Πρωινό…

Ξύπνησε και έτρεξε αμέσως να ανοίξει τον υπολογιστή. Σε λίγη ώρα θα ήξερε τα πάντα. Δεν άργησε να συνδεθεί στο internet και στα mail του. Ήταν εκεί, πρώτο – πρώτο στην λίστα με τα ‘Εισερχόμενα’. Το άνοιξε και έκατσε να το διαβάσει.

‘Αγόρι μου,

Έχει πάει τρεις η ώρα και ακόμη δεν έχω καταφέρει να κοιμηθώ. Σε σκέφτομαι συνέχεια. Μου λείπεις. Όμως, δεν μπορώ να κάνω κάτι άλλο. Σου είχα υποσχεθεί ‘κάτι’. Αυτό το ‘κάτι’ το έχεις μπροστά στα μάτια σου και το διαβάζεις. Δεν περιμένω κάποια απάντηση άμεση. Αυτό που θέλω είναι να καταλάβεις τις έννοιες και τα συναισθήματά μου πίσω από τις λέξεις μου.

Αποφάσισα να σου γράψω αυτό το γράμμα, γιατί αποδείχτηκε ότι δεν μπορείς να ακούσεις πια τα λόγια μου, αν τα άκουσες ποτέ. Αποφάσισα να γράψω αυτό το γράμμα, γιατί κουράστηκα να επαναλαμβάνω τα ίδια και τα ίδια πράγματα τόσες φορές. Αποφάσισα να γράψω αυτό το γράμμα, γιατί πονάω να σκοτώνω την αγάπη μας κάθε φορά που μπαίνω στη διαδικασία να σου μιλήσω για τους λόγους που χωρίσαμε.

Θέλω να ξέρεις, ότι αυτό το γράμμα θα αποτελέσει την τελευταία προσπάθειά μου να συνειδητοποιήσεις τι μας συμβαίνει, έτσι όπως το βλέπω εγώ, και φτάσαμε σ’ αυτό το σημείο. Δεν ξέρω το αποτέλεσμα αυτού του εγχειρήματος, αλλά δεν μου έχεις αφήσει περιθώρια για τίποτε άλλο.

Κάθομαι και σκέφτομαι αυτά τα οποία έχουμε περάσει μαζί και τελικά συνειδητοποιώ ότι δεν περίμενα ποτέ εμείς οι δύο να καταλήξουμε έτσι. Καταφέραμε να οδηγήσουμε, ο καθένας από την πλευρά μας, την σχέση μας σε αδιέξοδο. Ένα αδιέξοδο που κοστίζει και στους δύο μας, άσχετα αν πιστεύεις ότι εγώ πονάω περισσότερο, ως γυναίκα. Και οι δύο πονάμε. Και οι δύο σπαράζουμε.

Άντρα μου μοναδικέ, πιστεύω να ξέρεις πόσο πολύ σ’ αγαπάω. Πιστεύω να ξέρεις τον πόνο που νοιώθω τώρα που είσαι μακριά μου. Όμως, έχεις διερωτηθεί γιατί να είμαστε αναγκασμένοι να περνάμε αυτή την κατάσταση; Έχεις διερωτηθεί γιατί να είμαστε αναγκασμένοι να είμαστε χώρια; Έχεις διερωτηθεί που φταίξαμε;

Από τις συζητήσεις που κάνουμε, δεν μου δείχνεις κάτι τέτοιο. Με τρομάζει το γεγονός ότι δεν έχεις κάτσει να δεις τι έχει φταίξει στη σχέση μας, στον τρόπο συμπεριφοράς του ενός προς τον άλλο, στη ζωή μας την ίδια.

Θέλεις να είναι ο συνεχής αγώνας για επιβίωση, θέλεις να είναι η ρουτίνα που, αναπόφευκτα, υπήρξε ανάμεσά μας, θέλεις να είναι η έλλειψη ερωτικού ενδιαφέροντος μεταξύ μας; Δεν ξέρω. Όμως, εγώ το ψάχνω. Εσύ, έχεις επαναπαυτεί στα δικά μου λόγια και στις δικές μου αιτιολογήσεις και δεν έχεις κάνει καμία κίνηση, καμία σκέψη προς αυτή την κατεύθυνση.

Μου έλεγες, και συνεχίζεις να μου λες, ότι με αγαπάς. Ότι δεν αντέχεις μακριά μου, ότι όλα θα αλλάξουν, ότι όλα θα πάνε καλά, αρκεί να είμαστε μαζί. Και σε ρωτάω: πως μπορούμε να είμαστε ξανά μαζί, όταν εσύ δεν έχεις κάνει καμία προσπάθεια να μου αποδείξεις ότι μπορώ να βασιστώ επάνω σου, ότι η ζωή μας δεν θα είναι ίδια όπως πριν. Δεν ζητάω θεαματικές αλλαγές. Ζητάω απλά κατανόηση και συμμετοχή στην κοινή μας ζωή. Ζητάω, απλά, να είσαι εκεί. Και για μένα και για σένα. Δεν αντέχω να σε βλέπω να ζεις απλά για να αναπνέεις. Δεν αντέχω να σε βλέπω να είσαι εκεί ‘ωσεί παρόν’. Δεν το αντέχω. Σ’ αγαπάω πολύ για να σε βλέπω έτσι.

Μέχρι τώρα, πάλευα και για τους δυο μας. Κουράστηκα. Δεν λέω, το έκανα από αγάπη για σένα, για τη ζωή μας, για την οικογένειά μας. Όμως, δεν αντέχω άλλο. Δεν αντέχω. Στο φώναζα καιρό. Στο φώναζα. Σε παρακαλούσα να με βοηθήσεις. Σε παρακαλούσα να μου δώσεις το χέρι σου. Όμως εσύ, στον κόσμο σου. Όμως εσύ, στην βόλεψή σου. Πίστευες, ότι επειδή δεν μιλούσαμε, όλα ήταν καλά. Όλα ήταν ήρεμα και γαλήνια. Είχες ξεχάσει, προφανώς, ότι η ηρεμία πριν την καταιγίδα έτσι είναι. Και δεν έκανες τίποτα να αποτρέψεις αυτήν την καταιγίδα.

