Ο Εραστής της Ζωής

Χρόνια πολλά μητέρα…

Δημοσιεύθηκε στο Προσωπικά... by γιώργος στο Μάιος 11th, 2008

Πέρυσι, τέτοια μέρα, έγραψα ένα κείμενο με τίτλο «’Εν δυνάμει’ μητέρα». Είχα σκοπό να γράψω και φέτος ένα κείμενο για την γιορτή της μητέρας. Διαβάζοντάς το όμως σήμερα το πρωί, αποφάσισα ότι τα φετινά μου λόγια δεν μπορεί να είναι καλύτερα από εκείνα που πέρυσι αποτύπωσα στο χαρτί. Γι’ αυτό λοιπόν σας το παραδίδω ξανά. Εκείνο το κείμενο. Εκείνες τις εικόνες. Εκείνα τα αισθήματα. Δικό σας.

Πνίγομαι κάθε τέτοια Κυριακή…
Τις ατελείωτες ώρες της μοναξιάς μου…
Ξυπνάω σε ένα σπίτι άδειο από εσένα…
Άδειο από την μυρωδιά σου, από τον όγκο σου, από την αίσθηση της ύπαρξής σου…
Σηκώνομαι νωχελικά…
Νωχελικά πηγαίνω να πλυθώ, νωχελικά φτιάχνω καφέ…
Τον φτιάχνω ελαφρύ, για να συνεχίσω να κοιμίζω τα αντανακλαστικά μου και να μην καταλαβαίνουν την απουσία σου…
Κάθομαι στο παράθυρο, όρθια…
Βλέπω τον δρόμο και περιμένω να σε δω…
Μάταια…
Μία ακόμη Κυριακή που δεν έχεις έρθεις…
Το ξέρω, το αντιλαμβάνομαι, δεν θέλω να το δεχτώ…
Κοιτάω έξω, κοιτάω μέσα…
Η ίδια άδεια αίσθηση, η ίδια άδεια πραγματικότητα…
Κάποτε ίσως μου πεις, ότι βιώνω τα πράγματα σε υπερθετικό βαθμό…
Δεν θα είχες άδικο…
Βίωνα και βιώνω έτσι τη ζωή μου…
Με αισθήματα υπέρμετρα, με αισθήσεις σε εγρήγορση…
Και γι’ αυτό δεν δέχομαι την μη παρουσία σου…
Και γι’ αυτό δεν αντέχω την μοναξιά μου…
Σε περιμένω καιρό τώρα…
Μου το είχες υποσχεθεί…
Το θυμάσαι;;;
Ότι θα έρθεις, ότι θα σε ζήσω, ότι θα σε αγκαλιάσω, ότι θα σε φιλήσω, ότι θα είσαι εδώ, δίπλα μου, κοντά μου…
Να ανασαίνω την ανάσα σου και να ακούω τον χτύπο της καρδιάς σου…
Πίστεψα στα λόγια σου…
Πίστεψα στις υποσχέσεις σου…
Δεν πιστεύω να δείλιασες;;;
Ποτέ δεν σου άφησα περιθώρια να δειλιάσεις…
Πάντα πρότασσα τα στήθη μου για να νοιώσεις καλά και να έρθεις…
Όμως φοβάσαι…
Σου έλεγα ‘εγώ είμαι εδώ’, όμως δεν θέλεις να το πιστέψεις…
Άκου με, σε παρακαλώ…
Θα στο ξαναπώ…
‘Εγώ είμαι εδώ’, τ’ ακούς;;;
Το βλέμμα μου, χτυπάει τον τοίχο και επιστρέφει πονεμένο…
Η ανάσα μου, ακουμπάει στο στήθος μου και δεν θέλει να βγει…
Και όλα αυτά, για σένα…
Εσύ το βλέμμα μου, εσύ και η ανάσα μου…
Ξέρεις, πήγα και σου ψώνισα…
Ναι, πάλι από εκείνο το μαγαζί που είναι κοντά στο σπίτι μου…
Οι κοπέλες που δουλεύουν εκεί, έχουν γίνει φίλες μου…
Τους κάνει εντύπωση που το μέγεθός σου δεν έχει αλλάξει τόσα χρόνια…
‘Παραξενιές της φύσης’ τους λέω και γελάμε…
Και κλαίω…
Πόσο κλαίω να ‘ξερες…
Κάθε βράδυ…
Και στον ύπνο μου…
Κλαίω τόσο, που έχω στερέψει από δάκρυα…
Πια, κλαίω βουβά…
Υπόκωφα…
Μισό κλάμα…
Μόνο ήχος, χωρίς θέαμα…
Αθέατο κλάμα…
Χμ…
Γελάω με την κατάντια μου, αλλά έτσι είναι…
Περνάει η ώρα και δεν έχεις φανεί…
Προφανώς, δεν θα έρθεις και σήμερα…
Εγώ όμως, θα σε περιμένω…
Να το ξέρεις…
Δεν θα πάψω να σε περιμένω…
Με την ίδια λαχτάρα…
Με τον ίδιο καημό…
Με την ίδια προσμονή…
Να σε πάρω στην αγκαλιά μου, να σε κρατήσω σφικτά…
Να σου χαϊδέψω το κεφάλι και να σου μυρίσω το στήθος…
Να σε ταΐσω από το γάλα μου και να σε κοιμίσω με την φωνή μου…
Θα σε περιμένω άγγελέ μου…
Όποτε κι’ αν έρθεις…
Εδώ θα είμαι…
Όσα χρόνια κι’ αν περάσουν…
Θα αντέξω…
Θα γίνω η καλύτερη μανούλα του κόσμου…
Για σένα αγγελούδι μου…
Για σένα σπλάχνο μου…

Χρόνια πολλά μητέρα μου. Χρόνια πολλά σε όλες τις μητέρες του κόσμου. Να είστε καλά. Να είστε γερές. Και να μας αγαπάτε με τον ίδιο τρόπο που κάνετε όλα αυτά τα χρόνια…

(‘Mother and Child’ by Laura Monahan)

Ένα ταξίδι στην καρδιά & ένα φιλί στα χείλη…

Δημοσιεύθηκε στο Σκόρπιες σκέψεις... by γιώργος στο Μάιος 6th, 2008

Το γνωστό ψητοπωλείο ήταν εκεί πάνω από εκατό χρόνια. Αυτή, το ήξερε τα τελευταία είκοσι. Το έμαθε, αρχικά, από τους πελάτες της και τις ανάσες τους που μύριζαν κρεμμύδι, σκόρδο και μπαχαρικά. Μετά, πελάτης και η ίδια, το γνώρισε και από μέσα. Στέκι απλό, χωρίς ιδιαίτερες ‘φιοριτούρες’ και ‘δήθεν’ διακόσμηση. Πουλούσε λαϊκό αίσθημα χωρίς περιτύλιγμα και αυτό της άρεσε.

