Παράλληλοι κόσμοι…

Άνοιξη 1980 Η τελευταία εξεταστική του έτους πλησίαζε. Η άνοιξη είχε εισβάλλει με δύναμη στην ατμόσφαιρα και στα μυαλά των φοιτητών. Το μυαλό έφευγε από τις εξετάσεις και το διάβασμα και τριγυρνούσε στον έρωτα, το πάθος, τις βόλτες και τα ξενύχτια, στο τάβλι με τον κολλητό πίνοντας καφέ και στο ποτό στο μπαρ με την…

Απόγευμα – Πρωί – Μεσημέρι (μεσημέρι)…

Τελικά, δεν άντεξα να περιμένω μιάμιση ώρα. Έφυγα πολύ νωρίτερα. Μάλλον βαριόμουν αφόρητα. Μπορεί βέβαια και να σερνόμουν πίσω από την Ελένη με μεγαλύτερη ευκολία απ’ ότι περίμενα ή περίμενε. Θα δείξει. Χωρίς πολλά-πολλά, ξεκίνησα κατά τις 12.15. Δεν ήθελα πάνω από ένα τέταρτο για να βρεθώ στο σπίτι της. Και δεν έπεσα έξω. Στις…

Απόγευμα – Πρωί – Μεσημέρι (πρωί)…

Σηκώθηκα με ένα φούσκωμα στο στομάχι. Ο απόηχος της χθεσινής συνομιλίας με την Ελένη σε συνδυασμό με τα τέσσερα κομμάτια πίτσα special που καταβρόχθισα με περισσή, οφείλω να πω, λαιμαργία, δημιούργησαν έναν φονικό εχθρό για το ταλαιπωρημένο στομάχι μου. Το σίγουρο ήταν ότι έπρεπε να κόψω μαχαίρι τις οποιεσδήποτε συνομιλίες με την Ελένη από τούδε…

Απόγευμα – Πρωί – Μεσημέρι (απόγευμα)…

Έχοντας ολοκληρώσει ένα γενναίο πιάτο μακαρόνια με κόκκινη σάλτσα τόνου, συνοδευόμενο από λευκό κρασί, αποφάσισα να φτιάξω τον απογευματινό μου καφέ και να κάτσω να τον απολαύσω καθισμένος κοντά στο μεγάλο παράθυρο του καθιστικού. Ο βροχερός καιρός προμηνυόταν να παραμείνει βροχερός για τουλάχιστον τις επόμενες τρεις ώρες, κάτι που ενθάρρυνε το εγχείρημά μου. Κρατώντας στο…

Αναπόφευκτα αδιέξοδα (τέλος)…

Η διάρκεια του χρόνου που περνάει, είναι αντιστρόφως ανάλογη της λαχτάρας που καρτεράς ένα γεγονός. Οι δύο μέρες της φάνηκαν μεγαλύτερης διάρκειας. Όμως πέρασαν. Ανεπιστρεπτί. Το πρωινό εκείνο ξύπνησε, παραδόξως, πριν χτυπήσει το ξυπνητήρι. Περιποιήθηκε τον εαυτό της πιο οργανωμένα και πιο περίτεχνα απ’ ότι μία άλλη, πιο συνηθισμένη, ημέρα. Με διάθεση καλή και λόγω…

Αναπόφευκτα αδιέξοδα (συνέχεια)…

Ο μεσημεριανός ύπνος της ήταν ανήσυχος. Από την μία η μεσημεριανή ζέστη, από την άλλη η έγνοια της αναπόφευκτης συνάντησης, δεν την άφησαν σε ηρεμία να τον ευχαριστηθεί. Έφτιαξε ένα καφέ και κάθισε στο μπαλκόνι να τον πιει, ατενίζοντας την αγαπημένη της εικόνα, την θάλασσα. Πάντα την μάγευε η θάλασσα. Και αυτός ήταν ο κύριος…

Αναπόφευκτα αδιέξοδα…

Ξύπνησε ιδρωμένη. Ασυνήθιστο φαινόμενο, μιας και ποτέ της δεν ίδρωνε. Οι υψηλές θερμοκρασίες που επικρατούσαν τις τελευταίες μέρες, την είχαν αποσυντονίσει. Και εξωτερικά και εσωτερικά. Πήγε στην μπαλκονόπορτα. Άνοιξε διάπλατα τα θυρόφυλλα και ανέπνευσε λαίμαργα το άρωμα της πρωινής αύρας, που ερχόταν από το περιβάλλον. Τα λουλούδια του κήπου που απλώνονταν μπροστά της, καθώς και…

Ο δρόμος, ο χρόνος, η ζωή… (το τέλος)

Ξύπνησε απότομα από την σκέψη, ότι μπορεί να ζει τις τελευταίες του στιγμές. Η σκέψη αυτή τον φόβισε. Όχι γιατί θα πέθαινε. Δεν τον φόβιζε ο θάνατος. Ποτέ δεν τον φοβήθηκε. Τον φόβιζε η σκέψη ότι θα πήγαινε να τον συναντήσει κοιμισμένος και όχι ξύπνιος. Τουλάχιστον τον θάνατο, ήθελε να τον συναντήσει ξύπνιος. Όρθιος. Αγέρωχος….