Αγόρι μου, κάνω μία απέλπιδα προσπάθεια να σε ‘ξυπνήσω’, να σε αφυπνίσω. Μου λείπεις, αλλά αυτό δεν πάει να πει ότι θα είμαστε ξανά μαζί άνευ όρων. Δεν πάει να πει ότι θα ξεχάσω ότι έχει συμβεί και θα ζήσουμε πάλι μαζί. Κάνε κάτι. Μίλα μου. Σκέψου. Νοιώσε τα λάθη μας. Βρες τα και σβήσε τα. Μπορείς. Το ξέρω. Σε εκλιπαρώ. Σε παρακαλώ. Μην μας πετάξεις έτσι. Μην μας διαλύσεις έτσι. Και κάνε το σύντομα, γρήγορα. Δεν θέλω να ζήσω τους στίχους του Αλκαίου: ‘είναι που κάποτε θα ‘ρθεις κι’ αγάπη θα ‘χει φύγει’. Δεν θέλω. Μη με πετάς. Σε παρακαλώ. Μη με πετάς.

Αγόρι μου, δεν αντέχω να σου γράψω άλλο. Ελπίζω και εύχομαι να κατάλαβες. Εύχομαι να ‘δεις’ και να ενεργήσεις. Είμαι εδώ. Μην αργήσεις.Το κορίτσι σου’

Έμεινε να κοιτάζει την οθόνη του υπολογιστή αποσβολωμένος. Δεν περίμενε κάτι τέτοιο. Δεν τον είχε προϊδεάσει για κάτι τέτοιο. Πήρε να ξαναδιαβάσει το κείμενο. Περνούσαν οι λέξεις μπροστά του και τις ένοιωθε σαν χτυπήματα σφυριού στο κεφάλι του. Έκλεισε τα μάτια και έγειρε πίσω στην καρέκλα. Θα μπορούσε να κλάψει για να εκτονώσει την πίεση που ένοιωθε, αλλά ένας άντρας ποτέ δεν κλαίει. Σηκώθηκε και πήγε στην τουαλέτα να ρίξει λίγο νερό στο πρόσωπό του. Έφτιαξε καφέ και έκατσε στην πολυθρόνα να κάνει και ένα τσιγάρο. Έμεινε να σκέφτεται το γράμμα που διάβασε. Τράβηξε μια ρουφηξιά και ήπιε μια γουλιά καφέ. Έπρεπε να κάνει κάτι.

-.-.-

Ξαναδιάβασε το γράμμα πριν το στείλει. Ήξερε ότι περίμενε ‘κάτι’ από αυτή. Σίγουρα θα τον αιφνιδίαζε αυτό το ‘κάτι’, αλλά μόνο με ένα ξάφνιασμα μπορεί να τον έκανε να λειτουργήσει ξανά. Της θύμιζε μηχανή που έπρεπε να της ρίξεις το κατάλληλο λιπαντικό για να λειτουργήσει σωστά και σύμφωνα με τις δυνατότητές της. Πίστευε ότι αυτό το γράμμα θα δουλέψει σαν το καλό λιπαντικό για την καρδιά και το μυαλό του. Έτσι πίστευε ή τουλάχιστον, έτσι ήθελε να πιστεύει. Πάτησε το ‘Αποστολή’ και αφού σιγουρεύτηκε ότι το mail στάλθηκε σωστά, έκλεισε την σύνδεση με το internet και τον η/υ. Πήγε για ύπνο με την ελπίδα ότι η επόμενη μέρα θα ήταν διαφορετική.

-.-.-

Την αγαπούσε και δεν καταλάβαινε γιατί πίστευε εκείνη ότι αυτός δεν κάνει κάτι για την σχέση τους. Πίστευε ότι η αγάπη του αρκούσε για να είναι για πάντα μαζί. Ήταν δίπλα της και στα καλά και στα άσχημα. Τι ζητούσε τώρα; Είχε προσπαθήσει να την καταλάβει, να καταλάβει τους λόγους, αλλά έφτανε πάντα στο ίδιο αποτέλεσμα: ‘τρώγεται με τα ρούχα της’. Αυτό πίστευε τώρα, αυτό πίστευε πάντα. Πίστευε ότι κάνει καπρίτσια που θα της περάσουν. Έτσι έκανε πάντα. Καπρίτσια. Και αυτός ήταν πάντα εκεί να τα ανέχεται και να τα υπομένει. Αυτός, που γινότανε χαλί να τον πατήσει, που της πρόσφερε τα πάντα. Τι φταίει αυτός αν δεν μπορεί να μπει στην ψυχοσύνθεσή της και να καταλάβει τι θέλει; Μήπως του είχε δώσει να καταλάβει; Όλο γενικόλογα και θεωρίες. Ποτέ κάτι συγκεκριμένο. Εξάλλου και οι φίλοι του το ίδιο του έλεγαν. Ότι κάθε γυναίκα συμπεριφέρεται έτσι. Είναι στα γονίδιά τους η πολυπλοκότητα και η ιδιαιτερότητα στην ψυχοσύνθεση. Ούτε ο πρώτος που το περνάει είναι, ούτε και ο τελευταίος. Τον συμβούλεψαν να υπομείνει για μία ακόμη φορά. Να πάει με τα νερά της και όλα θα γίνουν όπως πριν. Αλλά, το σημερινό γράμμα της δεν το είχε προβλέψει κανένας. Την αποτύπωση των λεγόμενών της σε γραπτό λόγο δεν την είχε προβλέψει κανένας. Και κανένας δεν θα ήξερε τι έπρεπε να κάνει τώρα. Ήταν σίγουρος γι’ αυτό.

-.-.-

Ξύπνησε με ένα συναίσθημα κενού. Μία διαίσθηση κακή. Μπορούσε να προβλέψει από πού εκπορευόταν αυτό το συναίσθημα, αλλά δεν ήθελε να προκαταλάβει οτιδήποτε. Θα περίμενε. Για μία ακόμη φορά θα περίμενε. Σηκώθηκε και πήγε να πλυθεί. Άνοιξε το νερό στην μπανιέρα, γδύθηκε και μπήκε να κάνει ένα μπάνιο. Άφησε το νερό να πλημμυρίσει τις σκέψεις της και ένοιωσε καλύτερα. Σκουπίστηκε, έπλυνε τα δόντια της και πήγε να κάνει έναν καφέ. Σήμερα είχε ρεπό από την δουλειά της. Θα έμενε σπίτι και θα περίμενε.

-.-.-

Σηκώθηκε από την πολυθρόνα και ξανακάθισε μπροστά στην οθόνη του η/υ. Ξαναδιάβασε το γραπτό της. Προσπάθησε να αδειάσει τον εαυτό του από οποιοδήποτε συναίσθημα και από οποιαδήποτε σκέψη για να μπορέσει να διαβάσει με ‘άλλο μάτι’ το κείμενο. Έκλεισε τα μάτια, αφουγκράστηκε την αναπνοή του και πήρε βαθιές ανάσες. Ξανάνοιξε τα μάτια και ξεκίνησε το διάβασμα. Διάβαζε φωναχτά για να λαμβάνουν μέρος όσες περισσότερες από τις αισθήσεις του γινόταν. Το διάβασε δύο και τρεις φορές. Ξανά και ξανά. Με παύσεις, με διαφορετικό τόνο στην φωνή, πιο ήρεμα, πιο έντονα. Τίποτα το διαφορετικό όμως. Τίποτα. Κατευθύνθηκε στο τηλέφωνο. Το σήκωσε. Πληκτρολόγησε τον αριθμό του κινητού της. Θα της ζητούσε μία συνάντηση.