Από πάντα, ήταν χώρος συνάντησης ‘καλοφαγάδων’, πολιτικών, καλλιτεχνών και κάθε λογής επωνύμων. Το αποδείκνυαν οι πάμπολλες φωτογραφίες του τωρινού ιδιοκτήτη με κάθε έναν από αυτούς. Οι φωτογραφίες αυτές ήταν τα διαπιστευτήρια του ‘φαγάδικου’ στα πολιτικά και πολιτιστικά σαλόνια αυτού του τόπου. Ο ιδιοκτήτης υπερήφανος και χαμογελαστός στις φωτογραφίες, εξαργύρωνε το δωρεάν φαγητό που παρείχε στους επωνύμους, με μία στιγμή δημοσιότητας. Αυτός βέβαια, σε αντίθεση με τα λεγόμενα του Andy Warhol, είχε πολλά δεκαπεντάλεπτα δημοσιότητας.

Τέτοιες σκέψεις έκανε, κάθε φορά που έμπαινε εκεί μέσα. Και ήταν πολύ συχνά. Σχεδόν, μία φορά κάθε δεκαπέντε μέρες.

Σάββατο μεσημέρι, κοντά στις γιορτές των Χριστουγέννων. Ο κόσμος πολύς, κατέκλυζε τους δρόμους και τα μαγαζιά της πολύβουης πρωτεύουσας. Έτσι και αυτή, μιας και δεν είχε ιδιαίτερες υποχρεώσεις, ξεχύθηκε στους δρόμους. Η δουλειά της είχε μειωθεί με τα χρόνια. Κάτι ο φόβος της αρρώστιας, κάτι η ηλικία της. Είχε περάσει τα πρώτα ‘–ήντα’ και οι μεταμορφώσεις στο πρόσωπο και στο σώμα της, ήταν, υπέρ του δέοντος, εμφανείς. Όσο κι’ αν προσπαθούσε να παραμείνει ‘φρέσκια’ και σφριγηλή, ο χρόνος που περνούσε πάνω στο κορμί της, είχε άλλη άποψη.

Είχε βγει βόλτα από το πρωί, να χαρεί την κίνηση και τη ζωή που προσφερόταν αφειδώς στους δρόμους. Ο δρόμος της την έφερε στο γνωστό ψητοπωλείο. Της φάνηκε, ότι ο κόσμος μέσα στο μαγαζί ήταν περισσότερος από αυτόν εκτός. Σκέφτηκε ότι δύσκολα θα έβρισκε τραπέζι. Μπήκε μέσα στο μαγαζί και κοίταξε τριγύρω να βρει έναν άδειο χώρο να καθίσει. Εκ πρώτης όψεως, αυτό φαινόταν ανέφικτο. Προχώρησε παραμέσα. Το βλέμμα της έπεσε επάνω σε ένα ζευγάρι που ετοιμαζόταν να πληρώσει. Σαν το αγρίμι που οσμίζεται την λεία του και ορμάει σ’ αυτή, προχώρησε με αποφασιστικότητα προς το μέρος του ζευγαριού. Στη θετική απάντηση του ζευγαριού ότι είχαν τελειώσει και ότι περίμεναν να πληρώσουν για να φύγουν, κάθισε όρθια από επάνω τους μέχρι να πραγματοποιηθεί η συναλλαγή και να σηκωθούν.

Όση ώρα περίμενε, έριχνε κλεφτές ματιές στο ζευγάρι. Δεν έπρεπε να ήταν πάνω από 35 ετών το αγόρι και 30 ετών το κορίτσι. Τρυφερές ματιές, ερωτικά αγγίγματα, γέλια στα μάτια και στα χείλια. ‘Έρωτας είναι η αιτία’ σκέφτηκε και ένα χαμόγελο ξαπόστασε στα χείλη της. Κάποτε την ενοχλούσε να βλέπει ερωτευμένους ανθρώπους. Η εύπλαστη ευτυχία την ενοχλούσε. Με τα χρόνια την συνήθισε. Τώρα, απλά την προσπερνάει ή την χαζεύει.

Το ζευγάρι έφυγε αγκαλιασμένο και εκείνη κάθισε στο τραπέζι. Παρήγγειλε, έφαγε και έβγαλε να κάνει ένα τσιγάρο πριν πληρώσει τον λογαριασμό και φύγει. Κοίταξε τον χώρο. Κόσμος καθιστός, όρθιος, στατικός, άστατος. Ρούφηξε την τελευταία ρουφηξιά από το τσιγάρο και έβγαλε το πορτοφόλι της να πληρώσει. Φώναξε έναν σερβιτόρο και του έδωσε τα χρήματα. Δεν κάθισε να περιμένει τα ρέστα. Μέρες που ήταν, πάντα άφηνε γενναιόδωρο φιλοδώρημα. Σηκώθηκε να φύγει. Βγήκε στον δρόμο και ανακατεύτηκε με τον κόσμο. Κατευθύνθηκε προς το σπίτι της. Δεν είχε όρεξη για περισσότερη βαβούρα. Ήθελε να πάει να ξαπλώσει, να ηρεμήσει λίγο. Εξάλλου, το βράδυ είχε δουλειά.

Έφτασε σχετικά γρήγορα σπίτι. Ξεντύθηκε και έμεινε γυμνή. Της άρεσε να μένει γυμνή μέσα στο σπίτι. Να χαίρεται την γύμνια της όταν ήταν μόνη. Κοιτάχτηκε στον καθρέπτη. Μπορεί το σώμα της να είχε ‘σπάσει’, αλλά πάντα έμενε ένα σώμα θελκτικό. Το χάιδεψε από πάνω μέχρι κάτω. Ερεθίστηκε. Έτσι ερεθισμένη ξάπλωσε.

