεί. ‘Μπράβο του. Αγόρασε καινούργιο’ σκέφτηκε αμέσως και δεν έπεσε έξω. Τον είδε να βγαίνει από την θέση του οδηγού. Ένα νεύμα μάλλον νευρικό, η πρώτη κίνησή του. Ένα ‘γειά’ μάλλον τυπικό, η πρώτη λέξη του. Ο δρόμος προς το διαμέρισμα γνωστός. Τον περπάτησε με βήματα σταθερά και μάλλον γρήγορα. Τον περίμενε με ανοιχτή την πόρτα. Έβγαλε τα μαύρα γυαλιά ηλίου που φορούσε και αντίκρισε τα μάτια του. Είχαν ακόμη εκείνο το πράσινο του βρεγμένου δάσους. Ασυναίσθητα, αγκαλιάστηκαν και φιλήθηκαν.

Το βλέμμα του περιπλανήθηκε στον χώρο. ‘Δεν άλλαξε τίποτα’ σκέφτηκε αλλά δεν της το είπε. ‘Μόνο οι φωτογραφίες μου λείπουν’ ήταν το συμπλήρωμα της σκέψης του. Βγήκαν στο μπαλκόνι. Και εκείνου του άρεσε να κάθεται και να ρεμβάζει, βλέποντας την θάλασσα όσο πιάνει το μάτι του. ‘Ένα καφέ μέτριο με γάλα’ ήταν η απάντηση στην ερώτησή της για να του προσφέρει κάτι. ‘Τώρα πράγματι δεν θυμάται τι πίνω ή κάνει την ανήξερη;’ το συνεπακόλουθο της απάντησης. Έμεινε μόνος όση ώρα ετοιμαζόταν ο καφές του.

Την άκουσε να πλησιάζει:
– Έτοιμος ο καφές.
– Ευχαριστώ.
– Τον πέτυχα;
– Βεβαίως. Πάντα μου ετοίμαζες πολύ καλό καφέ. Το ξέχασες;
– Όχι. Δεν το ξέχασα. Αλλά η επιβεβαίωση είναι πάντα αποδεκτή.
– Πως τα περνάς;
– Καλά. Εσύ;
– Τα ίδια. Τώρα που περίμενα να έρθεις, συνειδητοποίησα πόσο πολύ μου έλλειψε το σπίτι αυτό. Είχα ξεχάσει πόσο όμορφα ήταν. Πόση γαλήνη με γέμιζε ο χώρος, το περιβάλλον, η θάλασσα.
– Ναι. Και στους δυό μας έκανε καλό, κάποτε. Όχι όμως τώρα. Ξέρεις, αποφάσισα να το πουλήσω.
– Γιατί;
– Προσωπικοί λόγοι.
– Μα, αυτό το σπίτι ήταν η ψυχή σου. Προσωπική σου επιλογή και διακαής πόθος. Πως κι έτσι;
– Σου είπα. Προσωπικοί λόγοι. Πιστεύω, ότι το πλήρωμα του χρόνου έφτασε γι’ αυτό το σπίτι. Και δεν συντρέχει λόγος περαιτέρω κατοχής του από μέρους μου.
– Εντάξει. Σεβαστό.
– Ευχαριστώ για την κατανόηση. Για να προχωρήσει όμως η διαδικασία, χρειάζεται και η δική σου συναίνεση.
– Μα καλά. Δεν έχεις το πληρεξούσιο που σου είχα κάνει; Τι παραπάνω χρειάζεσαι;
– Ο συμβολαιογράφος χρειάζεται και δική σου υπογραφή. Δεν αρκείται στο πληρεξούσιο.
– Καλά. Να πάω να το τακτοποιήσω. Αυτό με ήθελες;
– Ναι. Αυτό.
– Και με αυτή την κίνηση, κλείνει κάθε ‘υπόλοιπο’ μεταξύ μας;
– Ναι.
– Στεγνές και κοφτές απαντήσεις. Τόσο πολύ με έχεις βγάλει από την ζωή σου;
– Δεν έπρεπε; Και ‘συ το ίδιο δεν έχεις κάνει;
– Ακολουθώ τα βήματά σου. Συμπεριφέρομαι αντίστοιχα. Δεν επικοινωνείς, δεν επικοινωνώ. Απλά.
– Τόσο εγωιστής ακόμη; Τόσο;
– Εγώ ή εσύ;
– Και οι δύο, μάλλον. Κοιτάξαμε το ‘εγώ’ μας και χάσαμε το ‘εμείς’. Και να πεις ότι δεν περνάγαμε καλά;
– Σωστός ο χρόνος που χρησιμοποίησες. Σωστή και η επισήμανση. Σωστά όλα. Όλα τα άλλα, εκτός από την ζωή μας. Αλλού ο ένας, αλλού ο άλλος. Ποιος θα το φανταζόταν. Να έχουμε να μιλήσουμε τρία ολόκληρα χρόνια.
– Είπαμε. Εγωισμός είναι αυτός. Μεγάλο πράγμα. Ανυπέρβλητο. Δυσθεώρητο τείχος.
– Μόνοι το χτίσαμε. Και βάλαμε τόσο καλά υλικά, που μας ήταν αδύνατο να το σπάσουμε.
– Θα ήθελες να το σπάσεις;
– Εσύ;
– Εσένα ρωτάω.
– Καλά, είμαστε ανεκδιήγητοι. Ακόμη και τώρα, προσπαθούμε να εκμαιεύσουμε απάντηση από τον άλλο, για να μην εκθέσουμε τον εαυτό μας. Τελικά δεν διορθωνόμαστε.
– Δεν έχεις άδικο. Γνωρίζουμε ο ένας τον άλλο τόσο καλά, που τελικά ο λόγος που χωρίσαμε έχει να κάνει με το ότι αναγνωρίζαμε στον άλλο τον εαυτό μας τόσο πολύ, που δεν αντέχαμε να ζούμε άλλο μαζί του. Καταφέραμε να κάνουμε ο ένας τον άλλο, αντικατοπτρισμό του εαυτού μας. Και ένας αντικατοπτρισμός, ποτέ δεν κρατάει για πάντα.
– Μ’ αρέσουν οι φιλοσοφικές προσεγγίσεις του προβλήματος. Όμως, δεν επιφέρουν καμία αλλαγή. Μάλλον τις λέμε για να τις ακούμε, παρά γιατί τις πιστεύουμε. Αν τις πιστεύαμε, θα είχαμε κάνει κάτι να τις πολεμήσουμε. Αλλά τις αφήσαμε να δράσουν ανενόχλητες. Και τώρα, μένουν να πέσουν οι τελευταίες υπογραφές για να ολοκληρωθεί η ‘αποκαθήλωση’ ενός ‘καλού γάμου’, όπως συνήθιζαν να λένε για τον γάμο μας οι απέξω.
– Είσαι σκληρός.
– Οι καταστάσεις με έκαναν έτσι. Θα φύγω.
– Ναι. Πιστεύω ότι θα ήταν το καλύτερο.
– Να πάω κι’ από τον συμβολαιογράφο.
– Ναι. Είναι εδώ στην πόλη.
– Το ξέρω.

Σηκώθηκε. Τον ακολούθησε. Δεν είπαν τίποτα. Ούτε φιλήθηκαν. Ούτε γύρισε να την δει. Ούτε την κοίταξε όταν έβαλε μπροστά το αυτοκίνητο. Μάζεψε τον καφέ του. Δεν τον είχε πιεί. Άφησε τα ποτήρια στον νεροχύτη. Πήγε στην κρεβατοκάμαρα να αλλάξει. Είχε καλή μέρα έξω. Δεν θα έχανε το μπάνιο της.

(‘Invisible Face’ by Salvador Dali)

Αναπόφευκτα αδιέξοδα (συνέχεια)…

impression-sunrise-by-claude-monet.jpegΟ μεσημεριανός ύπνος της ήταν ανήσυχος. Από την μία η μεσημεριανή ζέστη, από την άλλη η έγνοια της αναπόφευκτης συνάντησης, δεν την άφησαν σε ηρεμία να τον ευχαριστηθεί. Έφτιαξε ένα καφέ και κάθισε στο μπαλκόνι να τον πιει, ατενίζοντας την αγαπημένη της εικόνα, την θάλασσα. Πάντα την μάγευε η θάλασσα. Και αυτός ήταν ο κύριος λόγος που είχαν αγοράσει αυτό το εξοχικό. Η θάλασσα. Ατίθαση, γεμάτη αυθορμητισμό, ανένταχτη και δυνατή, όπως πίστευε ότι ήταν και εκείνη. Μία θάλασσα μέσα της η ψυχή της. Αυτές τις ιδιαίτερες πλευρές του χαρακτήρα της, τις είχε εντοπίσει ο Χάρης, ο πρώην άντρας της. Και αυτές τις πλευρές ήταν που δεν μπόρεσε να αντέξει, όπως της είχε πει. Έφυγε και, τρία χρόνια τώρα, δεν επανήλθε. Αλλά, αυτά ήταν παλιές ιστορίες που είχαν περάσει ανεπιστρεπτί. Τώρα, τα δεδομένα είχαν διαμορφωθεί διαφορετικά. Έπρεπε να ξανασυναντηθούν. Έπρεπε.

Άνοιξε το μενού του κινητού της. Πήγε στα μηνύματα κειμένου και πληκτρολόγησε:

‘ΚΑΛΗΣΠΕΡΑ. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΥΝΑΝΤΗΘΟΥΜΕ. ΔΕΝ ΤΟ ΕΠΙΔΙΩΚΩ ΕΓΩ, ΑΛΛΑ ΠΡΕΠΕΙ. ΤΗΛΕΦΩΝΗΣΕ ΜΟΥ ΝΑ ΤΟ ΚΑΝΟΝΙΣΟΥΜΕ. ΠΕΡΙΜΕΝΩ.’

Εύρεση επαφής, αποστολή, αναφορά επίδοσης. Και τώρα, αναμονή.
Ήχος εισερχόμενου μηνύματος. Άνοιγμα και ανάγνωση:

‘ΚΑΛΗΣΠΕΡΑ. ΔΕΝ ΚΑΤΑΝΟΩ ΤΟΝ ΕΠΙΘΕΤΙΚΟ ΤΡΟΠΟ ΣΟΥ. ΔΕΝ ΠΕΙΡΑΖΕΙ. ΘΑ ΕΙΜΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΗΝ ΠΕΜΠΤΗ. ΠΕΣ ΜΟΥ ΠΟΥ ΘΕΛΕΙΣ ΝΑ ΣΥΝΑΝΤΗΘΟΥΜΕ.’