-.-.-

Το κινητό της ήχησε στο δωμάτιο, σπάζοντας εκκωφαντικά την σιωπή της. Απάντησε. Ήταν εκείνος. Της ζητούσε συνάντηση για να συζητήσουν το κείμενο που του έστειλε. Δεν παρέλειψε να της αναφέρει ότι τον είχε βρει απροετοίμαστο αυτή της η κίνηση. Μάλλον περίμενε μία δήλωση επανασύνδεσης από μέρους της παρά κάτι τέτοιο. Του απάντησε ότι την ξέρει πολύ λίγο τελικά. Έκλεισαν το τηλέφωνο. Δεν κανόνισαν καμία συνάντηση. Δεν υπήρχε λόγος. Εξάλλου, ο καθένας πορεύεται στην ζωή του κατά το πώς νοιώθει και αισθάνεται. Δεν μπορείς να αναγκάσεις κανέναν να καταλάβει, αν ο ίδιος δεν το θέλει. Έμεινε μόνη με τις σκέψεις της. Τουλάχιστον, αυτή τις καταλάβαινε.

-.-.-

Έκλεισε το τηλέφωνο και πήγε να ντυθεί. Ένοιωθε να πνίγεται μέσα στο σπίτι και ήθελε να βγει μια βόλτα. Θα πέρναγε να δει και τους φίλους του. Θα συζήταγαν τα γεγονότα και θα προσπαθούσαν να καταλάβουν τι πήγε στραβά. Σίγουρα, οι γυναίκες είναι πιο απρόβλεπτες κι’ από το πιο απρόβλεπτο σενάριο ζωής. Ποιος ήταν αυτός που θα τις καταλάβαινε; Ο Θεός; Αυτός, ένας απλός άντρας ήταν εξάλλου…

(Το ως άνω κείμενο αποτυπώθηκε στο βιβλίο ‘Bloggers – Ιστορίες του Διαδικτύου’. Περισσότερα, διαβάστε εδώ)

(‘Black and White Morning’ by Harold Silverman)

Σελίς 123…

siopi_cover.jpgΚαιρό είχα να ακολουθήσω τους κανόνες ενός διαδικτυακού (sic) παιχνιδιού. Λάθος μου και μεγάλη γαϊδουριά μου θα μπορούσα να προσάψω στον εαυτό μου. Από όσους με σκεφτήκατε και δεν ανταποκρίθηκα στο κάλεσμά σας, ζητάω συγνώμη. Και αποφασίζω να μην το ξανακάνω. Θα γίνω καλό και υπάκουο παιδί. Και για του λόγου του αληθές, παίρνω φόρα και εντρυφώ μετά μανίας στο blogo-παίχνιδο με τους εξής απλούς όρους:
α. Πιάσε το βιβλίο που βρίσκεται πιο κοντά σε σένα,
β. Άνοιξε το βιβλίο στη σελίδα 123 (αν το βιβλίο διαθέτει λιγότερες από 123 σελίδες, άφησέ το και πήγαινε στο επόμενο κοντινότερο),
γ. Βρες την πέμπτη περίοδο (=από τελεία σε τελεία, αν θυμάσαι) της σελίδας,
δ. Ανάρτησε τις επόμενες τρεις περιόδους (δηλ. την έκτη, την έβδομη και την όγδοη) και
ε. Ζήτα από πέντε bloggers να κάνουν το ίδιο.

Σήκωσα τα μάτια μου στην βιβλιοθήκη απέναντί μου. Την έτρεξα από τα αριστερά προς τα δεξιά. Στάθηκα σε ένα σκληρόδετο βιβλίο. Με έντονα χρώματα βαμμένο: κόκκινο, πράσινο, πορτοκαλί. Αλκυόνη Παπαδάκη η συγγραφέας, ‘Ξεφυλλίζοντας τη σιωπή’ ο τίτλος από τις εκδόσεις ‘ΚΑΛΕΝΤΗΣ’. Σελίδα 123, διαβάζω:

‘Τι θα καταλάβαινες αν σου απαντούσα πως εγώ παίζω μέχρι τελικής, σ’ ένα παιχνίδι που το μόνο που ξέρω είναι πως οι διαιτητές είναι πουλημένοι. Πως η φανέλα μου έχει ξεθωριάσει και μόνο να ονειρευτώ μπορώ τα χρώματά της. Τι θα καταλάβαινες αν σου απαντούσα πως εγώ δεν παίζω ποτέ γι’ αυτούς που έχουν εισιτήριο. Για τους απ’ έξω παίζω. Τους περαστικούς. Τόση προπόνηση για ένα παιχνίδι χαμένο από χέρι, πώς θα μπορούσες να διανοηθείς;’

Έκλεψα λίγο στο παιχνίδι. Δεν μπορούσα να απομονώσω μόνο τις τρεις περιόδους. Το έγραψα όλο. Όλη την 123η σελίδα. Για να έχω να λέω ότι υπερέβη τα εσκαμμένα. Έτσι για το γαμώτο.

Sadmanivo ευχαριστώ για την πρόσκληση. Και για την προτροπή να γράψω κάτι δικό μου. Με τιμά ο λόγος σου. Να ‘σαι καλά. Η συνέχεια ανήκει σε όλους σας. Εύχομαι, έστω και μία ή ένας από εσάς να ανταποκριθεί…

Γίναμε ΘΕΜΑ…

Ε, δεν θα το πιστέψετε. Γίναμε ΘΕΜΑ την περασμένη Κυριακή, 3 Φεβρουαρίου 2008. Ποιοί; Εμείς. Οι επίδοξοι συγγραφείς και αθεράπευτα ονειροπόλοι. Δεν με πιστεύετε; Ψάξτε εδώ. Να και η φωτό ντοκουμέντο:

parousiasi.jpg

Ναι. Το βιβλίο μας παρουσιάστηκε από την εφημερίδα ‘παρέα’ με το βιβλίο της αγαπητής Βίβιαν Ευθυμιοπούλου, κατ’εμάς «Αθήναιου». Δεν είναι υπέροχο;;;