Δεν πρέπει να είχε περάσει πάνω από μισή ώρα και το κουδούνι του σπιτιού της ήχησε, σπάζοντας σε κομμάτια την ηρεμία της μεσημεριανής ανάπαυσης. Με έκδηλη την απορία για το ποιος ήταν, σηκώθηκε και ρίχνοντας μία διαφανή ρόμπα επάνω της, πήγε να ανοίξει. Κοιτώντας από το ματάκι, αναγνώρισε τον σερβιτόρο που την εξυπηρέτησε πριν από ώρα στο ψητοπωλείο. Του άνοιξε παραξενεμένη.

- Συμβαίνει κάτι νεαρέ μου;
- Όχι κυρία. Δεν συμβαίνει κάτι. Ή μάλλον συμβαίνει αλλά δεν συμβαίνει.
- Ήρθες εδώ για να με τρελάνεις παιδί μου; Τι χαζομάρες λες;
- Θα σας εξηγήσω κυρία. Να, όταν γύρισα να σας δώσω τα ρέστα, βρήκα αυτό (πρότεινε τα χέρια του δείχνοντάς της ένα κόκκινο φουλάρι) κάτω από την καρέκλα που καθόσασταν. Θα πρέπει να σας έπεσε. Βγήκα στον δρόμο να σας προλάβω, αλλά είχατε φύγει. Και αποφάσισα να σας το φέρω μέχρι εδώ. Μπορεί να το χρειαζόσασταν και να μην ξέρατε που το είχατε χάσει.
- Δεν πάμε καλά μου φαίνεται. Αυτό είναι το φουλάρι μου. Απορώ. Πίστεψα ότι το είχα βάλει μέσα στην τσέπη μου και αυτό πρέπει να έπεσε. Σ’ ευχαριστώ που μου το έφερες μέχρι εδώ. Αλλά, αλήθεια, πως ήξερες που να με βρεις; Με πήρες από πίσω;
- Όχι κυρία. Δεν σας πήρα από πίσω. Σας ξέρω εδώ και καιρό. Κάποιες φορές, στο παρελθόν, έχουμε ανταλλάξει ρόλους. Εσείς ‘πουλήσατε’ και ‘γώ ‘αγόρασα’. Δεν με θυμάστε βλέπω.
- Τώρα που το λες, κάτι μου θυμίζεις.
- Αλήθεια;
- Ναι. Θα περάσεις μέσα να σε φιλέψω κάτι; Τόσο κόπο έκανες.
- Ευχαριστώ κυρία. Δεν θέλω τίποτα. Μου φτάνει που σας μίλησα. Για να πω την αλήθεια, χάρηκα πολύ που ξεχάσατε το φουλάρι σας. Όλη την ώρα στο μαγαζί σας κοιτούσα, αλλά δεν μπόρεσα να έρθω να σας μιλήσω. Να λοιπόν που βρέθηκε η ευκαιρία.
- Μάλιστα. Όντως, βρέθηκε η ευκαιρία.
- Τώρα να φύγω. Να μην σας κρατάω. Πρέπει να σας ξύπνησα.
- Θέλεις να έρθεις να ξαπλώσουμε μαζί; Έχω καιρό να ‘εξυπηρετήσω’ έναν ‘πελάτη’ σαν εσένα. Ένα νεαρό παλικάρι.
- Και ‘γώ κυρία, έχω καιρό να πάω ‘πελάτης’ σε ένα τόσο αξέχαστο ‘μαγαζί’ όπως το δικό σας.
- Μη στέκεσαι λοιπόν στην πόρτα. Έλα μέσα.

Χωρίς δεύτερη κουβέντα πέρασε μέσα και πιο μέσα και πιο μέσα. Ώσπου μπήκε μέσα της με φόρα μικρού παιδιού που τρέχει να χαρεί το παιχνίδι του στην αλάνα της γειτονιάς, παρέα με άλλα παιδάκια.

Tης έκανε έρωτα. Του έκανε έρωτα. Ώρα πολύ. Ξεψυχισμένοι έπεσαν δίπλα-δίπλα. Έβαλε το χέρι της επάνω στο στέρνο του και το ταξίδεψε γύρω από την περιοχή της καρδιά του. Χτυπούσε τρελά. Αναρωτήθηκε πόσες αντρικές καρδιές είχε ακούσει να χτυπάνε αποκαμωμένες από την ερωτική πράξη του κατόχου τους μαζί της. Και ούτε μία από αυτές δεν χτύπησε ερωτικά για εκείνη. Εκείνη ήταν πάντα το ‘αντικείμενο του πόθου’ και όχι ‘η γυναίκα για το σπίτι’. Πόσο την ενοχλούσε αυτός ο διαχωρισμός. Λες και υπήρξε ποτέ κάποιος που είχε μπει στον κόπο να εξακριβώσει την ευστάθεια του διαχωρισμού.

Αυτή όμως η καρδιά χτυπούσε διαφορετικά. Το ήξερε, το ένοιωθε. Άσχετα αν δεν της το έλεγε ο κάτοχός της. Αυτή, το ένοιωθε σε κάθε χτυποκάρδι. Το έβλεπε σε κάθε παιχνιδιάρικο βλέμμα που της έριχνε, καθώς ανατρίχιαζε το δέρμα του κάτω από το ταξιδιάρικο χέρι της. Απολάμβανε κάθε στιγμή μαζί του. Κάτι που είχε να κάνει καιρό με κάποιον άντρα, ίσως και ποτέ.

Η απόλαυση τελείωσε απότομα, όταν ο νεαρός αποφάσισε ότι έπρεπε να φύγει.

- Φεύγω.
- Κιόλας αγόρι μου;
- Δεν θέλω, αλλά πρέπει να γυρίσω στο μαγαζί. Πήρα άδεια για λίγη ώρα.
- Καλά. Αν είναι για την δουλειά να φύγεις. Θα ξανάρθεις;
- Θέλετε; Θέλεις;
- Για να στο λέω, πάει να πει ότι το θέλω. Και το θέλω πολύ.
- Θα ξανάρθω.
- Θα σε περιμένω.

