Αναπαραγωγή και Επιβίωση

Κάθισε στο γραφείο της και άνοιξε τον υπολογιστή. Εδώ και κάποιες μέρες ένιωθε μία δυστοκία στην συγγραφή του πρώτου της πονήματος. Ένας από τους ήρωές της έμοιαζε λειψός. Έπρεπε να τον συμπληρώσει με συγκεκριμένα στοιχεία, αντίθετα μα και συνάμα συμπληρωματικά ως προς τον κυρίως χαρακτήρα της. Κάτι σαν το δίδυμο λίμνη με Νάρκισσος. Έψαχνε έναν Νάρκισσο, που θα αντικατόπτριζε το πρόσωπό του στη λίμνη μέχρι που θα πνιγόταν μέσα της. Ήθελε να φτάσει στο σημείο του πνιγμού ο ήρωάς της. Να τον κάνει να φτάσει στα όριά του. Να τον κάνει να δει τον ξεκάθαρο προορισμό του. Πίστευε στην κάθαρση μέσω της διαδικασίας της αποκαθήλωσης. Μέσω του δρόμου χωρίς γυρισμό.

Η Ηρώ πληκτρολόγησε τον κωδικό της στο facebook. Συνήθιζε να το αποκαλεί «πηγάδι των ευχών». Ένα μέρος με αστείρευτη ποικιλία χαρακτήρων και προσώπων. Έψαξε τα τελευταία post των φίλων της. Φίλοι κατ’ ευφημισμό, άγνωστοι οι περισσότεροι μεταξύ τους. Φίλος, φίλου από φίλο και το κουβάρι μεγάλο. Αποτυχία όμως. Τίποτα το διαφορετικό. Θα το άφηνε για αργότερα, μιας και δεν είχε να κάνει κάτι άλλο σήμερα.

Η ζωή της από την ημέρα που διαλύθηκε ο αρραβώνας της δεν περιείχε τίποτα το σημαντικό. Κάποιες διάσπαρτες εξόδους με συναδέλφους και συνεργάτες, επισκέψεις σε μουσεία με την κολλητή της που έκανε μεταπτυχιακό επάνω στην τέχνη του καμβά του 16ου αιώνα και παρακολούθηση συναυλιών φερέλπιδων νεαρών και νεανίδων με την μητέρα της στην αίθουσα του συλλόγου «Παρνασσός», εκεί απέναντι από τον Αη Γιώργη Καρύτση. Πέρα από όλα αυτά, πολύ κλεισούρα. «Καλόγρια θα καταντήσεις» η μόνιμη επωδός της μητέρας της. Δεν είχε όμως διάθεση για κάτι άλλο, μέχρι που ένιωσε την ανάγκη να αποτυπώσει σε χαρτί, λέξεις και σκέψεις που είχε από καιρό μέσα της.

Σαν ένα μελανοδοχείο γεμάτο με εκείνο το σκούρο υγρό των αναμνήσεων και των εμπειριών ένιωθε το μυαλό της, που είχε γεμίσει από περιστάσεις και καταστάσεις. Το μόνο που της έλειπε ήταν μία πένα να βουτήξει μέσα σε αυτό και να αρχίσει να γράφει ακατάπαυστα. Και να που αυτή η πένα βρέθηκε τελικά και να που τώρα η Ηρώ αποτυπώνει αυτά τα σημαντικά και ασήμαντα στιγμιότυπα. Τι παράξενο αλήθεια. Αυτή, που ποτέ της δεν είχε την τάση για συγγραφή, να ‘την τώρα να ψάχνει χαρακτήρες για το πόνημά της. Και με ιδιαίτερο θέμα, η αλήθεια είναι.

Καταπιανόταν με την έλξη και την απώθηση των δύο πιο βασικών ενστίκτων του ανθρώπινου είδους που κινούν αενάως αυτόν τον κόσμο: το ένστικτο της αναπαραγωγής και της επιβίωσης. Απίστευτη η προδιάθεσή της να καταπιαστεί με ένα τέτοιο θέμα. Φαίνεται τελικά, ότι ο αρχέγονος προορισμός της ως γυναίκα να αναπαραχθεί, την κυνηγούσε διαρκώς σαν ερινύα και δεν την άφηνε να ηρεμήσει το υποσυνείδητό της. Η επίδραση του οικογενειακού και φιλικού της περιβάλλοντος ήταν μεγάλη. Για όλους αυτούς, το γεγονός ότι ήταν ήδη 35 ετών, χωρίς οικογένεια και χωρίς παιδί θεωρούνταν αδιανόητο. Που να τους έλεγε δηλαδή ότι μέσα της δεν ένιωθε καν έτοιμη για ένα τόσο μεγάλο βήμα. Θα την είχαν στήσει στο εκτελεστικό απόσπασμα. Αναγκασμένη να φοράει πάντα την μάσκα της έτοιμης από καιρό γυναίκας και μάνας, έπρεπε να δημιουργήσει αντίβαρο στο φορτίο. Και η συγγραφή της το παρείχε.