Το νέο μου ‘παιχνίδι’…

facebook.jpgΉρθε στα χέρια μου το απόγευμα του Σαββάτου. ‘Όμορφο περιτύλιγμα’ η πρώτη σκέψη. Το άνοιξα με προσοχή. ‘Και το εσωτερικό δείχνει ενδιαφέρον’ σκέφτηκα καθώς το περιεργαζόμουν. Πάτησα τα κουμπιά του. Πολλά, πολύχρωμα, ιδιόμορφα. Προχώρησα με προσοχή στους δαιδαλώδης διαδρόμους του. Ανακαλύπτοντας ολοένα και καινούργια πράγματα, καινούργιες σκέψεις.
Όχι. Δεν πήρα κανένα νέο παιχνίδι για τον η/υ. Το Σάββατο το απόγευμα αποφάσισα να μπω στο facebook.
Ανακάλυψα και πολλούς από εσάς μέσα του. Άλλους με το όνομά τους, άλλους με το διαδικτυακό τους όνομα. Χάρηκα.
Όπως χάρηκα και από την διάθεση για παιχνίδι, για παλιμπαιδισμό που επικρατεί μέσα εκεί. Πράγματα που έξω, στον πραγματικό κόσμο, θα φοβόμασταν, ή καλύτερα θα ντρεπόμασταν, να κάνουμε, εκεί μέσα αφήνουμε στην άκρη τις ντροπές και γινόμαστε μία παρέα.
Και όσον αφορά την περιρρέουσα διάθεση για flirting, μέσα στο παιχνίδι είναι και αυτή. Αρκεί να τηρούνται οι κανόνες που βάζει ο καθένας.
Εν γένει, μου άρεσε. Και θα συνεχίσω να κάνω facebooking. Εύχομαι να συναντηθώ και με τους υπόλοιπους από εσάς…

Bloggers – Ιστορίες του Διαδικτύου…

bloggers.jpgΤο ταξίδι ξεκίνησε πριν από τέσσερις, περίπου, μήνες. Ένα ταξίδι άγνωστο σε μένα, αλλά παράλληλα ερεθιστικά ενδιαφέρον. Το ταξίδι είχε προορισμό την συγγραφή, από κοινού, ενός βιβλίου με κείμενα από blogger. Μου έγινε πρόταση και ‘γώ την αποδέχτηκα. Τώρα, αν έπραξα σωστά ή όχι, αυτό το αφήνω στην κρίση σας.

Το σκαρί ναυπηγήθηκε στα τυπογραφεία του Εκδοτικού Οίκου ‘Εκδόσεις Σοκόλη – Κουλεδάκη’, που τους ευχαριστούμε από καρδιάς.

Καπετάνιος του πλοίου και εμπνευστής του ταξιδιού είναι ο artbomber, ο οποίος και προλογίζει την έκδοση.

Συνταξιδιώτες του εμείς, απλοί bloggers και επίδοξοι συγγραφείς καθώς και αναγνωρισμένοι συγγραφείς, με σειρά εμφανίσεως:
Ανδρέας Μπελεγρής
Koptoraptou
Life and Times of Orestis Collins
Οι προβληματισμοί ενός τρελού-Contra Mundus
yiaNNi’s PiPe dreams in a yiaNNi’s dreamland
Άκης Φουντιάδης
Nallotinos
ellinikos…diplos
talisker – το μυστικό
ΟΝΕΙΡΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑ
It takes a thought to make a word
Aka Argos
bladewalker – Διαδρομές στην Κόψη του Ξυραφιού
ang3lian
Haris Home
ΚΟΥΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
Purple Clementine
Με το φεγγάρι αγκαλιά
Γαβριήλ
Φιλοσοφίες ολκής. Emporas
Ιφιγένεια
Η τριαντάρα…
Λένα Ντεβίνγκα
Αναστασία Καλλιοντζή

Καλοτάξιδο εύχομαι και ζητάω την επιείκειά σας στις κρίσεις σας…

Υ.γ. Ζητάω συγνώμη από όσους συμμετέχοντες στην έκδοση δεν έχω το Link για την σελίδα τους, αλλά στάθηκε αδύνατο να το βρω.

Καλά Χριστούγεννα…

christmas-morning.jpgΧρόνια Πολλά…

Χρόνια Καλά…

Με Υγεία και Ευτυχία…

Δίπλα σε Αγαπημένα Πρόσωπα. Πρόσωπα που θα φέρνουν στιγμές ήρεμες και γεμάτες…

Και για όσους μόνοι είναι, εύχομαι του χρόνου να έχουν δίπλα τους αυτό που πραγματικά τους ταιριάζει και τους γεμίζει…

υ.γ. Για το βιβλίο, θα μιλήσω μετά τα Χριστούγεννα…

Αποτυχημένο ποστάρισμα…

Μάταια προσπάθησα να ‘ανεβάσω’ ένα post. Το WordPress αντιστέκεται σθεναρά. Μάλλον μου κάνει πόλεμο νεύρων. Δεν πειράζει. Κάθε εμπόδιο για καλό δεν λένε; Τουλάχιστον τα μάτια που ήθελα να το διαβάσουν το διάβασαν. Έτσι, είναι σαν να το ‘ανέβασα’. Την καλημέρα μου και Καλό Σαββατοκύριακο σε όλους. Από Εβδομάδα τα λέμε. Φιλιά…

Το περιβάλλον & ‘γώ…

blog-action-day.JPGΤο περιβάλλον είσαι εσύ, εγώ, αυτός, αυτή, εμείς…

Σεβασμός προς εκείνο, σημαίνει σεβασμός προς εσένα, αυτήν, αυτόν, εσάς και πάνω απ’ όλα προς τον ίδιο μου τον εαυτό…

Και προσωπικά, αυτό με νοιάζει περισσότερο. Να σέβομαι εμένα…

Ας κάνουμε τον σεβασμό προς το Περιβάλλον, τρόπο ζωής…

Της δικής μας ζωής…

Blog action day

One world…

antique-map-cartographica-iii.jpegΈνας κόσμος μικρός…
Μέσα από το πάτημα ενός κουμπιού…
Μέσα από τα μάτια ενός ταξιδευτή…
Μέσα από την ανάμνηση μιας μυρωδιάς…
Μέσα από την αίσθηση ενός φιλιού…
Γεμάτος εικόνες και χρώματα…
Ζωηρά, μουντά, φωτισμένα, νυχτερινά…

Ένας κόσμος μικρός…
Όχι πολύ μακριά…
Εδώ δίπλα, αντίκρυ…
Μπροστά σε κουρασμένα και άυπνα μάτια…

Ένας κόσμος εδώ

Τα 300 μου…

three-candles-by-marc-chagall.jpeg1, 2, 3, …, 300.

Τόσα έγραψα έως τώρα.
Τόσα ανέβασα.
Τόσα πόνεσα.
Τόσα έδωσα.
Τόσα ασπαστήκατε.