Ο νεαρός ντύθηκε γρήγορα. Της πρότεινε να της δώσει χρήματα. Δεν τα δέχτηκε. Δώρο. Όχι για κείνον, αν και έπρεπε για την ταλαιπωρία που τράβηξε για χάρη της. Μα για την ίδια. Για εκείνο το ταξίδι του χεριού της επάνω στην καρδιά του. Ζήτησε να μάθει το όνομά του. Δημήτρη τον έλεγαν, Τάκη τον φώναζαν. Εκείνη θα τον φώναζε Δημήτρη. Όπως τον βάφτισε ο νονός του, όπως το αποφάσισε η μάνα που τον γέννησε.

Του άνοιξε την πόρτα να φύγει. Ένα φιλί στα χείλη της άφησε παρακαταθήκη. Σκέφτηκε, καθώς τον έβλεπε να ξεμακραίνει, ότι το υπόλοιπο βράδυ θα περάσει γρήγορα. Είχε να θυμάται ένα ταξίδι στην καρδιά και ένα φιλί στα χείλη…

(‘Figures Harmony in Brown’ by Shane Wilson)

Πρωινό…

Δημοσιεύθηκε στο Ιστορίες του Διαδικτύου... by γιώργος στο Μάιος 1st, 2008

Ξύπνησε και έτρεξε αμέσως να ανοίξει τον υπολογιστή. Σε λίγη ώρα θα ήξερε τα πάντα. Δεν άργησε να συνδεθεί στο internet και στα mail του. Ήταν εκεί, πρώτο – πρώτο στην λίστα με τα ‘Εισερχόμενα’. Το άνοιξε και έκατσε να το διαβάσει.

‘Αγόρι μου,

Έχει πάει τρεις η ώρα και ακόμη δεν έχω καταφέρει να κοιμηθώ. Σε σκέφτομαι συνέχεια. Μου λείπεις. Όμως, δεν μπορώ να κάνω κάτι άλλο. Σου είχα υποσχεθεί ‘κάτι’. Αυτό το ‘κάτι’ το έχεις μπροστά στα μάτια σου και το διαβάζεις. Δεν περιμένω κάποια απάντηση άμεση. Αυτό που θέλω είναι να καταλάβεις τις έννοιες και τα συναισθήματά μου πίσω από τις λέξεις μου.

Αποφάσισα να σου γράψω αυτό το γράμμα, γιατί αποδείχτηκε ότι δεν μπορείς να ακούσεις πια τα λόγια μου, αν τα άκουσες ποτέ. Αποφάσισα να γράψω αυτό το γράμμα, γιατί κουράστηκα να επαναλαμβάνω τα ίδια και τα ίδια πράγματα τόσες φορές. Αποφάσισα να γράψω αυτό το γράμμα, γιατί πονάω να σκοτώνω την αγάπη μας κάθε φορά που μπαίνω στη διαδικασία να σου μιλήσω για τους λόγους που χωρίσαμε.

Θέλω να ξέρεις, ότι αυτό το γράμμα θα αποτελέσει την τελευταία προσπάθειά μου να συνειδητοποιήσεις τι μας συμβαίνει, έτσι όπως το βλέπω εγώ, και φτάσαμε σ’ αυτό το σημείο. Δεν ξέρω το αποτέλεσμα αυτού του εγχειρήματος, αλλά δεν μου έχεις αφήσει περιθώρια για τίποτε άλλο.

Κάθομαι και σκέφτομαι αυτά τα οποία έχουμε περάσει μαζί και τελικά συνειδητοποιώ ότι δεν περίμενα ποτέ εμείς οι δύο να καταλήξουμε έτσι. Καταφέραμε να οδηγήσουμε, ο καθένας από την πλευρά μας, την σχέση μας σε αδιέξοδο. Ένα αδιέξοδο που κοστίζει και στους δύο μας, άσχετα αν πιστεύεις ότι εγώ πονάω περισσότερο, ως γυναίκα. Και οι δύο πονάμε. Και οι δύο σπαράζουμε.

Άντρα μου μοναδικέ, πιστεύω να ξέρεις πόσο πολύ σ’ αγαπάω. Πιστεύω να ξέρεις τον πόνο που νοιώθω τώρα που είσαι μακριά μου. Όμως, έχεις διερωτηθεί γιατί να είμαστε αναγκασμένοι να περνάμε αυτή την κατάσταση; Έχεις διερωτηθεί γιατί να είμαστε αναγκασμένοι να είμαστε χώρια; Έχεις διερωτηθεί που φταίξαμε;

Από τις συζητήσεις που κάνουμε, δεν μου δείχνεις κάτι τέτοιο. Με τρομάζει το γεγονός ότι δεν έχεις κάτσει να δεις τι έχει φταίξει στη σχέση μας, στον τρόπο συμπεριφοράς του ενός προς τον άλλο, στη ζωή μας την ίδια.

Θέλεις να είναι ο συνεχής αγώνας για επιβίωση, θέλεις να είναι η ρουτίνα που, αναπόφευκτα, υπήρξε ανάμεσά μας, θέλεις να είναι η έλλειψη ερωτικού ενδιαφέροντος μεταξύ μας; Δεν ξέρω. Όμως, εγώ το ψάχνω. Εσύ, έχεις επαναπαυτεί στα δικά μου λόγια και στις δικές μου αιτιολογήσεις και δεν έχεις κάνει καμία κίνηση, καμία σκέψη προς αυτή την κατεύθυνση.

Μου έλεγες, και συνεχίζεις να μου λες, ότι με αγαπάς. Ότι δεν αντέχεις μακριά μου, ότι όλα θα αλλάξουν, ότι όλα θα πάνε καλά, αρκεί να είμαστε μαζί. Και σε ρωτάω: πως μπορούμε να είμαστε ξανά μαζί, όταν εσύ δεν έχεις κάνει καμία προσπάθεια να μου αποδείξεις ότι μπορώ να βασιστώ επάνω σου, ότι η ζωή μας δεν θα είναι ίδια όπως πριν. Δεν ζητάω θεαματικές αλλαγές. Ζητάω απλά κατανόηση και συμμετοχή στην κοινή μας ζωή. Ζητάω, απλά, να είσαι εκεί. Και για μένα και για σένα. Δεν αντέχω να σε βλέπω να ζεις απλά για να αναπνέεις. Δεν αντέχω να σε βλέπω να είσαι εκεί ‘ωσεί παρόν’. Δεν το αντέχω. Σ’ αγαπάω πολύ για να σε βλέπω έτσι.