Είχε φτάσει όμως σε αδιέξοδο. Ο χαρακτήρας που αντιπροσώπευε την «επιβίωση» κάπου χανόταν μέσα στην λαίλαπα της «αναπαραγωγής». Αυτή ποτέ δεν αντιμετώπισε πρόβλημα επιβίωσης. Μέσα στο οικείο πατρικό περιβάλλον της σιγουριάς και της γαλήνης, ποτέ δεν ήρθε πρόσωπο με πρόσωπο με την διαφορετικότητα των ενστίκτων. Μόνο μέσα από περιγραφές που διάβαζε σε ρεπορτάζ δημοσιογράφων και ειδησεογραφικών πρακτορείων ή όταν η τηλεοπτική κάμερα αποτύπωνε εικόνες από μια ζωή διαφορετική από την δική της. Καμία ιδία επαφή. Ο γρίφος της φαινόταν άλυτος. Γι’ αυτό και η αναζήτηση «μέσα στο πηγάδι των ευχών» απαραίτητη.

Έκανε refresh στην σελίδα της στο facebook. Μία ανάρτηση της έκανε εντύπωση. Κάποιος Άρης είχε γράψει: «σε ένα κόσμο ανέραστο, μόνο τα αγάλματα σώνονται για να διαδίδουν τα πάθη που δεν τολμήσαμε να πούμε… και μόνο εκείνα μπορούν να ζουν, όταν όλοι εμείς οι υπόλοιποι έχουμε χάσει στο παιχνίδι της ζωής». Η φράση της έκανε εντύπωση. Μπήκε στο προφίλ του Άρη. Συμπαθητική φυσιογνωμία, ευγενικό πρόσωπο με βλέμμα ήρεμο και καθησυχαστικό. Ετών 27. Φοιτητής Καλών Τεχνών και με μελέτες επάνω στην μουσική και στο βιολί. “Αναπάντεχο και φυσικό συνάμα” σκέφτηκε.

“Λες εδώ να είναι ο προορισμός αυτού που ψάχνω;” ψιθύρισε και η φωνή της γέμισε το δωμάτιο. Πίστεψε ότι βρήκε την όψη της «επιβίωσης» πέρα από τα λογικά πλαίσια της καθημερινότητας, αλλά παράλληλα και μία «αναπαραγωγή» στο πρόσωπο του παλικαριού αυτού. Την «αναπαραγωγή» γενικά ή την «αναπαραγωγή» της ειδικά; Θα του έστελνε μήνυμα. Το έκανε χωρίς δεύτερη σκέψη.

Με το μυαλό της, άρχισε να πλάθει τον πιθανό διάλογο με το αγόρι για εκείνη, ίσως άντρας για κάποιες άλλες. Η ηλικιακή διαφορά τους δεν έδινε τα εχέγγυα για κάτι παραπάνω από μία απλή επαφή. Από μία απλή συνομιλία χωρίς περαιτέρω επιπτώσεις. “Πολύ συντηρητική σε βρίσκω Ηρώ μου” σκέφτηκε και ένα χαμόγελο διαγράφηκε στα χείλη της. “Λες να καταντήσω και ‘γώ σαν όλες εκείνες τις γυναίκες που αρέσκονται να επικοινωνούν και να κοινωνούν με νεώτερους, κατά πολύ, άντρες από αυτές;” συνέχισε την σκέψη της και το χαμόγελο παρέμεινε στα χείλη.

“Θα το ήθελε άραγε; It takes two to tango δεν λένε; Θέλει δύο το ταγκό, όπως και να το κάνουμε” επιβεβαίωσε στον εαυτό της. Και είχε περάσει καιρός που είχε να το χορέψει με κάποιον σύντροφο. Το πλήρωμα του χρόνου μπορεί να είχε φτάσει. Μέσω μιας αναζήτησης, μιας τυχαίας φράσης. “Τελικά, όλα στην ζωή δεν είναι στιγμές και στιγμιότυπα;”

Καμία απάντηση όμως δεν ερχόταν. Πέρασαν δυο, τρία λεπτά. Ξανάκανε refresh. Ο Άρης είχε βγει εκτός. Ένιωσε την καρδιά της να χτυπάει γρήγορα. “Μπα, χτυπάει και έτσι;” Πάτησε επανειλημμένα το πλήκτρο της ανανέωσης. Πουθενά το αγόρι. “Που να πήγε;”. Επανήλθε στα μηνύματα. Του έγραψε ένα «Έφυγες ξαφνικά και δεν μπορέσαμε να τα πούμε», ένα «Μου έχεις κάνει εντύπωση», ένα «Θα ήθελες να επικοινωνήσουμε περισσότερο;». Το έστειλε. Χωρίς δεύτερη σκέψη. Άλλωστε, η αναπαραγωγή και η επιβίωση είναι ένστικτα ριζωμένα στο DNA μας. Χωρίς φτιασίδια και μάσκες. Δεν θέλουν δεύτερη σκέψη…

(«Tango Argentino II» by Willem Haenraets)

Παρατηρήσεις «ιδίοις όμμασι»…

Αποτυπώνω, καταγράφω, διαγράφω, οργανώνω εικόνες που εμπίπτουν στην δικαιοδοσία του οπτικού μου οργάνου. Λαίμαργα καταβροχθίζω ανθρώπινες φιγούρες και γήινα τοπία, φτιαγμένα είτε μέσω της εξελικτικής διαδικασίας ενός αόρατου Θεϊκού χεριού είτε μέσω της ανθρώπινης πρόφασης για ένα καλύτερο αύριο.