Απάντηση:

‘Ο ΕΠΙΘΕΤΙΚΟΣ ΤΡΟΠΟΣ ΣΧΕΤΙΖΕΤΑΙ ΜΕ ΤΙΣ ΑΜΥΝΕΣ ΜΟΥ. ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΕΡΘΕΙΣ ΤΗΝ ΠΕΜΠΤΗ ΕΔΩ, ΣΤΟ ΕΞΟΧΙΚΟ; ΘΑ ΤΟ ΗΘΕΛΑ. ΠΕΣ ΜΟΥ ΑΝ ΜΠΟΡΕΙΣ.’

Αποστολή. Αναμονή. Απάντηση:

‘ΚΑΛΗ Η ΑΜΥΝΑ, ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΔΕΧΤΗΚΕΣ ΚΑΜΙΑ ΕΠΙΘΕΣΗ ΑΠΟ ΕΜΕΝΑ ΠΙΣΤΕΥΩ. ΕΝΤΑΞΕΙ. ΘΑ ΕΡΘΩ. ΚΑΤΑ ΤΙΣ 11 ΘΑ ΕΙΜΑΙ ΕΚΕΙ. ΤΑ ΛΕΜΕ ΑΠΟ ΚΟΝΤΑ.’

Κλείσιμο και απόθεση του κινητού επάνω στο τραπέζι.

Είχε δυο μέρες να προετοιμαστεί για την συνάντηση. Ούτε μικρό ούτε μεγάλο διάστημα. Ένοιωθε παράξενα. Δεν φοβόταν. Αυτή είχε ξεκαθαρίσει μέσα της τα γεγονότα. Είχε ξεκαθαρίσει μέσα της τους λόγους και τις αφορμές. Έτσι τουλάχιστον πίστευε. Και με την πίστη αυτή θα τον αντιμετώπιζε ξανά. Εξάλλου, δεν θα του ζήταγε κάτι τρελό. Ήθελε την υπογραφή του για να πουλήσει το σπίτι αυτό. Το τελευταίο αντικείμενο που τους ένωνε. Τυπικά τουλάχιστον. Αυτός, είχε αποποιηθεί κάθε απαιτήσεως επί των κοινών περιουσιακών στοιχείων τους. Δεν θα έφερνε αντίρρηση. Από την άλλη βέβαια, θα μπορούσε να γίνει η όλη διαδικασία μέσω των δικηγόρων τους, αλλά αυτό το σπίτι συμβόλιζε κάτι παραπάνω από ένα συνηθισμένο κοινό περιουσιακό στοιχείο. Και τα συμβολικά αντικείμενα, θέλουν συμβολικό τρόπο διευθέτησης. Σε δύο μέρες.

Η νύχτα έριξε άπλετα το φως της παντού. Την βρήκε καθισμένη στην πολυθρόνα στο μπαλκόνι. Δεν της έκανε καμία διάθεση να κινηθεί από εκεί. Με βλέμμα καρφωμένο στον θαλάσσιο ορίζοντα. Ακόμη και τώρα, που δεν μπορούσε καλά-καλά να διακρίνει τίποτα. Μόνο σκιές φέγγανε. Κάπου στο βάθος, ένα καϊκάκι είχε ανάψει την λάμπα ψαρέματος. Της θύμισε σκηνή από τον ‘Καιρό των Τσιγγάνων’ με τα κεράκια που έπλεαν επάνω στο ποτάμι. Ταξίδι πυρωμένων ψυχών σε παγωμένη, μόνιμα κινούμενη, επιφάνεια. Αποχαιρετισμός. Καλό ταξίδι. Σε δύο μέρες.

(συνεχίζεται…)

(‘Impression, Sunrise’ by Claude Monet)

Αναπόφευκτα αδιέξοδα…

tanzerin-by-gustav-klimt.jpegΞύπνησε ιδρωμένη. Ασυνήθιστο φαινόμενο, μιας και ποτέ της δεν ίδρωνε. Οι υψηλές θερμοκρασίες που επικρατούσαν τις τελευταίες μέρες, την είχαν αποσυντονίσει. Και εξωτερικά και εσωτερικά. Πήγε στην μπαλκονόπορτα. Άνοιξε διάπλατα τα θυρόφυλλα και ανέπνευσε λαίμαργα το άρωμα της πρωινής αύρας, που ερχόταν από το περιβάλλον. Τα λουλούδια του κήπου που απλώνονταν μπροστά της, καθώς και το ιώδιο της θάλασσας που κείτονταν ήρεμη σε απόσταση μερικών μέτρων από το εξοχικό της, δημιουργούσαν μία ιδιαίτερη μυρωδιά που μόνο εκεί είχε την δυνατότητα να γεύεται.

Κάθισε να ατενίζει την ήρεμη θάλασσα. Δεν της έκανε καρδιά να αφήσει αυτό το θέαμα, άσχετα αν έπρεπε να πάει να ετοιμαστεί για να φύγει. Οι υποχρεώσεις της ζωής της, την κυνηγούσαν ακόμη και εδώ, στον ελάχιστο χρόνο που διέθετε αποκλειστικά για τον εαυτό της κάθε χρόνο. Έκανε την ανάγκη φιλοτιμία και κατευθύνθηκε στο μπάνιο. Γδύθηκε, κοίταξε τον εαυτό της στον καθρέπτη και μπήκε στην ντουζιέρα για ένα πρωινό ντους. Ταξίδεψε το χέρι της επάνω στις πτυχές του σώματός της. Κρατιόταν σε καλή κατάσταση, παρά τα ‘πατημένα’ σαράντα που διένυε. Το στήθος της ακόμη σφριγηλό, η μέση της διαγραφόταν ξεκάθαρα σε σχέση με το υπόλοιπο κορμί και οι γλουτοί της σε εξαιρετική κατάσταση.

Χωρίς να σκουπιστεί, φόρεσε το λευκό μπουρνούζι της και βγήκε από την ντουζιέρα. Τα νερά έτρεχαν στο πάτωμα, αλλά λίγο την ένοιαζε. Ξανακοιτάχτηκε στον καθρέπτη. Τα καστανά μαλλιά της, έπεφταν υγρά επάνω στους ώμους της. Πήρε την βούρτσα και χτενίστηκε. Δεν τα στέγνωσε. Ήθελε να νοιώθει την υγρασία στο κεφάλι της. Την έκανε να λειτουργεί καλύτερα, λες και τα υγρά μαλλιά λειτουργούσαν σαν μέσο απορρόφησης της εσωτερικής υψηλής θερμοκρασίας του σώματός της.

Ξαναγύρισε στο δωμάτιό της. Άνοιξε την ντουλάπα και έβγαλε ένα λευκό πουκάμισο και μία καφέ βερμούδα. Από το συρτάρι με τα εσώρουχα, διάλεξε ένα μαύρο δαντελωτό σλιπ και ένα μπεζ σουτιέν. Αρωματίστηκε πριν ντυθεί και έμεινε κάποια δευτερόλεπτα να ταξιδεύει επάνω την μύτη της επάνω στο φρεσκοπλυμένο και αρωματισμένο κορμί της, απολαμβάνοντας της μυρωδιές που ανάβλυζαν. Τονωτικές ενέσεις παραισθησιογόνων ουσιών στον εγκέφαλο. Ντύθηκε και έβαψε διακριτικά το πρόσωπο και τα χείλη της. Πήρε την τσάντα της, τα κλειδιά και το κινητό της και βγήκε από το σπίτι. Μπήκε στο αυτοκίνητο και ξεκίνησε για την κοντινή πόλη.

Ο δρόμος γνωστός, κεντημένος δίπλα στην θάλασσα. Η μυρωδιά της θάλασσας έμπαινε ορμητικά και άπλετα από το ανοιχτό παράθυρο του αυτοκινήτου και γέμιζε τις οσφρητικές διόδους. Παράλληλα, ξυπνούσε μνήμες περασμένων καλοκαιριών, όταν οι μυρωδιές και τα ερεθίσματα τους μοιραζόντουσαν στα δύο, ανάμεσα σε κείνη και σε κείνον. Δεν άφησε το μυαλό της να ταξιδέψει στο παρελθόν. Εξάλλου, έφτανε στην μικρή κωμόπολη και έπρεπε να επικεντρωθεί στον δρόμο και στην δουλειά που είχε να τελειώσει.

Πάρκαρε εύκολα. Βγήκε από το αυτοκίνητο, κλείδωσε και κατευθύνθηκε προς το συμβολαιογραφείο της κωμόπολης. Άνοιξε την πόρτα και μπήκε μέσα. Την υποδέχθηκε ο συμβολαιογράφος, με περισσή ευγένεια είναι αλήθεια. Προθυμοποιήθηκε να της παραγγείλει καφέ, αλλά εκείνη τον απέτρεψε ευγενικά. Βιαζόταν να τελειώσει για να φύγει του εκμυστηρεύτηκε και παρακαλούσε να περάσουν γρήγορα στο αντικείμενο της συνάντησής τους. Ο συμβολαιογράφος άνοιξε ένα φάκελο που είχε ακριβώς δίπλα του και συμβουλεύτηκε κάποια χαρτιά. Της είπε ότι υπάρχει ένα θέμα με την ιδιοκτησία του εξοχικού της. Καθαρά διαδικαστικό μεν, αλλά θα πρέπει να συναινέσει με την υπογραφή του ο πρώην άντρας της για να μπορέσει να το πουλήσει. Του είπε ότι με τον πρώην άντρα της δεν μιλιούνται πια μετά το διαζύγιό τους και ότι δεν θα μπορέσει να συμφωνήσει μαζί του για κάτι τέτοιο. Αυτός της απάντησε ότι ο νόμος είναι πάνω από διαζύγια και διαπροσωπικές σχέσεις και ότι έπρεπε να κάνει κάτι για να μπορέσει να προχωρήσει στην μεταβίβαση του ακινήτου, αλλιώς να το ξεχάσει. Σηκώθηκε προβληματισμένη από την καρέκλα που καθόταν και αφού αποχαιρετίστηκε με τον συμβολαιογράφο, έφυγε από το γραφείο του.