Μέχρι τώρα, πάλευα και για τους δυο μας. Κουράστηκα. Δεν λέω, το έκανα από αγάπη για σένα, για τη ζωή μας, για την οικογένειά μας. Όμως, δεν αντέχω άλλο. Δεν αντέχω. Στο φώναζα καιρό. Στο φώναζα. Σε παρακαλούσα να με βοηθήσεις. Σε παρακαλούσα να μου δώσεις το χέρι σου. Όμως εσύ, στον κόσμο σου. Όμως εσύ, στην βόλεψή σου. Πίστευες, ότι επειδή δεν μιλούσαμε, όλα ήταν καλά. Όλα ήταν ήρεμα και γαλήνια. Είχες ξεχάσει, προφανώς, ότι η ηρεμία πριν την καταιγίδα έτσι είναι. Και δεν έκανες τίποτα να αποτρέψεις αυτήν την καταιγίδα.

Αγόρι μου, κάνω μία απέλπιδα προσπάθεια να σε ‘ξυπνήσω’, να σε αφυπνίσω. Μου λείπεις, αλλά αυτό δεν πάει να πει ότι θα είμαστε ξανά μαζί άνευ όρων. Δεν πάει να πει ότι θα ξεχάσω ότι έχει συμβεί και θα ζήσουμε πάλι μαζί. Κάνε κάτι. Μίλα μου. Σκέψου. Νοιώσε τα λάθη μας. Βρες τα και σβήσε τα. Μπορείς. Το ξέρω. Σε εκλιπαρώ. Σε παρακαλώ. Μην μας πετάξεις έτσι. Μην μας διαλύσεις έτσι. Και κάνε το σύντομα, γρήγορα. Δεν θέλω να ζήσω τους στίχους του Αλκαίου: ‘είναι που κάποτε θα ‘ρθεις κι’ αγάπη θα ‘χει φύγει’. Δεν θέλω. Μη με πετάς. Σε παρακαλώ. Μη με πετάς.

Αγόρι μου, δεν αντέχω να σου γράψω άλλο. Ελπίζω και εύχομαι να κατάλαβες. Εύχομαι να ‘δεις’ και να ενεργήσεις. Είμαι εδώ. Μην αργήσεις.Το κορίτσι σου’

Έμεινε να κοιτάζει την οθόνη του υπολογιστή αποσβολωμένος. Δεν περίμενε κάτι τέτοιο. Δεν τον είχε προϊδεάσει για κάτι τέτοιο. Πήρε να ξαναδιαβάσει το κείμενο. Περνούσαν οι λέξεις μπροστά του και τις ένοιωθε σαν χτυπήματα σφυριού στο κεφάλι του. Έκλεισε τα μάτια και έγειρε πίσω στην καρέκλα. Θα μπορούσε να κλάψει για να εκτονώσει την πίεση που ένοιωθε, αλλά ένας άντρας ποτέ δεν κλαίει. Σηκώθηκε και πήγε στην τουαλέτα να ρίξει λίγο νερό στο πρόσωπό του. Έφτιαξε καφέ και έκατσε στην πολυθρόνα να κάνει και ένα τσιγάρο. Έμεινε να σκέφτεται το γράμμα που διάβασε. Τράβηξε μια ρουφηξιά και ήπιε μια γουλιά καφέ. Έπρεπε να κάνει κάτι.

-.-.-

Ξαναδιάβασε το γράμμα πριν το στείλει. Ήξερε ότι περίμενε ‘κάτι’ από αυτή. Σίγουρα θα τον αιφνιδίαζε αυτό το ‘κάτι’, αλλά μόνο με ένα ξάφνιασμα μπορεί να τον έκανε να λειτουργήσει ξανά. Της θύμιζε μηχανή που έπρεπε να της ρίξεις το κατάλληλο λιπαντικό για να λειτουργήσει σωστά και σύμφωνα με τις δυνατότητές της. Πίστευε ότι αυτό το γράμμα θα δουλέψει σαν το καλό λιπαντικό για την καρδιά και το μυαλό του. Έτσι πίστευε ή τουλάχιστον, έτσι ήθελε να πιστεύει. Πάτησε το ‘Αποστολή’ και αφού σιγουρεύτηκε ότι το mail στάλθηκε σωστά, έκλεισε την σύνδεση με το internet και τον η/υ. Πήγε για ύπνο με την ελπίδα ότι η επόμενη μέρα θα ήταν διαφορετική.

-.-.-

Την αγαπούσε και δεν καταλάβαινε γιατί πίστευε εκείνη ότι αυτός δεν κάνει κάτι για την σχέση τους. Πίστευε ότι η αγάπη του αρκούσε για να είναι για πάντα μαζί. Ήταν δίπλα της και στα καλά και στα άσχημα. Τι ζητούσε τώρα; Είχε προσπαθήσει να την καταλάβει, να καταλάβει τους λόγους, αλλά έφτανε πάντα στο ίδιο αποτέλεσμα: ‘τρώγεται με τα ρούχα της’. Αυτό πίστευε τώρα, αυτό πίστευε πάντα. Πίστευε ότι κάνει καπρίτσια που θα της περάσουν. Έτσι έκανε πάντα. Καπρίτσια. Και αυτός ήταν πάντα εκεί να τα ανέχεται και να τα υπομένει. Αυτός, που γινότανε χαλί να τον πατήσει, που της πρόσφερε τα πάντα. Τι φταίει αυτός αν δεν μπορεί να μπει στην ψυχοσύνθεσή της και να καταλάβει τι θέλει; Μήπως του είχε δώσει να καταλάβει; Όλο γενικόλογα και θεωρίες. Ποτέ κάτι συγκεκριμένο. Εξάλλου και οι φίλοι του το ίδιο του έλεγαν. Ότι κάθε γυναίκα συμπεριφέρεται έτσι. Είναι στα γονίδιά τους η πολυπλοκότητα και η ιδιαιτερότητα στην ψυχοσύνθεση. Ούτε ο πρώτος που το περνάει είναι, ούτε και ο τελευταίος. Τον συμβούλεψαν να υπομείνει για μία ακόμη φορά. Να πάει με τα νερά της και όλα θα γίνουν όπως πριν. Αλλά, το σημερινό γράμμα της δεν το είχε προβλέψει κανένας. Την αποτύπωση των λεγόμενών της σε γραπτό λόγο δεν την είχε προβλέψει κανένας. Και κανένας δεν θα ήξερε τι έπρεπε να κάνει τώρα. Ήταν σίγουρος γι’ αυτό.