Φιγούρες ανθρώπων καθημερινών, ανθρώπων της διπλανής ή παραδιπλανής πόρτας, που δεν έχω την ευχέρεια και το θάρρος να την χτυπήσω και να τους παρατηρήσω «ιδίοις όμμασι» στον υπόλοιπο χρόνο που διακόπτει τις διακοπές μου, που παρεμπιπτόντως είναι μακροβιότερος και δύσκολα αναστρέψιμος.

Και είναι τελικά αυτός ο χρόνος ο άχρονος που εμμένει να επιμένει ότι είναι πανδαμάτορας και αψεγάδιαστα τέλειος σε μία ατελή και συνάμα σύννομη ζωή. Ο μόνος νικητής απέναντι σε όλες τις ήττες μας…

(‘Under the Tuscan Sun II’ by Alfred Gockel)

Η μοίρα κι’ ο καιρός…


“Τα λόγια και τα χρόνια τα χαμένα
και τους καημούς που σκέπασε καπνός
η ξενιτιά τα βρήκε αδελφωμένα

Κι οι ξαφνικές χαρές που ήρθαν για μένα
ήταν σε δάσος μαύρο κεραυνός
κι οι λογισμοί που μπόρεσα για σένα

Και σου μιλώ σ’ αυλές και σε μπαλκόνια
και σε χαμένους κήπους του Θεού
κι όλο θαρρώ πως έρχονται τ’ αηδόνια
με τα χαμένα λόγια και τα χρόνια
εκεί που πρώτα ήσουνα παντού
και τώρα μες στο κρύο και στα χιόνια

Η μοίρα κι ο καιρός το ‘χαν ορίσει
στον κόσμο αυτό να ρίξω πετονιά
κι η νύχτα χίλια χρόνια να γυρίσει

Στο τέλος της γιορτής να τραγουδήσει
αυτός που δεν εγνώρισε γενιά
και του καημού την πόρτα να χτυπήσει
και του καημού την πόρτα να χτυπήσει
και του καημού την πόρτα να χτυπήσει

Δεν ήτανε ρολόι σταματημένο
σε ρημαγμένο κι άδειο σπιτικό
οι δρόμοι που με πήραν και προσμένω

Τα λόγια που δεν ξέρω σου τα δένω
με τους ανθρώπους που ‘δαν το κακό
και το ‘χουν στ’ όνομά τους κεντημένο

Αυτός που σπέρνει δάκρυα και πόνο
θερίζει την αυγή ωκεανό
μαύρα πουλιά τού δείχνουνε το δρόμο

Κι έχει τη ζωγραφιά κοντά στον ώμο,
σημάδι μυστικό και ριζικό
πως ξέφυγε απ’ τον Άδη κι απ’ τον κόσμο

Η μοίρα κι ο καιρός…”

Σήμερα πονάω. Πολύ. Δεν έχω λόγια. Στέρεψαν και αυτά. Μόνο δάκρυα. Δάκρυα που έρχονται στο χείλος των ματιών και δεν βγαίνουν. Χαμένα λόγια, χαμένα χρόνια. Κατάντησαν, με την βοήθειά μας βεβαίως, την χώρα μας ένα μπάχαλο. Φτάνει πια. Ως εδώ. Ως εδώ και μη παρέκει…

Πουθενά να πιαστείς. Πουθενά να αποθέσεις ελπίδες και οράματα. Ένα κράτος διαλυμένο. Ένα έθνος χαμένο μέσα σε κομπλεξικά υποκατάστατα ευτελούς ζωής. ως εδώ. Ως εδώ και μη παρέκει…

Πονάω. Πολύ…

(Οι στίχοι είναι του μέγιστου Μάνου Ελευθερίου. Μελοποιήθηκαν αξεπέραστα από τον Γιάννη Μαρκόπουλο. Τέτοιες περίπου εποχές όπως οι σημερινές, πολλά χρόνια πριν…)

(η φωτογραφία είναι από το Reuters)

Προσωπικοί μύθοι…


Προσωπικοί μύθοι γένους αρσενικού, πτώσης ενικού και με επιπτώσεις σε πληθυντικό αριθμό…

Είμαστε τυμβωρύχοι ζωών, ελεγχόμενων μόνο για νομιμότητα και όχι για σκοπιμότητα. Ψάχνουμε μέσα σε τάφους σκοτεινούς να βρούμε το φως που θα μας οδηγήσει…

Κάναμε δειγματοληπτικούς ελέγχους ζωής που εγκρίθηκαν από το περιβάλλον μας και τους δικούς μας ανθρώπους, αλλά τα δείγματα κρίθηκαν εν τέλει ακατάλληλα, προς βρώσιν και προς πόσιν, από την ίδια την ζωή που ζήσαμε…

Αφήσαμε αναπνοές επάνω σε καρέκλες άβολες και γραφεία ασφυκτικά. Όταν έφτασε η ώρα να τις χρησιμοποιήσουμε για να ξεφύγουμε από το τέλμα, συνειδητοποιήσαμε ότι μας είχαν απομείνει μόνο εκείνες που ήταν προαπαιτούμενες για να συνεχίσουμε να ζούμε…

Ο έρωτας και η μοναξιά, τελικά, έχουν την ίδια ρίζα. Εκείνη που εμείς ποτίζουμε με κάθε δάκρυ που κυλάει όταν οι αναμνήσεις δίνουν την θέση στη ζωή μας…