Μπήκε στο αυτοκίνητο και πήρε τον δρόμο της επιστροφής για το σπίτι της. Η κατάσταση ήταν περίπλοκη και έπρεπε νηφάλια να κάτσει να σκεφτεί τι θα κάνει. Με μία πρώτη ματιά, όλοι οι δρόμοι για την επίλυση αυτού του ζητήματος, οδηγούσαν, αναπόφευκτα, στην επαναπροσέγγιση του πρώην άντρα της. Κάτι, που οπωσδήποτε δεν ήθελε και που σίγουρα θα της στοίχιζε. Έφτασε στο σπίτι, αγνοώντας για πρώτη φορά τις μυρωδιές του περιβάλλοντος. Αυτή την στιγμή, οι μόνες μυρωδιές που έφταναν στην μύτη της, ήταν μυρωδιές διαζυγίου και κατεστραμμένης σχέσης. Οσμές αποσύνθεσης δηλαδή.

Γδύθηκε και φόρεσε το μαγιό της. Ίσως, το θαλασσινό μπάνιο την έκανε να δει τα πράγματα από άλλη σκοπιά, διαφορετικά. Ίσως. Κατέβηκε στην παραλία και χωρίς ιδιαίτερη καθυστέρηση, βούτηξε. Κρύωνε στην αρχή, αλλά αυτό ήταν κάτι που δεν την προβλημάτιζε. Κολύμπησε για λίγο, έκανε κάποιες βουτιές. Ένοιωσε την θάλασσα να μην την βοηθάει, ένοιωσε την θάλασσα να την πνίγει με την καθαρότητά της. Βγήκε αμέσως, σκουπίστηκε ελαφρά και αφού άπλωσε την πετσέτα της, ξάπλωσε επάνω της. Στο μυαλό της γύριζε μία και μόνη σκηνή. Το αντάμωμά τους μετά από τρία ολόκληρα χρόνια, που ούτε ένα τηλέφωνο δεν είχαν ανταλλάξει.

(συνεχίζεται…)

(‘Tanzerin’ by Gustav Klimt)

Ο δρόμος, ο χρόνος, η ζωή… (το τέλος)

master-bedroom-by-andrew-wyeth.jpegΞύπνησε απότομα από την σκέψη, ότι μπορεί να ζει τις τελευταίες του στιγμές. Η σκέψη αυτή τον φόβισε. Όχι γιατί θα πέθαινε. Δεν τον φόβιζε ο θάνατος. Ποτέ δεν τον φοβήθηκε. Τον φόβιζε η σκέψη ότι θα πήγαινε να τον συναντήσει κοιμισμένος και όχι ξύπνιος. Τουλάχιστον τον θάνατο, ήθελε να τον συναντήσει ξύπνιος. Όρθιος. Αγέρωχος. Ήθελε να τον συναντήσει όπως του άξιζε.

Έμεινε βυθισμένος στις σκέψεις του. Δεν προσπάθησε να καταλάβει τι γινόταν γύρω του. Δεν τον ένοιαζε και ιδιαίτερα. Προετοιμαζόταν. Και η προετοιμασία απαιτούσε πλήρη αφοσίωση.

Χαρούμενες σκέψεις. Αυτό έπρεπε να κάνει. Εξάλλου, ποιος είπε ότι ο δρόμος για την άλλη ζωή, είναι στρωμένος με θλιβερές σκέψεις; Κανένας. Όσοι τον περπατάνε, έχουν γαλήνια όψη. Έτσι είχε παρατηρήσει αυτός. Χαρούμενες σκέψεις. Πόσο του έλειψαν αλήθεια;

Αναπόληση. Σε χρόνια παιδικά, νεανικά, εφηβικά, φοιτητικά. Ξαφνικά, θέλεις να θυμηθείς τα πάντα. Λογικό του φάνηκε. Οι θύμησες και οι αναμνήσεις είναι οι αποσκευές στο ταξίδι αυτό. Όσο περισσότερες έχεις, τόσο καλύτερο και πιο προετοιμασμένο ταξίδι θα κάνεις. Και έχω τέτοιες αποσκευές. Ζωή γεμάτη, ζωή πλήρης. Δεν πρέπει να με λυπάστε. Εξάλλου, ποιος σας είπε ότι δεν θέλω να ταξιδέψω;

Ζωή και θάνατος. Έννοιες αντίθετες και συμπληρωματικές. Κάτι σαν την αγάπη και το μίσος. Όχι τόσο αγαπημένες όμως. Σαν ξόρκι χρησιμοποιημένες. Όμως, τόσο στενά δεμένες με την έννοια που λέγεται ‘άνθρωπος’. Μεγάλη και δύσκολη έννοια. Ποιος μπορεί να τον καταλάβει; Ίσως, μόνο αυτός που τον έπλασε. Και πάλι, πολλές φορές, κι’ αυτός ακόμη, σηκώνει τα χέρια ψηλά.

Άφησε λίγο τις σκέψεις στην άκρη. Η επιθυμία να συνειδητοποιήσει τον κόσμο και το περιβάλλον γύρω του, λίγο πριν το τέλος, τον έκανε να προσπαθήσει να επικοινωνήσει τον γύρω χώρο. Ένοιωσε παρουσίες πολλές. Κόσμος πολύς.

– Τι γίνεται γιατρέ;
– Δεν πάει καλά. Φεύγει. Λυπάμαι.

Φεύγω ή έρχομαι; Χάνομαι ή ξαναγεννιέμαι; Τέλος ή αρχή; Δύσκολες ερωτήσεις, δύσκολες απαντήσεις. Και ποιος είμαι εγώ που θα τις δώσει; Κανένας. Δεν έζησα στο όριο. Δεν μπορώ να απαντήσω για το όριο. Δεν έζησα το μέγιστο. Δεν μπορώ να μιλήσω για το ελάχιστο.

Κουράστηκα. Φεύγω. Μάλλον. Αυτό πρέπει να είναι. Αποχαιρετισμός.

‘Σ’ αγάπησα και σ’ αγαπώ με όση δύναμη μου έδωσε η ζωή μου. Να το ξέρεις και να το θυμάσαι πάντα. Και μη με ξεχάσεις. Να με έχεις εκεί που μου αξίζει, εκεί που σου αξίζει. Να προσέχεις τον εαυτό σου’.

‘Σ’ ευχαριστώ που με ανέστησες και με παρέδωσες στον κόσμο. Με αρχές και πιστεύω. Με μυαλό και καρδιά. Να ‘σαι καλά. Θα τα πούμε’.

Κουράστηκα. Φεύγω. Μάλλον. Αυτό είναι. Καλωσόρισμα.

‘Στα χέρια σου αφήνω το τιμόνι,
Κι’ η πιο μεγάλη νύχτα ξημερώνει’…

(οι στίχοι του τέλους, ανήκουν στον Άλκη Αλκαίο)

(‘Master Bedroom’ by Andrew Wyeth)

Ο δρόμος, ο χρόνος, η ζωή… (ημέρα 2η)

personda-en-la-muerte-by-frida-kahlo.jpegΚρύωνε. Ένα κρύο ακαταμάχητο. Είχε ακούσει να μιλάνε για το βάρος της ψυχής, για εκείνα τα 21 γραμμάρια που βαραίνουν το σώμα των ανθρώπων. Δεν είχε ακούσει ποτέ για την θερμότητά της. Τώρα που την ένοιωθε να φεύγει από πάνω του, διαπίστωσε ότι η θερμότητα που σκορπάει η ψυχή στο σώμα, είναι δυσανάλογη του βάρους της. Χαμογέλασε μέσα του με την διαπίστωσή του. Χαμογέλασε μέσα του με την ανακρίβεια των νόμων της φυσικής που διέπουν το σύμπαν. Το σύμπαν μπορεί να διέπεται από νόμους, το ανθρώπινο σώμα ποτέ, σκέφτηκε. Προσπάθησε να μυρίσει τον αέρα του δωματίου για να καταλάβει την παρουσία άλλου ατόμου εκεί μέσα. Δεν αντιλήφθηκε κάτι. Μόνο τον ήχο της βροχής στο κλειστό τζάμι άκουγε. Πάντα ήθελε να πεθάνει μία βροχερή μέρα.

Πρέπει να είχε αποκοιμηθεί πάλι. Τον ξύπνησαν οι ομιλίες των δύο γυναικών της ζωής του, της γυναίκας και της μητέρας του. Τις ένοιωσε δίπλα στο παράθυρο, να μιλάνε χαμηλόφωνα και να κλαίνε στο τέλος κάθε πρότασης.

– Τον χάνω μητέρα. Το ακούς; Τον χάνω.
– Ηρέμησε κορίτσι μου. Ο γιός μου είναι πολεμιστής. Θα τα καταφέρει. Θα δεις. Θα διαψεύσει τους γιατρούς.
– Δεν θα μπορέσει. Το είπαν ξεκάθαρα. Ώρες του έμειναν. Δεν ανταποκρίνεται στην θεραπεία. Το άκουσες και μόνη σου.
– Έχω ελπίδες.
– Εγώ, καμία.
– Σταμάτα. Μην το λες έτσι. Η ελπίδα πεθαίνει τελευταία.
– Η δική μου έχει πεθάνει ήδη. Και τώρα περιμένω να πεθάνει κι εκείνος. Τι θα κάνω τώρα; Μπορείς να μου πεις;
– Τίποτα. Δεν μπορείς να κάνεις τίποτα.
– Αυτό με τρελαίνει. Να βλέπεις τον άνθρωπό σου ανήμπορο και να μην μπορείς να τον βοηθήσεις.
– Δεν μπορούσες να κάνεις τίποτε παραπάνω. Τίποτε.
– Δεν θέλω να τον χάσω.
– Ούτε εγώ. Αλλά, αν είναι θέλημα Θεού, δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα. Ότι γράφει δεν ξεγράφει.
– Δεν μπορώ την μοιρολατρία.
– Ούτε ‘γώ. Αλλά, έτσι είναι. Δεν αλλάζει.
– Φοβάμαι.
– Και ‘γώ.

Το κλάμα της γυναίκας του έγινε πιο έντονο. Η μητέρα του προσπαθούσε να την ηρεμήσει, πνίγοντας τα δικά της δάκρυα. Δεν ήθελε να τις ακούει άλλο. Κοιμήθηκε.