-.-.-

Ξύπνησε με ένα συναίσθημα κενού. Μία διαίσθηση κακή. Μπορούσε να προβλέψει από πού εκπορευόταν αυτό το συναίσθημα, αλλά δεν ήθελε να προκαταλάβει οτιδήποτε. Θα περίμενε. Για μία ακόμη φορά θα περίμενε. Σηκώθηκε και πήγε να πλυθεί. Άνοιξε το νερό στην μπανιέρα, γδύθηκε και μπήκε να κάνει ένα μπάνιο. Άφησε το νερό να πλημμυρίσει τις σκέψεις της και ένοιωσε καλύτερα. Σκουπίστηκε, έπλυνε τα δόντια της και πήγε να κάνει έναν καφέ. Σήμερα είχε ρεπό από την δουλειά της. Θα έμενε σπίτι και θα περίμενε.

-.-.-

Σηκώθηκε από την πολυθρόνα και ξανακάθισε μπροστά στην οθόνη του η/υ. Ξαναδιάβασε το γραπτό της. Προσπάθησε να αδειάσει τον εαυτό του από οποιοδήποτε συναίσθημα και από οποιαδήποτε σκέψη για να μπορέσει να διαβάσει με ‘άλλο μάτι’ το κείμενο. Έκλεισε τα μάτια, αφουγκράστηκε την αναπνοή του και πήρε βαθιές ανάσες. Ξανάνοιξε τα μάτια και ξεκίνησε το διάβασμα. Διάβαζε φωναχτά για να λαμβάνουν μέρος όσες περισσότερες από τις αισθήσεις του γινόταν. Το διάβασε δύο και τρεις φορές. Ξανά και ξανά. Με παύσεις, με διαφορετικό τόνο στην φωνή, πιο ήρεμα, πιο έντονα. Τίποτα το διαφορετικό όμως. Τίποτα. Κατευθύνθηκε στο τηλέφωνο. Το σήκωσε. Πληκτρολόγησε τον αριθμό του κινητού της. Θα της ζητούσε μία συνάντηση.

-.-.-

Το κινητό της ήχησε στο δωμάτιο, σπάζοντας εκκωφαντικά την σιωπή της. Απάντησε. Ήταν εκείνος. Της ζητούσε συνάντηση για να συζητήσουν το κείμενο που του έστειλε. Δεν παρέλειψε να της αναφέρει ότι τον είχε βρει απροετοίμαστο αυτή της η κίνηση. Μάλλον περίμενε μία δήλωση επανασύνδεσης από μέρους της παρά κάτι τέτοιο. Του απάντησε ότι την ξέρει πολύ λίγο τελικά. Έκλεισαν το τηλέφωνο. Δεν κανόνισαν καμία συνάντηση. Δεν υπήρχε λόγος. Εξάλλου, ο καθένας πορεύεται στην ζωή του κατά το πώς νοιώθει και αισθάνεται. Δεν μπορείς να αναγκάσεις κανέναν να καταλάβει, αν ο ίδιος δεν το θέλει. Έμεινε μόνη με τις σκέψεις της. Τουλάχιστον, αυτή τις καταλάβαινε.

-.-.-

Έκλεισε το τηλέφωνο και πήγε να ντυθεί. Ένοιωθε να πνίγεται μέσα στο σπίτι και ήθελε να βγει μια βόλτα. Θα πέρναγε να δει και τους φίλους του. Θα συζήταγαν τα γεγονότα και θα προσπαθούσαν να καταλάβουν τι πήγε στραβά. Σίγουρα, οι γυναίκες είναι πιο απρόβλεπτες κι’ από το πιο απρόβλεπτο σενάριο ζωής. Ποιος ήταν αυτός που θα τις καταλάβαινε; Ο Θεός; Αυτός, ένας απλός άντρας ήταν εξάλλου…

(Το ως άνω κείμενο αποτυπώθηκε στο βιβλίο ‘Bloggers – Ιστορίες του Διαδικτύου’. Περισσότερα, διαβάστε εδώ)

(‘Black and White Morning’ by Harold Silverman)

Σαν πόλη τουρκεμένη…

Δημοσιεύθηκε στο Σκόρπιες σκέψεις... by γιώργος στο Απρίλιος 28th, 2008

Το σώμα μου λειτουργούσε σαν ηχείο των πιο ανομολόγητων αναστεναγμών σου. Κάθιδρος αναζητούσες κάθε φορά την εκμετάλλευση και την υποταγή του στις πιο μύχιες σκέψεις σου.

Έμπαινες μέσα μου με ορμή χωρίς να λογαριάζεις τον πόνο που ένοιωθα. Στο μυαλό σου υπήρχε μόνο η ηδονή σου. Ως τέτοια μετέφραζες τους πνιχτούς φθόγγους που άρθρωναν οι φωνητικές μου χορδές και έπνιγε, εν τη γενέσει τους, η γλώσσα σου, καθώς έψαχνε να μετρήσει κάθε σπιθαμή της στοματικής μου κοιλότητας.

Ένα κρεσέντο πάθους ανάβλυζε από κάθε πόρο του δέρματός σου. Ενός σώματος παλλόμενου επάνω στην λευκότητα του δικού μου, σημείο αντίστιξης και συμπλήρωσης. Και ‘γώ, ένοιωθα ‘σαν πόλη τουρκεμένη’ από βάρβαρους βόρειους λαούς, διψασμένους για κατάκτηση και ερήμωση.

Και όταν εκκωφαντικά τελείωνες μέσα μου, έπεφτες στο πλάι, ανήμπορος να αρθρώσεις τις προτάσεις εκείνες που θα σε βοηθούσαν να ανακαλύψεις την ζωή που άφησες μέσα μου. Ξεθεωμένος από το δικό σου μένος, άφηνες το χέρι σου να ταξιδεύει επάνω στις κοιλότητες του κορμιού μου, εκείνου του ίδιου κορμιού που διαφέντευες αλαζονικά πριν λίγο.