(‘Street at night’ by Tamara de Lempicka)

Ζωή την λέω…

Two cut sunflowers by Vincent Van GoghΑντιμέτωπος πάλι με ένα άσπρο χαρτί, με μόνο όπλο ένα στυλό και κάποιες ανέμελες και ακατάσχετες σκέψεις. ‘Μαθαίνω ξανά να περπατάω’ σκέφτομαι και ακουμπάω το στυλό επάνω στο χαρτί.
Στην αρχή ζωγραφίζω σχήματα. Άλλοτε κύκλους (‘ζωή είναι αυτή καρδιά μου’), άλλοτε παραλληλόγραμμα (‘μέσα σε τέσσερις τοίχους ζούμε’), άλλοτε γραμμές τεθλασμένες (‘σαν γράφημα της ζωής μας, μία πάνω μία κάτω, σε δουλειά να βρισκόμαστε’), ευθείες (‘δύσκολα να τις κρατήσεις’), καμπύλες (‘έτσι έχουμε μάθει να καμπυλώνουμε τις σκέψεις μας’). Κάπου-κάπου αφήνω μόνο τελείες (‘στίγματα επάνω στα κορμιά μας τα πάθη’).
Τα σχήματα αυτά δεν απεικονίζουν κάτι το συγκεκριμένο. Μόνο τον δαίδαλο που το μυαλό μου ορίζει. Σαν ένα κουβάρι μαλλί για πλέξιμο. Πριν το πάρει στα χέρια της η γριά-μοίρα και το ξεμπλέξει. Και το ορίσει. Και το γυρίσει στον τροχό της ζωής.
Πιάνω να γράψω κάποιες λέξεις. Περνάνε πολλές από το μυαλό μου. Δεν γράφω καμία. Δεν θέλω να αδικήσω καμία. Δεν βρίσκω εκείνη που θα την ορίσω αρχηγό. ‘Αρχηγός των λέξεων’. Καλός τίτλος για μία λέξη. Καλός τίτλος για λέξεις που ζητάνε αυτοεπιβεβαίωση. Τέτοιες πολλές όσοι και οι άνθρωποι που τις λένε, τις εκφέρουν.
Βρήκα μία. Την λένε ‘ζωή’. ‘Καλή φαίνεται’ σκέφτομαι και αρχίζω να πλέκω γύρω της μια ιστορία. Μικρή ζωή, καλή ζωή, αφόρητη ζωή, όμορφη ζωή, “ζωή που δεν μοιράζεται, είναι ζωή κλεμμένη”. Τόσοι πολλοί επιθετικοί προσδιορισμοί για ένα τόσο μικρό ουσιαστικό. Τόσοι πολλοί επιθετικοί προσδιορισμοί για ένα τόσο ιδιαίτερο δώρο. Αγωνιώ στην σκέψη που θα καταλήξει η ιστορία μου. Προσπαθώ να την φτιάξω έτσι ώστε να έχει καλό τέλος. Όμορφο. Να συνάδει με τα όνειρα που κάνει ο καθένας μας για την ζωή του. Θαλπωρή, ηρεμία, γαλήνη. Χωρίς άσκοπες ανατροπές και ηθελημένα τέλματα.
Ορίζω την αρχή. Χρόνια παιδικά, χρόνια εφηβικά. Συνειδητοποίηση. Κάπου στην μέση φτάνω στο τώρα. Το παρατηρώ από άλλη οπτική γωνία. Την γωνία αυτού που αποτυπώνει και όχι την γωνία αυτού που βιώνει. Σίγουρα εκ του ασφαλούς. Λες και η ασφάλεια είναι για αυτούς που θέλουν να βιώσουν στο μεδούλι τους την ζωή. Με αφήνω να γράψω απερίσπαστος από τις βολεμένες σκέψεις μου. Μου βγαίνει ένας θυμός, μία άρνηση, μία πίκρα. Μου βγαίνει όμως και μια καλοσύνη, ένα χαμόγελο, μια γλυκύτητα. Σκέφτομαι εσένα προφανώς, δεν χρειάζεται να ψάξεις το γιατί.
Κοιτάω μπροστά. Προσπαθώ να προβλέψω τα μελλούμενα. Ποτέ δεν ήμουν καλός σε αυτό. Δεν έχω το κληρονομικό χάρισμα, που θα έλεγες χαριτολογώντας. Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να βασίσω τις προβλέψεις μου στα δεδομένα του τώρα. Έχοντας γνώση του τώρα, μπορώ να έχω γνώμη για το αύριο. Δικές σου κουβέντες είναι. Το ξέρεις. Έτσι πράττω. Και βλέπω το τέλος που ήθελα να έχω στην ιστορία μου. Αποτυπώνω την θαλπωρή, την ηρεμία, την γαλήνη. Αποτυπώνω εμάς. Χωρίς πολλά λόγια…

(“Two cut sunflowers” by Vincent Van Gogh)

Μεγάλη Εβδομάδα κάθε χρόνο…

Τελικά, δεν ξέρω τι είναι πιο ‘μεγάλο’, πιο ‘δυνατό’, πιο ‘ανθρώπινο’. Η κατάβαση ή η ανάβαση; Ο Τάφος ή η Ανάσταση;

40 χρόνια τώρα, ζω και το ένα και το άλλο, καθημερινά. Και ακόμη απάντηση δεν βρήκα. Ίσως γιατί οι απαντήσεις είναι γι’ αυτούς που δεν έχουν ερωτήσεις. Ίσως γιατί οι απαντήσεις είναι γι’ αυτούς που δεν έχουν συναντήσει αναβάσεις και καταβάσεις, Τάφους και Αναστάσεις…

Ότι μας λύπησε, δίπλα μας να το βάλουμε. Ότι μας πόνεσε, παρέα να το κρατήσουμε. Για να θυμόμαστε ότι είμαστε άνθρωποι. Για να θυμόμαστε ότι είμαστε θνητοί…

Καλή Κατάβαση στα βάθη της ψυχής μας να έχουμε.