‘Το γελεκάκι που φορείς
Εγώ στο ‘χω ραμμένο
Με πίκρες και με βάσανα
Στο ‘χω φοδραρισμένο.’

Η μελωδική φωνή της μητέρας του, τον ξύπνησε. Το τραγούδι που του έλεγε όταν ήταν μικρός για να τον κοιμίσει. Τα παιδικά του χρόνια στο προσκήνιο. Πόση ζεστασιά πλημμύρισε την καρδιά του. Η μητέρα του, είχε πάντα τον τρόπο να τον κάνει να νοιώθει έτσι. Ακόμη και τώρα. Ακόμη και τώρα, που η ψυχή του σκορπούσε στον άνεμο.

‘Φόρα το μωρό μου, φόρα το μικρό μου
Γιατί δεν θα το ξαναφορέσεις άλλο πια
Φόρα το για να ‘σαι, για να με θυμάσαι
Για μετάξι έχω τα σγουρά σου τα μαλλιά.’

Ξανακοιμήθηκε πριν προλάβει να ακούσει τον λυγμό της μητέρας του, καθώς τελείωνε το νανούρισμα…

(συνεχίζεται…)

(‘Personda en la Muerte’ by Frida Kahlo)

Ο δρόμος, ο χρόνος, η ζωή… (ημέρα 1η)

Είχε πάρει να βρέχει από το πρωί. Άκουγε υπόκωφα τις στάλες της βροχής να πέφτουν με μανία επάνω στο τζάμι του δωματίου. Δεν είχε κοιμηθεί καλά το βράδυ. Σκέψεις διάφορες περνούσαν από το μυαλό του. Δεν αντιδρούσε όμως. Δεν ήξερε αν ήταν ηθελημένη η απουσία αντίδρασης ή όντως δεν μπορούσε να αντιδράσει. Τουλάχιστον καταλάβαινε. Και αυτό του έφτανε. Τα φάρμακα που του έδιναν, τον βοηθούσαν να μην πονάει. Κάτι ήταν κι’ αυτό. Εδώ και λίγη ώρα, είχε μπει στο δωμάτιο η γυναίκα του. Την ένοιωσε να περιφέρεται μέσα στο δωμάτιο. Δεν μπορούσε να την δει. Μόνο να την ακούσει και να την αισθανθεί. Την ένοιωσε να κάθεται δίπλα του, σε μία καρέκλα. Αισθάνθηκε το χέρι της να πιάνει το δικό του. Ασυναίσθητα, προσπάθησε να της το σφίξει. Δεν μπορούσε. Λυπήθηκε.

Δεν είχε κοιμηθεί καλά το βράδυ. Αν και δεν ήθελε να φύγει από το πλάι του, οι γιατροί την ανάγκασαν να φύγει. Την είχαν διαβεβαιώσει ότι δεν υπήρχε λόγος να ξενυχτίσει κοντά του. Εξάλλου, όπως της είπαν, δεν ήταν σε θέση να καταλάβει ποιος ήταν εκεί μαζί του. Με πόνο καρδιάς έφυγε. Γύρισε όμως δίπλα του, πολύ νωρίς το πρωί. Έβρεχε. Παράξενο, σκέφτηκε. Έτσι ένοιωθε κι εκείνη. Σαν μία βροχερή ημέρα. Μουντή και σκοτεινή. Και με ένα κόμπο να ανεβαίνει στο λαιμό της. Γι’ όλα αυτά που θα έχανε, έτσι κι αυτός δεν κατάφερνε να ξεπεράσει τον κίνδυνο. Κοίταξε έξω από το παράθυρο. Η βροχή συνέχιζε. Πήγε και κάθισε κοντά του. Του έπιασε το χέρι. Ένοιωσε ανατριχίλα. Χαμογέλασε και ένα δάκρυ κύλησε στο πρόσωπό της. Ένα ακόμη δάκρυ. Αποφάσισε να του μιλήσει. Έστω κι’ αν εκείνος, δεν ήταν σε θέση να την ακούσει.

Καλημέρα αγαπημένε μου. Σήμερα ξύπνησα και το κρεβάτι ήταν άδειο. Έλλειπες καρδιά μου. Έλλειπες και άδειασε το σπίτι. Φώναζα το όνομά σου, αλλά απάντηση δεν έπαιρνα. Θυμάσαι τι μου έλεγες; Ότι δεν θα λείψεις από το πλάι μου ποτέ. Ότι θα ξυπνάμε πάντα μαζί. Αθέτησες την υπόσχεσή σου. Σήμερα έλλειπες καλέ μου. Και ‘γώ μόνη. Με μια μοναξιά αβάσταχτη. Απερίγραπτη. Ασήκωτη. Να προσπαθώ να στηρίξω εμένα, και να μην βρίσκω κανένα στήριγμα. Ντύθηκα και ήρθα αμέσως. Οι γιατροί, δεν με άφησαν να μείνω το βράδυ μαζί σου. Δεν πρόκειται να τους ξανακούσω. Θα μείνω δίπλα σου, όσο χρειαστεί.

Την άκουγε και δεν μπορούσε να απλώσει το χέρι του να την ηρεμήσει. Να την καθησυχάσει. Ανήμπορος μέσα στην ακινησία του. Σκέφτηκε, να της δώσει κάποιο σημάδι. Δεν μπορούσε. Λυπήθηκε και θύμωσε. Την άκουγε να μιλάει.

Θυμάσαι τότε, όταν πρωτογνωριστήκαμε; Που με πολιορκούσες έντονα; Πόσο γυναίκα με έκανες να νοιώθω τότε. Και τώρα βέβαια, δεν πήγαινες πίσω. Ένοιωθα και νοιώθω γυναίκα κοντά σου. Χαιρόσουν να με βλέπεις έτσι. Είχες τον τρόπο σου να το πετυχαίνεις. Το βλέμμα σου. Το άγγιγμά σου. Το χάδι σου. Τα λόγια σου. Όλα μαζί και το καθένα χωριστά. Πάντα σου έκανα την δύσκολη. Και πάντα, ερχόσουν με πιο πολύ ορμή. Πόσο ποθητή ένοιωθα και νοιώθω κοντά σου.

Έφερε στο νου του, εικόνες από τις λέξεις της. Πάντα του άρεσε. Πάντα την εύρισκε πολύ ωραία γυναίκα. Αισθάνθηκε όμορφα.

Ξέρεις, πιστεύω ότι αυτό είναι ένα στοιχείο, που βοήθησε το γάμο μας να αντέξει. Αυτή η έντονη ερωτική διάθεση που υπήρχε μεταξύ μας. Ακόμη και σε στιγμές που υπήρξαν προβλήματα, αυτή η επιθυμία μας βοήθησε να τα ξεπερνάμε. Μας ζέσταινε και μας τόνωνε. Ποτέ δεν αποποιηθήκαμε τους ρόλους μας σαν ζευγάρι. Πάντα εσύ ήσουν ο άντρας και πάντα εγώ ήμουν η γυναίκα. Μου άρεσε αυτό. Και μου αρέσει. Και το χρωστάω σε σένα.

Αισθάνθηκε πολύ πιο όμορφα.

Δεν πρόλαβε να συνεχίσει. Χτύπησε η πόρτα. Φώναξε ‘εμπρός’ και η μητέρα του φάνηκε στο άνοιγμά της.

– Καλημέρα. Πως είναι;
– Καλημέρα. Σταθερή η κατάστασή του, λένε οι γιατροί. Περιμένουν. Θα δείξει.
– Εσύ; Πως είσαι;
– Προσπαθώ. Εσείς;
– Επίσης.
– Καταλαβαίνει τίποτα;
– Οι γιατροί λένε πως όχι. Εγώ πιστεύω πως ναι.
– Και ‘γώ, το ίδιο πιστεύω. Πάντα, ήταν γερή κράση. Πάντα πολεμιστής.
– Ναι. Πάντα.
– Πάμε να πιούμε ένα καφέ; Ήρθα άρον-άρον και δεν πρόλαβα να πιω.
– Ναι, πάμε. Και ‘γώ θα ήθελα έναν.

Έσκυψε, του έδωσε ένα φιλί στο μέτωπο και έφυγε.

Έμεινε μόνος με τις σκέψεις του. Η εξομολόγηση της γυναίκας του, του έκανε καλό. Βυθίστηκε στις σκέψεις του. Πέρασε από τα κλειστά του μάτια, η εικόνα της. Την είδε να του γελάει. Της γέλασε κι’ αυτός. Την είδε να φεύγει από κοντά του. Προσπάθησε να τρέξει να την φτάσει. Δεν μπορούσε. Ξαναπροσπάθησε. Η πνευματική προσπάθεια, τον εξάντλησε. Κοιμήθηκε. Για ώρες πολλές. Του φάνηκε σαν προεόρτια. Σαν να προετοιμαζόταν. Ξύπνησε το άλλο πρωί. Η βροχή, συνέχιζε να χτυπάει το τζάμι του δωματίου. Ένοιωσε κρύο. Η ψύχρα του τέλους…

(συνεχίζεται…)

(‘Together’ by Dagmar Zupan)

Ο δρόμος, ο χρόνος, η ζωή… (η αρχή)

Ο δρόμος προς το σπίτι του, δεν είχε καμία αλλαγή. Τα τελευταία 10 χρόνια, ίδια σπίτια, ίδια δένδρα, ίδια πεζοδρόμια. Απόλυτη έλλειψη του διαφορετικού. Οδηγούσε διαδικαστικά, εκτελεστικά. Που και που, άφηνε το αυτοκίνητο να ρολλάρει πάνω στην άχρωμη άσφαλτο, χωρίς δική του επέμβαση.

Το ποδήλατο που διάσχισε κάθετα τον δρόμο, από την δεξιά πλευρά της κίνησής του, ήταν μία κάποια αλλαγή στην ίδια επαναλαμβανόμενη εικόνα της διαδρομής του. Αναπάντεχη και πλήρως απρόσμενη. Η στρέψη του τιμονιού στην αντίθετη κατεύθυνση, είχε ως αποτέλεσμα την πρόσκρουση του αυτοκινήτου επάνω σε έναν στύλο φωτισμού. Το συνεργείο που διενήργησε τον απεγκλωβισμό του, χρειάστηκε πολύ ώρα να ολοκληρώσει τις εργασίες του, μιας και η μάζα των σιδερικών και του σώματός του, μορφωμένη από τα χέρια κάποιου ιμπρεσιονιστή γλύπτη, απαίτησε χειρουργικής φύσεως επεμβάσεις για να διαχωριστεί.