Και ‘γώ απλά καθόμουν, αναπνέοντας βαριά, προσπαθώντας να αντέξω το βάρος που είχες αφήσει μέσα μου. Έκλεινα τα μάτια και αποκοιμόμουν ξέροντας ότι θα σε βρω εκεί δίπλα όταν ξυπνήσω από την νάρκωση της ηδονής σου…

(το ‘Σαν πόλη τουρκεμένη’ είναι στίχος που περιλαμβάνεται στο τραγούδι ‘Μ’ άφησες σαν πόλη’ που γράφηκε από τον Σαράντη Αλιβιζάτο, μελοποιήθηκε από τον Αντώνη Βαρδή και τραγουδήθηκε μοναδικά από την Χαρούλα Αλεξίου)

(‘Female Nude’ by Frank Tusch)

Ανάσταση…

Δημοσιεύθηκε στο Προσωπικά... by γιώργος στο Απρίλιος 25th, 2008

Σε Σταύρωσαν…

Σε Ενταφίασαν…

Αναστήθηκες…

Εύχομαι σε όλους Χρόνια Πολλά και Καλή Ανάσταση να έχουμε.
Ανάσταση πάνω από όλα σε αυτά που έχουμε ‘θαμμένα’ μέσα μας και δεν έχουμε την δύναμη να τα ‘αναστήσουμε’.
Να έρθουν Χρόνια Καλά δίπλα σε αυτούς που αγαπάμε και μας αγαπούν.

(κατά σειρά, οι τρεις πίνακες είναι οι: ‘The Crucifixion’, ‘The Trinity’ και ‘Ressurection’ όλοι ζωγραφισμένοι από τον Δομίνικο Θεοτοκόπουλο)

Εκεί που ξεκίνησαν όλα…

Δημοσιεύθηκε στο Σκόρπιες σκέψεις... by γιώργος στο Απρίλιος 23rd, 2008

Εκεί που ξεκίνησαν όλα για το ταξίδι Σου. Μέσα σε Μυστικό Δείπνο, μέσα σε ένα Όρος των Ελεών. Τριγυρισμένος από αυτούς που μπόρεσαν να δουν την θεϊκή Σου υπόσταση μέσα από την Ανθρώπινη όψη σου.

Ένοιωσες άνθρωπος. Με πάθη και ελαττώματα. Όμως, περπάτησες την Οδό του Μαρτυρίου όπως μόνο ένας Θεάνθρωπος θα μπορούσε να κάνει.

Έδωσες υπόσταση στην έννοια της Θυσίας. Έδειξες τον τρόπο, έδειξες την αυταπάρνηση. Με λόγια απλά, μας έμαθες τον τρόπο προς την Αιωνιότητα.

Και γυρνάς κάθε χρόνο τέτοιες μέρες, να μας τον υπενθυμίζεις. Σαν ένα randez-vous αδιάλειπτο, σαν μία υπόσχεση γραμμένη στο μέρος της καρδιάς. Μας κάνεις κοινωνούς στιγμών Θείων. Και μας Ανασταίνεις κάθε φορά, δίνοντας ελπίδα και προοπτική.

Και βρισκόμαστε μαζί σου. Εκεί που ξεκίνησαν όλα για το ταξίδι Σου. Σε ένα Μυστικό Δείπνο μέσα στην καρδιά μας, μέσα σε ένα Όρος των Ελεών της ψυχής μας…

(‘The Sacrament of the Last Supper’ by Salvador Dali)

Θείος εις τον κύβο…

Δημοσιεύθηκε στο Προσωπικά... by γιώργος στο Απρίλιος 19th, 2008

Σε μένα αναφέρομαι. Όχι. Δεν έκλεισα καμία συμφωνία με την Knorr για να γίνω προϊόν της. Και όχι, δεν προσπαθώ να δρέψω καμία δάφνη από τις τόσες πολλές που έχει ο περίφημος Rubik.
Απλά, η αδερφή μου φρόντισε να με καταστήσει θείο για τρίτη φορά. Ναι σας λέω. Σήμερα, στις 14.25 περίπου, έγινα θείος για τρίτη φορά. Ένα τόσο δα πλασματάκι, μόλις 2.580 κιλά αντίκρισε τον κόσμο μας σήμερα το μεσημέρι. Έκλαψε, ανέπνευσε και δήλωσε την παρουσία της με σάρκα και οστά.

Μικρή μου ανιψιά, σε καλωσορίζω στην οικογένεια.
Σου εύχομαι, πάνω από όλα, υγεία.
Σου εύχομαι κάθε ευτυχία.
Σου εύχομαι χρόνια καλά.
Και για το τέλος, σου εύχομαι να αγαπήσεις αυτόν τον κόσμο περισσότερο απ’ ότι θα σε αγαπήσει αυτός. Μόνο έτσι θα μπορέσεις να τον αλλάξεις κάποτε…

(‘Push Ups’ by H. Roberts)

Πέρασαν μήνες…

Δημοσιεύθηκε στο Σκόρπιες σκέψεις... by γιώργος στο Απρίλιος 15th, 2008

Πέρασαν μήνες χωρίς να έχω γράψει. Βρισκόμουν σε έναν ύπνο πνευματικό που με έκανε να είμαι άλλος στη ζωή. Είχα συχνά μία αίσθηση μεταφορικής ευτυχίας. Δεν υπήρξα, υπήρξα άλλος, έζησα χωρίς να σκέφτομαι.

Σήμερα, επέστρεψα ξαφνικά σ’ αυτό που είμαι ή σ’ αυτό που με ονειρεύομαι. Συνέβη σε μια στιγμή μεγάλης κούρασης, μετά από μία μέρα σκληρής δουλειάς, χωρίς καμιά ανάπαυλα. Έγειρα το κεφάλι μου στα χέρια μου, με τους αγκώνες στηριγμένους στο παλιό επικλινές τραπέζι μου. και με τα μάτια κλειστά, με ξαναβρήκα…

Φερνάντο Πεσσόα, 16.03.1932
(Το βιβλίο της ανησυχίας)

Είναι από τις φορές που τρομάζω, όταν διαβάζω ένα κείμενο που με αγγίζει τόσο πολύ, που περιγράφει ανάγλυφα στιγμές μου. Είναι από τις φορές που διαβάζεις τη ζωή σου αποτυπωμένη σε ένα φύλλο χαρτιού, που τα γράμματα δεν είναι πια άψυχα στίγματα επάνω σε λευκό φόντο, αλλά ουσίες βγαλμένες από την ζωή σου. Είναι από τις φορές που πιστεύεις ότι σε αυτόν τον κόσμο δεν είσαι μόνος. Και η μοναξιά μοιράζεται σαν καλογινωμένο φρούτο, στα δύο…