Καλή Ανάσταση στα απύθμενα της Ύπαρξής μας να βρούμε.

Και του χρόνου γεροί…

Πανσέληνος Απριλίου…

Μία ολοστρόγγυλη πανσέληνος
φωτίζει
τις ανέραστες ατραπούς των ονείρων
με συνοδεία το άρωμα των ανοιξιάτικων μπουμπουκιών
των πρόωρα ανθισμένων
(ξεγελασμένων θα μπορούσες να πεις)
νερατζιών των δρόμων…

Κι’όμως,
το φως αυτό είναι μία
εν δυνάμει φωτεινή πηγή
κάποιων
εν δυνάμει νέων προσδοκιών…

Μια διαδρομή…

clay-davidson-paris-metroΕπιβιβάζομαι.
Βάζω τα ακουστικά στα αυτιά μου και πατάω το play του mp3. Κοιτάω έξω από τα παράθυρα του βαγονιού. Μία μαύρη διαδρομή ξεκινάει με ταχύτητα. Το βλέμμα δεν μπορεί να εστιάσει σε κάτι τόσο γρήγορα κινούμενο. Κι’ όμως. Υπάρχει ένας κόσμος εκεί έξω. Ακίνητος ή κινούμενος. Δεν έχει σημασία. Σημασία έχει μόνο η αδυναμία εστίασης. Σημασία έχει η απροσδιοριστία της αίσθησης που δεν μπορεί να επεξεργαστεί δεδομένα.
Αφήνω το βλέμμα μου να περπατήσει εντός του βαγονιού. Συναντάω δύο γυναικεία μάτια. Μαύρα εκείνα σε πρόσωπο άσπρο. Έντονα. Με εκείνο το μαύρο της νύχτας που σε ρουφάει και σου απομυζεί την ζωή. Και αυτά τα μάτια όμως δεν εστιάζουν πουθενά, καταλαβαίνω. Είναι και αυτά χαμένα σε σκέψεις και αποτραβηγμένα από την πραγματικότητα. Δεν μου δίνουν σημασία. Τα προσπερνώ αντί να τα διαπεράσω. Κλείνω τα δικά μου και μηδενίζω την σκέψη.
Ο ρυθμός του τραγουδιού που ακούγεται στα αυτιά μου είναι αργός. Τέμπο μελαγχολικό. Κατά ένα περίεργο τρόπο, μου φτιάχνει την διάθεση η μελαγχολία αυτή. Αφουγκράζομαι το βουητό του συρμού που χρησιμοποιεί το κορμί μου για ηχείο. Ρυθμικό και μονότονο. Λες και προσιδιάζει με τις ζωές που μεταφέρει.
Η μεταλλική φωνή της εκφωνήτριας σπάει τον ειρμό των σκέψεων και διαπερνάει οποιονδήποτε άλλο ήχο. “Επόμενη στάση Πανεπιστήμιο – Next Station Panepistimio”. Εδώ κατεβαίνω. Εδώ φτάνω στο τέρμα.
Ο συρμός φτάνει στον προορισμό και αποβιβάζομαι. Μαζί μου και δεκάδες άλλα ζευγάρια ματιών. Κοιτούν μπροστά, αφηρημένα και αφημένα. Ζωές ταχέως κινούμενες προς άλλους προορισμούς, προς άλλες επιβιβάσεις και αποβιβάσεις. Βγαίνω στην επιφάνεια από τις κυλιόμενες σκάλες. Ο ψυχρός απογευματινός αέρας χτυπάει τα ρουθούνια μου και παγώνει την σκέψη μου.
Μπαίνω σε ένα καφέ και παραγγέλνω έναν cappuccino. Αντιστάθμισμα στην παγωμένη σκέψη. Πίνω μια γουλιά και αλλάζω τραγούδι στο mp3. Μένουν πια μόνο οι σκέψεις του στιχουργού. Εγώ, πουθενά.
Φτάνω στον προορισμό μου…

(‘Paris Metro’ by Clay Davidson)

Γράμμα στον Άϊ Βασίλη…

windswept-traveler-by-peggy-abramsΑγαπημένε μου Άγιε Βασίλη,

Είμαι ο Γιώργος. Έπαψα πια να είμαι Γιωργάκης. Εδώ και χρόνια. Ναι. Αλήθεια σου λέω. Και ως Γιώργος είπα, σε συνεννόηση με τον εαυτό μου, να σου γράψω ένα γράμμα.