Από τα έγγραφα που υπήρχαν μέσα στο αυτοκίνητο, εντοπίστηκαν και ειδοποιήθηκαν οι κοντινοί συγγενείς του, η γυναίκα και η μητέρα του. Δύο γυναίκες διαφορετικές, δύο κόσμοι ξένοι, με κοινό σημείο σύγκλισης εκείνον. Έφτασαν στο νοσοκομείο που είχε μεταφερθεί με διαφορά λίγης ώρας, αλλά με την ίδια έκφραση στα μάτια (απελπισίας), με την ίδια ερώτηση στα χείλη (θα ζήσει; θα γίνει καλά;) και την ίδια προσμονή στ’ αυτιά για την απάντηση του γιατρού (ναι).

Η απάντηση που έλαβαν από τον θεράποντα ιατρό, καθ’όλα επαγγελματική και απρόσωπη: ‘Προς το παρόν βρίσκεται σε κωματώδη κατάσταση. Το επόμενο 48ωρο θα μας επιτρέψει να κάνουμε πιο ακριβή εκτίμηση της πορείας του. Πάντως, δεν έχουμε χάσει τις ελπίδες μας.’.

Το προσωπικό του νοσοκομείου παρέχει κάθε δυνατή βοήθεια και το δωμάτιο που τοποθετήθηκε, κάθε δυνατή ηρεμία και απομόνωση για γρήγορη ανάρρωση. Οι δύο γυναίκες, εναλλάξ ή κατά μόνας, βρίσκονται στο πλευρό του αγαπημένου προσώπου. Αυτός, ‘ντυμένος’ με λευκούς επιδέσμους σε όλο το σώμα, ατενίζει το άπειρο της ζωής του, με μάτια ανοιχτά και ανέκφραστα.

Νοιώθει το κάθετί που γίνεται γύρω του. Νοιώθει την ένταση στο πρόσωπο και στα μάτια της γυναίκας του, νοιώθει τον πόνο στην ψυχή και στην φωνή της μάνας του. Οι γιατροί, διαβεβαιώνουν αυτές τις δύο γυναίκες, ότι αυτός είναι σε κώμα κι’ ότι δεν μπορεί να αντιληφθεί τι γίνεται γύρω του. Ίσως και να τον βολεύει η ψευδαίσθηση των γιατρών. Ίσως και να θέλει να μείνει μόνος με τον εαυτό του, αυτές τις στιγμές. Δεν αντιδρά. Μαζεύει αντιδράσεις, σκέφτεται και επαναπροσδιορίζει την ζωή του. Όση του απέμεινε. Όση θα ήθελε να ζήσει…

(συνεχίζεται…)

Αντίζηλοι (το τέλος)…

diva-ii-by-simone-fennell.jpegΈνοιωσε ένα χτύπημα στην πλάτη του. Παραξενεύτηκε. Ποιος μπορεί να τον ενοχλεί τέτοια στιγμή; Γύρισε το κεφάλι του προς την πηγή του χτυπήματος, χωρίς να αφήσει τα μάτια του από την σκηνή. Η ταξιθέτρια, χωρίς ίχνος χρονοτριβής, του παρέδωσε ένα σημείωμα. Το κράτησε στο χέρι του χωρίς να το ανοίξει…

Ήταν η στιγμή που απήγγειλε τον μεγάλο μονόλογο που υπήρχε στο κείμενο του έργου. Αν και προσηλωμένη στην αλληλουχία των λέξεων και των συναισθημάτων που επέβαλε ο μονόλογός της, τα μάτια της παρατήρησαν μία ταξιθέτρια να κατευθύνεται προς το μέρος που καθόταν ο Άγγελος. Κοντοστάθηκαν τα λόγια της περιμένοντας την εξέλιξη της ιστορίας στην πραγματική ζωή που παιζόταν στην πλατεία του θεάτρου, αλλά ανέκτησε την αυτοκυριαρχία της αμέσως και συνέχισε. Τελείωσε τον μονόλογο και περίμενε…

Άνοιξε το σημείωμα:
Θα σε περιμένω στο foyer του Θεάτρου.
Θέλω να μιλήσουμε.
Κατερίνα
υ.γ. καλύτερα να μη μάθει τίποτε η Ευγενία

Δίπλωσε το χαρτάκι και το έβαλε στην τσέπη του. Σήκωσε τα μάτια του στην σκηνή. Συναντήθηκε με το εξεταστικό και ανήσυχο βλέμμα της Ευγενίας. Προσπάθησε να την ηρεμήσει, προσποιούμενος ότι ήταν κάτι ασήμαντο. Περίμενε να φύγει για το καμαρίνι της, όπως το απαιτούσε ο ρόλος, και σηκώθηκε από την θέση του. Η πράξη του έργου είχε ακόμη ώρα για να ολοκληρωθεί και να γίνει διάλλειμα…

Προτού κάτσει δίπλα της, πήγε να πάρει μία σκέτη βότκα από το bar. Όση ώρα περίμενε την ετοιμασία του ποτού, προσπαθούσε να διαβάσει το πρόσωπο της Κατερίνας. Δύσκολο. Πρώτη φορά την παρακολουθούσε, έτσι επισταμένως και εξεταστικά. Ήταν μία γλυκιά κοπέλα, κάπου ανάμεσα στην ηλικία της Ευγενίας και την δική του. Είχε ακούσει διάφορα σχόλια για κείνη από το στόμα της Ευγενίας, χωρίς όμως να καταλάβει ποτέ τον ρόλο που έπαιζε η Κατερίνα στη ζωή της. Φήμες έλεγαν για συγγενικούς δεσμούς που είχαν μείνει στην αφάνεια, λόγω της μεγάλης καριέρας της ηθοποιού. Άλλες πάλι, μιλούσαν για ερωτικές σχέσεις ανάμεσα στις δυο τους, φήμες που είχε αρνηθεί μετά βδελυγμίας η Ευγενία. Πήρε το ποτήρι με την βότκα και κατευθύνθηκε στο τραπέζι…

Δεν ήθελε να τον κοιτάει, όση ώρα περίμενε να πάρει το ποτό του. Δεν ήθελε το βλέμμα της να προδώσει τον σκοπό της πρόσκλησης που του είχε κάνει. Στο μυαλό της, έπλεκε την ενδεχόμενη στιχομυθία, που επρόκειτο να λάβει χώρα ανάμεσά τους. Προσπαθούσε να είναι απόλυτα προετοιμασμένη. Πίστευε, ότι έπρεπε να έχει το επάνω χέρι. Και θα το είχε…

– Καλησπέρα.
– Καλησπέρα. Κάθισε.
– Ευχαριστώ.
– Προφανώς, θα αναρωτιέσαι τον σκοπό της απρόσμενης πρόσκλησης και συνάντησής μας.
– Δεν έχεις άδικο. Ήταν πολύ ξαφνικό, σε σημείο να με φοβίζει.
– Δεν θα χρονοτριβήσω να περάσω στο προκείμενο. Εξάλλου, σε λίγο τελειώνει η πράξη του έργου και θα έχουμε διάλλειμα. Δεν θέλω να μας δούνε εδώ τα μάτια της Ευγενίας.
– Γιατί;
– Αυτή η συζήτηση, μπορεί να έχει κύριο θέμα εκείνη, αλλά είναι μεταξύ εσένα και μένα και κανενός άλλου. Έγινα κατανοητή;
– Όσο καλύτερα γινόταν. Σ’ ακούω λοιπόν. Είμαι όλος αυτιά και περίεργος να μάθω τι συμβαίνει.
– Γιατί είσαι κοντά στην Ευγενία;
– Παρακαλώ;
– Αυτό που άκουσες. Σε ρώτησα κάτι απλό. Γιατί είσαι κοντά στην Ευγενία;
– Δεν νομίζω ότι είναι θέμα που σε αφορά, αλλά θα σου απαντήσω. Την αγαπώ την Ευγενία και θέλω να την κάνω γυναίκα μου. Μάλιστα, σήμερα, σκέφτομαι να το προτείνω και σε κείνη.
– Μάλιστα. Ενδιαφέρον.
– Δεν βρίσκεις;
– Πολύ. Όμως δεν μου απάντησες. Τι θέλεις από την Ευγενία; Τι μπορεί να σου προσφέρει; Τι μπορεί να προσφέρεις εσύ σε κείνη;
– Δεν της ζήτησα τίποτε. Μόνο να είναι κοντά μου. Τίποτε άλλο. Τα υπόλοιπα είναι δική μου δουλειά.
– Ποια υπόλοιπα; Και πολλά της ζητάς. Τι μπορείς να της δώσεις για αντάλλαγμα;
– Τη ζωή μου. Το είναι μου. Εμένα.
– Αυτά, της τα έχω δώσει εγώ. Και τη ζωή μου, και το είναι μου. Εγώ της έχω δοθεί ολοκληρωτικά και απόλυτα.

Ο Άγγελος έμεινε με ανοιχτό το στόμα να ακούει την Κατερίνα. Δεν πίστευε στ’ αυτιά του από την αποκάλυψη, που μόλις είχε ακούσει. Προσπάθησε να αρθρώσει λόγο…

– Εσύ; Από πότε; Πως;
– Εδώ και χρόνια. Στα κρυφά. Ζω στη σκιά της. Ποτίζομαι από τον ίσκιο της. Αναπνέω τις νύχτες πλάι της. Και πεθαίνω τις νύχτες μακριά της.
– Δεν το πιστεύω. Δεν πιστεύω αυτά που ακούω. Η Ευγενία τα έχει αρνηθεί όλα.
– Τι περίμενες; Να τα παραδεχτεί; Αυτή, είναι η Ευγενία Αλεξοπούλου, η μεγάλη τραγωδός. Πως θα μπορούσε να έχει σχέση ανάρμοστη. Πως; Κι’ όμως, εγώ είμαι αυτή που στέκομαι εκεί δίπλα της και της προσφέρω ένα ώμο να κλάψει, ένα χάδι να νοιώσει όμορφα, έναν έρωτα αληθινό και παντοτινό. Παράτησα τα πάντα για κείνη. Και δεν το μετανιώνω. Ποτέ δεν το μετάνιωσα.
– Και ‘γώ την αγαπώ. Με όλη τη δύναμη της καρδιάς μου.
– Η Ευγενία δεν έχει ανάγκη την αγάπη σου. Έχει εμένα.
– Εσύ, δεν είσαι άντρας.
– Για κείνη, είμαι και άντρας και γυναίκα. Είμαι όλα.
– Όχι. Δεν είσαι. Δεν μπορεί να την αγαπήσεις όπως ένας άντρας.
– Μπορώ να την αγαπήσω παραπάνω απ’ ότι ένας άντρας.
– Όχι από μένα.