(‘La Reproduction Interdite’ by Rene Magritte)

Amsterdam…

Δημοσιεύθηκε στο Ήχοι στο χαρτί... by γιώργος στο Απρίλιος 12th, 2008

Dans le port d`Amsterdam
Y a des marins qui chantent
Les rêves qui les hantent
Au large d`Amsterdam
Dans le port d`Amsterdam
Y a des marins qui dorment
Comme des oriflammes
Le long des berges mornes
Dans le port d`Amsterdam
Y a des marins qui meurent
Pleins de bière et de drames
Aux premières lueurs
Mais dans le port d`Amsterdam
Y a des marins qui naissent
Dans la chaleur épaisse
Des langueurs océanes

Dans le port d`Amsterdam
Y a des marins qui mangent
Sur des nappes trop blanches
Des poissons ruisselants
Ils vous montrent des dents
A croquer la fortune
A décroisser la lune
A bouffer des haubans
Et ça sent la morue
Jusque dans le coeur des frites
Que leurs grosses mains invitent
A revenir en plus
Puis se lèvent en riant
Dans un bruit de tempête
Referment leur braguette
Et sortent en rotant

Dans le port d`Amsterdam
Y a des marins qui dansent
En se frottant la panse
Sur la panse des femmes
Et ils tournent et ils dansent
Comme des soleils crachés
Dans le son déchiré
D`un accordéon rance
Ils se tordent le cou
Pour mieux s`entendre rire
Jusqu`à ce que tout à coup
L`accordéon expire
Alors le geste grave
Alors le regard fier
Ils ramènent leur batave
Jusqu`en pleine lumière

Dans le port d`Amsterdam
Y a des marins qui boivent
Et qui boivent et reboivent
Et qui reboivent encore
Ils boivent à la santé
Des putains d`Amsterdam
De Hambourg ou d`ailleurs
Enfin ils boivent aux dames
Qui leur donnent leur joli corps
Qui leur donnent leur vertu
Pour une pièce en or
Et quand ils ont bien bu
Se plantent le nez au ciel
Se mouchent dans les étoiles
Et ils pissent comme je pleure
Sur les femmes infidèles
Dans le port d`Amsterdam
Dans le port d`Amsterdam.

Music & Lyrics by Jasques Brel

Χαρισμένο σε όσους τα λιμάνια υπήρξαν πάντα ο τόπος αρχής ενός ταξιδιού και όχι ο τόπος κατάληξής του…

Σε είδα…

Δημοσιεύθηκε στο Σκόρπιες σκέψεις... by γιώργος στο Απρίλιος 8th, 2008

Σε είδα. Εκεί μέσα. Στο μαύρο Opel Astra. Τα βλέμματά μας διασταυρώθηκαν την ώρα που κοιτούσες τον πλαϊνό καθρέφτη του αυτοκινήτου σου και τακτοποιούσες τα ξανθά σου μαλλιά. Έκανες πως δεν με είδες, αλλά τα χέρια σου κινήθηκαν πιο έντονα όταν οι ματιές μας όρισαν ευθεία στον χώρο. Έβαλες ταχύτητα και πέρασες το φανάρι με περισσή αυτοπεποίθηση. Διερωτήθηκα, όση ώρα περίμενα να ξανανάψει πράσινο, για την δύναμη της ενστικτώδους ματιάς στο είδωλο ενός καθρέπτη. Άναψε πράσινο. Οι σκέψεις διαλύθηκαν.

Και εσένα είδα. Μη νομίζεις. Μέσα στο ασημί Hundai Accent. Που έβαφες με την μαύρη mascara σου τις βλεφαρίδες. Εκεί. Στην διάρκεια δύο πράσινων αναμάτων του φαναριού. Με τον τροχονόμο μπροστά, να αναρωτιέται για την χαμένη του ζωή μέσα στην κίνηση του πρωινού και για την αστοχία του στο ‘Στοίχημα’ του προηγούμενου Σαββατοκύριακου. Οι κινήσεις σου ρομποτικής ακρίβειας. Κάθε μάτι βαμμένο στον ελάχιστο χρόνο. Και το αποτέλεσμα τέλειο. Έμεινα να σε κοιτάω με θαυμασμό.

Εσάς σας άκουσα. Από το ανοικτό παράθυρό μου. Οι φωνές της κυρίας σου διαπερνούσαν τα κλειστά παράθυρα του κόκκινου Suzuki Vitara. Και εσύ αμίλητος. Στωικά να υπομένεις το ξέσπασμά της. Αλήθεια, δεν έχει καταλάβει ότι έχεις κουραστεί να την ακούς να σου κάνει το ίδιο κήρυγμα κάθε πρωί; Αλήθεια, δεν έχει καταλάβει ότι δεν την ακούς πια; Με κοίταξες με απορημένο βλέμμα και γύρισες το χέρι σου στο ραδιόφωνο. Άνοιξες την ένταση του ήχου και έπνιξες τις φωνές της μέσα στους λαρυγγισμούς που άφηνε το ξενόφερτο τραγούδι που ακουγόταν.

Τέλος, εσένα. Ναι, εσένα που αποβιβάστηκες από το γαλάζιο Citroen Xsara. Που αποχαιρέτησες τον καλό σου, έσκυψες το κεφάλι και κατευθύνθηκες για τον Σταθμό του ΜΕΤΡΟ στην Κατεχάκη. Που έβγαλες από την τσάντα σου το κινητό και πληκτρολόγησες ένα αριθμό. Που γέλασες, κοιτώντας γύρω σου, μόλις άκουσες την φωνή από την άλλη πλευρά. Στάθηκες ακίνητη. Για ένα λεπτό, μέχρι να τελειώσεις το τηλέφωνο. Πάλι με γέλιο. Ξέρω. Το σήμα χάνεται καθώς κινείσαι. Το ξέρω καλή μου…

(Διαδρομή Ζωγράφου – Κοκκινοπούλου – Κατεχάκη – Μεσογείων)

(‘Bulls Eye II’ by Anke Schofield)