Θα μου πεις τώρα, και με το δίκιο σου βέβαια, τι δουλειά έχω εγώ ως Γιώργος να σου γράφω γράμμα και να ζητάω δώρα. Σωστή παρατήρηση Άγιε μου. Ξέρεις, την ερώτησή σου την σκέφτηκα και ‘γώ. Και προσπάθησα να δώσω μία απάντηση που, αν μη τι άλλο, να στέκει λογικά. Και άκου τώρα απάντηση που σκέφτηκα και στην λέω: ‘Όλοι μέσα μας κουβαλάμε το παιδί που μένει πάντα στην σκιά του μεγάλου μας εαυτού. Εγώ αποφάσισα φέτος αυτό το παιδί να το βγάλω από την σκιά. Να το φέρω στο φως. Να του δώσω τα κλειδιά του εαυτού μου για λίγες μέρες και να ζήσω τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά μέσα από τα μάτια του παιδιού μέσα μου’. Πως σου φάνηκε; Δεν είναι πειστικότατη η σκέψη μου και δεν δικαιολογεί στο έπακρο την πράξη μου; Ευχαριστώ.

Λοιπόν, αρκετά μακρηγόρησα. Εξάλλου ένα παιδί δεν μακρηγορεί. Λέει με σταράτα και λιτά λόγια αυτό που θέλει. Η σκέψη του είναι ξεκάθαρη και αυθεντική. Έτσι και ‘γώ πράττω τώρα. Ξεκινάω να απαριθμώ τα δώρα που θέλω να μου φέρεις. Διάβασε προσεκτικά και ξεκίνα να φορτώνεις τον σάκο σου.

Ευλογώντας τα γένια μου, που μεταξύ μας εγώ δεν έχω, έχεις όμως εσύ, θα ξεκινήσω από τον εαυτό μου. Μην το παίρνεις σαν εγωισμό από μέρους μου, εγωιστής δεν είμαι. Αν και στις μέρες μας εμφανίζεται μία παράλλαξη του εγωισμού στους ανθρώπους. Ονομάζεται ‘για πάρτη μου όλα’. Την ξέρεις, έ; Το περίμενα. Πάλι μακρηγορώ όμως. Που είχαμε μείνει; Α, στο δώρο μου.

Άκουσα προχθές μία συνέντευξη του Δημήτρη Μητροπάνου στον Χρήστο Χωμενίδη τον άκουσα να λέει ότι πια ‘έχει πιο πολύ παρελθόν και πιο λίγο μέλλον’. Μεγάλες κουβέντες. Σωστές και πονάνε. Πονάνε και δίνουν ιδέες. Ιδέες για στάση ζωής, ιδέες για ουσία, ιδέες για ουσιαστικά δώρα. Και έτσι προέκυψε και το δώρο μου, η επιθυμία μου.

Θέλω να μου χαρίσεις χρόνο και μέλλον. Ή τουλάχιστον να μου δώσεις τον χρόνο και το μέλλον που αναίτια μου κλέβουν. Τον χρόνο και το μέλλον που ξοδεύεται σε καταστάσεις που προκύπτουν από τον ‘εγωισμό’ των άλλων (αυτό που ανέφερα παραπάνω, ξέρεις εσύ). Τον χρόνο και το μέλλον που ξοδεύεται από την αντιμετώπιση των ενοχών που κουβαλάνε οι δικοί μας άνθρωποι και τις μετατοπίζουν σε ‘μας και ‘μείς σε άλλους με την σειρά μας. Πικρόχολος ακούγομαι. Και ζητάω συγνώμη. Όσο κι αν θέλω να βγάλω το παιδί από μέσα μου, άλλο τόσο θέλω να διαφυλάξω το παιδί αυτό από τα όσα τόσα χρόνια περνάει.

Τελείωσα με μένα. Έτσι απλά. Και περνάω στους υπόλοιπους. Στους δικούς μου ανθρώπους. Σε κείνους που ζουν με μένα, κοντά μου, δίπλα μου.

Και πρώτα από όλους σε ‘κείνο το πλάσμα που κοιμάται δίπλα μου τα βράδια, ακούει την ανάσα μου, ακούω την ανάσα της. Εκείνο το πλάσμα που πιανόμαστε χέρι-χέρι και περπατάμε. Δεν θα ζητήσω για ‘κείνη κάτι το εξωφρενικό. Υγεία θα ζητήσω. Υγεία και υπομονή. Και δύναμη. Να αντέχει και να ανέχεται μαζί μου. Και λήθη. Ξέρει αυτή γιατί το ζητάω. Ξέρω ότι θα με κοιτάξει παράξενα όταν διαβάσει το γράμμα μου και φτάσει σ’ αυτή την γραμμή. Αλλά έτσι νοιώθω. Αυτό πιστεύω ότι της χρειάζεται. Λήθη για να μπορέσει να μπει λίθος. Ξέρει αυτή.

Για τους γονείς μου και των δυό μας, τους δικούς μου και τους δικούς της, θέλω να τους χαρίσεις ένα ραβδί. Μαγικό. Την μία να μετατρέπει την κούραση σε αντοχή και την άλλη να μετατρέπει τον πόνο σε δύναμη. Βέβαια, μάλλον θα τους το έχεις χαρίσει εδώ και χρόνια μιας και αυτό που ζητάω συμβαίνει, αλλά καλό θα είναι να τους ανανεώσεις το μοντέλο αφού και τα χρόνια έχουν περάσει και οι αντοχές και οι δυνάμεις τους είναι πια σε μικρότερα επίπεδα. Α, και κάτι άλλο. Βοήθησέ τους να καταλάβουν ότι η ζωή δεν είναι μόνο προσφορά αλλά και ζήτηση. Σε όλους και από όλους.