Απορροφημένοι από τη συζήτηση, δεν πρόσεξαν την Ευγενία που είχε μπει στο foyer. Πάγωσαν όταν αντιλήφθηκαν την παρουσία της. Στάθηκε από πάνω τους, τους κοίταξε κατάματα, μια τον έναν μια την άλλη. Σιωπή που έσκιζε τα πάντα, πάγωσε ομιλίες, σκέψεις και ανάσες. Η Ευγενία δεν άργησε να μιλήσει…

– Μην ενοχλείσθε. Τελειώστε το μοίρασμα του κορμιού μου, της ψυχής μου και της ύπαρξής μου. Της αγάπης μου και της ζωής μου. Του έρωτα που νοιώθω για καθένα σας. Τελειώστε και πείτε μου το αποτέλεσμα. Χωρίς να είμαι εγώ εδώ μπροστά σας. Τελειώστε με το μέτρημα της αγάπη σας. Με το μέγεθός της. Ξέρεται κάτι; Από τότε που η αγάπη μετριέται με συμβατικούς όρους, έχασε το νόημά της. Έγινε εμπορικό είδος και μέσο ανταλλαγής. Κι’ όταν τελειώσετε, πείτε μου ποιον πρέπει να αγαπώ περισσότερο. Να μάθω και ‘γώ. Κανένας σας, δεν κατάλαβε. Κανένας σας.

Η Κατερίνα προσπάθησε να πει κάτι, αλλά την σταμάτησε η Ευγενία πριν καν ανοίξει το στόμα της. Συνέχισε ακάθεκτη και χειμαρρώδης…

– Βέβαια, για να είμαι δίκαιη, δεν περίμενα από σένα Άγγελε να καταλάβεις. Εσύ, είσαι ένα παιδί, ένα όμορφο παλικάρι που θαμπώθηκες από την λάμψη της μεγάλης ντίβας, τρομάρα μου. Με θεοποίησες. Με ανέβασες ψηλά. Και φοβάμαι. Όχι από το ύψος. Από το πέσιμο. Ενώ, από σένα Κατερίνα, περίμενα να καταλάβεις. Περίμενα να ξέρεις. Να ξέρεις γιατί είμαι κοντά του. Να ξέρεις, να καταλάβεις. Όσο κι’ αν είμαστε καλά μαζί, η επιβεβαίωσή μου ως γυναίκα, μόνο μέσα από τα μάτια και τα χέρια του Άγγελου μπορεί να έρθει. Μόνο μέσα από το άγγιγμά του μπορεί να αισθανθώ ξανά νέα, ξανά ποθητή, ξανά ερωτεύσιμη.
– Εγώ, δεν σε κάνω να νοιώθεις έτσι;
– Καλή μου Κατερίνα, το άγγιγμά σου είναι γλυκό, αισθησιακό και τρυφερό. Είναι όμως γυναικείο. Είναι άγγιγμα που καταπραΰνει πόνους αλλά δεν ανασταίνει πόθους. Και είμαι μία γυναίκα που δεν έχει μάθει να μην ζει με πόθο και πάθος. Δεν αντέχω. Το ξέρεις, δεν το ξέρεις;
– Το ξέρω. Δυστυχώς.
– Πρέπει να φύγω τώρα. Θα συνεχίσουμε μετά. Αφού τελειώσω. Λοιπόν, Κατερίνα έλα μαζί μου. Και ‘συ Άγγελε, πήγαινε πίσω και έλα μετά το τέλος στο καμαρίνι μου. Σήμερα, θα πάμε και οι τρεις σπίτι μου. Εντάξει;

Τα λόγια της, λειτούργησαν σαν εντολές επάνω σε προγραμματισμένα ανδροειδή. Χωρίς δεύτερη σκέψη, και οι δύο, σηκώθηκαν από τις θέσεις τους να εφαρμόσουν τις επιθυμίες της. Είχε αυτό το χάρισμα η Ευγενία. Έπαιρνε αυτό που ήθελε πάντα. Χωρίς δεύτερη κουβέντα. Χωρίς δεύτερη σκέψη. Ήξερε πάντα τον ρόλο της. Ήταν μία ντίβα. Μία ντίβα μόνη. Μία ντίβα που έπαιρνε αγάπη από δύο υπέροχα πλάσματα. Μία ντίβα ανικανοποίητη. Τρομάρα της…

(‘Diva II’ by Simone Fennell)

Αντίζηλοι (η αρχή)…

swingtime-by-steve-underwood.jpegΧειροκροτήματα ακολούθησαν την εμφάνισή της στην σκηνή…
Στη θωριά της, η καρδιά του πήγε να σπάσει…
Την κοιτούσε εκστασιασμένος…
Αγέρωχη, όπως απαιτούσε ο ρόλος, περπατούσε και κινούνταν επάνω στο θεατρικό σανίδι…
Η φωνή της υποβλητική, ξυπνούσε κάθε μόριο του κορμιού του…
Το παρουσιαστικό της, παράταιρο του ρόλου, αλλά επιβλητικό στις ψυχές των θεατών…
Την ένοιωθες να μεταμορφώνεται σε αετό και να πετάει, πάνω από τα κεφάλια του κοινού και η σκιά της να πλακώνει προστατευτικά τις αισθήσεις τους…
Και σαν άνθρωπος, έβγαζε αυτή την αίσθηση προστασίας, όσο κι’ αν η ίδια την ζητούσε σε κάθε στιγμή…
Εύθραυστη…
Έτσι χαρακτήριζε τον εαυτό της, τις φορές που βρισκόταν με κόσμο…
Έμενε να την κοιτάει να υποδύεται τον χαρακτήρα της με μάτια στυλωμένα στα μάτια και στους μορφασμούς του προσώπου της…

Την περίμενε στο καμαρίνι της…
Άκουσε υπόκωφα το χειροκρότημα του καλωσορίσματός της στη σκηνή…
Και μετά, ησυχία…
‘Πάλι τους μάγεψε’ σκέφτηκε…
Κοίταξε την ανθοδέσμη με τα 30 κόκκινα τριαντάφυλλα που υπήρχε πάνω στον πάγκο, δίπλα στα είδη maquillage που χρησιμοποιούσε…
Πήρε την κάρτα…
Διάβασε:

Θα βρίσκομαι στην Πλατεία και θα σε βλέπω.
Θα σε κοιτώ και θα σε ερωτεύομαι όλο και πιο πολύ.
Δικός σου για πάντα.
Άγγελος Σταματόπουλος.

Τα μάτια της άστραψαν…
‘Πάλι αυτός. Τι θέλει πια; Γιατί δεν την αφήνει σε ησυχία;’ ρώτησε με θυμό τον εαυτό της, περιμένοντας άδικα απαντήσεις που τις ήξερε ήδη…
Ζήλευε…
Ζήλευε κάθε άντρα και γυναίκα που τολμούσαν να ακουμπήσουν ένα βλέμμα πάνω στην αγαπημένη της, πάνω στον έρωτά της…
Ζήλευε κάθε βλέμμα της αγαπημένης της, της μεγάλης Ευγενίας Αλεξοπούλου, που έπεφτε εσκεμμένα πάνω σε άλλον άνθρωπο, μόνο και μόνο για να την πικάρει…
Την έκαιγε η συμπεριφορά της, της ξέσκιζε τα σωθικά ο παράφορος έρωτας που ένοιωθε για κείνη…
‘Δεν μπορώ άλλο αυτή την κατάσταση. Δεν αντέχω. Η Ευγενία είναι δική μου και θα παραμείνει δική μου. Ο κύριος Σταματόπουλος πρέπει να το μάθει. Και αφού δεν του το λέει αυτή, θα του το πω εγώ. Και σήμερα κιόλας’ τόνισε αποφασιστικά στον εαυτό της…
Πήρε το παλτό της από την καρέκλα που το είχε αφήσει, το φόρεσε, πήρε και την κάρτα και βγήκε από το καμαρίνι…
Κατευθύνθηκε προς την Πλατεία…
Αναζήτησε τον Άγγελο μέσα στους θεατές των πρώτων σειρών…
Δεν άργησε να τον ανακαλύψει…
Παρατήρησε την προσήλωση με την οποία παρακολουθούσε την Ευγενία να ‘χορεύει’ πάνω στην σκηνή…
Τον είδε να λάμπει, παίρνοντας λίγη από την λάμψη της ηθοποιού…
Φώναξε κοντά της μία ταξιθέτρια, έγραψε ένα μήνυμα σε μία κάρτα και της το έδωσε να του το παραδώσει…
Κατευθύνθηκε προς το bar του θεάτρου και, αφού παρήγγειλε μία βότκα με λεμόνι, κάθισε σε ένα τραπέζι και περίμενε…
Δεν θα περίμενε για πολύ, όπως το είχε προβλέψει…

(συνεχίζεται…)

(‘Swingtime’ by Steve Undrewood)

Ζωές ευθέως αναλώσιμες (fin)…

chariots-of-the-gods-by-asha-menghrajani.jpegΔεν κοιμήθηκε…
Απλά περίμενε εκείνος να κοιμηθεί…
Κοίταξε το ρολόι…
Ήταν ήδη 5.30 τα χαράματα…
Δεν είχε αρκετό χρόνο μπροστά της γι’ αυτό που είχε αποφασίσει ότι θα κάνει, από την ώρα που είχε σηκωθεί από το κρεβάτι της και ήρθε στο δωμάτιο του Αντρέα…
Σηκώθηκε όσο πιο ήρεμα μπορούσε, έριξε μια τελευταία ματιά στον Αντρέα, τον φίλησε στο μάγουλο και έφυγε από το δωμάτιο…