Είναι η δική μου η Βουλή.
Οι Τριακόσιοι μου.
Σαν αυτούς του Λεωνίδα.
Στέκουν εδώ, φιλώντας τις Θερμοπύλες του νου μου.

Ενάμιση χρόνο τώρα περίπου.
Σας ευχαριστώ πολύ για την προσοχή σας.
Σας ευχαριστώ πολύ για την συμπαράσταση.

Να είστε καλά.

(‘Three candles’ by Marc Chagall)

Προορισμοί…

nude-i-by-giorgio-mariani.jpegΒράδυ καλοκαιριού, ζεστού και ασφυκτικού, σαν το φετινό. Όχι πολλά χρόνια πριν. Ίσως και κανένα. Δεν έχει σημασία. Εξάλλου, κάθε ιστορία πρέπει να είναι διαχρονική, να μην έχει περιορισμένα πλαίσια χρόνου και χώρου. Δυο κορμιά. Πάνω σε ένα σιδερένιο κρεβάτι. Γυμνά, ιδρωμένα, αναστατωμένα, με τη μυρωδιά του έρωτα διάχυτη επάνω τους. Εκείνος, με ακουμπισμένο το πρόσωπο επάνω στο στέρνο της. Εκείνη, να αφουγκράζεται την ανάσα του στην καρδιά της.

Σήκωσε το κεφάλι του και άπλωσε το χέρι του επάνω στο κορμί της. Αυτό, ανακάλυψε εκ νέου τις πτυχές του σώματός της. Ενός σώματος που τον γέμιζε ηδονικούς αναστεναγμούς, ανομολόγητες σκέψεις και βίαιες εκτονώσεις. Την κοίταξε στα μάτια, καθώς χάιδευε τις ρώγες της που ήταν ήδη ερεθισμένες. Άφησε το χέρι του να κυλήσει κατά μήκος της νοητής γραμμής που ενώνει το λαιμό με το εφηβαίο της. Το ακούμπησε. Υγρό.

Εκείνη, έχει κλειστά τα μάτια και αισθάνεται. Η ανάσα της είναι κοφτή, αισθαντική. Που και που, ήχοι απόλαυσης αναβλύζουν από το κλειστό της στόμα. Συσπάται ολόκληρη.

‘Πάντα αναζητούσα ένα κορμί που να με ταξιδεύει’ γύρισε και της είπε, σπάζοντας το φράγμα της ερωτικής σιωπής που είχε απλωθεί ανάμεσά τους. ‘Και τώρα το βρήκες;’ ρώτησε λάγνα εκείνη. ‘Ναι’ ομολόγησε κοφτά και γέρνοντας τα χείλη του στα δικά της, την φίλησε. Απομακρύνθηκε λίγο από κοντά της. Έβαλε το χέρι του σαν αντιστήριγμα στο κεφάλι του και γυρισμένος στο πλάι, την κοίταξε.

Ένοιωσε την ανάγκη να της εξομολογηθεί τον έρωτά του. Ένοιωσε την ανάγκη να την ‘κοινωνήσει’ στις σκέψεις του για εκείνη. Ξεκίνησε να της μιλάει χωρίς δεύτερη σκέψη.

‘Είσαι αυτό που πάντα περίμενα. Αυτό, που πάντα ήθελα. Ανάλωσα τη ζωή μου, ψάχνοντας εικόνες να γεμίσω την ψυχή μου. Ψάχνοντας να βρω μέρη και τοποθεσίες που θα μου μείνουν αξέχαστες και θα με συγκλονίσουν. Γύρισα μέρη, είδα ανθρώπους, ανακάλυψα πολιτισμούς, ιδέες και τρόπο ζωής. Όμως, τίποτε απ’ όλα αυτά δεν συγκρίνονται με το θαύμα που ανακαλύπτουν τα μάτια μου, κάθε φορά που βλέπω εσένα.

Αρχικά, τα μάτια σου. Δεν θα ακουστεί τετριμμένο αν πω ότι είναι δυο θάλασσες βαθιές, που ο ήλιος δεν φτάνει να τις φωτίσει ολοκληρωτικά. Δυο θάλασσες δικές μου. Μόνο εγώ μπορώ να τις εξερευνήσω, μόνο εγώ μπορώ να βουτήξω μέσα τους και να βγω σώος. Όλη σου η ψυχή, στα μάτια σου. Όλη εσύ, στα μάτια σου. Υγρά ή στεγνά, ανοιχτά ή κλειστά, όλα εκεί μέσα. Όλος εκεί μέσα. Σαν ταξίδι στο απέραντο βαθύ καθάριο των ελληνικών θαλασσών, που τις λούζει ο ήλιος, το φεγγάρι και τ’ αστέρια.

Ύστερα, τα χείλη σου. Το γλυκό φιλί σου. Πάθος. Πόσο μου αρέσει το πάθος! Πόσο μου αρέσει η αίσθηση των χειλιών σου. Απαλά και αισθησιακά. Γλυκά και τρυφερά. Τα προσεγγίζω ευλαβικά, τα φιλάω αισθαντικά. Κλείνω τα μάτια και αισθάνομαι. Τόση γλύκα. Σαν καλοκαιρινό γλυκό του κουταλιού, φτιαγμένο από χέρι νοικοκυράς στην χώρα ενός νησιού του Αιγαίου. Φτιαγμένο με αγάπη και πάθος για την τελειότητα.

Το μυαλό μου, ορίζει σαν συνέχεια του ταξιδιού, τα στήθη σου. Στήθη γεμάτα και ζωντανά. Με ρώγες σκληρές. Τις ρουφάω. Τις γλύφω. Τις δαγκώνω. Κι’ όμως, αυτές εκεί να αντιστέκονται στο χάδι μου, να γίνονται όλο πιο σκληρές και ροδοκόκκινες. Σαν φρεσκοκομμένο καρπούζι. Κόκκινο και ζουμερό. Να τρως και να μην χορταίνεις.

Και τότε επαναστατώ. Όλος ο ανδρισμός μου στο μεγαλείο του. Καίγομαι να εισχωρήσω μέσα σου. Και μπαίνω. Και τότε το ταξίδι απογειώνεται. Και τότε το ταξίδι ξεφεύγει από τα ανθρώπινα όρια. Και ανεβαίνει στ’ αστέρια. Και ενώνεται με το ‘υπέρτατο ον’. Κάνω έρωτα μαζί σου και ολοκληρώνομαι. Και βλέπω χίλια ηλιοβασιλέματα στα μάτια σου. Σαν τα ηλιοβασιλέματα στην Οία.