Ο δρόμος, ο χρόνος, η ζωή… (ημέρα 2η)

Κρύωνε. Ένα κρύο ακαταμάχητο. Είχε ακούσει να μιλάνε για το βάρος της ψυχής, για εκείνα τα 21 γραμμάρια που βαραίνουν το σώμα των ανθρώπων. Δεν είχε ακούσει ποτέ για την θερμότητά της. Τώρα που την ένοιωθε να φεύγει από πάνω του, διαπίστωσε ότι η θερμότητα που σκορπάει η ψυχή στο σώμα, είναι δυσανάλογη του βάρους…

Ο δρόμος, ο χρόνος, η ζωή… (ημέρα 1η)

Είχε πάρει να βρέχει από το πρωί. Άκουγε υπόκωφα τις στάλες της βροχής να πέφτουν με μανία επάνω στο τζάμι του δωματίου. Δεν είχε κοιμηθεί καλά το βράδυ. Σκέψεις διάφορες περνούσαν από το μυαλό του. Δεν αντιδρούσε όμως. Δεν ήξερε αν ήταν ηθελημένη η απουσία αντίδρασης ή όντως δεν μπορούσε να αντιδράσει. Τουλάχιστον καταλάβαινε. Και…

Ο δρόμος, ο χρόνος, η ζωή… (η αρχή)

Ο δρόμος προς το σπίτι του, δεν είχε καμία αλλαγή. Τα τελευταία 10 χρόνια, ίδια σπίτια, ίδια δένδρα, ίδια πεζοδρόμια. Απόλυτη έλλειψη του διαφορετικού. Οδηγούσε διαδικαστικά, εκτελεστικά. Που και που, άφηνε το αυτοκίνητο να ρολλάρει πάνω στην άχρωμη άσφαλτο, χωρίς δική του επέμβαση. Το ποδήλατο που διάσχισε κάθετα τον δρόμο, από την δεξιά πλευρά της…

Αντίζηλοι (το τέλος)…

Ένοιωσε ένα χτύπημα στην πλάτη του. Παραξενεύτηκε. Ποιος μπορεί να τον ενοχλεί τέτοια στιγμή; Γύρισε το κεφάλι του προς την πηγή του χτυπήματος, χωρίς να αφήσει τα μάτια του από την σκηνή. Η ταξιθέτρια, χωρίς ίχνος χρονοτριβής, του παρέδωσε ένα σημείωμα. Το κράτησε στο χέρι του χωρίς να το ανοίξει… Ήταν η στιγμή που απήγγειλε…

Αντίζηλοι (η αρχή)…

Χειροκροτήματα ακολούθησαν την εμφάνισή της στην σκηνή… Στη θωριά της, η καρδιά του πήγε να σπάσει… Την κοιτούσε εκστασιασμένος… Αγέρωχη, όπως απαιτούσε ο ρόλος, περπατούσε και κινούνταν επάνω στο θεατρικό σανίδι… Η φωνή της υποβλητική, ξυπνούσε κάθε μόριο του κορμιού του… Το παρουσιαστικό της, παράταιρο του ρόλου, αλλά επιβλητικό στις ψυχές των θεατών… Την ένοιωθες…

Ζωές ευθέως αναλώσιμες (fin)…

Δεν κοιμήθηκε… Απλά περίμενε εκείνος να κοιμηθεί… Κοίταξε το ρολόι… Ήταν ήδη 5.30 τα χαράματα… Δεν είχε αρκετό χρόνο μπροστά της γι’ αυτό που είχε αποφασίσει ότι θα κάνει, από την ώρα που είχε σηκωθεί από το κρεβάτι της και ήρθε στο δωμάτιο του Αντρέα… Σηκώθηκε όσο πιο ήρεμα μπορούσε, έριξε μια τελευταία ματιά στον…

Ζωές ευθέως αναλώσιμες (ΙΙΙ)…

Ο Αντρέας πάρκαρε το αυτοκίνητο μπροστά στην πολυκατοικία… Μακάριζε την τύχη του, μιας και η ώρα ήταν ήδη περασμένη, 3 τα ξημερώματα και γενικώς είναι δύσκολο το parking στην περιοχή… Στη διαδρομή από το bar μέχρι το σπίτι, σκεφτόταν την Λίνα… Τον έλκυαν αυτού του είδους οι γυναίκες… Και αυτής της ηλικίας… ‘Οιδιπόδειο’ ή όχι,…