Για τα αδέρφια μου, μόνο ένα πράγμα. Μυαλό. Δύσκολο, το ξέρω. Αλλά Άγιε μου Βασίλη το θέλω πολύ. Μυαλό για να ορίσουν την ζωή τους με κέντρο τον εαυτό τους και όχι τα πρότυπα άλλων.

Τέλος, στα μικρά μου ανίψια, τις λαχτάρες μου. Θα ήθελα να τους φέρεις ένα κομμάτι από αυτό που σου ζήτησα και ‘γώ. Μέλλον και Χρόνο. Δικό τους. Ολόδικό τους. Να τα ορίζουν αυτά. Και προοπτική για μία ζωή καλύτερη από των γονιών τους.

Σε κούρασα αγαπημένε παιδικέ μου άγιε. Θα σου φανεί παράξενο, αλλά είχα ανάγκη να σου γράψω αυτό το γράμμα φέτος. Δεν ξέρω. Μάλλον απώλεσα το παιδί μέσα μου και κάπου έπρεπε να το ξαναβρώ. Και μόνο μέσα από την άχλη των παιδικών μου ονείρων θα μου προέκυπτε.

Σ’ ευχαριστώ που με διάβασες και άκουσες τις επιθυμίες μου. Δεν ξέρω αν θα μπορέσεις να μου ‘φέρεις’ τα δώρα που σου ζήτησα, ξέρω όμως ότι θα προσπαθήσεις. Και για μένα μετράει η προσπάθεια.

Να είσαι πάντα καλά και να με αφήνεις κάπου-κάπου να σου γράφω κανά γράμμα.

Με αγάπη,

Γιώργος…

Υ.γ. Χρόνια πολλά, χρόνια καλά. Με υγεία και ευτυχία. Και σύνεση και στοργή για τα πράγματα που αξίζουν, για τα πράγματα που μας αξίζουν. Να είστε όλοι καλά. Να γεμίζει η ζωή σας από σημαντικά αισθήματα.
Καλή χρονιά να έχουμε. Και ο καθένας να την ζήσει όσο πιο θεαματικά και δημιουργικά θέλει.

Και πάλι, Χρόνια Καλά και Καλή Χρονιά

(‘Windswept traveler’ by Peggy Abrams)

Αποτύπωμα Χριστουγέννων…

christmas-window-by-david-doss“ Τετάρτη 21 Δεκεμβρίου

Μου συμβαίνει κάτι πολύ αστείο: Αναλύω όλα μου τα συναισθήματα λες και πρόκειται για κάποιο άλλο πρόσωπο. Σκέφτομαι τις σκέψεις μου! Τις κριτικάρω με βλέμμα ψυχρό και αυστηρό, κι άμα με βρω ‘καλή’ μετά από κάποια καλή πράξη, αισθάνομαι ικανοποιημένη από τον εαυτό μου. Άλλες φορές με βρίσκω υποκρίτρια και ανέντιμη, άλλα ακόμη και τότε αισθάνομαι ικανοποιημένη!
…”

Δεν βρήκα κάτι άλλο μέσα στις σκέψεις του μυαλού μου για να γράψω αυτές τις μέρες. Δανείστηκα λόγια μιας γυναίκας, της Μαργαρίτας Καραπάνου, που τα βρήκα αποτυπωμένα στο βιβλίο “Η ζωή είναι αγρίως απίθανη”. Διαβάζοντας το απόσπασμα έβαλα τον εαυτό μου στην θέση της. Κάπου με βρήκε σύμφωνο. Ίσως να φταίνε οι μέρες που περνάμε. Ίσως να φταίει η διάθεσή μου. Ποιος ξέρει;

Χρόνια πολλά, χρόνια καλά. Με υγεία και ευτυχία. Και σύνεση και στοργή για τα πράγματα που αξίζουν, για τα πράγματα που μας αξίζουν. Να είστε όλοι καλά. Να γεμίζει η ζωή σας από σημαντικά αισθήματα.

Και πάλι, Χρόνια Καλά…

(‘Christmas window’ by David Doss)

Καλό ταξίδι Αλέξη…

Ένα παλικάρι νεκρό…
Μία πόλη στο έλεος της φωτιάς…
Μία χώρα βυθισμένη σε μακριά νύχτα…
Χωρίς ελπίδα πρωινού, χωρίς ελπίδα ήλιου…

Καλό ταξίδι Αλέξη…
Σε μάθαμε όλοι από τον άδικο χαμό σου…
Θα σε θυμόμαστε από το γελαστό σου πρόσωπο…

Κος Επισκοπάκης…


Ένα βιβλίο αναγνωρισμένο από το κοινό. Μία παράσταση καθαρτήριο. Ένα μίγμα δεμένο και συγκροτημένο. Αξίζει τον κόπο…
Περισσότερες πληροφορίες εδώ
Κε Μήτσου, Κε Μάϊνα, Κα Σπερελάκη και Κε Καζανά σας ευχαριστώ πολύ…

Ένα Σαββατιάτικο πρωινό…

abend-fur-dich-by-elena-filatovΈνας παραμορφωτικός καθρέπτης ανάμεσά μας. Παραμορφώνει και μορφώνει τις συνειδήσεις και τα αισθήματά μας. Παρόρμηση και απώθηση. ‘Πόσο λίγο με ξέρεις τελικά’ σκέφτομαι και ανάβω ένα τσιγάρο. Από εκείνα τα άκαυτα. Που τα ρουφάς και χάνεις ζωή. Χάσιμο ζωής αναπληρούμενο από την εισροή αέρα θανατηφόρου.