Και όταν τελειώνω και δεν μπορώ να πάρω ανάσα, γέρνω πλάι σου αποκαμωμένος. Και ‘συ τρυφερά μου χαϊδεύεις τα μαλλιά και μου ψιθυρίζεις πόσο μ’ αγαπάς. Και τότε μέσα μου, εύχομαι να έρθει το πιο όμορφο ταξίδι απ’ όλα. Να γεννηθεί μέσα σου ο καρπός του έρωτά μας. Να γίνουμε ένα στο πρόσωπο μιας νέας ζωής. Να ήξερες πόσο το περιμένω. Αγάπη μου’.

Αυτά είπε και έσκυψε και την φίλησε. Εκείνη, τον αγκάλιασε τρυφερά και δεν είπε κουβέντα. Απλά, ένοιωσε να κυλάει στο μάγουλό της ένα δάκρυ χαράς και ένα γέλιο ολάνθιστο εμφανίστηκε στα χείλη της.

Χαρισμένο στη γυναίκα που με έκανε να νοιώσω…

(ευχαριστώ την αγαπημένη μου και την nebula in caelo που μου έδωσαν την ευκαιρία να ταξιδέψω σε μνήμες ηδονικά αποτυπωμένες στο μυαλό μου. συγνώμη που δεν θα προτείνω κανέναν σας. όποιος θέλει, μπορεί να συνεχίσει.)

(‘Nude I’ by Giorgio Mariani)

Για την Αμαλία…

Μην πάρεις φακελάκι - Μην δώσεις φακελάκι

«Ο ασθενής έχει το δικαίωμα του σεβασμού του προσώπου του και της ανθρώπινης αξιοπρέπειάς του»
(σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 47 του Ν. 2071/ 1992)

«Να γίνουν εξαίρεση οι αλμπάνηδες ρε παιδια, όχι ο κανόνας…»
(Αμαλία Καλυβίνου, 1977-2007)

Από την ηλικία των οκτώ ετών, η Αμαλία ξεκίνησε να πονάει. Παρά τις συνεχείς επισκέψεις της σε γιατρούς και νοσοκομεία, κανένας δεν κατάφερε να διαγνώσει εγκαίρως το καλόηθες νευρίνωμα στο πόδι της. Δεκαεπτά χρόνια αργότερα, η Αμαλία έμαθε ότι το νευρίνωμα είχε πια μεταλλαχθεί σε κακόηθες νεόπλασμα.Για τα επόμενα πέντε χρόνια η Αμαλία είχε να παλέψει όχι μόνο με τον καρκίνο, αλλά και με την παθογένεια ενός Εθνικού Συστήματος Υγείας που επιλέγει να κλείνει τα μάτια στα φακελάκια και επιμένει να κωλυσιεργεί με παράλογες γραφειοκρατικές διαδικασίες. Πέρα από τις ακτινοβολίες και τη χημειοθεραπεία, η Αμαλία είχε να αντιμετωπίσει την οικονομική εκμετάλλευση από γιατρούς που στάθηκαν απέναντί της και όχι δίπλα της. Πέρα από τον πόνο, είχε να υπομείνει την απληστία των ιδιωτικών κλινικών και την ταλαιπωρία στις ουρές των ασφαλιστικών ταμείων για μία σφραγίδα.

Η Αμαλία άφησε την τελευταία της πνοή την Παρασκευή 25 Μαϊου 2007. Ήταν μόλις 30 ετών.

Πριν φύγει, πρόλαβε να καταγράψει την εμπειρία της και να τη μοιραστεί μαζί μας μέσα από το διαδικτυακό της ημερολόγιο. Στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://fakellaki.blogspot.com, η νεαρή φιλόλογος κατήγγειλε επώνυμα τους γιατρούς που αναγκάστηκε να δωροδοκήσει, επαινώντας παράλληλα εκείνους που επέλεξαν να τιμήσουν τον όρκο που έδωσαν στον Ιπποκράτη. Η μαρτυρία της συγκίνησε χιλιάδες ανθρώπους, που της στάθηκαν συμπαραστάτες στον άνισο αγώνα της μέχρι το τέλος.

«Ο στόχος της Αμαλίας ήταν να πει την ιστορία της, ώστε μέσα απ’ αυτήν να αφυπνίσει όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους και συνειδήσεις. Κυρίως ήθελε να δείξει ότι υπάρχουν τρόποι αντίστασης στην αυθαιρεσία και την εξουσία των ασυνείδητων και ανάλγητων γιατρών, αλλά και των γραφειοκρατών υπαλλήλων του συστήματος υγείας.»

(Δικαία Τσαβαρή και Γεωργία Καλυβίνου – μητέρα και αδελφή της Αμαλίας)

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 77 του Ν. 2071/ 1992, θεωρείται πειθαρχικό παράπτωμα για τους γιατρούς του ΕΣΥ:

«Η δωροληψία και ιδίως η λήψη αμοιβής και η αποδοχή οποιασδήποτε άλλης περιουσιακής παροχής, για την προσφορά οποιασδήποτε ιατρικής υπηρεσίας»

Η Αμαλία Καλυβίνου αγωνίστηκε για πράγματα που θεωρούνται αυτονόητα σε ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος. Δυστυχώς δεν είναι και τόσο αυτονόητα στην Ελλάδα. Συνεχίζοντας την προσπάθεια που ξεκίνησε η Αμαλία, διαμαρτυρόμαστε δημόσια και απαιτούμε:

* ΝΑ ΠΑΡΘΟΥΝ ΑΜΕΣΑ ΜΕΤΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΩΣΤΕ ΝΑ ΣΤΑΜΑΤΗΣΟΥΝ ΤΑ ΦΑΚΕΛΑΚΙΑ ΚΑΙ Η ΑΝΙΣΟΤΗΤΑ ΠΟΥ ΕΠΙΦΕΡΟΥΝ ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΩΝ ΑΣΘΕΝΩΝ* ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΠΙΟ ΕΥΕΛΙΚΤΟΣ Ο ΚΡΑΤΙΚΟΣ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΩΣΤΕ ΝΑ ΜΗ ΘΡΗΝΗΣΟΥΜΕ ΞΑΝΑ ΘΥΜΑΤΑ ΕΞΑΙΤΙΑΣ ΧΡΟΝΟΒΟΡΩΝ ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΩΝ* ΝΑ ΕΠΙΒΛΗΘΕΙ ΑΥΣΤΗΡΟΤΕΡΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ ΣΤΗ ΔΙΑΠΛΟΚΗ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΚΑΙ ΙΑΤΡΙΚΟΥ ΚΑΤΕΣΤΗΜΕΝΟΥ

* ΝΑ ΑΞΙΟΠΟΙΗΘΟΥΝ ΟΙ ΑΝΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΤΕΣ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑΚΕΣ ΥΠΟΔΟΜΕΣ ΚΑΙ ΝΑ ΥΠΑΡΞΕΙ ΣΥΝΕΧΗΣ ΚΑΙ ΑΡΤΙΑ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΚΑΤΑΡΤΙΣΗ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΓΙΑΤΡΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΝΟΣΗΛΕΥΤΕΣ ΤΟΥ Ε.Σ.Υ.