Το ξυπνητήρι στο κινητό του Αντρέα, κουδούνισε στις 7.00…
Το έκλεισε και γύρισε να δει την Λίνα…
Το κρεβάτι ήταν άδειο…
Σηκώθηκε και πήγε να δει αν ήταν στο δωμάτιό της…
Άνοιξε την πόρτα του δωματίου της και κοίταξε μέσα…
Το κρεβάτι της ήταν στρωμένο και το δωμάτιο τακτοποιημένο…
Παραξενεύτηκε…
Πήγε στην κουζίνα…
Εκεί, βρήκε την μητέρα του να πίνει καφέ σκεφτική…
‘Καλημέρα μάνα’ της είπε…
‘Θα δείξει, αν και δεν έχει ξεκινήσει με τους καλύτερους οιωνούς’ του απάντησε εκείνη…
‘Γιατί; Τι συμβαίνει;’ την ρώτησε εκείνος με προσποιητό ύφος αδιαφορίας…
‘Η Λίνα έφυγε. Και πήρε και τα πράγματά της. Το μόνο που άφησε πίσω είναι αυτό το σημείωμα’ απάντησε η μητέρα του, δίνοντάς του παράλληλα ένα κομμάτι χαρτί…
Ο Αντρέας, πήρε το χαρτί, το ξεδίπλωσε και διάβασε:

Αγαπημένη μου Άννα,
Θέλω να με συγχωρήσεις για την απρόσμενη και απροσδόκητη φυγή μου.
Ελπίζω, κάποτε να μπορέσω να σου δώσω τις εξηγήσεις που τώρα δεν μπορώ.
Σ’ ευχαριστώ για όλα.
Είναι τιμή μου που σε έχω φίλη μου.
Να μου φιλήσεις τον Αντρέα.
Σας αγαπώ και τους δύο.

Με ειλικρινή πόνο,
Λίνα

Έμεινε να κοιτάζει το χαρτί, λες και οι λέξεις θα του εξηγούσαν κάτι παραπάνω απ’ ότι διάβασε και μέσα του καταλάβαινε…
Είχε φύγει από τη ζωή του, έτσι ξαφνικά όπως μπήκε…
Μέσα σε μία νύχτα…
Κοίταξε σαστισμένος την μητέρα του…
‘Στεναχωρήθηκες, ε;’ τον ρώτησε εκείνη…
‘Ναι. Μου φαίνεται απίστευτο. Έφυγε έτσι, χωρίς ένα γεια, χωρίς μία εξήγηση. Δεν φαινόταν τέτοιος άνθρωπος’ είπε ο Αντρέας, ξαναδιαβάζοντας το σημείωμα…
‘Κάτι σοβαρό πρέπει να συμβαίνει. Δεν σου είπε εσένα τίποτα χθες το βράδυ; Κάποια στιγμή σας άκουσα να μιλάτε, αλλά ήμουν τόσο κουρασμένη που ξανακοιμήθηκα χωρίς να μπορέσω να σηκωθώ’…
Για μια στιγμή, ο Αντρέας ένοιωσε το αίμα του να παγώνει. Λες να είχε καταλάβει κάτι η μητέρα του;;;
Δεν θα ήταν και το καλύτερο πράγμα του κόσμου…
‘Όχι, δεν μου είπε τίποτε. Απλά, γυρίζοντας την άκουσα να παραμιλάει στον ύπνο της και της έδωσα λίγο νερό. Τίποτε παραπάνω’…
‘Καλά. Ελπίζω κάποτε να μάθουμε. Πρέπει να σεβαστούμε την επιθυμία της να φύγει έτσι απότομα, χωρίς εξήγηση. Εγώ, πρέπει να φύγω. Ήδη άργησα. Εσύ; Τι θα κάνεις;’ είπε η Άννα και σηκώθηκε από το τραπέζι…
‘Θα πάω από τη Σχολή. Και μετά για καφέ με τα παιδιά. Το μεσημέρι μην με περιμένεις για φαί. Θα φάω στην Μαίρη’ είπε ο Αντρέας, κοιτώντας, για μία ακόμη φορά, το γράμμα…
‘Καλή κοπέλα η Μαίρη. Να πας αγόρι μου, να πας’ είπε η Άννα καθώς έβγαινε από την εξώπορτα…
Έμεινε μόνος να κοιτάει έξω από το παράθυρο της κουζίνας…
Είχε βγάλει ένα υπέροχο ήλιο…
‘Ότι πρέπει για εκδρομή και ταξίδι’ σκέφτηκε…
Σηκώθηκε και πήγε να ετοιμαστεί για να φύγει…
Δεν μπορούσε να χωρέσει ο νους του την κίνηση της Λίνας…
Μπορούσε, εν μέρει, να καταλάβει το φόβο της μήπως η μητέρα του μάθει κάτι, αλλά αν δεν το έλεγε αυτός και αυτή από ποιον θα το μάθαινε;;;
‘Παράξενα πλάσματα οι γυναίκες τελικά. Πολύ παράξενα’ αναφώνησε καθώς φόραγε το παντελόνι του…
Έβαλε πουκάμισο, πήρε το μπουφάν του και πήγε να πάρει το κινητό του…
Έτοιμος, βγήκε από την εξώπορτα…
Ήταν έτοιμος να μπει στον ανελκυστήρα, όταν άκουσε μία φωνή πίσω του να τον φωνάζει…
Ήταν η Λίνα…
Έμεινε να την κοιτάζει…
‘Τελικά, πρέπει να σε εκπλήσσω συνέχεια’ του είπε και ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπό της…
‘Με αυτά που κάνεις και βέβαια με εκπλήσσεις’ της είπε…
‘Πάμε μέσα να τα πούμε; Εδώ, θα μας φάει η ορθοστασία’…
‘Βεβαίως’…
Άνοιξε την πόρτα και μπήκαν στο σπίτι…
Την ρώτησε αν ήθελε καφέ και εκείνη απάντησε αρνητικά…
Κάθισαν απέναντι ο ένας από τον άλλο…
‘Καταρχήν, θα ήθελα να σε ευχαριστήσω για όλα’ είπε η Λίνα παίρνοντας τον λόγο…
‘Δεν έκανα τίποτε για να με ευχαριστείς’ απάντησε ο Αντρέας…
‘Το τι έκανες ή όχι, είναι δικό μου θέμα να το ξέρω καλύτερα’…
‘Ότι πεις’…
‘Θέλω να καταλάβεις τους λόγους της φυγής μου. Θέλω να καταλάβεις γιατί φέρθηκα έτσι. Και γι’ αυτό επέστρεψα να σου δώσω εξηγήσεις και μετά να φύγω οριστικά’…
‘Είμαι όλος αυτιά. Θα το ήθελα πολύ να σε ακούσω’…
‘Άκου Αντρέα. Δεν ξέρω τι εντύπωση σου έκανα ως γυναίκα, αλλά θέλω να ξέρεις ότι είναι η πρώτη φορά που φέρθηκα έτσι. Είναι η πρώτη φορά που μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα ‘πήγα’ με άντρα και μάλιστα πολύ μικρότερο. Και μάλιστα γιο της καλύτερής μου φίλης. Δεν κάνω τέτοια πράγματα. Έχω τιμή και υπόληψη. Και δεν δίνω δικαιώματα σε κανένα να μου τα αμφισβητήσει αυτά. Αυτός είναι και ο λόγος που έμεινα στην ξενιτιά μετά το θάνατο του Κώστα. Του είχα δώσει την υπόσχεσή μου να συνεχίσω το όνειρό μας. Και αυτό έκανα. Δεν τα παράτησα’…
‘Το ξέρω και το καταλαβαίνω’ παρενέβη ο Αντρέας…
‘Χαίρομαι. Λοιπόν, συνεχίζω. Έρχεται κάποια στιγμή στη ζωή του κάθε ανθρώπου κάτι που του αλλάζει τα δεδομένα. Τον κάνει ευάλωτο. Τον κάνει να απαρνιέται τα πιστεύω του και τις πεποιθήσεις του. Και σε μένα έτυχε, αυτή η στιγμή να ήταν η γνωριμία μου μαζί σου.
Από την πρώτη στιγμή σε ένοιωσα πολύ κοντά μου. Και χάρηκα που και εσύ έδειχνες κάποιο ενδιαφέρον για μένα. Κατάλαβα από την πρώτη στιγμή το φλερτ σου, αλλά το προσπερνούσα μη θέλοντας να το πιστέψω.
Ώσπου, αφέθηκα και ‘πήρα’ αυτό που απλόχερα μου έδινες. Εσένα. Και δεν θα μετανιώσω ούτε μία στιγμή γι’ αυτό που έγινε μεταξύ μας. Και δεν θα αφήσω κανέναν να μου το ‘λερώσει’. Ούτε την ίδια σου την μητέρα. Ούτε την ανάμνηση του Κώστα. Κανέναν.
Αυτός, είναι και ο λόγος που με κάνει να φύγω έτσι. Δεν είναι ο φόβος της αντιπαράθεσης με την μητέρα σου. Είναι η διαφύλαξη των αισθημάτων που μου έβγαλες στην επιφάνεια. Αντρέα, με έκανες να νοιώσω ξανά γυναίκα, με έκανες να νοιώσω ποθητή ξανά. Το είχα ξεχάσει. Και αυτό δεν πρόκειται ποτέ και κανένας να μου το χαλάσει. Τ’ ακούς; Κανένας και τίποτα.’
Την έπιασαν τα κλάματα και έπεσε στην αγκαλιά του Αντρέα, ο οποίος είχε μείνει άναυδος με το μέγεθος των αισθημάτων αυτής της γυναίκας…
Την έσφιξε στην αγκαλιά του…
Ένοιωσε και το δικό της σφίξιμο στην πλάτη του…
Δεν κράτησε για πολύ όμως…
Η Λίνα, ανακτώντας την αυτοκυριαρχία της, έφυγε από την αγκαλιά του…
‘Ελπίζω να κατάλαβες’ συνέχισε η Λίνα…
‘Νομίζω’ της απάντησε εκείνος…
‘Δεν ξέρω ποια είναι τώρα η εντύπωσή σου για μένα, αλλά έτσι αισθάνομαι και δεν μπορώ να κάνω κάτι παραπάνω’…
‘Μπορώ να σε διαβεβαιώσω ότι έχω τις καλύτερες των εντυπώσεων για σένα’ απάντησε ο Αντρέας…
‘Αυτό είναι καλό. Πρέπει όμως να φεύγω. Δεν έχω και πολύ ώρα μπροστά μου. Πρέπει να πάω στο αεροδρόμιο. Πρέπει να αποχαιρετιστούμε’…
Σηκώθηκε από την θέση της και πήγε μπροστά του…
Εκείνος σηκώθηκε, την κοίταξε και την αγκάλιασε…
Τα χείλη τους δεν άργησαν να ενωθούν…
Η Λίνα αποτραβήχτηκε…
‘Όχι Αντρέα. Δεν πρέπει. Δεν πρέπει. Φεύγω’…
Είχε μείνει να την κοιτάζει…
Δεν έκανε καμία κίνηση να την σταματήσει…
Πήρε την τσάντα της, άνοιξε την πόρτα και έφυγε χωρίς να κοιτάξει πίσω…
Έμεινε να κοιτάζει την πόρτα που έκλεινε, όπως είχε μείνει να κοιτάζει το παράθυρο το πρωί…
Άκουσε την πόρτα του ανελκυστήρα να ανοίγει και να κλείνει…
‘Στο καλό να πας Λίνα. Θα σε θυμάμαι πάντα. Έτσι κι’ αλλιώς, πάντα η ζωή σου ήταν αναλώσιμη για τους άντρες που είχες δίπλα σου’…