Ταξίδι μου έταξες κάποτε και ‘γώ σε πίστεψα. Λες και δεν σε ήξερα. Λες και δεν σε είχα μάθει. Το άφησα να περάσει και αυτό σαν όλα τα άλλα. Όλα εκείνα που κάποτε τα δυο σου υπέροχα χείλη είχαν ψελλίσει ανάμεσα σε στιγμές πάθους και ιδρώτα. Με μένα αντίκρυ σου. Τα έβλεπα να συσπώνται και να μορφώνονται με τα ίδια μου τα μάτια.

Δεν σου ζήτησα τίποτα. Το ξέρεις. Αν δεν το ήξερες δεν θα έταζες ποτέ τίποτα. Και σε κανένα. Ούτε στον ίδιο σου τον εαυτό. Μόνο που εκείνος σου έδινε πάντα συγχωροχάρτι. Με βουλοκέρι ανεξίτηλο. Και υπογραφές φαρδιές πλατιές κάτω από το ‘συναινώ χωρίς αμφιβολία’ που έγραφες πάντα στα συμβόλαια που υπέγραφες με τον εαυτό σου.

Μου ζήτησες το απόλυτο και ‘γώ σου το έδωσα. Όχι ότι γνώριζες τι σημαίνει ‘απόλυτο’, όμως εγώ σου έδωσα αυτό που εγώ πίστεψα και έβλεπα μέσα από τα μάτια μου. Και ποτέ δεν έφερες αντίρρηση. Εξάλλου, οι αντιρρήσεις δίνονται και εκφράζονται από τους γνωρίζοντες. Όχι από αυτούς που κατ’ εξακολούθηση αντιλαμβάνονται τον όρο ‘δόσιμο’ ως υποχρέωση του άλλου και όχι ως πράξη ανώτερη.

Δεν θα με μάθεις ποτέ. Όχι γιατί δεν σου έδωσα τα στοιχεία. Επειδή, εσύ ο ίδιος δεν τα έψαξες ποτέ. Τα έβλεπες καθημερινά. Όμως ποτέ δεν τους έδωσες την πρέπουσα προσοχή, εκείνη που διαφοροποιεί αυτούς που κοινωνούν από εκείνους που παρακολουθούν την ζωή να περνάει μπροστά από τα μάτια τους. Δεν σε κακολογώ. Άμαθος ήσουν. Όμως άμαθη ήμουν και ‘γώ. Εντελώς. Ολοκληρωτικά…

(‘Abend für dich’ by Elena Filatov)

Είμαι εδώ…

Είμαι εδώ
και ανέχομαι να αντέχω
αυτούς που προσβάλλουν με τις τύψεις τους
τα όνειρά μου
και
μετακυλύουν την προσωπική τους ευθύνη στις πλάτες μου…

ο Μπάμπης Στόκας τραγουδάει το «Ο Βασιλιάς» από το album «Τραγουδήστε, μην ντρέπεστε»

Στίγματα και ψήγματα…

Ένας απρόσκλητος αναστεναγμός φωλιάζει τις τελευταίες ημέρες μέσα στα σωθικά μου. Φυσάω με δύναμη να τον βγάλω από μέσα μου. Δεν δύναμαι. Αντιστέκεται σθεναρά στις προσπάθειές μου.

Πάλη με τον εαυτό μου ή πάλη με το εγώ μου; Αναπροσαρμογή στόχων και σκοπεύσεων. Εύκολο ακούγεται. Ποιος όμως είναι εκείνος που μπόρεσε να το κάνει εν μία νυκτί;

Ένα κεφάλι βαρύ και δυο μάτια που δεν ανοίγουν. Ένα Σαββατοκύριακο έγκλειστος σε ένα γραφείο, μπροστά από ένα υπολογιστή. Ανέξοδα αδιέξοδα για εκείνους που έχουν μετατρέψει την ζωή τους σε ένα στίβο επαγγελματικό. Όχι. Εγώ δεν είμαι έτσι. Θέλω να φύγω. Θέλω να ξεφύγω.

Κραυγή στο πουθενά. Κραυγή από το πουθενά. Θα τους ξαφνιάσω. Το έχω βάλει σκοπό. Απότομα. Θα φωνάξω και θα διαλυθούν όλα. Και όλοι. Αυτοί που την ζωή μου θέλησαν ενέχυρο των δικών τους φόβων και προσδοκιών. Και ‘γώ τους την έδωσα απλόχερα χωρίς να κρατήσω άμυνες. Που ποτέ δεν έμαθα. Που ποτέ δεν μου τις δίδαξε κανένας.

Δεν μπορώ να διαβάσω πλέον. Οι οφθαλμοί μου έμαθαν να διακρίνουν pixel και όχι γράμματα. Στίγματα και ψήγματα. Μιας άλλης εποχής. Έξω από εμένα.

Φωνάζω. Ξεφυσάω. Πνίγομαι…

(‘The scream’ by Edvard Munch)