* ΝΑ ΚΑΘΙΕΡΩΘΕΙ Η ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΙΑΤΡΙΚΟΥ ΦΑΚΕΛΟΥ ΤΟΥ ΑΣΘΕΝΟΥΣ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΩΣ, ΩΣΤΕ ΝΑ ΕΠΙΣΠΕΥΔΕΤΑΙ Η ΣΩΣΤΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΚΑΙ ΘΕΡΑΠΕΙΑ.

ΑΣ ΠΑΨΕΙ ΠΛΕΟΝ Η ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ ΤΩΝ ΚΥΒΕΡΝΩΝΤΩΝ, ΠΟΥ ΠΡΟΤΙΜΟΥΝ ΝΑ ΛΑΔΩΝΟΝΤΑΙ ΟΙ ΓΙΑΤΡΟΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΠΑΡΑ ΝΑ ΑΜΕΙΒΟΝΤΑΙ ΑΞΙΟΠΡΕΠΩΣ ΑΠΟ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ.

* ΟΧΙ ΑΛΛΑ ΦΑΚΕΛΑΚΙΑ

* ΟΧΙ ΑΛΛΗ ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΑ

* ΟΧΙ ΑΛΛΟΣ ΕΜΠΑΙΓΜΟΣ

ΔΙΚΑΙΟΥΜΑΣΤΕ ΔΩΡΕΑΝ ΚΑΙ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΗ ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ. ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ.Την επόμενη φορά που θα χρειαστεί να δώσετε φακελάκι, μην το κάνετε. Προτιμήστε καλύτερα να κάνετε μια δωρεά. Η τελευταία επιθυμία της Αμαλίας ήταν η ενίσχυση της υπό ανέγερση Ογκολογικής Μονάδας Παίδων.(Σύλλογος Ελπίδα, τηλ: 210-7757153, e-mail: inf0@elpida.org, λογαριασμός Εθνικής Τράπεζας: 080/480898-36, λογαριασμός Alphabank: 152-002-002-000-515)

Θυμηθείτε να αναφέρετε ότι η δωρεά σας είναι «για την Αμαλία»


Ρωτώντας μαθαίνεις…

mona-lisa-detail-by-leonardo-da-vinci.jpegΤελικά, πρέπει να ρωτάς για να μαθαίνεις τον άλλο. Δεν είναι όμως αδιακρισία; Όχι. Αρκεί η πρόθεση να είναι ευγενής. Η καλή φίλη ταραντέλα το αποτόλμησε, δίνοντάς μου το ‘Ερωτηματολόγιο του Proust’ και να το αποτέλεσμα:

1. Η απόλυτη ευτυχία για σας είναι;

Απόλυτη ευτυχία; Υπάρχει; Κι’ αν υπάρχει, πως βιώνεται; Κάθε φορά ανανεώνεται και κάθε φορά επαναπροσδιορίζεται…

2. Τι σας κάνει να σηκώνεστε το πρωί;

Η αίσθηση ότι είμαι ζωντανός. Ότι υπάρχω και ζω…

3. Η τελευταία φορά που ξεσπάσατε σε γέλια;

Με μένα ή με τους άλλους;;;

4. Το βασικό γνώρισμα του χαρακτήρα σας είναι;

Το πάθος…

5. Το βασικό ελάττωμά σας;

Ότι προσπαθώ να βιώνω τα πάθη μου…

6. Σε ποια λάθη δείχνετε τη μεγαλύτερη επιείκεια;

Στα δικά μου, φυσικά…

7. Με ποια ιστορική προσωπικότητα ταυτίζεστε περισσότερο;

Είμαι πολύ μικρός για να τολμήσω να συγκριθώ με κάποια ιστορική προσωπικότητα, που άφησε αναλλοίωτο το σημάδι της στην Ανθρώπινη Ιστορία…

8. Ποιοι είναι οι ήρωές σας σήμερα;

Οι άνθρωποι της διπλανής πόρτας. Αυτοί, που μέσα από αντιξοότητες, μπορούν και μεγαλώνουν παιδιά και ανασταίνουν ανθρώπους…

9. Το αγαπημένο σας ταξίδι;

Του μυαλού μου. Εκεί, που δεν χωράνε σύνορα και όρια…

10. Οι αγαπημένοι σας συγγραφείς;

Λιλή Ζωγράφου, Αχιλλέας Κυριακίδης, Γιάννης Ξανθούλης, Μάρω Βαμβουνάκη…

11. Ποια αρετή προτιμάτε σε έναν άντρα;

Να έχει ‘μπέσα’…

12. … και σε μια γυναίκα;

Να είναι γυναίκα…

13. Ο αγαπημένος σας συνθέτης;

Μάνος Χατζιδάκις…

14. Το τραγούδι που σφυρίζετε κάνοντας ντους;

Συνήθως, κανένα. Απολαμβάνω την ηρεμία της απομόνωσης…

15. Το βιβλίο που σας σημάδεψε;

Δεν είναι κάποιο συγκεκριμένο. Κάθε ένα από τα βιβλία που έχω διαβάσει, έχουν αφήσει ένα μικρό ή ένα μεγάλο σημάδι στην ψυχή μου…

16. Η ταινία που σας σημάδεψε;

Σημάδεψε όχι. Θυμάμαι συχνά με αγάπη και γλυκύτητα τις ταινίες ‘Σινεμά ο Παράδεισος’ με τον Φιλίπ Νουαρέ & ‘Συρανό ντε Μπερζεράκ’ με τον Ζεράρ Ντεπαρτιέ…

17. Ο αγαπημένος σας ζωγράφος;

Leonardo Da Vinci…

18. Το αγαπημένο σας χρώμα;

Το γαλάζιο της θάλασσας και του ουρανού…

19. Ποια θεωρείτε ως τη μεγαλύτερη επιτυχία σας;

Το ότι είμαι άνθρωπος…

20. Το αγαπημένο σας ποτό;

Λευκό κρασί…

21. Για ποιο πράγμα μετανιώνετε περισσότερο;

Για όσα μπορούσα να κάνω και δεν έκανα…

22. Τι απεχθάνεστε περισσότερο απ’ όλα;

Το ‘δήθεν’…

23. Όταν δεν γράφετε, ποια είναι η αγαπημένη σας ασχολία;