(‘Chariots of the Gods’ by Asha Menghrajani)

Ζωές ευθέως αναλώσιμες (ΙΙΙ)…

kiss-by-auguste-rodin.jpegΟ Αντρέας πάρκαρε το αυτοκίνητο μπροστά στην πολυκατοικία…
Μακάριζε την τύχη του, μιας και η ώρα ήταν ήδη περασμένη, 3 τα ξημερώματα και γενικώς είναι δύσκολο το parking στην περιοχή…
Στη διαδρομή από το bar μέχρι το σπίτι, σκεφτόταν την Λίνα…
Τον έλκυαν αυτού του είδους οι γυναίκες…
Και αυτής της ηλικίας…
‘Οιδιπόδειο’ ή όχι, αυτός πέρναγε καλά μαζί τους…
Και η Λίνα ήταν τέτοιου είδους γυναίκα…
Ήθελε να της δείξει την προτίμησή του, αλλά φοβόταν την αντίδρασή της και την αντίδραση της μητέρας της…
Έτσι, το μόνο που του έμενε ήταν να φλερτάρει και όπου έβγαινε…
Εξάλλου, η Λίνα θα έφευγε σε λίγο καιρό, οπότε δεν είχε να χάσει και τίποτα…
Μπήκε στο διαμέρισμα όσο πιο σιγά μπορούσε…
Δεν ήθελε να ξυπνήσει τις δύο γυναίκες του σπιτιού…
Περπατούσε στο διάδρομο προς το δωμάτιό του στις μύτες των ποδιών του, όταν άκουσε άναρθρες κραυγές από το δωμάτιο της Λίνας…
Η περιέργεια τον έτρωγε…
Έστησε αυτί και προσπάθησε να ακούσει…
Σκόρπιες λέξεις και ονόματα…
Δεν μπορούσε να διακρίνει…
Άνοιξε την πόρτα και μπήκε μέσα…
‘Καλή ευκαιρία να της πιάσω κουβέντα’ είπε από μέσα του και προχώρησε…
Κάθισε στην άκρη του κρεβατιού και παρατήρησε την γυναίκα που ήταν ξαπλωμένη μπροστά του…
Η έκφρασή της είχε σκληρύνει, προφανώς, από το όνειρο που έβλεπε…
Όσο την κοιτούσε, τόσο του άρεσε…
Θα ήθελε να μπορούσε να την αγκαλιάσει, αλλά, προς το παρών, η Λίνα ήταν απαγορευμένη περιοχή για τις ορέξεις του…
Άπλωσε το χέρι του στον γυμνό ώμο της Λίνας και την χάιδεψε…
Μισοκοιμισμένη, άρθρωσε ένα όνομα: ‘Κώστα, εσύ είσαι;’…
‘Όχι Λίνα, ο Αντρέας είμαι’ της είπε εκείνος με όσο πιο γλυκιά φωνή μπορούσε…
Τρομαγμένη, γύρισε και τον κοίταξε…
Άναψε το πορτατίφ δίπλα της…
‘Τι κάνεις εδώ; Με τρόμαξες’ του είπε και τράβηξε την κουβέρτα επάνω της…
‘Δεν ήθελα να σε τρομάξω. Πέρασα απ’ έξω από το δωμάτιό σου, άκουσα ότι έκανες ανήσυχο ύπνο και είπα να μπω μέσα να σε ηρεμήσω λίγο και να σου φέρω νερό, αν θες. Δεν έκανα καλά;’ απάντησε ο Αντρέας…
‘Καλά έκανες. Έβλεπα πάλι εφιάλτες. Καλά έκανες. Και ναι, θα ήθελα λίγο νερό. Από τι ώρα κοιμάμαι;’ διερωτήθηκε…
‘Από τις 5 το απόγευμα. Έπεσες ξερή. Η ένταση της ημέρας, η ένταση των ημερών. Πάω να σου φέρω νερό’ είπε ο Αντρέας και σηκώθηκε…
Προτού προλάβει να φύγει, η Λίνα είχε απλώσει το χέρι της και έπιασε το δικό του…
Ήταν μία κίνηση που δεν περίμενε ποτέ ότι θα την έκανε…
Ούτε ο Αντρέας την περίμενε, γιατί έμεινε σαστισμένος…
Συνειδητοποιώντας τι είχε κάνει, τράβηξε απότομα το χέρι της και του είπε να πάει να της φέρει το νερό…
Ξάπλωσε στο κρεβάτι και προσπάθησε να ηρεμήσει…
Ο Αντρέας επέστρεψε με το ποτήρι το νερό αμέσως…
Της το έδωσε να πιεί…
Μια, δυο, τρεις γουλιές, αργές και μακρόσυρτες, λες και το νερό μπορούσε να της σβήσει την ένταση που ένοιωθε…
Ο Αντρέας την κοιτούσε και περίμενε να τελειώσει…
Άφησε το ποτήρι στο κομοδίνο και ανακάθισε στο κρεβάτι…
Ο Αντρέας συνέχιζε να την κοιτάει εντονότερα…
‘Τι κοιτάς έτσι;’ ρώτησε η Λίνα…
‘Εσένα. Πριν, ήσουν τόσο ταραγμένη και τώρα συνέρχεσαι. Τι εφιάλτη έβλεπες και είχες γίνει έτσι; Και ποιος ήταν αυτός ο Κώστας;’…
‘Ο Κώστας ήταν ο μεγάλος έρωτας της ζωής μου. Ο άντρας, που για χάρη του άφησα πίσω τα πάντα. Πατρικό σπίτι, δουλειά και φίλους. Το άξιζε όμως. Αλλά, δυστυχώς, πέθανε πριν από 7 χρόνια σε αεροπορικό δυστύχημα. Και μου λείπει πολύ. Και τον σκέφτομαι πολύ. Και βλέπω συχνά εφιάλτες σχετικά με το δυστύχημα. Και δεν μπορώ να ηρεμήσω. Και ξυπνώντας από τους εφιάλτες, πιστεύω ότι θα τον δω μπροστά μου. γι’ αυτό φώναξα και το όνομά του. Αλλά, ποτέ δεν είναι εκεί. Ποτέ. Και πονάω περισσότερο. Και έχω ανάγκη να κρατήσω κάποιον, να φύγει ο πόνος, να απαλύνει. Και δεν υπάρχει κανείς. Κανείς. Εκτός από σένα, σήμερα το βράδυ. Σ’ ευχαριστώ’…
ο Αντρέας άπλωσε το χέρι του και έπιασε ξανά το δικό της…
Τώρα, η κίνηση αυτή δεν είχε την ένταση της προηγούμενης φοράς…
Ήταν πιο γλυκιά, πιο τρυφερή…
Το πλησίασε στα χείλη του και το φίλησε…
Πήρε και το άλλο, και έκανε την ίδια κίνηση…
Η Λίνα κοκκίνισε…
Το ίδιο και ο Αντρέας…
Την ξάπλωσε στο κρεβάτι και την σκέπασε καλύτερα…
‘Τώρα, θα κοιμηθείς’ της είπε και την φίλησε στο κούτελο…
‘Ναι. Θα κοιμηθώ πιο ήρεμη πιστεύω. Καληνύχτα Αντρέα μου’ του είπε η Λίνα και χαμογέλασε…
Ξανάσκυψε και την φίλησε στο στόμα…
Εκείνη, δεν αποτραβήχτηκε…
Σηκώθηκε όρθιος, έσβησε το φως από το πορτατίφ, και βγήκε από το δωμάτιο…
Δεν ήθελε να βιαστεί…
Φοβήθηκε, ότι η στάση της είχε να κάνει με την ένταση που ένοιωθε…
Δεν ήθελε να εκμεταλλευτεί καμία κατάσταση…
Έκλεισε την πόρτα του δωματίου της και άνοιξε τη δική του…
Ξεκίνησε να ξεντύνεται…
Φορούσε μόνο το εσώρουχό του όταν άνοιξε η πόρτα και μπήκε η Λίνα μέσα…
Κοιτάχτηκαν…
Προχώρησε προς το μέρος της και έκλεισε την πόρτα…
Αυτή, έμενε ακίνητη εκεί…
Άπλωσε τα χέρια του και την αγκάλιασε από πίσω, φιλώντας συνάμα το σβέρκο της…
Έκλεισε τα μάτια της και αισθάνθηκε το καυτό του φιλί να την ανατριχιάζει και τον ανδρισμό του να κάνει αισθητή την παρουσία του…
Έπιασε τα χέρια του και τα οδήγησε στο στήθος της…
Κραυγή ηδονής ανέβλυσε από τα χείλη της…
Την οδήγησε στο κρεβάτι…
Κοιμήθηκαν αγκαλιά κατά τις 5 το πρωί…

(συνεχίζεται…)

(‘Kiss’ by Auguste Rodin)