Ακούω μουσική ή διαβάζω…

24. Ο μεγαλύτερος φόβος σας;

Ο θάνατος των προσφιλών μου προσώπων…

25. Σε ποια περίπτωση επιλέγετε να πείτε ψέματα;

Συνήθως ποτέ, όσο κι’ αν κοστίζει…

26. Ποιο είναι το μότο σας;

Ότι έγινε, έγινε. Δεν γυρνάει πίσω. Δεν αλλάζει. Ας κοιτάξουμε μπροστά…

27. Πώς θα επιθυμούσατε να πεθάνετε;

Χωρίς να ταλαιπωρήσω άλλους ανθρώπους. Όρθιος…

28. Εάν συνέβαινε να συναντήσετε τον Θεό, τι θα θέλατε να σας πει;

Πόσο δίκαιος ή άδικος ήμουν στη ζωή μου…

29. Σε ποια πνευματική κατάσταση βρίσκεστε αυτόν τον καιρό;

Πρέπει να διαθέτεις ‘πνεύμα’ για να είσαι σε πνευματική κατάσταση. Και ‘γώ, δεν ξέρω αν διαθέτω…

Ευχαριστώ πολύ ταραντέλα…

(‘Mona Lisa’ (detail) by Leonardo Da Vinci)

Τα ζεϊμπέκικά μου…

moved-by-the-music-v-by-alfred-gockel.jpegΤη ζωή μου, την έχω άρρηκτα συνδεδεμένη με την μουσική…
Με το άκουσμά της και ότι αυτό γεννάει μέσα μου…
Λύπη, θυμό, νοσταλγία, ελπίδα, θύμησες πολλές…
Ιδιαίτερα, τα ζεϊμπέκικα λειτουργούν επάνω μου σαν ‘καθαρτήρια ψυχής και σώματος’…
Ο ρυθμός τους, τα 9/8, νομίζω ότι ανταποκρίνεται στο ρυθμό που κυλάει το αίμα στις φλέβες μου, ανταποκρίνεται πλήρως στον ρυθμό της καρδιάς μου…
Και ο τρόπος που χορεύεται, αντίστοιχος…
Τίναγμα των χεριών σε έκταση, σε θέση σταύρωσης…
Βήμα μισοτελειωμένο, σαν τη ζωή, που δεν ξέρεις που τελειώνει και που αρχίζει…

Ένα από τα πρώτα ζεϊμπέκικα που χόρεψα, ήταν και το ‘Στην Αλάνα’, με την φωνή του Γιώργου Νταλάρα, σε στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου και μουσική του Γιάννη Σπανού…
Θυμάμαι, τέλη δεκαετίας ’70 και αρχές δεκαετίας ’80, διακοπές στην Πάρο…
Ένα βράδυ, έχουμε πάει οικογενειακώς σε ένα εξοχικό κέντρο…
Μουσική, από ένα pick-up…
Κόσμος πολύς…
Ανάμεσα σε αυτούς και ο Γιάννης Πάριος…
Ξεκινάει το τραγούδι…
Σηκωνόμαστε στην πίστα, η μητέρα μου και ‘γώ, παιδάκι τότε, ούτε 12 χρονών…
Μαζί μας και ο Πάριος…
Θυμάμαι να μου χτυπάει παλαμάκια να χορέψω…
Από τότε, όποτε χορεύω την Αλάνα, τον θυμάμαι…
Να’ σαι καλά Γιάννη…

Επίσης, ένα άλλο ζεϊμπέκικο που κυλάει στο DNA μου, όπως πιστεύω και σε πολλών άλλων, είναι και το ‘Βρέχει φωτιά στην στράτα μου’, με τον ανεπανάληπτο Στράτο Διονυσίου, σε στίχους, πάλι, του Λευτέρη Παπαδόπουλου και μουσική του Μίμη Πλέσσα…
Εδώ, μιλάμε για ένα αντρίκιο τραγούδι, όχι τόσο γιατί έχει συνδεθεί με τον αείμνηστο Νίκο Κούρκουλο, αλλά γιατί είναι ένα τραγούδι ‘καταραμένου άντρα’, που ενώ έχει υποστεί τα πάνδεινα, έχει την δύναμη να χορέψει τον πόνο του και να τελειώσει τη ζωή του χορεύοντας…

Τελειώνοντας με τα αντρίκια ζεϊμπέκικα, θα αναφερθώ στο ‘Δεν θα ξαναγαπήσω’, αρχικά τραγουδισμένο από την αξεπέραστη φωνή του Στέλιου Καζαντζίδη, σε στίχους, και πάλι, Λευτέρη Παπαδόπουλου και μουσική Μάνου Λοΐζου, λατρεμένο όμως όταν το τραγούδησε ζωντανά ο Σωκράτης Μάλαμας…
Ίσως, η συγκλονιστικότερη ερμηνεία του Μάλαμα…
Ίσως, καλύτερη από την πρωτότυπη…
Συγκινησιακά φορτισμένη, λόγω του θανάτου του Στέλιου λίγες μέρες πριν, πιστεύω ότι είναι από τις στιγμές που θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό που υπάρχουν καταγεγραμμένες…
Τραγούδι υποσχέσεων που δεν κρατούνται, όσο κι’ αν το θέλεις…

Για το τέλος, άφησα δύο τραγούδια, τραγουδισμένα από δύο μεγάλες γυναικείες φωνές…
Το ‘Γεννήθηκα για να πονώ’, τραγουδισμένο από την μεγάλη Μαρίκα Νίνου, σε στίχους Κώστα Βίρβου και μουσική Βασίλη Τσιτσάνη, και το ‘Χίλιες βραδιές’, τραγουδισμένο σε πρώτη εκτέλεση από την Τζένη Βάνου, σε στίχους Ηλία Λυμπερόπουλου και μουσική Μίμη Πλέσσα…
Δύο τραγούδια, που δείχνουν τις δύο πλευρές του ίδιου νομίσματος…
Έρωτας, πάθος, απόρριψη, πόνος…
Και τα δύο, συνοδεύονται από γενναίες ποσότητες οινοπνεύματος και ατέλειωτες ώρες πτήσεων πάνω στην πίστα…

Θα ήθελα, να ευχαριστήσω τον φίλο Αθανάσιο, που μου έδωσε την ευκαιρία να γράψω αυτό το κείμενο…
Για την συνέχεια της αλυσίδας, προσκαλώ-προκαλώ τις: Άννα-Σίλια, Δελφινοκόριτσο, Ελαφίνι, Ίνα και Ίον
Με το καλό κορίτσια…

(‘Moved by the Music V’ by Alfred Gockel)